10 Αυγούστου 2010

Stress tests και… crash test. ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ `30

Αλλαγή κλίματος.

Ένα διαφορετικό κλίμα γύρω από τις εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία άρχισε να διαπιστώνεται από τις «αγορές».
Εκεί που όλοι προεξοφλούσαν την ουσιαστική συρρίκνωση (μερικοί μιλούσαν και για κατάρρευση) της ευρωζώνης και τα εύσημα στη θαλερή πολιτική τόνωσης της οικονομίας του Ομπάμα δίνονταν με ευκολία, η κατάσταση… άλλαξε:
Οι «αγορές» δυσαρεστήθηκαν διπλά από την -αμφιλεγόμενη εξάλλου- προσπάθεια ελέγχου του αμερικάνικου χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και τα νέα στοιχεία για την αμερικάνικη οικονομία, το πρόστιμο στην Goldman Sachs όπως και τη συνεχόμενη για τρίτο τρίμηνο πτώση των τιμών λιανικής (-0.5%) που βέβαια ακολούθησε τη σημαντική πτώση των τιμών χονδρικής (που μπορεί πια να περιγραφτεί ως αποπληθωρισμός). Ομοίως, τα θετικά νέα για την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν σταθεροποιήθηκαν για μεγάλο διάστημα, καθώς οι πιο πρόσφατοι δείκτες αναφέρουν πτώση των εσόδων της General Electric αλλά και μεγάλων αμερικάνικων τραπεζών με ενδείξεις κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων.
Όμως οι «αγορές» και κατά την πρόσφατη καταγεγραμμένη άνοδο των κερδών μεγάλων αμερικάνικων επιχειρήσεων, είχαν εκτιμήσει πως η αύξηση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα (άκουσον άκουσον!) «μιας βαθιάς μεταβολής και μείωσης του κόστους παραγωγής» αλλά οφείλονταν στην αύξηση των εσόδων από το προσωρινή (και επαναλαμβάνω, αμφιλεγόμενη) αναθέρμανση των πωλήσεων λιανικής μετά τη βαθιά ύφεση που ενέσκηψε το 2009.
Στο σημείο αυτό -κατά ένα μέρος- βρίσκεται η εξήγηση του ξαφνικού «θερινού» έρωτα των «αγορών» και η προτίμηση που έδειξαν στα -επισφαλή μέχρι προσφάτως και αρνητικά αξιολογούμενα από τις ίδιες- κρατικά ομόλογα των «επικίνδυνων» χωρών της ευρωζώνης που μοσχοπουλήθηκαν μάλιστα.
Βλέπετε οι αποδόσεις όπως τις εννοεί το κεφάλαιο (που μπορεί να έχει εθνικά ταυτότητα όχι όμως και πατρίδα όταν πρόκειται για σίγουρα κέρδη) έχουν πάντα ταξικό χαρακτήρα και τα σκληρά αντεργατικά μέτρα που λαμβάνονται σε όλη την ευρωζώνη εξασφαλίζουν κάτι τέτοιο. Ναι, πρόκειται για μια «βαθιά μεταβολή και μείωση του κόστους παραγωγής».
Η κατάσταση θυμίζει λίγο την περίοδο που ακολούθησε τα σκληρά αντεργατικά μέτρα που είχαν παρθεί στην Ευρώπη μετά την κρίση της στερλίνας στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και με την εσπευσμένη εφαρμογή της «σταθεροποίησης» του Μάαστριχτ, με μια θεμελιώδη, όμως, διαφορά: Είχαμε και τότε «αποδόσεις» που όμως είχαν εκφραστεί και στα κέρδη της βιομηχανίας. Σήμερα έχουμε απλά μια επιβράβευση από τα διεθνή κερδοσκοπικά κεφαλαία (μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και ευρωπαϊκά) αμφιβόλου διάρκειας, που εύκολα μπορεί να επανακατευθυνθεί από την επόμενη εκδήλωση πανικού.
Βέβαια στην προτίμηση αυτή συνέβαλλαν αρκετά και οι Κινέζοι με τον πρόεδρο του μεγαλύτερου κρατικού συνταξιοδοτικού ταμείου της Κίνας να δηλώνει ότι σκοπεύει να αλλάξει την επενδυτική του τακτική και να στραφεί προς τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα. Ας σημειωθεί εδώ πως η Κίνα διαθέτει 630 δις δολάρια σε κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης.
Είναι, λοιπόν, περίεργο το ευρώ να επανακάμπτει στα 1,3 δολάρια;
Οπωσδήποτε το αμφιλεγόμενο στοιχείο της οικονομικής πολιτικής Ομπάμα (που δεν περιορίζεται στα της οικονομίας αλλά επεκτείνεται σε όλο το εύρος της πολιτικής της υπερδύναμης) δημιουργεί αρκετές επιφυλάξεις για τις δυνατότητες των αμερικάνων και το ρόλο τους.
Το νομοσχέδιο για τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος (που διαφημίστηκε ως ένα… crash test άσκησης οικονομικής πολιτικής απέναντι στους «υπεύθυνους της κρίσης») αξιολογείται ήδη αρκετά πιο ήπιο για τα «αφεντικά» της Γουόλ Στριτ σε σχέση με τους πρότερους σχεδιασμούς (αν υπήρχαν τέτοιοι). Η εφαρμογή του θα απαιτήσει πάνω από 200 κανονιστικές διατάξεις και θα ξεπεράσει το χρονικό διάστημα του ενός έτους, διάστημα που κρίνεται αρκετό προκειμένου τα «αφεντικά» ν` αναπροσαρμόσουν τις επενδυτικές τους τακτικές, πράγμα που άρχισαν να κάνουν.
Σίγουρα οι αμερικάνικες Τράπεζες πέρασαν χωρίς ιδιαίτερες απώλειες τα stress test που πραγματοποιήθηκαν τον προηγούμενο διάστημα. Αναμενόμενο, αφού πρόκειται για ιδρύματα και οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο μιας ενιαίας εθνικά ομοσπονδιακής Τράπεζας που έχει το δικαίωμα να εκδίδει χρήμα και να εφαρμόζει πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης». Δεν έχει γίνει ευρέως γνωστό πως από το 2000 μέχρι σήμερα, πάνω από 300 τραπεζικά ιδρύματα σε όλη την αμερικάνικη ομοσπονδιακή επικράτεια έχουν κλείσει και εκκαθαριστεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, με αγωνία αναμένεται και το αντίστοιχο ευρωπαϊκό stress test. Σε μια προσομοίωση αρνητικών σεναρίων για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία θα πρέπει τα τραπεζικά ιδρύματα της ΕΕ να διαθέτουν ένα μίνιμουμ, βασικό ποσοστό κεφαλαιακής «ίδιας» επάρκειας (π.χ. για τις ελληνικές τράπεζες αυτό το ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 6% του συνολικού τους κεφαλαίου, που θα «χαθεί» σε αυτή την προσομοίωση).
Οι πέραν του Ατλαντικού αγγλοσαξονικοί οίκοι έχουν προλάβει να εκφράσουν πολλές αμφιβολίες για τα κριτήρια και του στόχους του ευρωπαϊκού προγράμματος εξομοίωσης χρηματοπιστωτικών ρίσκων που κρίνεται ότι πολύ εύκολα θα επιτευχθούν, ρίχνοντας «στα μαλακά» την έκθεση των τραπεζών της ευρωζώνης στα «τοξικά» προϊόντα και τις κάθε λογής επισφάλειες. Το βασικό πρόβλημα, όμως, βρίσκεται αλλού.
Οι τράπεζες της ευρωζώνης είναι οργανισμοί διαφορετικών εθνικών κρατών με αποτέλεσμα ένα βασικό «όπλο» αντιμετώπισης ενός ντόμινου επισφαλειών όπως ο διατραπεζιτικός δανεισμός, να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Επίσης κάθε ενίσχυση των τραπεζικών ιδρυμάτων της ΕΕ δεν γίνεται άμεσα με την έκδοση νομίσματος αλλά με διαμεσολάβηση της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας που εκδίδει κρατικά ομόλογα που στην συνέχεια αγοράζουν οι «εθνικές» τράπεζες κ.λπ.
Έτσι το ευρωπαϊκό πρόγραμμα προσομοίωσης ρίσκων και τα αντίστοιχα tests θα πρέπει τρόπον τινά να «απολογηθούν» και για τις δυνατότητες των χωρών της ΕΕ να αποφύγουν την κρατική χρεοκοπία.

Τι «παίζει» σήμερα;

Ένα άλλο κομμάτι του «θερινού» έρωτα των «αγορών» για τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα, βρίσκεται στη φύση των μηχανισμών που οδήγησαν στη σημερινή κρίση, στο σύστημα δηλαδή υφαρπαγής και ληστείας του πλούτου που δημιουργούν οι λαοί και τα έθνη.
Διαβλέπουν οι αναλυτές «τους» πως πραγματική μεγέθυνση της οικονομίας δεν πρόκειται να υπάρξει. Αυτό συνάγεται από τα εξής:
1.Τελικά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επιβεβαίωσε με τα πρόσφατα και σχετικά πρόσφατα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα, πως «η οικονομία των ΗΠΑ απειλείται από διπλή ύφεση και αποπληθωρισμό» (Βήμα 17.07.10- Το «σκληρό ευρώ ξεπέρασε τα 1,3 δολάρια»).
2.Τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα «σταθεροποίησης» που αδύναμοι και… δυνατοί της ευρωζώνης εφαρμόζουν, έχουν σε αυτή τη φάση περισσότερο συμβολικό-πολιτικό χαρακτήρα καθώς είναι δεδομένο πως η υφαρπαγή πλούτου και δικαιωμάτων όχι μόνο δεν θα εξισορροπήσει το αρνητικό ισοζύγιο της ύφεσης αλλά θα το μεγαλώσει ακόμα περισσότερο.
3. Η περίφημη ανάκαμψη των BRICs (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) πέρα από το ότι έχει στοιχεία φούσκας (όπως π.χ. τα κινέζικα ακίνητα), είναι περισσότερο «εσωτερική» ανάμεσα στις χώρες αυτές και δεν επεκτείνεται στο υπόλοιπο σύστημα. Π.χ. η Κίνα ανταλλάσσει πετρέλαιο με επενδύσεις και δολάρια –που διαθέτει πλεονασματικά και άφθονα.
Οι τελευταίες κινήσεις και οι συμφωνίες που έκλεισε η Μέρκελ στον ενεργειακό τομέα με Ρωσία, βασικά, αλλά και με την Κίνα, συμβάλλουν βεβαίως στην κεφαλαιακή κινητικότητα και «προκαλούν» τις προτιμήσεις των «αγορών» σε σχέση με τις (αμήχανες) ΗΠΑ, όμως από την άλλη, εντείνουν το ζήτημα του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, θέτουν εκ νέου το κρίσιμο ζήτημα των αγορών και της ανακατανομής τους προσθέτοντας νέους ανταγωνιστές και διεκδικητές.
Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, παρά τους ευρωπαϊκούς πανηγυρισμούς, δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από αυτό που κάνουν τόσα χρόνια τα… τελευταία χρόνια. Εκμεταλλεύονται τη συγκυρία για να αποσπάσουν κέρδη προσκολλούμενα στον πόλο που –προσωρινά- φαίνεται να διαθέτει (υπαρκτό ή όχι είναι άλλης τάξης ζήτημα) πλεονέκτημα. Δημιουργούν, παρασύρονται αλλά και αξιοποιούν τον πανικό με τον ίδιο τρόπο που «παίζουν» με τα «καλά νέα». Δεν πάει καιρός που προεξοφλούσαν την κατάρρευρη της ευρωζώνης αποσπώντας τεράστια κέρδη και εκβιάζοντας δυσανάλογες αποδόσεις (δεν είναι αυτό μια νέα φούσκα από μόνη της;) από την ροή κεφαλαίων και αξιών. Τότε «έπαιζε» Ευρώπη αλλά και σήμερα Ευρώπη πάλι «παίζει», έστω και από άλλη σκοπιά ιδωμένο.

Πώς η ιστορία δεν… διδάσκει.

Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι ανταγωνιστές και διεκδικητές του πλούτου των λαών και εθνών δεν μπορούν να αποφύγουν την αλληλεξάρτηση. Και μάλιστα την αλληλεξάρτηση και διαχείριση του ίδιου ζητήματος.
Σήμερα καμία οικονομία, οικονομική ζώνη ή σφαίρα επιρροής δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πραγματική οικονομική μεγέθυνση. Το να γυρνάει το «μπαλάκι» από τον ένα ή τον άλλον ιμπεριαλιστικό ή αστικό σχηματισμό, όπως έγινε πρόσφατα στη σύνοδο των G20, όχι μόνο δε λύνει το πρόβλημα αλλά το περιγράφει και το διογκώνει… περιγράφοντάς το.
Απαρέγκλιτη εφαρμογή του Σύμφωνου Σταθερότητας θα προκαλούσε παγκόσμια ύφεση ή τουλάχιστον ευρωπαϊκή.
Από την άλλη, η τελευταία γραμμή άμυνας των κρατών στην κρίση, οι διογκωμένοι κρατικοί προϋπολογισμοί που δημιούργησαν τα τεράστια δημόσια χρέη σε πλανητική κλίμακα, δείχνει να «καίγεται» από τα πυρά της κρίσης. Έχει μάλιστα γραφτεί κάπου ότι οι Αμερικάνοι ίσως και να επιδιώκουν μια έξαρση του πληθωρισμού ως μέσο απαξίωσης του δικού τους χρέους, φορτώνοντας στους άλλους τα «χαρτιά» τους (δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα το έκαναν). Η χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ, όμως, βάλλεται από τις προηγούμενες άσχημες συνθήκες στην ευρωζώνη (ακόμα και όταν αυτές οι ειδήσεις ευνοούν προσωρινά τα αγγλοσαξονικά κερδοσκοπικά σχήματα). Οι ιαπωνικές Τράπεζες έχουν επενδύσει εκτενώς σε ευρωομόλογα, ενώ τα δύο τρίτα του δανεισμού που έχει χορηγηθεί στις αναδυόμενες αγορές προέρχεται από ευρωπαϊκές τράπεζες.
Και να σκεφτεί κανείς ότι οσονούπω 4 τρις δολάρια σε κρατικά ομόλογα θα απαιτήσουν από τις παγκόσμιες αγορές την ανταλλαγή με πραγματικό χρήμα…
Όταν μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers οι ΗΠΑ «πλημμύρισαν τις αγορές με φτηνό χρήμα, οι ΗΠΑ Η Κίνα και η Ιαπωνία και σε μικρότερο βαθμό η Ευρώπη αύξησαν τις δαπάνες και μείωσαν τους φόρους», γράφoυν οι Νew York Times (αναδημοσίευση στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στις 11.07.10). Σήμερα η εφημερίδα διαπιστώνει πως η επεκτατική οικονομική πολιτική εγκαταλείπεται προς χάριν της περισταλτικής πολιτικής της μείωσης των δαπανών και της αύξησης των φόρων (και της ισχυρής επανόδου του κρατικού προστατευτισμού θα προσθέταμε εμείς).
Πρόκειται για το «κοκτέιλ» μέτρων που οδήγησαν στην επιδείνωση της χρηματιστηριακής κρίσης και το πέρασμά της στην πραγματική οικονομία από την Κυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων στις αρχές του 1929.
Στο ίδιο κοκτέιλ κατέφυγαν οι Δημοκρατικοί του Ρούσβελτ μετά το 1936, όταν πίστεψαν πως η Μεγάλη Ύφεση είχε αντιμετωπιστεί με αυξήσεις φόρων και περικοπές δαπανών που έφτασαν στο 5% του ΑΕΠ!
Αλήθεια, πώς η επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας αγνοεί αυτή τη μετάλλαξη του Νιου Ντιλ που στην ουσία ήταν η πολεμική στροφή της Αμερικής σε μια περίοδο που «οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αύξαναν τις δαπάνες τους εν όψει του Β` Παγκοσμίου Πολέμου» όπως γράφει η εφημερίδα; Γνώριζαν όμως τότε τη μορφή και την έκταση του Πολέμου;
Οι πολιτικοί τους απόγονοι δεν χρειάστηκαν τόσα χρόνια. Σε ενάμιση χρόνο πέρασαν πολύ εύκολα από την κρατική επέκταση στην κρατική περιστολή! Είναι γνωστό πως ο πολεμικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ είναι υπερδιπλάσιος αυτού του Β` Παγκόσμιου.
Σε μια περίοδο που τα φαντάσματα του `30 –και τα ιστορικά διδάγματα που δεν… αντλήθηκαν- δείχνουν να στοιχειώνουν τους άρπαγες και διαχειριστές του πλούτου των εθνών, οι εξελίξεις ίσως τρέχουν με ρυθμούς που δεν γνωρίζουμε. Γιατί και αυτός ο Πόλεμος έχει τέτοια έκταση που οι αναλυτές των οικονομικών εξελίξεων (οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές) δεν φαντάζονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: