οι δύο άντρες σηκώνονται όρθιοι, μέσα στην κάσα του ο καθένας, και ψάχνουν το βλέμμα του άλλου· με τα πολλά, επειδή το σκοτάδι δε βοηθάει, το καταφέρνουν. Κι έπειτα, τεντώνουν τα χέρια και αλληλοψαύονται. Θέλουν να διαπιστώσουν (υποθέτουμε, πάλι, εμείς) αν υπάρχουν πράγματα στρεβλά εκεί, πράγματα που λείπουν ή που, τέλος πάντων, αλλοιώθηκαν. — Όχι. Καθετί είναι στη θέση του, καθετί είναι ωραίο· καθετί είναι όμορφο. Χαμογελούν στη διαπίστωση και, γέρνοντας, μισοαγκαλιάζονται. Και παίζουν λίγο, συγκινημένοι, ανακουφισμένοι, τα μάτια. (Γιατί και οι δυο φοβόντουσαν πως… Αλλά ας είναι. Ας μένει ο λόγος). Και ο πιο μεγάλος, ο Βακάρ, ανακατώνει μετά τα κορακίσια μαλλιά τού Χομαγιούν, του πιτσιρικά. Και τώρα (κοίτα να δεις) γελάνε. Τα δόντια τους αστράφτουν μια στάλα — χάρη στη φιλντισένια στιλπνότητά τους, μα και χάρη, πια, στο σκοτάδι. Κι έπειτα… έπειτα ρίχνουν τα χέρια κάτω· και μένουν για κάμποση ώρα να κοιτιούνται αμίλητοι, μ’ ένα συνένοχο χαμόγελο στα χείλη. [2] Είναι αρκετός κόσμος εκεί, καμιά δεκαπενταριά, κι ο ένας, ο Βακάρ, έχει χωθεί μέσα στο ντελαπαρισμένο αμάξι και πολεμάει να σύρει έξω τη γυναίκα με το σπασμένο πόδι —δύσκολη, δύσκολη δουλειά—, κι ο μικρός τραβάει τον άντρα από το παράθυρο κρατώντας τον απ’ τις μασχάλες κι έχοντας χώσει το κεφάλι στα μαλλιά του που μοσχομυρίζουν σαπούνι: ίδια, ολόιδια μυρωδιά με του παππού του, κοίτα να δεις — και πρέπει να βιαστούν, να βιαστούν, κι οι άλλοι όλοι κοιτάνε, τραβάν και σπρώχνουν και πιέζουν, φωνάζουν, δίνουν οδηγίες (στα ελληνικά, στα ελληνικά, οι πιο πολλοί είναι ντόπιοι και μιλούν στη γλώσσα τους, έχουν αγωνία και τους κοιτούν με το μάτι γουρλό — α! τα ελληνικά, τα ελληνικά — παράξενη γλώσσα, κάπως, πώς να την πεις, κάπως βαριά, κάπως συρτή, κάπως πυκνή, λίγο σαν ευέλικτος πολφός όμορφων νοημάτων, με λέξεις-σφήνες που κολλάνε σα βαγόνια τρένου μπροστά και πίσω η μία από την άλλη —τρένου, τρένου, βαγόνια: τρένου— και σε δυσκολεύουν γιατί πρέπει να τις κατανοήσεις και να τις μεταφράσεις στα πουντζάμπι μία-μία, και μετά άντε ξανά να τις επανασυγκολλήσεις —δύσκολη, δύσκολη, τι να λέμε—, κι οι πιο πολλές διαταγές και εντολές και συμβουλές και-και-και τώρα δα δίνονται στα ελληνικά — κι όχι που δεν τις καταλαβαίνουν ο Βακάρ και ο Χομαγιούν, μια χαρά τις καταλαβαίνουν, είναι ξεκάθαρα πράγματα, ξεκάθαρες κουβέντες, διαταγές για ζωή, απλώς δεν υπάρχει χρόνος τώρα για γλώσσες και για έννοιες που η μια σπαράσσει την άλλη κι όλες μαζί αυτοσυντρίβονται στην ουσία τους, και ξανανασταίνονται και φτου κι απ’ την αρχή, τώρα είναι χρόνος μόνο για χέρια πάνω στα μέταλλα και στα πλαστικά που ζουλάνε αυτούς τους φουκαράδες —ο μοσχομυριστός άντρας είναι αναίσθητος, αλλά η γυναίκα αχ, αχ, αχ, πώς πονάει η γυναίκα, Μη μ’ αφήνεις, παιδί μου, μη, μη, μη μ’ αφήνεις, Δε σ’ αφήνω, θεία, δε θα σ’ αφήσω, θεία—, τώρα είναι χρόνος μόνο για χέρια, όχι για λέξεις σε καμιά γλώσσα. [3] Κι ο μεγάλος βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα κι έναν ωραίο μαβή αναπτήρα από μια τσέπη και κερνάει τον μικρό, κι ο Χομαγιούν ντρέπεται λίγο, αλλά μόνο λίγο (κι έπειτα, τι στο καλό, τα ’κλεισε τα δεκαοχτώ), και το παίρνει, κι ανάβει με τη φωτιά που του προσφέρει ο Βακάρ και τραβάει βαθιά τον καπνό. Ωραίος, ωραίος καπνός, παχύς κι όλο μυρωδιές, κάπως σα να καις χόρτα στο λιβάδι, στην εξοχή, και — και το λιβάδι τού ’φερε στο νου τις αδελφές του — πόσο είναι τώρα; έξι, και οχτώ, και δέκα χρονώ, πιο όμορφες δεν έχει ο κόσμος όλος, και πάν’ δυο χρόνια που ’χει να τις καμαρώσει από κοντά, αλλά τώρα θα— [4] Αυτή τη λέξη («Τρένο!») την κατάλαβαν, βέβαια, πιο καλά κι απ’ τ’ όνομά τους· μα όχι, κι ας σκόρπισαν οι άλλοι οι δεκαπέντε, όχι, Δε θα σ’ αφήσω, θεία, έχει πει ο ένας, και, Σαπούνι, αχ, αχ, μην πάψει να μοσχοβολάει έτσι, σκέφτεται ο άλλος: και είναι αυτά τα δυο (αυτά τα δυο) πιο δυνατά από τη λέξη που ακούστηκε μιαν ακόμα φορά, μια τελευταία φορά, και που με το βαρύ νόημά της ταξίδεψαν έπειτα από μιαν ανάσα για τριακόσια ωραία μέτρα αγώνα. [5] Στέκουν και καπνίζουν αμίλητοι εκεί, στο κύτος του αεροσκάφους, και σκέφτονται πόσο ωραίοι είναι. Και κλείνουν ο ένας το μάτι στον άλλο, σφίγγουν από μια γροθιά, και τις χτυπάνε καμαρωτά μεταξύ τους. Κι οι καύτρες τους λάμπουν στο σκοτάδι· το καταυγάζουν· και μεταφέρουν ένα χαρμόσυνο άγγελμα: ένα Ευαγγέλιο. [6] (Στον ίδιο αεροδιάδρομο, τέσσερις μέρες έπειτα από το δικό τους ταξίδι, ένα άλλο αεροπλάνο, αν και με ανάστροφη πορεία, θα κάνει την ίδια δουλειά).
ΔΕΙΤΕ φωτογραφίες και βίντεο από το δυστύχημα και τις προσπάθειες απεγκλωβισμού στην διεύθυνση http://www.voreini.gr/?p=88235
πηγή: ΑΘΕΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
.jpg)
Δεν είναι ''ουμανισμός''ν΄ αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο κατά τη φύση του, δεν είναι ουμανισμός ν΄ανατριχιάζεις με απόψεις που θεωρούν τον άνθρωπο πράγμα ''δεν χωράμε άλλοι!'', είναι απλά η διαπάλη της ανθρώπινης προιστορίας με την ιστορία, που μετά το βίαιο γκρέμισμά της, θα ξεκινήσεινα γράφεται πάλι.
ΑπάντησηΔιαγραφήΝ.Κ