Με αφορμή συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει στην πρωτοβουλία πρωτοβάθμιων σωματείων της Θεσσαλονίκης είχα γράψει και μοιράσει ένα κείμενο στους συναγωνιστές και στους συναδέλφους που συμμετείχαν στις δράσεις και στις συζητήσεις με τίτλο «όσα δεν φτάνουμε και όσα δεν μας φτάνουν».
Βλέποντας από τότε μέχρι σήμερα ότι ο προβληματισμός για τον χαρακτήρα των αιτημάτων μας έχει…αναβαθμιστεί με εκδηλώσεις και διάλογους που επεκτείνονται σε όλη τη χώρα θεωρώ σκόπιμο να υπάρξει μια επανατοποθέτηση του ζητήματος.
Κρίνοντας αναγκαίο να εκθέσω τη λογική με την οποία προσεγγίζεται το ζήτημα θα επαναλάβω κάποια κομμάτια της αρχικής τοποθέτησης:
Τελευταία γίνεται μια συζήτηση γύρω από τον χαρακτήρα των αιτημάτων μας, για το «αν φτάνουν τα αιτήματα μας» μπροστά στην τεράστια επίθεση που εξαπολύεται στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα μας.
Κεντρικό μοτίβο μιας τέτοιας αναζήτησης «εμβάθυνσης των αιτημάτων» είναι ότι μπροστά στο συνολικό «πρόγραμμα σταθερότητας» και ανατροπής των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων χρειάζεται να αντιπαραταχτεί ένα άλλο πρόγραμμα από τη μεριά των λαϊκών και εργατικών δικαιωμάτων και αναγκών.
Βασικό επιχείρημα τώρα που στηρίζει την αναγκαιότητα ενός τέτοιου «προγράμματος» είναι ότι πρέπει να αντιπαραταχτεί στην πίεση που δέχεται ο απλός κόσμος της δουλειάς από τον τεράστιο οχετό προπαγάνδας γύρω από το θέμα της χρεοκοπίας, μια άλλη διέξοδος που να πείθει για την αναγκαιότητα των αγώνων και που να οδηγεί σε μια διαφορετική πρόταση για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος (δηλαδή του χρέους).
Μα πρέπει πριν απ` όλα να ξεκαθαριστεί το «συντακτικό» αυτής της πρότασης. Που σημαίνει απλά να ξεκαθαρίσουμε «ποιός» την απευθύνει και σε «ποιόν»;Την απευθύνει το λαϊκό κίνημα-προφανώς- αν και είναι πεισμένο ότι ο πλούτος που δημιουργούν οι εργαζόμενοι υπάρχει (και αυγατίζει) με την κρίση και την συσσώρευση των κεφαλαίων. Δεν χρειάζεται καμία υπόδειξη που κατοικοεδρεύει αυτός ο πλούτος (στις τράπεζες, στις επιχειρήσεις, στα ακίνητα και τα «κινητά» της εκκλησίας κλπ). Το γνωρίζουν κυβερνώμενοι και κυβερνώντες.
Αλλά ακόμα και τα στρώματα του λαού που υποκύπτουν (όσο ακόμα υποκύπτουν γιατί τα πετσοκομμένα εκκαθαριστικά είναι το καλύτερο αντεπιχείρημα) στην πίεση της χρεοκοπίας πως θα τα πείσουμε; Ενισχύοντας αυτή τη λογική «που υπάρχουν και που πήγαν τα λεφτά», λογική που χρησιμοποιήθηκε με περισσό θράσος και από τον ΓΠ. Ενισχύοντας τη λογική σωτηρίας της χώρας και του λαού (που ειρήσθω εν παρόδω φαίνεται ότι δεν είναι τόσο…ιμπεριαλιστική για να σωθεί από μόνη της); Εκπονώντας ένα άλλο (φιλολαϊκό έστω) σχέδιο σωτηρίας;
Το σπουδαιότερο βέβαια είναι που απευθύνουμε και σε ποιον την πρόταση. Προφανώς στην κυβέρνηση. Γιατί τα αιτήματα της «στάσης πληρωμών», της «εθνικοποίησης των τραπεζών με εργατικό έλεγχο», βεβαίως, ποιος θα τα υλοποιήσει; Η κυβέρνηση του ιμπεριαλισμού και της πλουτοκρατίας έστω υπό πίεση;
Αλλά επειδή αυτά τα συνθήματα συνδέονται από κάποιους (όχι όλους) με τη αίτημα «να φύγει η κυβέρνηση» δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: Είτε η κυβέρνηση θα παραιτηθεί οπότε πρέπει να βγούμε προς αναζήτηση του …Έλληνα Τσιάβες που θα αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες με κινηματική στήριξη (κάποιοι άλλοι το έχουν στο μυαλό τους) είτε θα πρέπει να υιοθετήσουμε την λογική του ΚΚΕ για «κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων» στο λεγόμενο στάδιο της «λαϊκής οικονομίας» που θα προηγηθεί του σοσιαλισμού. Θα ήταν πιο συνεπές.
Όμως πολλοί αγωνιστές που δρουν στην πρωτοβουλία των πρωτοβάθμιων σωματείων εκδηλώνουν μια αλλεργία (και καλά κάνουν) απέναντι σε μια λογική οικοδόμησης του σοσιαλισμού μέσα από θεωρίες σταδίων και εκδημοκρατισμών. Ήδη όμως έχουμε κάνει μια σειρά από σημαντικά άλματα (στο κενό).
Έχουμε προδιαγράψει την άνοδο του κινήματος (που ακόμη είναι ζητούμενο), έχουμε «ανατρέψει» τα μέτρα ή έστω τα έχουμε μπλοκάρει ιδεατά με τον λαό στους δρόμους. Δηλαδή έχουμε προεξοφλήσει το …ζητούμενο και πάμε γι’ άλλα. Στο επίπεδο αυτό, δηλαδή το «κυβερνητικό» τα πραγματικά ζητήματα και οι καίριες ιεραρχήσεις μας αντιστρέφονται. Και το βόδι μπαίνει πριν από το κάρο. Γιατί ακριβώς αυτό το επίπεδο, το «κυβερνητικό-βουλευτικό» είναι το προνομιακό πεδίο του συστήματος.
Είτε μιλάμε για «αναδιαπραγμάτευση του χρέους» είτε για την θεωρούμενη πιο ριζοσπαστική θέσης της «στάσης πληρωμών» αυτός που την υλοποιεί δεν παύει να είναι η κυβέρνηση του κεφαλαίου. Ή κάποιος άλλος στη λογική που περιγράφτηκε μέσα στο πλαίσιο εξουσίας του συστήματος. Αγνοεί αυτή η οπτική ή κάνει πως δεν βλέπει ποιος έχει την κεντρική εξουσία. Το ζήτημα αυτό προσπερνιέται. Όμως ο μόνος εργατικός έλεγχος που ανέχεται ή περισσότερο προτείνει η σημερινή καπιταλιστική εξουσία είναι του είδους που «πρότειναν» οι κάτοχοι των καϊκιών της Μηχανιόνας στους αιγυπτίους αλιεργάτες για το μοίρασμα των ποσοστών της ψαριάς ή αυτόν που θα «προτείνει» η Διαμαντοπούλου στους συλλόγους διδασκόντων με το πολυνομοσχέδιο.
Να βάλουμε λέει τότε στοιχεία «εργατικού-δημοκρατικού ελέγχου» που δεν αντέχει το σύστημα. Γιατί όχι να αρχίσουμε να οικοδομούμε τον κομμουνισμό από τα τώρα όπως προτείνουν διάφορες πτέρυγες της αναρχίας; Η ν’ αρχίσουμε από τώρα να ψάχνουμε τον Έλληνα Τσιάβες ή Αλλιέντε.
………………………………………………………………………………………………………..
Μήπως αυτό που, σήμερα τουλάχιστο «δεν φτάνουμε», κατά την προσφιλή μέθοδο της αλεπούς, το μετατρέπουμε σε λογικές εμβάθυνσης για τα αιτήματα που «δεν μας φτάνουν»;
Μήπως αντί να μας απασχολεί πως θα διευρύνουμε και θα οργανώσουμε τον συντονισμό από τα κάτω, η σκέψη μας στρέφεται σε μια συζήτηση και διεκδίκηση που ελάχιστη σχέση έχει με αυτό που σιγά-σιγά θεριεύει «από τα κάτω»;
Η παραπάνω τοποθέτηση φαίνεται ότι δεν συνεγείρει τους νέους επιστημονικούς αναλυτές του κινήματος και είναι σίγουρο ότι θεωρείται αρκετά «φτωχή», «λίγη», «χωρίς το βάθος ενός προγράμματος» κλπ.
Τι κι αν οι χιλιάδες κόσμου, η «μάζα» με την θεριεμένη ορμή της κατέβηκε στις 5 του Μάη «δίχως πρόγραμμα» φτάνοντας μέχρι το κατώφλι του κοινοβουλίου για να αντιμετωπίσει την σιδερόφραχτη «δημοκρατία»;
Ξεχωρίζουν δύο τοποθετήσεις, αυτή του Καζάκη και αυτή του Παπακωνσταντίνου.
Ανεξάρτητα από τον αν διαφωνεί καταρχάς κανείς με τις δύο προσεγγίσεις δεν μπορεί να μην επισημανθεί η μεταξύ τους διαφοροποίηση καθώς η πρώτη αντανακλά έναν προβληματισμό που διαχέεται ποικιλότροπα αλλά και υποβάλλεται με διάφορους τρόπους όμως «ακουμπά» σε υπαρκτούς και ειλικρινείς προβληματισμούς ενός κόσμου. Όσο για τη δεύτερη, η απογείωση και η ελαφρότητα έχουν την …τιμητική τους. Βέβαια η απογείωση και η «ελάφρυνση» της σκέψης είναι ένας τρόπος να «αποστρέψουμε το βλέμμα» από τα πραγματικά προβλήματα και τις απαιτήσεις που γεννά καθημερινά η σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Να παρακάμψουμε την αναμέτρηση με τα πραγματικά ζόρια της εποχής.
Η ανάλυση Καζάκη έχει κάποια στοιχεία μιας σοβαρής οικονομικής προσέγγισης. Αν και η γραμμικότητα της ανάλυσης την οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση ή αν θέλετε η …προαποφασισμένη κατεύθυνση των συμπερασμάτων της («στάση πληρωμών») καθορίζει και τον γραμμικό τρόπο που αναλύει την κατάσταση! Στην δεύτερη απουσιάζουν ακόμη και αυτά τα στοιχεία.
Και πιο συγκεκριμένα ανασύροντας τις δύο τοποθετήσεις από το Indymedia :
Στο άρθρο του Δ Καζάκη «Όχι στο πλιάτσικο, την κατάργηση της δημοκρατίας και την αφρικανοποίηση» κανείς δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με την διαπίστωση ότι η εκτίναξη του δημόσιου χρέους παγκόσμια ήταν αποτέλεσμα της επιχείρησης διάσωσης του κερδοσκοπικού χρηματοπιστωτικού μηχανισμού.
Ούτε επίσης υπάρχει κάποια διαφωνία ότι το ευρώ (αν και ο όρος «επινόηση των τραπεζιτών» ίσως να είναι «τραβηγμένος») δεν είναι ένα κατ’ ουσία νόμισμα με ότι αυτό σημαίνει για τα εθνικά νομίσματα των εθνικών ιμπεριαλιστικών και καπιταλιστικών εθνικών σχηματισμών.
Το οικονομικό αποτέλεσμα, η τεράστια δηλαδή ψαλίδα κατεχόμενων χρεογράφων προς τα πραγματικά ΑΕΠ των χωρών της ευρωζώνης (που μάλιστα σε μια σειρά χώρες της ΕΕ χρειάστηκε να μεσολαβήσουν τα αρπακτικά της Goldman Sachs για να εγγυηθούν την… προώθηση των χρεών τους στο μέλλον κατ’ αναλογία της σημερινής στήριξης του ευρωπαϊκού μηχανισμού διάσωσης στο ΔΝΤ) δεν είναι αποτέλεσμα μιας προσυμφωνημένης απόφασης των τραπεζιτών.
Είναι πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα η οικονομική «μετάφραση του» της αδυναμίας πολιτικής ολοκλήρωσης –όπως έχει λέγεται- της ΕΕ της μη ρεαλιστικής δηλαδή συγχώνευσης των κυρίαρχων εθνικών ιμπεριαλιστικών σχηματισμών σε ένα ενιαίο «ευρωπαϊκό» κράτος.
Περιέργως η απόφαση για το ευρώ ήταν ενός είδους εκβιαστική απόφαση από πολιτικής πλευράς που ερχόταν να προκαταβάλλει τους πολιτικούς όρους μιας ενιαίας οικονομικής ζώνης χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι οικονομικοί όροι αυτής της ενοποίησης! Επιχειρήθηκε με ένα άλμα προς τα μπρος(;) να αρθεί η βασική πολιτική αιτία που μπλόκαρε την οικονομική ενοποίηση επινοώντας (εδώ έχει θέση ο όρος) το ξεπέρασμα της με την δημιουργία της ΕΕ.
Δεν θα πρέπει να μας «ξενίζουν» αυτά τα άλματα στο ιστορικό και πολιτικό κενό. Σε ανύποπτο χρόνο όταν ο Καραμανλής ο παλιότερος ρωτήθηκε γιατί οδήγησε την χώρα στην τότε ΕΟΚ αν και δεν υπήρχαν οι οικονομικοί όροι επικαλέστηκε τη βιασύνη να «προλάβει την Τουρκία», να αντισταθμίσει την πίεση από το ΝΑΤΟ και μάλιστα «όσο αυτοί εκεί πάνω» (εννοώντας την ΕΣΣΔ) «κρατούν καλά».
Ο κίνδυνος συνεπώς να βρεθεί η χώρα στη δίνη αντιπαραθέσεων που μπορεί να την οδηγήσουν ακόμα και σε επικίνδυνες περιπέτειες (διαμελισμοί, περιορισμοί του εθνικού χώρου κλπ) δεν θα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κατοχής και της οικονομικής «αφρικανοποίησης» της. Υφίσταται αυτός ο κίνδυνος όμως ως επικίνδυνη εκδοχή μιας γενικότερης ανακατανομής όπου βέβαια η οικονομική αποδυνάμωση της χώρας και η εξαθλίωση του λαού της είναι ένα σημαντικό κομμάτι αυτών των εξελίξεων πάνω στο ασταθές έδαφος των αντιπαραθέσεων ΕΕ και ΗΠΑ και εντός της ΕΕ (ήδη «πολλά» άρχισαν να διατυπώνονται για την αξιοσημείωτη ανικανότητα του οικονομικού κυβερνητικού επιτελείου που μας οδήγησε στο ΔΝΤ). Και προφανώς δεν θα πρόκειται για ένα «ειδικό σχέδιο» που αφορά τους έλληνες και την χώρα τους όπως οι γραφικές εκπομπές τύπου Χαρδαβέλλα ή κάποιοι ελληναράδες υποστηρίζουν.
Όσον αφορά τώρα το ταμπού της «στάσης πληρωμών» θα πρέπει να πούμε πως τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία είναι περισσότερο ευέλικτα στο ζήτημα αυτό σε σχέση με τα μέτρα (ενάντια στους λαούς) που προτείνουν. Ακούγονται και γράφονται πολλά πράγματα πέραν του Ατλαντικού για την αναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους. Γιατί πριν από τις αναλύσεις του Αγγελόπουλου, πολύ περισσότερο σήμερα, ιμπεριαλιστές και τραπεζίτες γνώριζαν και γνωρίζουν πως δεν θα πάρουν πίσω τα κεφάλαια τους. Γνωρίζουν ότι σε μεγάλο βαθμό τα κεφάλαια αυτά είναι λογιστικές καταγραφές και διανυσματικές απεικονίσεις, «σκελετοί στην ντουλάπα» του χρηματοπιστωτικού συστήματος ανυπολόγιστου μεγέθους. Το σταθερό ενδιαφέρον αυτών των τελευταίων είναι να εξασφαλίσουν τις «ροές», την είσπραξη των τόκων και χρεολυσίων.
Γνωρίζουν ακόμα πως και αν το ελληνικό κρατικό χρέος ίσα που αποτελεί το 4% του συνολικού κρατικού χρέους της ΕΕ (το 69% του κρατικού χρέους στην ΕΕ ανήκει στις χώρες του σπαρασσόμενου «διευθυντηρίου»!) μπορεί με την οριστική χρεοκοπία της χώρας να οδηγήσει σε ντόμινο οικονομικών καταρρεύσεων που πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να ελεγχθούν (ο πανικός με το Ντουμπάι τον Σεπτέμβριο που οδήγησε τα κερδοσκοπικά κεφάλαια στα επικίνδυνα οικονομικά στοιχήματα στον νότο της ευρωζώνης είναι χαρακτηριστικός από αυτή την άποψη).
Και έχει δίκιο ο Monde Diplomatique ότι τα «κράτη δεν πτωχεύουν».
Συνεπώς αν τονίζεται η πολιτική πλευρά των οικονομικών εξελίξεων στο ζήτημα του ελληνικού κρατικού χρέους είναι για να αντιμετωπιστεί μια άλλη παρανόηση του αρθρογράφου: Ότι χρειάζεται μια άλλη οικονομική πολιτική, αναπτυξιακή, φιλολαϊκή, κλπ που να προχωρήσει σε στάση πληρωμών και να μας βγάλει από την ευρωζώνη (κατάργηση του ευρώ κλπ).
Αυτό δεν είναι ζήτημα άλλης οικονομικής πολιτικής αλλά άλλης πολιτικής πορείας του τόπου. Ερχόμαστε τώρα στα δύσκολα. Ποιος θα την εισηγηθεί, ποιος θα την εξασφαλίσει και ποιος θα την εφαρμόσει (ερχόμαστε δηλαδή στα προβλήματα «συντακτικών υποκειμένων» που αναφέρει το κείμενο που μοιράστηκε στους συνδικαλιστές).
Ο Λένιν στο έργο του (που είναι στην ουσία άρθρα και μπροσούρες) «από τον Φλεβάρη στον Οκτώβρη» υποστηρίζει ότι η «εθνικοποίηση των τραπεζών» (φαίνεται κάποιοι και τότε επιχειρούσαν να βάλουν το κάρο πριν από τα…βόδια) είναι ένα απλό διάταγμα που όμως για να εφαρμοστεί χρειάζεται από πίσω του πέντε εκατομμύρια εργάτες. Αριθμός βέβαια που βρέθηκε στο διπλάσιο του λίγους μήνες αργότερα.
Άρα το ζήτημα (και το ζητούμενο!) είναι οι πέντε εκατομμύρια εργάτες που όταν κατέβουν στους δρόμους μπορούν να επιβάλλουν πολλά περισσότερα από την «στάση πληρωμών» που ούτε και για το παρόν κείμενο αποτελεί… ταμπού και ίσως για κανέναν τελικά!
Για να το θέσουμε πιο «πονηρά» κατά μία έννοια «στάση πληρωμών» δεν κηρύσσουν και οι εργαζόμενοι όταν διαδηλώνουν και φωνάζουν «δεν πληρώνω την κρίση»;
Η «στάση πληρωμών» δεν αποτελεί τη συνολική διέξοδο στο πρόβλημα προοπτικής του κινήματος, είναι το πρόβλημα. «Στάση πληρωμών» δεν είναι η καταβαράθρωση της καταναλωτικής δαπάνης; «Στάση πληρωμών» δεν είναι ο απειλητικός αποπληθωρισμός;
Η απάντηση στο πρόβλημα είναι πως θα βρεθούν τα εκατομμύρια στους δρόμους. Πως το «ελληνικό παράδειγμα» αντίστασης που επικαλούνται πολλοί στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια θα επηρεάσει τις αντιδράσεις των λαϊκών μαζών που δέχονται και θα δεχτούν μεγάλη επίθεση. Πότε και πως οι αντιδράσεις αυτές θα δημιουργήσουν εκείνη την πλημμυρίδα που θα υποχρεώσει τα κέντρα εξουσίας να «ξανασκεφτούν» τις ιεραρχήσεις τους, που θα κονιορτοποιήσει στη πράξη και στην δράση τους όποιους «οικονομικούς μονόδρομους».
Η συνέντευξη του Παπακωνσταντίνου που επίσης βρίσκεται στο ίδιο δικτυακό τόπο προχωράει απογειώνοντας την παραπάνω λογική σχεδόν …κάθετα.
Επικαλούμενος το θεωρητικό σχήμα της «αποπαγκοσμιοποίησης» του Βάλτεν Μπέλο που σημαίνει «αναπροσαρμογή από την παραγωγή για τις εισαγωγές, παραγωγή για την εγχώρια αγορά» καλεί ουσιαστικά το κίνημα να «επενδύσει» σε αυτή την προοπτική. Μάλιστα για να μην επαναληφτεί το αρνητικό προηγούμενο του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» θα πρέπει αυτή τη τάση της «αποπαγκοσμιοποίησης» με την ύψωση φραγμών στις κερδοσκοπικές κινήσεις των κεφαλαίων να επεκταθεί και σε άλλες ομάδες χωρών, να γίνει δηλαδή τάση! Έτσι θα φτάσουμε στο συνεταιρισμό μιας κρίσιμης μάζας εθνικών κρατών θα φέρει πιο κοντά την ανατροπή και τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα!
Με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι πριν λίγα χρόνια, όταν η «παγκοσμιοποίηση» ήταν στο φόρτε της μας καλούσαν για μια «άλλη παγκοσμιοποίηση» τύπου Πόρτο Αλέγκρε, σήμερα καλούμαστε να ανεβούμε στο άρμα της «αποπαγκοσμιοποίησης» και να το…εκτρέψουμε αριστερά! Πόση άραγε (αφέλεια, αδυναμία αναγνώρισης της πραγματικότητας, υποχώρηση από αυτό που υποτίθεται έχουμε να εκφράσουμε;) μπορεί να βρίσκεται συσσωρευμένη σε μια πολιτική μη-σκέψη ή σε μια σκέψη μη-πολιτική;
Τα κράτη αυτά (σύμφωνα με αυτόν που δίνει τη συνέντευξη) εκτός από τους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων θα πάρουν και μέτρα νομιμοποίησης των λαθρομεταναστών και ποινικοποίησης των λαθροεργοδοτών λύνοντας με αυτό τον τρόπο και το «ακανθώδες» πρόβλημα των ασφαλιστικών ταμείων!
Προτείνεται έτσι ένα Κοινωνικό Σύμφωνο Σταθερότητας στη θέση του «μισητού» Συμφώνου Σταθερότητας του ακόμα πιο μισητού Μάαστριχ που θα το στηρίζουν τα κινήματα των εργαζομένων που θα επιβάλλουν στις εθνικές κυβερνήσεις τον πολιτικό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο σοσιαλισμός όμως και οι Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης μπορούν να περιμένουν μέχρι την ανατροπή του σημερινού Συμφώνου Σταθερότητας από τα κινήματα (πάλι καλά).
Μέχρι τότε τα κινήματα θα αγωνίζονται για δύο βασικά αιτήματα ριζοσπαστικού χαρακτήρα, τη μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών και την εγγύηση του ελάχιστου εργατικού εισοδήματος. Ειρήσθω εν παρόδω, το τελευταίο αποτελεί πάγιο αίτημα και κυβερνητικό πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.
Βασικό στοιχείο αυτής της άλλης οικονομικής πολιτικής (υπό την πίεση του κινήματος βεβαίως) θα είναι οι εθνικοποιήσεις και οι κοινωνικοποιήσεις βασικών τομέων της οικονομίας ή τομέων που έχουν κρίσιμη σημασία για την επιβίωση των λαϊκών τάξεων.
Το μεγάλο ερώτημα του Παπακωνσταντίνου «ποιοι θα μετατρέψουν τις ριζοσπαστικές ιδέες σε υλική δύναμη» θα παραμείνει αναπάντητο φοβάμαι. Όπως αναπάντητα έχουν μείνει τα αντίστοιχα προγράμματα διεξόδου από την κρίση των κομμάτων της επίσημης αριστεράς στα οποία η πρόταση Παπακωνσταντίνου κάνει σαφές άνοιγμα εγκαλώντας τους για ιδιοκτησιακή λογική του κινήματος.
Όχι όμως και για το ιδεολογικό φορτίο της δικής τους «αντιπρότασης» που είναι τελικά γεννήματα και θρέμματα της ίδιας μήτρας.
Γιατί αν οι ευρωπαϊκές και βαλκανικές κοινωνίες φτάσουν πιο γρήγορα απ` ότι υπολόγιζε ο…πανδαμάτωρ ιστορικός χρόνος σε καταστάσεις που οι «πάνω» δεν μπορούν να κυβερνούν όπως κυβερνούσαν και οι «κάτω» δεν μπορούν να κυβερνηθούν όπως κυβερνιόνταν, αυτό δεν θα το αποφασίσουν τα «αριστερά προγράμματα απάντησης στην κρίση» όσο άρτια κι αν δείχνουν.
Πρέπει να προετοιμάζεται η αριστερά για τέτοιες εκδοχές;
Πρέπει να ξανασυζητά τον σοσιαλισμό;
Η περίπτωση της Αργεντίνικης εξέγερσης που δεν πήρε επαναστατικές διαστάσεις λόγω της έλλειψης του υποκειμενικού παράγοντα δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες για τον τρόπο απάντησης των ερωτημάτων. Πως όμως θα διανυθεί το μεταξύ διάστημα;
Στο συγκεκριμένο «πρόγραμμα» είναι έκδηλος ο κυβερνητισμός και η μείξη κοινοβουλευτικών ρυθμίσεων και μέτρων με κινηματική υποστήριξη.
Η σύγχυση δε που προκαλείται είναι ακόμα μεγαλύτερη από τα προγράμματα των κομμάτων της επίσημης αριστεράς όπου τουλάχιστο είναι σαφής και διατυπωμένη η λογική και η θεωρία των σταδίων που οδηγεί…σταδιακά στον σοσιαλισμό. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως αν και ο πολιτικός χώρος στον οποίο ανήκει ο Παπακωνσταντίνου έχει αναπτύξει και εκθρέψει μια παρόμοια λογική ανάδυσης του «άμεσου κομμουνισμού» μέσα από τον καπιταλισμό, ωστόσο και αυτή η πολιτική άποψη αδικείται από μια τέτοια θεώρηση των προοπτικών του κινήματος. Ή μήπως όταν αυτή η λογική μετατρέπεται σε πρόγραμμα τελικά οδηγείται στον κυβερνητισμό και δεν αδικείται τελικά; Ας μιλήσουν οι ενδιαφερόμενοι…
Όμως ας διδαχτούμε από τα λάθη των ιμπεριαλιστών.
Ας μην «επινοήσουμε» τη λύση πριν στοιχειωδώς ασχοληθούμε με το πρόβλημα. Γιατί τότε η «επινόηση» αυτή θα πέσει μέσα στο πλαίσιο το οποίο υποτίθεται (ή ειλικρινώς) αμφισβητούμε. Θα αποφύγει και θα προσπεράσει το πραγματικό πρόβλημα.
Και το πρόβλημα σήμερα είναι η ενοποίηση και η μεγιστοποίηση των αντιστάσεων. Πως θα εκφραστεί, θα αναπτυχθεί και θα επεκταθεί η λαϊκή αυτοοργάνωση. Από τους χώρους δουλειάς ως τις γειτονιές. Από τις σχολές και τα σχολεία ως τους δρόμους και τα «στέκια» της νεολαίας.
Τα «εκατομμύρια» δηλαδή που αρκετοί εγκαλούν στις διαδηλώσεις γιατί λέει καθηλώνονται στην ΤV και δεν εξεγείρονται «τώρα ή ποτέ».
Είναι χαρακτηριστική η πρόταση που υπάρχει στο τέλος της συνέντευξης για ένα «άλλο» δίκτυο πληροφόρησης και μια «άλλη» τηλεόραση.
Όμως στο δρόμο, στο δρόμο γεννιούνται συνειδήσεις…
Μάης 2010
Δημήτρης Μάνος, συνδικαλιστής, μέλος του ΔΣ του ΣΤ συλλόγου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου