22 Ιουλίου 2009

ΟΜΠΑΜΑ- Η Στρατηγική Ανάσχεσης (Rollback Strategy)

Ονδούρα, Ιράν, Πακιστάν, Αφγανιστάν (και το φαινόμενο του μπούμερανγκ)

του Τζέιμς Πέτρας*

Τα πρόσφατα γεγονότα στην Ονδούρα και το Ιράν, που έφεραν αντιμέτωπα δημοκρατικά εκλεγμένα καθεστώτα με φιλο-αμερικανικούς στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες, με σκοπό την ανατροπή των καθεστώτων αυτών, μπορούν να θεωρηθούν σαν μέρος μιας γενικότερης αμερικανικής στρατηγικής περιορισμού των νικών που πέτυχαν οι αντιπολιτευόμενες κυβερνήσεις και τα κινήματα κατά τη διάρκεια της θητείας Μπους.

Με τρόπο που θυμίζει την πολιτική του Νέου Ψυχρού Πολέμου του Ρέιγκαν, ο Ομπάμα έχει αυξήσει σε τεράστιο βαθμό τα στρατιωτικά κονδύλια, αύξησε τον αριθμό των μάχιμων στρατιωτών, στοχεύει νέες περιοχές στρατιωτικής επέμβασης και υποστήριξε στρατιωτικά πραξικοπήματα σε περιοχές που παραδοσιακά ελέγχονται από τις ΗΠΑ. Παρ΄ όλα αυτά η στρατηγική αυτή του Ομπάμα εφαρμόζεται μέσα σ' ένα πολύ διαφορετικό διεθνές και εσωτερικό πλαίσιο. Αντίθετα από τον Ρέιγκαν ο Ομπάμα αντιμετωπίζει μια παρατεταμένη και βαθειά οικονομική ύφεση, τεράστια δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα, μειούμενο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία και απώλεια πολιτικής κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Ασία και αλλού. Ενώ ο Ρέιγκαν είχε απέναντι του ένα παρακμάζον Σοβιετικό κομμουνιστικό καθεστώς ο Ομπάμα είναι αντιμέτωπος με μια ογκούμενη παγκόσμια αντιπολίτευση από μια σειρά ανεξάρτητων κοσμικών, θρησκευτικών, εθνικιστικών, φιλελεύθερων και σοσιαλιστικών καθεστώτων καθώς και κοινωνικών κινημάτων.

Η στρατηγική ανάσχεσης του Ομπάμα έγινε φανερή από τις πρώτες του διακηρύξεις όπου υποσχέθηκε ότι θα επανεπιβεβαιώσει την αμερικανική κυριαρχία («ηγεσία») στη Μ. Ανατολή, τη στήριξη ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν και την επέκταση του πολέμου στο Πακιστάν και την αποσταθεροποίηση καθεστώτων με την υπονόμευση τους με πράκτορες από τα μέσα, όπως στην Ονδούρα και το Ιράν.

Η τακτική αυτή του Ομπάμα εφαρμόζεται με πολλούς τρόπους: ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση, κρυφές επιχειρήσεις («κοινωνία των πολιτών») και φιλειρηνική διπλωματική ρητορεία που στηρίζεται σε μαζική προπαγάνδα των ΜΜΕ. Τα εξελισσόμενα σημαντικά γεγονότα αντανακλούν αυτήν την πολιτική σε δράση.

Στο Αφγανιστάν ο Ομπάμα έχει υπερδιπλασιάσει τις αμερικανικές δυνάμεις από 32.000 σε 68.000. Την πρώτη εβδομάδα του Ιούλη οι στρατιωτικοί διοικητές του εξαπέλυσαν τη μεγαλύτερη ως τώρα επίθεση στην επαρχία Χελμάντ για να εκτοπίσουν τη ντόπια αντίσταση και διακυβέρνηση.

Στο Πακιστάν το καθεστώς Ομπάμα - Κλίντον – Χόλμπρουκ εφάρμοσε τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση στον νέο τους πελάτη, το καθεστώς Ζαρντάρι, για να εξαπολύσει μια τεράστια επίθεση και να απωθήσει την ισλαμική αντίσταση στα Βορειοδυτικά σύνορα, ενώ αμερικανικά μη-επανδρωμένα αεροσκάφη και ειδικές δυνάμεις κομάντος βομβαρδίζουν και επιτίθενται σε χωριά και σε ηγέτες των Παστούν που είναι ύποπτοι για υποστήριξη της αντίστασης.

Στο Ιράκ παίζεται μια φάρσα, με την επαναχάραξη του αστικού χάρτη της Βαγδάτης για να συμπεριλάβει τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και επιχειρήσεις και αυτό να περάσει σαν «απόσυρση των στρατευμάτων στα στρατόπεδα τους». Η δισεκατομμυρίων επένδυση του Ομπάμα σε μακροπρόθεσμη, πολυεπίπεδη στρατιωτική υποδομή, που συμπεριλαμβάνει βάσεις, αεροδρόμια και συγκροτήματα δείχνει προς μια μόνιμη αυτοκρατορική παρουσία και όχι στην εφαρμογή των προεκλογικών υποσχέσεων για σχεδιασμένη αποχώρηση. Στο Ιράκ και το Αφγανιστάν «στήνονται» εκλογές ανάμεσα σε πελάτες των αμερικανών, εκεί δηλαδή που η παρουσία των στρατευμάτων εγγυάται τη νίκη των αποικιστών, ενώ στο Ιράν και την Ονδούρα η Ουάσιγκτον καταφεύγει σε υπόγειες επιχειρήσεις για να αποσταθεροποιήσει ή να ανατρέψει εκλεγμένους προέδρους που δεν στηρίζουν την πολιτική Ομπάμα.

Στο Ιράν η όχι και τόσο κρυφή επιχείρηση βρήκε έκφραση σε μια αποτυχημένη εκλογική αναμέτρηση που την ακλούθησαν «μαζικές διαδηλώσεις» που επικεντρώθηκαν στον ισχυρισμό ότι η νίκη του αντι-ιμπεριαλιστή Αχμαντινετζάντ ήταν αποτέλεσμα «εκλογικής νοθείας». Τα δυτικά ΜΜΕ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας προβάλλοντας ευνοϊκά την αντιπολίτευση και δαιμονοποιώντας το καθεστώς. Τα ΜΜΕ γέμισαν τις «ειδήσεις» τους με προπαγάνδα υπέρ των διαδηλωτών παρουσιάζοντας επιλεκτικά θέματα όπου απονομιμοποιούσαν τις εκλογές και τους εκλεγμένους αξιωματούχους αναπαράγοντας τους ισχυρισμούς για «νοθεία». Η επιτυχία της αμερικανόπνευστης προπαγάνδας τους βρήκε ανταπόκριση ακόμη και σε πλατιές μάζες της λεγόμενης αμερικανικής «αριστεράς», η οποία αγνόησε τη μαζική και συντονισμένη οικονομική ενίσχυση από τις ΗΠΑ ιρανικών ομάδων και πολιτικάντηδων που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Νεο-συντηρητικοί, φιλελεύθεροι και περιοδεύοντες «αριστεροί» δημοσιογράφοι υπερασπίστηκαν την προσπάθεια αποσταθεροποίησης, καθένας από τη σκοπιά του, σαν «ένα λαϊκό δημοκρατικό κίνημα ενάντια στην εκλογική νοθεία».

Όμως οι αριστεροί/δεξιοί χειροκροτητές των αμερικανικών σχεδίων αποσταθεροποίησης δεν πρόσεξαν ορισμένους βασικούς παράγοντες:

1. Κανένας, για παράδειγμα, δεν συζητά το γεγονός ότι αρκετές εβδομάδες πριν τις εκλογές μια αυστηρή δημοσκόπηση δυο αμερικανικών εταιριών έβγαλε αποτελέσματα πολύ κοντά στα πραγματικά, ακόμη και σε μειονοτικές επαρχίες όπου η αντιπολίτευση ισχυρίστηκε νοθεία.

2. Κανένας από τους επικριτές δε συζήτησε για τα 400 εκατομμύρια δολάρια που είχε διαθέσει η κυβέρνηση Μπους για την χρηματοδότηση αλλαγής καθεστώτων, εγχώριας αποσταθεροποίησης και διασυνοριακές επιχειρήσεις τρομοκρατίας. Πολλές από τις ΜΚΟ της «κοινωνίας των πολιτών» στις διαδηλώσεις έλαβαν χρηματοδότηση από υπερπόντια ιδρύματα και ΜΚΟ που με τη σειρά τους χρηματοδοτούνταν από την αμερικανική κυβέρνηση.

3. Η κατηγορία για νοθεία μαγειρεύτηκε μετά την καταμέτρηση των ψήφων. Σ’ όλη τη διάρκεια των εκλογών, ιδιαίτερα όταν η αντιπολίτευση πίστευε ότι θα κερδίσει, ούτε οι φοιτητές που διαμαρτύρονταν ούτε τα δυτικά ΜΜΕ, ούτε οι παρόντες δημοσιογράφοι ισχυρίστηκαν ότι επίκειται νοθεία. Σ΄ όλη τη διάρκεια των εκλογών, με παρατηρητές όλων των κομμάτων σε κάθε εκλογικό τμήμα, δεν υπήρξε κανένας ισχυρισμός για παρενόχληση των εκλογέων ή για νοθεία είτε από τα ΜΜΕ είτε από διεθνείς παρατηρητές ή αριστερούς υποστηρικτές της αντιπολίτευσης. Οι παρατηρητές της αντιπολίτευσης ήταν παρόντες στην καταμέτρηση και, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν διατυπώθηκε τότε καμία κατηγορία για στήσιμο των εκλογών. Κανένα διεθνές ΜΜΕ δεν ισχυρίστηκε νοθεία, εκτός από έναν αμφίβολο ισχυρισμό του δημοσιογράφου Reese Erlich. Ακόμη και οι ισχυρισμοί του Erlich βασίστηκαν σε αναπόδεικτες περιγραφές ανώνυμων πηγών της αντιπολίτευσης.

4. Στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας διαδηλώσεων στην Τεχεράνη οι αμερικανοί, ευρωπαίοι και ισραηλινοί ηγέτες δεν αμφισβητούσαν την πιστότητα του εκλογικού αποτελέσματος. Αντιθέτως κατηγορούσαν το καθεστώς για την καταστολή των διαδηλώσεων. Σίγουρα οι καλά πληροφορημένες πρεσβείες τους και οι υπηρεσίες πληροφοριών τους θα είχαν μια πιο ξεκάθαρη και συστηματική εκτίμηση των προτιμήσεων των ιρανών ψηφοφόρων από αυτές των δυτικών ΜΜΕ και τον χρήσιμων ηλίθιων της αγγλο-αμερικανικής αριστεράς.

Η αμερικανοκίνητη αντιπολίτευση στο Ιράν και οι διαδηλώσεις σχεδιάστηκαν για να φέρουν στα άκρα μια αποσταθεροποιητική εκστρατεία με σκοπό να απωθήσουν την ιρανική επιρροή στη Μ. Ανατολή, να υπονομεύσουν την ιρανική αντίθεση στην αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στον Κόλπο και την κατοχή του Ιράκ και πάνω απ΄ όλα την αντίθεση του Ιράν στην ισραηλινή στρατιωτική ισχύ στην περιοχή. Η αντι-ιρανική προπαγάνδα και η αντίστοιχη πολιτική επηρεάστηκε για χρόνια από το φιλο-ισραηλινό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ. Σ΄ αυτό περιλαμβάνονται οι μεγάλες αμερικανο-εβραϊκές οργανώσεις με ένα εκατομμύριο μέλη, και χιλιάδες αξιωματούχους, δεκάδες δημοσιογράφους και αρθρογράφους που κυριαρχούν σε εφημερίδες όπως η Washington Post, η Wall Street Journal, οι New York Times αλλά και στις κίτρινες φυλλάδες.

Η πολιτική του Ομπάμα για την ανάσχεση της ιρανικής επιρροής αποτελείται από δύο στάδια: Υποστήριξη ενός συνασπισμού αντιφρονούντων κληρικών, φιλο-δυτικών φιλελεύθερων, αντιφρονούντων δημοκρατών και δεξιών φιλο-αμερικανών. Όταν θα έπαιρναν την εξουσία η Ουάσιγκτον θα πίεζε τους αντιφρονούντες κληρικούς να έλθουν σε συμμαχία με τους φιλο-δυτικούς φιλελεύθερους και δεξιούς που θα άλλαζαν την πολιτική ανάλογα με τα αμερικανικά και ισραηλινά αποικιακά συμφέροντα, κόβοντας την υποστήριξη τους στη Συρία, τη Χεζμπολά, τη Χαμάς, τη Βενεζουέλα, την ιρακινή αντίσταση και αγκαλιάζοντας τους φιλο-αμερικανούς Σαουδάραβες, Ιορδανούς και Αιγύπτιους πελάτες των ΗΠΑ. Μ΄ άλλα λόγια η πολιτική ανάσχεσης του Ομπάμα σκοπεύει να επαναφέρει το Ιράν στην προ του 1978 κατάσταση.

Η πολιτική ανάσχεσης εκλεγμένων καθεστώτων και η εγκαθίδρυση εύπλαστων πελατών βρήκε παραπέρα έκφραση στο πρόσφατο στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ονδούρα. Η χρησιμοποίηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Ονδούρας και οι παλιοί δεσμοί των ΗΠΑ με τη ντόπια ολιγαρχία, η οποία ελέγχει το Κογκρέσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, βοήθησαν σ' αυτή τη διαδικασία και απέτρεψαν την ανάγκη άμεσης στρατιωτικής επέμβασης. Αντίθετα με την Αιτή όπου οι αμερικανοί πεζοναύτες έδιωξαν τον δημοκρατικά εκλεγμένο Μπερτράν Αριστίντ, μόλις μια δεκαετία πριν, ανοιχτά στήριξαν το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Τσάβεζ το 2002 και πιο πρόσφατα στήριξαν το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Μοράλες (Σεπτέμβρης 2008), οι συνθήκες της αμερικανικής ανάμειξης στην Ονδούρα ήταν πιο διακριτικές για να μπορέσουν να το αρνηθούν με πιστευτό τρόπο.

Η «δομική παρουσία» και τα κίνητρα των ΗΠΑ σε σχέση με τον διωγμένο πρόεδρο Ζελάγια διακρίνονται εύκολα. Ιστορικά οι ΗΠΑ έχουν εκπαιδεύσει και ενσωματώσει το σύνολο σχεδόν του σώματος αξιωματικών της Ονδούρας ενώ διατηρούν μόνιμη τη διείσδυση τους σ΄ όλα τα επίπεδα μέσω καθημερινών διαβουλεύσεων και κοινών στρατηγικών σχεδιασμών. Μέσω της αμερικανικής βάσης στην Ονδούρα οι πράκτορες της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών έχουν στενές επαφές τόσο για την εφαρμογή των πολιτικών τους όσο και για την παρακολούθηση των κινήσεων όλων των πολιτικών προσώπων. Η Ονδούρα είναι τόσο πολύ αποικισμένη που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σα βάση για αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στην περιοχή. Το 1954 το επιτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Γουατεμάλας Τζιάκομπο Αρμπένζ ξεκίνησε από την Ονδούρα. Το 1961 η αμερικανοκίνητη εισβολή στην Κούβα (Κόλπος των Χοίρων) ξεκίνησε από την Ονδούρα. Από το 1981 ως το 1989 οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν και εκπαίδευσαν στην Ονδούρα πάνω από 20.000 μισθοφόρους Κόντρας για να επιτεθούν στην δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Στα πρώτα εφτά χρόνια της κυβέρνησης Τσάβεζ τα καθεστώτα της Ονδούρας στάθηκαν σταθερά στο πλευρό της Ουάσιγκτον ενάντια στο λαϊκίστικο καθεστώς του Καράκας.

Φυσικά κανένα στρατιωτικό πραξικόπημα δεν έγινε ούτε θα μπορούσε να γίνει ενάντια στα καθεστώτα-μαριονέτες της Ονδούρας. Η αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ονδούρα έγινε το 2007-2008 όταν ο Φιλελεύθερος πρόεδρος Ζελάγια αποφάσισε να βελτιώσει τις σχέσεις του με τη Βενεζουέλα ώστε να εξασφαλίσει καλές τιμές στα πετρελαιοειδή και να πάρει βοήθεια απ΄ αυτήν. Κατόπιν ο Ζελάγια προσχώρησε στην «Πετρο-Καρίμπε», μια Καραϊβική και Κεντρο-αμερικανική Ένωση που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Βενεζουέλας με σκοπό να παρέχει σε μακροπρόθεσμη βάση πετρέλαιο και αέριο σε χαμηλό κόστος στα κράτη-μέλη της. Πιο πρόσφατα ο Ζελάγια προσχώρησε στην ALBA, μια περιφερειακή οργάνωση με χορηγό τον Τσάβεζ, με σκοπό την προώθηση του εμπορίου και των επενδύσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της σε αντιπαράθεση με την ALCA που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ με σκοπό την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου.

Στο βαθμό που η Βενεζουέλα θεωρείται από τις ΗΠΑ ως απειλή για την ηγεμονία τους στη Λατινική Αμερική, η ευθυγράμμιση του Ζελάγια με τον Τσάβεζ σε οικονομικά θέματα και η κριτική του για την αμερικανική ανάμειξη τον κατέστησαν πιθανό στόχο πραξικοπήματος. Οι σχεδιαστές του πραξικοπήματος ήθελαν να παρουσιάσουν το Ζελάγια σαν παράδειγμα, καθώς φαίνονταν να ανησυχούν για τις βάσεις τους στη χώρα που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για επεμβάσεις στην περιοχή.

Η Ουάσιγκτον θεώρησε λανθασμένα ότι ένα πραξικόπημα σε μια μικρή κεντρο-αμερικανική «μπανανία» δεν θα επέφερε μεγάλη κατακραυγή. Πίστευαν ότι η κεντρο-αμερικανική «ανάσχεση» θα δρούσε σαν προειδοποίηση σε άλλα καθεστώτα με τάσεις ανεξαρτησίας και τι θα τους περίμενε αν ευθυγραμμίζονταν με τη Βενεζουέλα.

Το ιστορικό του πραξικοπήματος είναι γνωστό: Ο στρατός της Ονδούρας συνέλαβε τον Ζελάγια και τον «εξόρισε» στην Κόστα Ρίκα. Οι ολιγάρχες όρισαν έναν δικό τους από το Κογκρέσο σαν μεταβατικό «πρόεδρο», ενώ οι συνεργάτες τους στο Ανώτατο Δικαστήριο παρείχαν την απαραίτητη νομιμοφάνεια.

Οι λατινο-αμερικανικές κυβερνήσεις από την αριστερά μέχρι τη δεξιά καταδίκασαν το πραξικόπημα και απαίτησαν την επιστροφή του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου. Ο πρόεδρος Ομπάμα και η ΥΠΕΞ Κλίντον, μη θέλοντας να αποκηρύξουν τους πελάτες τους, καταδίκασαν γενικά τη «βία» και κάλεσαν σε «διαπραγματεύσεις» ανάμεσα στους ισχυρούς σφετεριστές και τον αδύναμο πρόεδρο – μια ξεκάθαρη αναγνώριση του νόμιμου ρόλου των στρατηγών της Ονδούρας σαν συνομιλητών.

Αφού η ΓΣ του ΟΗΕ καταδίκασε το πραξικόπημα και απαίτησε, μαζί με την Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ), την επανατοποθέτηση του Ζελάγια, ο Ομπάμα και η Κλίντον καταδίκασαν τελικά το διώξιμο του, αλλά αρνήθηκαν να το ονομάσουν «πραξικόπημα», πράγμα που σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, θα οδηγούσε αυτόματα σε πλήρη αναστολή της ετήσιας στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ονδούρα (ένα πακέτο ύψους 80 εκ. δολαρίων). Ενώ ο Ζελάγια συναντήθηκε με όλους τους λατινο-αμερικανούς ηγέτες, ο Ομπάμα και η Κλίντον τον παρέπεμψαν σε έναν κατώτερο αξιωματούχο για να μη χαλάσουν τις σχέσεις τους με την Ονδουριανή χούντα. Όλα τα κράτη του ΟΑΚ απέσυραν τους πρεσβευτές τους, εκτός των ΗΠΑ, των οποίων η πρεσβεία άρχισε συνομιλίες με τη χούντα για να βρεθεί τρόπος να ξεφύγουν από μια κατάσταση στην οποία και οι δυό είχαν μείνει απομονωμένοι – ιδιαίτερα μετά την απειλή για έξωση της Ονδούρας από τον ΟΑΚ.

Ανεξάρτητα από το αν ο Ζελάγια επιστρέψει ή η αμερικανοστήριχτη χούντα παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, μιας και οι Ομπάμα-Κλίντον σαμποτάρουν την επιστροφή του μέσω παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, το βασικό ζήτημα, αυτό της «ανάσχεσης», έχει κοστίσει πολύ τόσο διπλωματικά όσο και πολιτικά.

Το πραξικόπημα στην Ονδούρα δείχνει ότι αντίθετα με τη δεκαετία του 80, όπου ο Ρέιγκαν εισέβαλε στη Γρενάδα και ο Μπους (πατήρ) εισέβαλε στον Παναμά, η κατάσταση και το πολιτικό προφίλ της Λατινικής Αμερικής (και του υπόλοιπου κόσμου) έχει αλλάξει δραματικά. Τότε τα στρατιωτικά και φιλο-αμερικανικά καθεστώτα της περιοχής επιδοκίμαζαν γενικά τις αμερικανικές επεμβάσεις και συνεργούσαν σ΄ αυτές. Λίγες χώρες διαμαρτύρονταν κι αυτές ήπια. Σήμερα τα κεντρο-αριστερά, ακόμη και δεξιά καθεστώτα αντιτίθενται στα στρατιωτικά πραξικοπήματα οπουδήποτε βλέποντας τα ως απειλή για το δικό τους μέλλον.

Εξίσου σημαντικό, με δεδομένη την οικονομική κρίση και την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν τα τωρινά καθεστώτα είναι μια αιματηρή εσωτερική αναταραχή που θα ενισχυόταν από άγαρμπες αμερικανικές επεμβάσεις. Τέλος οι καπιταλιστικές τάξεις στις κεντρο-αριστερές χώρες της λατινικής Αμερικής θέλουν σταθερότητα επειδή μπορούν να αλλάξουν τους συσχετισμούς μέσω εκλογών (όπως πρόσφατα στον Παναμά και την Αργεντινή) και τα φιλο-αμερικανικά στρατιωτικά καθεστώτα μπορούν να διαταράξουν τους αναπτυσσόμενους εμπορικούς τους δεσμούς με την Κίνα, τη Μέση Ανατολή και τις Βενεζουέλα-Βολιβία.

Η παγκόσμια στρατηγική ανάσχεσης του Ομπάμα συμπεριλαμβάνει την τοποθέτηση επιθετικών πυραυλικών βάσεων στην Πολωνία και την Τσεχία, πολύ κοντά στα ρωσικά σύνορα. Συνακολούθα ο Ομπάμα πασχίζει σκληρά για την εισδοχή Ουκρανίας και Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, πράγμα που θα αυξήσει την αμερικανική στρατιωτική πίεση στα νότια της Ρωσίας. Εκμεταλλευόμενος την «ευπλαστότητα» (στα βήματα του Γκορμπατσόφ) του ρώσου προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεφ η Ουάσιγκτον έχει εξασφαλίσει την ελεύθερη δίοδο στρατευμάτων και οπλισμού μέσω της Ρωσίας προς το Αφγανικό μέτωπο, την έγκριση της Ρωσίας για νέες κυρώσεις προς το Ιράν και την αναγνώριση και υποστήριξη του αμερικανοστήριχτου καθεστώτος της Βαγδάτης. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας σίγουρα θα αναρωτιούνται για την δουλοπρεπή στάση του Μεντβέντεφ καθώς ο Ομπάμα προχωρεί στα σχέδια του να τοποθετήσει πυρηνικά όπλα 5 λεπτά από τη Μόσχα.

Ανάσχεση: Αναμενόμενες αποτυχίες και το φαινόμενο του μπούμερανγκ

Η στρατηγική της ανάσχεσης του Ομπάμα βασίζεται στην αναγέννηση μιας δεξιάς πολιτικής μαζών που θα νομιμοποιήσει την επαναδιεκδίκηση της αμερικανικής κυριαρχίας. Όλο το 2008 στην Αργεντινή εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές από την ανώτερη και την κατώτερη μεσαία τάξη προσπάθησαν, υπο την καθοδήγηση των μεγάλων φιλο-αμερικανών γαιοκτημόνων, να αποσταθεροποιήσουν το «κεντρο-αριστερό» καθεστώς Φερνάντεζ. Στη Βολιβία εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές από τη μεσαία τάξη, επιχειρηματίες, γαιοκτήμονες και ΜΚΟ επικεντρωμένοι στη Σάντα Κρουζ και τέσσερις άλλες πλούσιες επαρχίες, χρηματοδοτούμενοι πλουσιοπάροχα από τον αμερικανό πρεσβευτή Γκόλντμπεργκ, το Ίδρυμα Διεθνούς Ανάπτυξης και την Εθνική Δωρεά για τη Δημοκρατία, βγήκαν στους δρόμους προκαλώντας χάος και δολοφονώντας πάνω από 30 αυτόχθονες υποστηρικτές του προέδρου Μοράλες, σε μια προσπάθεια να τον διώξουν από την εξουσία. Παρόμοιες μαζικές δεξιές διαδηλώσεις έγιναν στη Βενεζουέλα στο παρελθόν και πιο πρόσφατα στην Ονδούρα και το Ιράν.

Η αντίληψη ότι μαζικές διαδηλώσεις από καλοβαλμένους που ουρλιάζουν για «δημοκρατία» νομιμοποιούν τις αμερικανοστήριχτες αποσταθεροποιητικές προσπάθειες ενάντια στους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπάλους τους είναι μια ιδέα που διακηρύσσεται από κυνικούς προπαγανδιστές στα ΜΜΕ και παπαγαλίζεται από εύπιστους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους που ποτέ δεν κατάλαβαν την ταξική βάση της μαζικής πολιτικής.

Το πραξικόπημα Ομπάμα στην Ονδούρα και η αποσταθεροποιητική προσπάθεια στο Ιράν έχουν πολλά κοινά σημεία. Και τα δυο στρέφονται ενάντια σε εκλογικές διαδικασίες στις οποίες οι επικριτές της αμερικανικής πολιτικής νίκησαν τις φιλο-αμερικανικές κοινωνικές δυνάμεις. Έχοντας χάσει την «επιλογή των εκλογών» η ανάσχεση του Ομπάμα στρέφεται προς την εξωκοινοβουλευτική «μαζική πολιτική» για να νομιμοποιήσει τις προσπάθειες των ελίτ να πάρουν την εξουσία. Στο Ιράν μέσω των αντιφρονούντων κληρικών, στην Ονδούρα μέσω των στρατηγών και της ολιγαρχίας.

Και στις δυο αυτές χώρες οι στόχοι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν οι ίδιοι. Να απωθήσουν καθεστώτα των οποίων οι ηγεσίες απέρριπταν την αμερικανική κηδεμονία. Στην Ονδούρα το πραξικόπημα λειτουργεί ως «μάθημα» προς συμμόρφωση άλλων κεντροαμερικανικών και καραϊβικών κρατών που φεύγουν από το αμερικανικό στρατόπεδο και προσχωρούν στα προγράμματα οικονομικής ενοποίησης με επικεφαλής τη Βενεζουέλα. Το μήνυμα του Ομπάμα είναι σαφές: Τέτοιες κινήσεις θα έχουν σαν αποτέλεσμα σαμποτάζ και αντίποινα από τις ΗΠΑ.

Με τη στήριξη του στρατιωτικού πραξικοπήματος η Ουάσιγκτον υπενθυμίζει σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής ότι οι ΗΠΑ έχουν ακόμη την ικανότητα να εφαρμόζουν την πολιτική τους μέσω των λατινοαμερικάνικων στρατιωτικών ελίτ, ακόμη κι όταν οι δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις είναι απασχολημένες σε πολέμους και κατοχές στην Ασία, τη Μέση Ανατολή και η οικονομική τους παρουσία αδυνατίζει. Παρομοίως στη Μέση Ανατολή η αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος έχει σκοπό να εκφοβίσει τη Συρία και άλλους επικριτές της αμερικανικής αυτοκρατορικής πολιτικής και να διαβεβαιώσει το Ισραήλ (και το σιωνιστικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ) ότι το Ιράν παραμένει ψηλά στην ατζέντα ανάσχεσης των ΗΠΑ.

Η πολιτική ανάσχεσης σε πολλά σημεία ακολουθεί τα βήματα του Ρέιγκαν (1981-1989). Όπως και επί Ρέιγκαν η προεδρία Ομπάμα λαμβάνει χώρα σε περίοδο υποχώρησης των ΗΠΑ, φθίνουσας ισχύος των και προόδου της αντι-ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Ο Ρέιγκαν αντιμετώπιζε τα επακόλουθα της ήττας στην Ινδοκίνα, την πετυχημένη εξάπλωση των αντι-αποικιακών επαναστάσεων στη Ν. Αφρική (ιδιαίτερα στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη), μια επιτυχημένη δημοκρατική εξέγερση στο Αφγανιστάν και μια πετυχημένη κοινωνική επανάσταση στη Νικαράγουα, καθώς και μεγάλα επαναστατικά κινήματα στο Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα. Όπως σήμερα ο Ομπάμα, ο Ρέιγκαν έθεσε σε κίνηση μια δολοφονική στρατιωτική στρατηγική για να απωθήσει αυτές τις αλλαγές ώστε να υπονομεύσει, αποσταθεροποιήσει και καταστρέψει τους αντιπάλους της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Ο Ομπάμα αντιμετωπίζει παρόμοιες καταστάσεις στη μετα-Μπους εποχή: Δημοκρατικές προόδους σ’ όλη τη Λατινική Αμερική με περιφερειακά προγράμματα ενοποίησης που αποκλείουν τις ΗΠΑ. Ήττες και αδιέξοδα στη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία. Μια αναγεννημένη και δυναμωμένη Ρωσία η οποία προεκτείνει την ισχύ της στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Μια φθίνουσα δυνατότητα επιρροής των ΗΠΑ στην επιβολή των Νατοϊκών στρατιωτικών δεσμεύσεων. Απώλεια πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής και διπλωματικής αξιοπιστίας σαν αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, που ξεκίνησε από την Γουόλ Στριτ, αλλά και των παρατεταμένων ανεπιτυχών περιφερειακών πολέμων.

Αντίθετα από τον Ομπάμα, η στρατηγική ανάσχεσης του Ρέιγκαν συνέβη υπό ευνοϊκές συνθήκες. Στο Αφγανιστάν ο Ρέιγκαν σιγούρεψε την υποστήριξη του συνόλου του συντηρητικού μουσουλμανικού κόσμου και έδρασε μέσω των Αφγανών φυλετικών ηγετών ενάντια στο σοβιετοστήριχτο ρεφορμιστικό καθεστώς της Καμπούλ. Ο Ομπάμα είναι σε αντίστροφη θέση στο Αφγανιστάν. Η στρατιωτική κατοχή τους φέρνει αντιμέτωπους με την τεράστια πλειοψηφία των Αφγανών και το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού στην Ασία.

Η ανάσχεση Ρέιγκαν στην Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα η εισβολή των μισθοφόρων Κόντρας στη Νικαράγουα, είχε τη στήριξη της Ονδούρας και όλων των φιλο-αμερικανικών στρατιωτικών δικτατοριών σε Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία και Βραζιλία καθώς και των δεξιών πολιτικών κυβερνήσεων στην περιοχή. Αντιθέτως το πραξικόπημα ανάσχεσης του Ομπάμα στην Ονδούρα έρχεται αντιμέτωπο με δημοκρατικά εκλεγμένα καθεστώτα σ’ όλη την περιοχή, με μια συμμαχία αριστερών εθνικιστικών καθεστώτων με επικεφαλής τη Βενεζουέλα και με περιφερειακούς οικονομικούς και διπλωματικούς οργανισμούς που αντιτίθενται σφόδρα σε κάθε επιστροφή στην εποχή της αμερικανικής κυριαρχίας και επέμβασης. Η στρατηγική Ομπάμα βρίσκεται σε πλήρη πολιτική απομόνωση στο σύνολο της περιοχής.

Η πολιτική Ομπάμα δεν μπορεί να εφαρμόσει το οικονομικό «μαστίγιο» για να εξαναγκάσει καθεστώτα στη Μέση Ανατολή και την Ασία να στηρίξουν την πολιτική του. Υπάρχουν πλέον εναλλακτικές ασιατικές αγορές, κινέζικες επενδύσεις, η βαθειά αμερικανική ύφεση και οι απο-επενδύσεις των υπερπόντιων αμερικανικών τραπεζών και πολυεθνικών. Αντίθετα με τον Ρέιγκαν, ο Ομπάμα δεν μπορεί να συνδυάσει τα οικονομικά «καρότα» με τα στρατιωτικά «μαστίγια». Ο Ομπάμα είναι υποχρεωμένος να βασιστεί στη λιγότερο αποτελεσματική και δαπανηρή στρατιωτική επιλογή σε μια εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος ή δεν ενδιαφέρεται ή δεν σκοπεύει να επεκτείνει τη στρατιωτική του ισχύ σε περιοχές μικρής οικονομικής σημασίας ή όπου μπορούν να πετύχουν πρόσβαση σε αγορές μέσω οικονομικών συμφωνιών.

Η εξαπόλυση από τον Ομπάμα της παγκόσμιας στρατηγικής της ανάσχεσης έχει γίνει μπούμερανγκ, ακόμη και στο αρχικό της στάδιο. Στο Αφγανιστάν η αύξηση των στρατευμάτων και η μαζική επίθεση στα οχυρά των Ταλιμπάν δεν οδήγησε σε σημαντικές στρατιωτικές νίκες ή σε κατά μέτωπο συγκρούσεις. Η αντίσταση συμπτύχτηκε, αναμείχτηκε με τον ντόπιο πληθυσμό και μάλλον θα καταφύγει σε παρατεταμένο, αποκεντρωμένο, μικρής κλίμακας πόλεμο φθοράς με σκοπό τη καθήλωση αρκετών χιλιάδων στρατιωτών μέσα σε μια θάλασσα εχθρικών Αφγανών. Η αιμορραγία της αμερικανικής οικονομίας, οι αυξημένες απώλειες με μηδενικό αποτέλεσμα θα φέρουν στα όρια την υπομονή του αμερικανικού κοινού που βρίσκεται ήδη βυθισμένο στην ανεργία και τη ραγδαία χειροτέρευση των συνθηκών ζωής.

Το πραξικόπημα των στρατιωτικών της Ονδούρας επανεπιβεβαίωσε την πολιτική και διπλωματική απομόνωση των ΗΠΑ στην αμερικανική ήπειρο. Το καθεστώς Ομπάμα είναι η μόνη μεγάλη χώρα που διατηρεί πρεσβευτή στην Ονδούρα, η μόνη χώρα που αρνείται να χαρακτηρίσει τη στρατιωτική επέμβαση σαν πραξικόπημα και η μόνη χώρα που συνεχίζει να παρέχει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Αντί να αποτελέσει παράδειγμα της αμερικανικής ισχύος που έχει τη δυνατότητα να εκφοβίζει γειτονικές χώρες, το πραξικόπημα ενίσχυσε την αντίληψη σ΄ όλες τις νοτιο- και κεντρο-αμερικανικές χώρες ότι η Ουάσιγκτον θέλει να επιστρέψει στις «παλιές κακές μέρες» των φιλο-αμερικανικών καθεστώτων, της οικονομικής λεηλασίας και των μονοπωλημένων αγορών.

Αυτό που δεν κατάλαβαν οι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής του Ομπάμα είναι ότι δεν μπορούν να επιδιορθώσουν κάτι που έχει καταστραφεί πλήρως, ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν στην εποχή Ρέιγκαν, στους μονομερείς βομβαρδισμούς του Ιράκ, της Γιουγκοσλαβίας και της Σομαλίας και στη λεηλασία της Λατινικής Αμερικής.

Καμιά σημαντική περιοχή, συμμαχία ή χώρα δεν θα ακολουθήσει τις ΗΠΑ στην ένοπλη αποικιακή κατοχή περιφερειακής (Αφγανιστάν/Πακιστάν) ή κεντρικής χώρας (Ιράν) παρ΄ όλο που συμμετέχουν σε οικονομικές κυρώσεις, πολέμους προπαγάνδας και προσπάθειες εκλογικής αποσταθεροποίησης του Ιράν.

Καμιά λατινο-αμερικανική χώρα δεν θα ανεχτεί άλλο αμερικανικό στρατιωτικό πραξικόπημα ενάντια σε δημοκρατικά εκλεγμένα λαϊκίστικα καθεστώτα που αποκλίνουν από τις αμερικανικές οικονομικές και διπλωματικές πολιτικές. Ο μεγάλος φόβος και το μίσος για το αμερικανοστήριχτο πραξικόπημα απορρέει από τη συλλογική μνήμη του πολίτικου προσωπικού όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής από την εφιαλτική εποχή των αμερικανοστήριχτων στρατιωτικών δικτατοριών.

Η στρατιωτική επίθεση του Ομπάμα και η στρατηγική ανάσχεσης με σκοπό την επανάκτηση της αυτοκρατορικής ισχύος επιταχύνει την πτώση της Αμερικανικής Δημοκρατίας. Η απομόνωση της κυβέρνησής του φαίνεται όλο και περισσότερο από την όλο και μεγαλύτερη στήριξή του στο φιλο-ισραηλινό σύμπλεγμα που έχει θέσεις στην κυβέρνηση και το Κογκρέσο, καθώς και στους φιλο-ισραηλινούς δημοσιογράφους των ΜΜΕ που ταυτίζουν την στρατηγική ανάσχεσης με την κατάληψη παλαιστινιακού εδάφους από το Ισραήλ και τις στρατιωτικές απειλές προς το Ιράν.

Η στρατηγική ανάσχεσης έχει γίνει μπούμερανγκ. Αντι να επανακτήσει την αυτοκρατορική παρουσία των ΗΠΑ, ο Ομπάμα έχει βυθίσει τη Δημοκρατία, και μαζί μ’ αυτήν και τον αμερικανικό λαό, σε μεγαλύτερη εξαθλίωση και αστάθεια.

· Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα www.globalresearch.ca με ημερομηνία 9/7/2009. Η δημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με τις απόψεις του συγγραφέα. Την μετάφραση από τα αγγλικά, για λογαριασμό της «Προλεταριακής Σημαίας» έκανε ο Άρης Λάμπρου

Δεν υπάρχουν σχόλια: