21 Μαρτίου 2010

ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ 2ο μέρος

Το πρώτο μέρος το δημοσιεύσαμε εδώ
Β. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ (ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ) ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
Η ελληνική διάσταση του κρατικού χρέους έχει με τη σειρά της δύο άξονες, έναν εξωτερικό και έναν εσωτερικό. Μεσολαβεί βέβαια και ο…ευρωπαϊκός. Αξονες που παρατίθενται σχηματικά προκειμένου να εξηγηθούν όσο διαγραμματικά γίνεται τα πραγματικά μεγέθη και τα δεδομένα. Ομως αποτελούν συνεκτικά μέρη μιας ενότητας ζητημάτων και εμφιλοχωρεί ο ένας στον άλλον.
Ο εξωτερικός άξονας
Προσπαθώντας να συνδεθούμε με τα όσα γράφτηκαν παραπάνω, μπορούμε να πούμε πως το «ελληνικό πρόβλημα» είναι κομμάτι, όπως τόνισε κορυφαίος αμερικανός οικονομικός παράγοντας, του ζητήματος της αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους: «Δεν βρισκόμαστε πλέον στην άβυσσο, αλλά ούτε έχουμε ξεφύγει ακόμα, με κανέναν τρόπο» δήλωσε και τόνισε επίσης «πως υπάρχουν κρυμμένοι κίνδυνοι και ότι η αναχρηματοδότηση του εξωτερικού χρέους θα είναι πρόκληση για το 2010.
Επεκτείνεται πέρα από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ, θα είναι θέμα ακόμη και για δήμους και κοινότητες», κατέληξε. Και προφανώς με αυτόν τον τρόπο προδιαγράφονται οι «περικοπές παθητικού» (σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν για την παγκόσμια διάσταση των κρατικών χρεών) που πρέπει να περιμένουν όλοι οι εργαζόμενοι πολίτες του κόσμου. Αυτή και αν είναι μια κοσμοπολίτικη δημοκρατία!
Τα επιθετικά funds που ο ίδιος ο… αρχιερέας των κερδοσκόπων και πολλαπλά κερδισμένος από το κερδοσκοπικό παιχνίδι Μπάφετ χαρακτήρισε ως «όπλα μαζικής καταστροφής» έχουν στα χέρια τους και «παίζουν» με χρηματοπιστωτικές «βόμβες» πολλών μεγατόνων που έχουν τη μορφή των κρατικών ομολόγων.
Μπορεί πολλά από αυτά να βρίσκονται «ασφαλισμένα» στα 2,4 τρισ. δολάρια των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων ή στα 778,4 δισ. αμερικάνικων ομολόγων που βρίσκονται σε ιαπωνικά χέρια (η Ιαπωνία πρόσφατα αντικατέστησε την Κίνα στη θέση του μεγαλύτερου κατόχου αμερικάνικων ομολόγων),όμως καμία «θέση» δεν μπορεί πια να θεωρείται ασφαλής καθώς οι προηγούμενες ισορροπίες έχουν διαρρηχθεί.
Και δεν εννοούμε μόνο τον συναλλαγματικό πόλεμο που έχει αρχίσει να διαφαίνεται με την πίεση που δέχεται η Κίνα να ανατιμήσει το γιουάν και στο οποίο ανθίσταται με πείσμα καθώς η περίφημη κινέζικη οικονομική ατμομηχανή ήδη παρουσιάζει μεγάλες ενδείξεις «φούσκας»… Υπάρχει βαθύ εσωτερικό πρόβλημα μέσα στον πυρήνα των «ηγετικών» ιμπεριαλιστικών οικονομιών του δυτικού κόσμου που εξέθρεψαν και επέκτειναν τον κερδοσκοπικό πυρετό της προηγούμενης δεκαετίας ως απάντηση στα ζητήματα κερδοφορίας που αντιμετώπιζαν τα εθνικά τους κεφάλαια.
Η μετατόπιση του εξωτερικού χρέους των κρατών αυτών αποτελεί μια σημαντική πτυχή του ζητήματος. Στη γλώσσα των εθνικών λογαριασμών, εξωτερικό (όχι δημόσιο) χρέος ενός κράτους είναι τα πιστωτικά ανοίγματα των πολιτών και των νοικοκυριών.
Πραγματικά, αν προσθέσουμε αυτό το τεράστιο πιστωτικό άνοιγμα των νοικοκυριών μόνο των ΗΠΑ και της Βρετανίας (σε κάποια απόσταση ακολουθούν Γερμανία και Γαλλία), τότε το συνολικό χρέος των οικονομιών αυτών ξεπερνά το 300% του ΑΕΠ τους!
Η ελληνική οικονομία -είναι αλήθεια- τέτοιο πιστωτικό άνοιγμα δεν αντιμετωπίζει, έχει άλλους «αντισταθμιστές» που θα τους δούμε αμέσως μετά…
Φοβούνται συνεπώς οικονομολόγοι και κυβερνήσεις, καθένας από τη μεριά του, πως η «μόχλευση» (δηλαδή το φούσκωμα της πίστωσης) έχει αλλάξει απλά στρατόπεδο, καθώς όλα τα στοιχεία συντείνουν πως «το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει αυξηθεί στον ίδιο βαθμό που έχει ξεφουσκώσει το ιδιωτικό χρέος». Δηλαδή, στα απλοελληνικά, το κράτος ανέλαβε το κόστος διάσωσης του χρηματοπιστωτικού ανοίγματος.
Γνωρίζουν συνεπώς κυβερνήσεις και κερδοσκόποι πως η «απομόχλευση» αυτής της θηριώδους συσσώρευσης κρατικών χρεών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί άμεσα και ότι απαιτεί χρόνο. Ομως οι πιέσεις είναι ασφυκτικές.
Πρώτα πρώτα οι αποδόσεις. Θα είναι πάντα αυξημένες κι αν όχι μέχρι πότε; Τα διεθνή επενδυτικά (κερδοσκοπικά) σχήματα έχουν δημιουργήσει ένα πολυδαίδαλο (απλό στη λογική του) σύστημα παράλληλων διαδρομών που κινούνται πολλές φορές σε αντίθετη αλλά συμπληρωματική κατεύθυνση με στόχο την παραγωγή κερδών και υπεραξιών: η διαδρομή των περιθωρίων διακύμανσης των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων, η διαδρομή της διακύμανσης των ίδιων των επιτοκίων, η διαδρομή των επιτοκίων ασφάλισης από τους κινδύνους των… άλλων δύο διαδρομών. Αν προσθέσουμε και τις εκθέσεις αξιολόγησης των οικονομιών αλλά και το «συμβουλευτικό» χαρακτήρα διαφόρων παρεμβάσεών τους, έχουμε όλο το πανόραμα αλλά και τα εργαλεία παρέμβασης για την μόχλευση-απομόχλευση και τελικά τη χειραγώγηση των τιμών πώλησης των ομολόγων.
Το σύστημα αυτό πάσχει όμως σε δύο σημεία: Πρώτα πρώτα δεν μπορεί να αναπτύσσεται αέναα η κερδοφορία και οι υπεραξίες. Οπως κάθε σύστημα, πρέπει να έχει αποδόσεις και εκροές. Πάλι στα απλοελληνικά θα πρέπει, δηλαδή, από καιρού εις καιρόν να «γίνεται ταμείο».
Κατά δεύτερο, παρ’ όλη την ολιγοπωλιακή του διάρθρωση και τις λυκοσυμφωνίες διανομής (όπως αυτή που λέγεται ότι πραγματοποιήθηκε στη Μ. Βρετανία το Γενάρη για τα ελληνικά ομόλογα), διαμορφώνεται μια σύγκρουση συμφερόντων ειδικά ανάμεσα στους αγγλοσαξονικής… ιθαγένειας κερδοσκόπους και οίκους αξιολόγησης και στα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θέλοντας και μη υπόκεινται στη βοήθεια των… υπηρεσιών τους.
Αυτή η σχέση πραγμάτων δεν άλλαξε ακόμα και όταν την τελευταία δεκαετία το ευρώ άρχισε να αναδεικνύεται σε ένα είδος αποθεματικού νομίσματος. Πολύ περισσότερο η περίπτωση της Goldman Sachs έδειξε πως οι συμφωνίες μετατροπής εθνικών νομισμάτων σε ευρώ για τις περισσότερες χώρες της πάλαι ποτέ ΕΟΚ και ειδικά του νότου, πραγματοποιήθηκαν μέσω μετατροπής νομισμάτων σε άλλο νόμισμα που εγγυήθηκαν ιδρύματα όπως η G.S.swaps. Eίναι χαρακτηριστικό ότι η… αφιλότιμη GS διαπραγματεύτηκε πρόσφατα στη μυστική συνάντηση που λέγεται ότι πραγματοποίησε με το κυβερνητικό επιτελείο τα χρέη των νοσοκομείων. (κατεξοχήν αυτή). Δηλαδή ανταλλάχτηκαν τα χρέη των χωρών αυτών με λιγότερα δολάρια προκειμένου να εμφανιστούν πιο αναλογικές σχέσεις ανάμεσα στα ελλείμματα και τα δημόσια χρέη, κατ’ επέκταση και με το ΑΕΠ. Φυσικά οι δανειστές πήραν τις χρυσοφόρες προμήθειές τους με μελλοντικές απαιτήσεις από τους τόκους. Αυτά είναι τα περίφημα
Στο σημείο αυτό ασκείται πίεση από και προς τις κυβερνήσεις των καπιταλιστικών κρατών. Να διευκρινίσουμε όμως ότι μιλάμε για κυβερνήσεις και όχι «κυβερνήσεις». Για εκπρόσωπους του συλλογικού καπιταλιστή, του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού κράτους, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που έχει δημιουργήσει η κρίση και η συσσώρευση χρεών προς όφελος συνολικά του κεφαλαίου και του συστήματος.
Ετσι ο συλλογικός καπιταλιστής έρχεται σε σύγκρουση με τους κερδοσκόπους, στους οποίους βέβαια παρείχε όλον αυτόν τον πακτωλό ομολόγων και κοπής νομισμάτων με στόχο να επιβάλει κάποιους όρους και κανόνες στη διαχείριση.
Δεν είναι για λόγους εντυπωσιασμού οι παρεμβάσεις, οι ρυθμίσεις και οι ανακρίσεις που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση Ομπάμα και που αγγίζουν και το ελληνικό ζήτημα του χρέους. Ούτε είναι κούφιες (παρά τη φανερή κομπορρημοσύνη τους) οι δηλώσεις Σαρκοζί για τον καπιταλισμό των ραντιέρηδων. Απηχούν πραγματικές προθέσεις των… εθνικών συλλογικών καπιταλιστών και είχαν εκδηλωθεί πριν από την κρίση του 2008. Π.χ. το σαφάρι του γερμανικού κράτους ενάντια στους φορολογικούς παράδεισους, η περίπτωση της Siemens κ.λπ.
Βέβαια αυτή η προσπάθεια είναι υπονομευόμενη όχι μονάχα από το ποιόν των τεχνοκρατών που αναλαμβάνουν τη θέσπιση ορίων και φραγμών (στις ΗΠΑ, π.χ., η ελίτ που νομοθετεί συναλλάσσει τη θέση της με θέσεις στελεχών στον ιδιωτικό τομέα, ειδικά στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) αλλά και από το γεγονός πως δεν μπορεί η θέσπιση κανόνων να γενικευτεί σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών εθνικών κοινωνικών σχηματισμών.
Η πρόσφατη κρίση στην ευρωζώνη και το ελληνικό χρέος σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτό το ζήτημα.
Ο ευρωπαϊκός άξονας
Η σύγκρουση του συλλογικού καπιταλιστή με τους κερδοσκόπους είναι βέβαια υπονομευόμενη βαθύτατα από την ίδια την ταξική σχέση (και…συσχέτιση) μέσα στην οποία λειτουργεί. Μέχρι τους δύο πρώτους μήνες του 2010, 14 τρισεκατομμύρια δολάρια ή το 1/4 του παγκόσμιου ΑΕΠ, σύμφωνα με την κρατική Τράπεζα της Αγγλίας, είχαν δοθεί στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε άρθρο της «Μοντ» διατυπώνεται η «παραδοξότητα» σύμφωνα με την οποία, ενώ έχουν δανειστεί από τα κράτη με μηδενικό επιτόκιο, δανείζουν τα κράτη (για να καταταπολεμήσουν τα ελλείμματά τους) με 3%!
Παράλληλα, αγοράζοντας τα κρατικά ομόλογα σε σχετικά χαμηλές τιμές, υποστηρίζουν την ανασυγκρότηση των επενδύσεων των λεγόμενων «βιομηχανικών» (sic) εθνών.
H συναλλαγή αυτή που απορρέει από την ταξική φύση των καθεστώτων και των οικονομιών αποτελεί από μόνη της έναν παράγοντα ανισορροπίας και παροξυσμού που μειώνει τα χρονικά περιθώρια μέσα στα οποία πρέπει να αναπαραχθεί μια νέα κερδοφορία και ταυτόχρονα να μπουν κάποια «λογικά» όρια σε όλη αυτή τη διαδικασία. Πρόκειται για μια αντίφαση από μόνη της. Το περίφημο ζήτημα που «συζήτησαν» (υποτίθεται ως ίσοι προς ίσους!!!) ο Ομπάμα και ο Γ. Παπανδρέου…
Οπως γράφτηκε πιο πάνω, το ζήτημα της ροής κεφαλαίων και του ελέγχου τους αποκτά κρίσιμα χαρακτηριστικά μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο και δεν μπορεί παρά να επηρεάζει και να επηρεάζεται από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και τη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Μόνο πραγματικά εθνικά κράτη μπορούν να σταθούν στοιχειωδώς μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον «κινούμενης άμμου». Φτάνει να ισχύει τόσο ο επιθετικός προσδιορισμός «εθνικά» αλλά και το… ουσιαστικό, δηλαδή τα… «κράτη».
Το ελληνικό κράτος μπορεί τυπικά να είναι εθνικό, δεν είναι όμως καθόλου εθνική η αστική τάξη την οποία υπερασπίζει όπως και το αδύναμο πολιτικό της προσωπικό. Οσο για την ΕΕ, προφανώς δεν είναι κράτος!
Η θέση που διατυπώνεται εδώ είναι ότι η λεγόμενη «επίθεση στο ευρώ» είναι πριν απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα μια επίθεση της ευρωζώνης στον…ίδιο της τον εαυτό. Η δημοσιονομική κρίση και οι κερδοσκόποι δεν ανέτρεψαν ούτε αποκαθήλωσαν το ευρώ από τη θέση του ως αποθεματικό νόμισμα. Για την ακρίβεια, δεν ανέτρεψαν μια θέση υπεροχής γιατί αυτή η υπεροχή δεν υπήρξε ποτέ ως πραγματικό μέγεθος, σε αντίστροφη αναλογία με τη μεγάλη επέκτασή του ως τέτοιου την τελευταία δεκαετία. Είναι όμως το ευρώ νόμισμα με την πλήρη σημασία του όρου;
Η επίθεση λοιπόν στο ευρώ και στην ευρωζώνη αποκατέστησε τα πραγματικά μεγέθη και δεν έφερε κάποια ανατροπή.
Αυτά που λέγονται, ότι π.χ., η Καλιφόρνια, όγδοη οικονομία στον πλανήτη από την άποψη του συγκεντρωμένου πλούτου, είναι χρεοκοπημένη, ούτε ως αντισταθμιστική παρηγοριά δεν μπορούν να εκληφθούν. Γιατί η Καλιφόρνια όπως και το (αποβιομηχανοποιημένο) Ντιτρόιτ κ.λπ. είναι πολιτείες ενός ενιαίου εθνικού χώρου και κράτους που οικοδομήθηκε μέσα από δύο πολέμους (εμφύλιος, Μεξικό), μια εθνοκάθαρση και άλλες τόσες επεκτάσεις. Πώς εξηγείται ένα «αποθεματικό νόμισμα» να μη διαθέτει αποθεματικό ταμείο και μόνο τελευταία, με αφορμή τον ελληνικό δανεισμό, να γίνονται οι πρώτες σκέψεις για ένα είδος ευρωπαϊκού νομισματικού ταμείου, που σε μεγάλο βαθμό καρκινοβατούν γιατί το πρόβλημα είναι πάλι εδώ: ποιος θα πληρώσει και ποιος θα «βάλει πλάτη»;
Πώς μπορεί να εξηγηθεί η εκχώρηση διαχειριστικών αρμοδιοτήτων για τα χρέη των ευρωπαϊκών κρατών στην Goldman Sachs, όπως έγινε στην περίπτωσης της χώρας μας; Πραγματικά στα τέλη της δεκαετίας του ’90, σύμφωνα με τον Τύπο, έχουμε μια απόσυρση της D.Bank που μέχρι τότε ήταν ο βασικός δανειστής του ελληνικού δημόσιου χρέους και μια κατάληψη θέσεων από την G.S. που από εκτός από το ρόλο της στην είσοδο της δραχμής στην ευρωζώνη συμμετείχε σε όλα τα μεγάλα «ντιλ» της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και του κράτους της.
Η υποθήκευση της νομισματικής μετατροπής των εθνικών νομισμάτων σε ευρώ και η εκχώρηση τέτοιων αρμοδιοτήτων σε έναν υπερατλαντικό χρηματοπιστωτικό οργανισμό προφανώς δεν έγινε «εν κρυπτώ». Ηταν και είναι κοινό μυστικό ότι στις διοικητικές θέσεις βρισκόταν και βρίσκεται η οικονομική και πολιτική ελίτ των ΗΠΑ. Βέβαια η στάση της Γερμανίας απαιτεί μια πιο βαθιά και επίμονη προσπάθεια εξήγησης. Το «δισυπόστατο» των γερμανών κεφαλαιοκρατών ως εγγυητών της νομισματικής τάξης στην ΕΕ αλλά και ως διεθνών τοκογλύφων («σορτάριζαν» και επετίθεντο από κοινού με τους Αγγλοσάξονες στα ελληνικά ομόλογα) εξηγεί, όχι όμως σε μεγάλο βαθμό, την άτεγκτη γερμανική στάση. Ούτε πάλι οι φτηνές εξαγωγές που επιτυγχάνονται με το σαφώς φτηνότερο ευρώ αρκούν ως λόγος για την «παγερή» γερμανική στάση στις προτροπές ενεργητικότερης στήριξης της ευρωζώνης και των αδύναμων κρίκων που δέχονται την επίθεση.
Ο παραδειγματισμός μέσω της Ελλάδας των υπόλοιπων χωρών του Νότου (και γιατί όχι της Γαλλίας ή της Βρετανίας;) ώστε να είναι πιο «εγκρατείς» και συντεταγμένοι στα μέτρα που θα λάβουν και να μην έχουν απαιτήσεις από την οικονομική «ατμομηχανή» της ΕΕ συγκεντρώνει ως εξήγηση μεγαλύτερο εύρος της απάντησης. Ομως πρέπει να συνδεθεί με τις βαθύτερες διαφωνίες στον εθνικό πυρήνα της γερμανικής αστικής τάξης για το ρόλο και τη θέση της χώρας στην ΕΕ και τον κόσμο, που εκφράζεται και μέσα από την «επανεθνικοποίηση» της οικονομικής πολιτικής. Ο «παγερός» τρόπος που η Γερμανία αντιμετώπισε πέρυσι την προσφυγή της Ουγγαρίας στο ΔΝΤ θα έπρεπε να είχε προβληματίσει…
Συνεπώς ο κερδοσκοπικός παροξυσμός, τροφοδοτημένος από τον πανικό που δημιούργησε η καταβαράθρωση αγγλοσαξονικών και ευρωπαϊκών funds στο Ντουμπάι, η κρίση του «κέλτικου τίγρη», η άρνηση της Ισλανδίας να πληρώσει, οι ανησυχίες για τα ομόλογα και τα παιχνίδια με τα νομίσματα (που δεν είναι τωρινά) δημιούργησαν ένα επιθετικό κερδοσκοπικό τσουνάμι που βρήκε σχεδόν ανοιχτή την πόρτα της ευρωζώνης για «τρελά» κέρδη μέσα από τις πιθανότητες πτώχευσης της Ελλάδας (και κατ’ επέκταση του ευρωπαϊκού Νότου).
Από ’κει και πέρα η σύγκρουση για τον έλεγχο των τραπεζών και των κερδοσκόπων αποδείχτηκε μια κατεξοχήν πολιτική σύγκρουση (και αναδεικνύεται ήδη ως πεδίο ανταγωνισμού) με τα κερδοσκοπικά επενδυτικά σχήματα να έχουν πειστεί για τις δυνατότητες του «αμερικάνικου κατεστημένου» (όπως γράφτηκε) να τους αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα σε σχέση πάντα με την ευρωζώνη.
Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση Ομπάμα είδε πολύ χρήσιμο (θεάρεστο χαρακτηρίστηκε το έργο της!) το ρόλο ειδικά της G.S. στη «δημοσιονομική» κρίση. Και βέβαια στην πίεση που μέσω αυτής ασκούνταν στους Ευρωπαίους... Ακόμα και αν οι ίδιοι οι αμερικάνικοι πιστοληπτικοί οίκοι (όπως η Μoodys) αξιολογούσαν και απέδιδαν τεράστια ποσοστά ρίσκου στα επενδυτικά ανοίγματα της τελευταίας. Πάνω από 700%, πολύ πιο πάνω δηλαδή από κάθε «συνηθισμένη» τραπεζιτική επισφάλεια!
Ο εσωτερικός άξονας
Ενα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας για την «ελληνική χρεοκοπία» και την αναγκαιότητα των μέτρων αφορούν τη σχέση χρέους-ελλειμμάτων-ΑΕΠ σε συνδυασμό με τη μείωση του παραγωγικού ιστού και της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας.
Το έλλειμμα είναι ταξικό. Να μερικά μόνον παραδείγματα: Τα περίφημα repos των επιχειρήσεων του 2004 εκτινάχτηκαν στα 277 δισ. ευρώ μέχρι το Νοέμβρη του 2009. Πάνω από το 85% της φοροδιαφυγής προέρχεται από 6.000 μεγαλο-οφειλέτες. Το έλλειμμα ισούται με τα μισά καθαρά κέρδη που σημείωσαν τη δεκαετία 2000-2009 οι εισηγμένοι στο χρηματιστήριο τραπεζίτες, βιομήχανοι και κερδοσκόποι και τα οποία ξεπερνούν τα 60 δισ. ευρώ! Επιπρόσθετα η λεγόμενη «παραοικονομία», που δεν καταγράφεται στο ΑΕΠ (σε ευρώ 150 δισ. υπολογίζεται), αποτελεί μια άλλη πραγματικότητα για την οικονομική μηχανή της χώρας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης και Οικονομίας, αν υπολογιζόταν στο ΑΕΠ θα το ανέβαζε στο επίπεδο των 400 δισ. ευρώ και τότε το ελληνικό χρέος (280 δισ. μέχρι το Γενάρη του 2009) δεν θα ξεπερνούσε το 80% του ΑΕΠ!
Στην υποθετική περίπτωση που θα μπορούσε η παραοικονομία να «συλληφθεί», στη φορολογητέα ύλη θα εισπράττονταν 60 δισ. παραπάνω φόροι, αλλά θα χανόταν το 20-25% της καταναλωτικής δαπάνης. Με απλά λόγια, το βασικό όφελος που είχαν τα φτωχομεσαία στρώματα από την παραοικονομία ήταν ότι πλήρωναν υπηρεσίες –κατά βάση- φτηνότερες (γιατί δεν περιείχαν φόρο).
Την ίδια περίοδο η αδυναμία να ασκηθεί εθνική πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης, να κοπεί νέο χαρτονόμισμα, έβρισκε αντικαταστάτη στην κολοσσιαία για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας «κοπή» επιταγών και συναλλαγματικών (πάνω από τρεις φορές το ΑΕΠ!). Ομως το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι τα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εκεί αποτυπώνονται οι σχέσεις εξάρτησης που τα προκάλεσαν. Ειδικά μάλιστα μετά τη λεγόμενη νομισματική ενοποίηση και την αντικατάσταση της δραχμής από το «ισχυρό ευρώ».
Παρατηρείται μάλιστα ένα (ακόμη) παράδοξο φαινόμενο: Το μεγάλο κεφάλαιο ενισχύθηκε αρκετά μέσω των κυβερνητικών και κοινοτικών πολιτικών, των ενισχύσεων των ΚΠΣ, των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, συνολικότερα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, των ευνοϊκών φοροαπαλλαγών και άλλων κινήτρων για εξαγορές και συγχωνεύσεις, για εισροές και εκροές άμεσων ξένων επενδύσεων (πάνω από το 65% των κερδών ήταν μέχρι το 2004 συγκεντρωμένο σε καμιά εικοσαριά μεγάλες επιχειρήσεις).
Από την άλλη, σημειώνεται μια μεγάλη συρρίκνωση της μεταποίησης και γενικότερα του μεριδίου της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της χώρας και μάλιστα φτάνουμε το 2007 ο Σύλλογος Εξαγωγέων της Βόρειας Ελλάδας να διαπιστώνει ότι σε σχέση με τις εξαγωγές των χωρών που ανήκουν στην ευρωζώνη η Ελλάδα έρχεται προτελευταία, έχοντας μικρή διαφορά από την τελευταία χώρα, το Λουξεμβούργο.
Η διάσταση ανάμεσα στην αυξημένη κεφαλαιακή κερδοφορία και τη μείωση της βιομηχανίας και της μεταποίησης δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της συγκεντροποίησης των κεφαλαίων, ούτε υπογραμμίζει μόνο την παρασιτική φύση και λειτουργία της ελληνικής αστικής τάξης, όπως αποδεικνύεται από τη μείωση των άμεσων επενδύσεων στη χώρα την ίδια περίοδο.
Αν ειδωθεί μόνο από εσωτερική σκοπιά, η εικόνα αυτή είναι λειψή. Σήμερα πια γνωρίζουμε (μέσα από την «πατριωτική» αντιπαράθεση των δημοσιογράφων με τη Γερμανία) πως το «πρόβλημα» των εμπορικών ελλειμμάτων δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Ολες οι χώρες του νότου, μηδέ της ιμπεριαλιστικής Γαλλίας εξαιρουμένης, παρουσίασαν, με την καθιέρωση του ευρώ, εμπορικά ελλείμματα στο διμερές εμπόριό τους με τη Γερμανία. Σε μεγάλο βαθμό η ευρωζώνη λειτούργησε ως οικονομική ζώνη του μάρκου και των γερμανικών εξαγωγών. Υποστηρίζεται πως αυτό επιτεύχθηκε χάρη στην αυξημένη ανταγωνιστικότητα των γερμανικών προϊόντων που εμφανίστηκαν πιο φτηνά αφού το γερμανικό κεφάλαιο πάγωσε τους μισθούς και τον κοινωνικό «μισθό» μέσα από τη γνωστή ατζέντα Σρέντερ. Δεν πρόκειται για μια παράλογη εξήγηση, όμως την ίδια περίοδο (κυβέρνηση Σημίτη) και οι ελληνικοί μισθοί έχασαν το 14% της αξίας τους, χωρίς αυτό να σώζει την ελληνική οικονομία από τις τελευταίες θέσεις της λεγόμενης «ανταγωνιστικότητας» παγκόσμια.
Είναι κοινό μυστικό πως το κουστούμι του ευρώ «ράφτηκε» πάνω στα μέτρα και τις «ραφές» του μάρκου. Να τεθεί πιο απλά: Κανένα μπουκάλι «γερμανικού» νερού 0,5 lit. δεν κόστιζε μισό ευρώ, δηλαδή 150 δραχμές, από το 2000 ακόμα! Επιπλέον τα πρώην εθνικά νομίσματα «εκβιάστηκαν» σε μια προσαρμογή στα μέτρα και τις αξίες του μάρκου, σε ένα είδος εικονικής συναλλαγματικής «εξίσωσης» και μάλιστα με εγγυητές υπερατλαντικούς κερδοσκόπους στους οποίους οι Γερμανοί, κατά βάση, αλλά και οι άλλοι ιμπεριαλιστές εκχώρησαν τα δικαιώματα μετατροπής (στο κανάλι των swaps βούτηξαν π.χ. χώρες όπως το Βέλγιο ή η Ιταλία). Και μάλιστα χωρίς σχέδιο ή «ταμείο», αν τα πράγματα πήγαιναν στραβά…
Οι αγώνες ρίχνουν τα…spread;
Η κερδοσκοπία, η εξάρτηση και η θέση της χώρας μέσα στην ευρωζώνη, οι αντιφάσεις της ίδιας της ΕΕ, η καταλήστευση των ελλήνων εργαζομένων, η αναχρηματοδότηση του παγκόσμιου χρέους, η κρίση και ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός δημιουργούν το γκρίζο πλαίσιο μέσα στο οποίο άνθισε το δημόσιο χρέος της χώρας και η… εκτίναξή του στα όρια της χρεοκοπίας, όπως λένε.
Μετά τον πόλεμο είχαμε 42 χρεοκοπίες κρατών. Κανένα από τα κράτη αυτά δεν διαλύθηκε. Αντίθετα, διαλύθηκαν κράτη όπως η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ. Στην πραγματικότητα η χώρα ζει ένα καθεστώς χρεοκοπίας καθώς οδηγείται στην… αναδιαπραγμάτευση όλων των κοινωνικών, παραγωγικών ισορροπιών και «σταθερών» της καπιταλιστικής (έστω) πορείας της με δραματικές επιπτώσεις στους όρους επιβίωσης του λαού της. Και φυσικά σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και μείωσης εσόδων-επιδείνωσης των σχέσεων που μεγάλωσαν (τα τελευταία χρόνια) το χρέος.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι αγώνες και οι αντιστάσεις σε αυτή την ανατροπή (προς το χειρότερο) ρίχνουν ή όχι τα περιθώρια διακύμανσης των επιτοκίων όπως επιχειρούν να μας εκφοβίσουν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό και πόσο σύντομα οι αγώνες αυτοί θα «εξαναγκάσουν» το σύστημα να παραδεχτεί πως τα πραγματικά του περιθώρια δεν είναι τόσο στενά όσο υποστηρίζεται. Ακριβώς γιατί τα περιθώρια της ληστείας και της αρπαγής, της κερδοφορίας όπως λέγεται –και με την επίκληση της «δημοσιονομικής κρίσης»-, έχουν μεγαλώσει δυσθεώρητα.
Δημήτρης Μάνος
(Προδημοσιευμένο παράρτημα από το βιβλίο «Πώς να δούμε την κρίση» που θα εκδοθεί σύντομα από τις εκδόσεις Σημαία).

Δεν υπάρχουν σχόλια: