Από τη μία, εκατομμύρια εργαζομένων κατέβηκαν με επιμονή και με κάθε ευκαιρία στο δρόμο, ανταποκρινόμενα σε καλέσματα γενικών απεργιών, πρωτοβουλιών γειτονιάς, πλατειών. Και η αριστερά κάθε απόχρωσης «έγραφε» ψηλά νούμερα στις συνδικαλιστικές εκλογές (στην εκπαίδευση ακόμα περισσότερο).
Από την άλλη, η πραγματική σχέση των εργαζομένων με την οργανωμένη συνδικαλιστική δράση, με το σωματείο τους έγινε ακόμα πιο χαλαρή. Στους χώρους της εκπαίδευσης, οι γενικές συνελεύσεις παρέμειναν άμαζες (υπάρχουν πολλοί σύλλογοι Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που δεν έχουν κάνει ούτε μια συνέλευση της προκοπής τα τελευταία δύο χρόνια!) και δεν παρατηρήθηκε (όπως ίσως θα περίμενε κανένας) κάποια μαζική τάση επιστροφής των εκπαιδευτικών στη συλλογική δράση με κάπως μόνιμα χαρακτηριστικά. Ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν το γεγονός ότι η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στις μεγάλες κινητοποιήσεις – διαδηλώσεις ήταν υπερπολλαπλάσια της συμμετοχής τους στις γενικές συνελεύσεις.
Κι αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα για όποιον ενδιαφέρεται όχι βέβαια για ένα «κίνημα» εικονικό, όπου κάποιοι λίγοι και συγκεκριμένοι κάνουν θεατρικές (τηλεοπτικού χαρακτήρα) «κινητοποιήσεις» για να πείθουν τους εαυτούς τους και τους άλλους για το χρήσιμο της ύπαρξής τους. Αλλά για όποιον έχει κατανοήσει ότι η πλάκα τελείωσε, για όποιον ενδιαφέρεται για ένα κίνημα μαζικό και πραγματικό – ένα κίνημα που βάση του δεν μπορεί παρά να έχει ένα «χώρο» όπου οι εργαζόμενοι συζητάνε, αντιπαρατίθενται, αποφασίζουν, απολογίζονται δράσεις, συγκροτούνται με λίγα λόγια. Και αυτός ο «χώρος» δεν μπορεί παρά να είναι το πρωτοβάθμιο σωματείο και η συνέλευσή του.
Αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αγωνιώδη αναζήτηση του κόσμου να βρει αγωνιστικές διεξόδους και στην μη κάλυψη αυτής της ανάγκης από το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα μάλλον μπορεί να προσεγγιστεί στη βάση δύο σχετικών μεταξύ τους επισημάνσεων:
- Η χρόνια κυριαρχία αστικών και ρεφορμιστικών απόψεων, λογικών ταξικής συνεργασίας και συνδιαχείρισης – συνδιοίκησης παρέα με την αντιγραφή στο συνδικαλιστικό κίνημα των πιο άθλιων αστικών πρακτικών στον τρόπο άσκησης πολιτικής, διέλυσαν πολιτικά και ιδεολογικά τους εργαζόμενους, αποθέωσαν τη λογική της ανάθεσης («τι κάνετε, εσείς οι συνδικαλιστές;»!) και διέστρεψαν την ίδια τη ιδέα του συνδικαλισμού και της συλλογικής δράσης. Τα ψηλά ποσοστά της Αριστεράς στις συνδικαλιστικές εκλογές δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικό δυναμικό με πρόθεση δέσμευσης με τις διαδικασίες του κινήματος.Στο χώρο ιδιαίτερα της εκπαίδευσης, τα καταστατικά των Ομοσπονδιών (τόσο το πιο συγκεντρωτικό της ΔΟΕ όσο και τι πιο «δημοκρατικό» της ΟΛΜΕ) αποτελούν εγγύηση ότι μέχρι τη συγκατάθεση του κυβερνητικού συνδικαλισμού δεν πρόκειται να κουνηθεί τίποτα. Δηλαδή ποτέ!
- Στη βάση της παραπάνω κυριαρχίας, η συνδικαλιστική ηγεσία (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ) χωρίς να νιώθει μια μόνιμη και απειλητική πίεση από τα πρωτοβάθμια σωματεία και τις διαδικασίες τους, έπαιζε μόνη της μπάλα εμπεδώνοντας εδώ και δύο χρόνια την πρακτική «καλώ σε γενική απεργία μία μέρα ανά έξι μήνες». Όταν, πια, ο αντίπαλος γινόταν τόσο επιθετικός, τη μέρα ακριβώς που ψηφίζονταν τα (κάθε φορά «τελευταία») αντεργατικά μέτρα – όταν δηλαδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και αυτή η πρόσκληση (στην οποία ανταποκρίνονταν μαζικά και αγωνιστικά οι εργαζόμενοι) έμενε χωρίς συνέχεια και ενίσχυε το αδιέξοδο από την αμέσως επόμενη κενή μέρα.
Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση;
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να αναγνωριστεί το πρόβλημα. Και να αποτελέσει στοιχείο ανοιχτής και τίμιας συζήτησης ανάμεσα στις δυνάμεις του κινήματος. Όσο αφορά τη δική μας προσέγγιση, θα θέταμε τα παρακάτω πολιτικά και οργανωτικά σημεία προς προβληματισμό:
Α) Είναι αναγκαίο να δυναμώσει η πολιτική κατεύθυνση ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, σε κάθε πλευρά της καπιταλιστικής επίθεσης, και σε κάθε έκφραση ενίσχυσης του φασισμού (όχι μόνο με την παρακρατική αλλά και με την επίσημη, κρατική μορφή του) στη δημόσια ζωή.
Β) Ο διαχωρισμός με τον κόσμο του αντιπάλου πρέπει να γίνει κάθετος και να φαίνεται καθαρά ότι δεν υπάρχει πεδίο διαλόγου – συνεννόησης με τους θεσμούς του. Με την έννοια αυτή, θεωρούμε ότι έχουμε πιο πολύ δίκιο από ποτέ να θέτουμε τη γραμμή της αποχής από τις εκλογές των οργάνων συνδιοίκησης Π/Κ-ΥΣΠ-/ΔΕ. Υπό την ίδια λογική, πρέπει να ανέβει η αντιπαράθεση με τον κυβερνητισμό και τις εκλογικές – κοινοβουλευτικές αυταπάτες, που έπαιξαν ιδιαίτερα διαλυτικό ρόλο μετά τις 12 Φλεβάρη.
Γ) Στο πεδίο των ζητημάτων που αναδεικνύει η ίδια η ζωή και η καπιταλιστική επίθεση στους εκπαιδευτικούς χώρους, θεωρούμε ότι η γενική ομπρέλα υπεράσπισης – διεκδίκησης δημόσιας δωρεάν παιδείας και ζωής με δουλειά και δικαιώματα για όλους είναι αυτή που μπορεί να ενώσει τόσο τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, όσο και αυτούς με την κοινωνία. Θεωρούμε ότι η ίδια η ζωή ξέβρασε «αιτήματα» που δεν ανταποκρίνονταν σε τίποτα (στην καλύτερη περίπτωση ή ήταν ρεφορμιστικά στη χειρότερη) και που μια προηγούμενη περίοδο αποτελούσαν πάνω – κάτω όρο (από το ΚΚΕ αλλά και τμήμα των Παρεμβάσεων) για οποιαδήποτε επιμέρους συνεργασία. Ποιος θυμάται σήμερα (καλά, δε ρωτάμε ποιος κάνει απολογισμό!) το «ενιαίο δωδεκάχρονο» και τα 1400 κατώτερο μισθό;
Δ) Η προσπάθεια ισχυροποίησης των παραπάνω πολιτικών κατευθύνσεων δεν πρέπει να είναι ανταγωνιστική με τη δραματική αναγκαιότητα ενίσχυσης της κοινής δράσης και του συντονισμού σωματείων, πολιτικών δυνάμεων, παρατάξεων και συγκροτήσεων οποιασδήποτε μορφής στην κατεύθυνση της ισχυροποίησης ενός πλατιού μετώπου αντίστασης.
Ε) Ο συντονισμός σωματείων πρέπει να γίνει από τα κάτω ακόμα και ενάντια στα καταστατικά των Ομοσπονδιών που πρέπει να παρακαμφθούν! Πιστεύουμε ότι πρέπει να τεθεί σε συζήτηση πια η ιδέα ότι μπορούν είκοσι ΕΛΜΕ, είκοσι Διδασκαλικοί Σύλλογοι, τριάντα νοσοκομεία κοκ να συντονίσουν αγωνιστικές δράσεις. Από κοινές διαδηλώσεις μέχρι κοινές απεργίες ακόμα και διαρκείας. Και ας μην «προβλέπεται» από τη νομιμότητα των Ομοσπονδιών! Ο συνδικαλιστικός λεγκαλισμός πρέπει να αντιπαλευτεί!
ΣΤ) Στο παραπάνω σημείο, βέβαια, δεν εννοούμε ψευδεπίγραφους «συντονισμούς», κακέκτυπα αντίγραφα του ΠΑΜΕ και της λογικής του (δυστυχώς τέτοιες λογικές υπάρχουν πολλές – σε «μικρούς» και «μεγάλους»). Για να αποφευχθεί αυτό αλλά και για να είναι εφικτή μια πρόταση σαν αυτή που εκθέσαμε αμέσως πριν (του πραγματικού και οριζόντιου συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων), είναι αναγκαίο και κρίσιμο να πέσουν δυνάμεις για το ζωντάνεμα του πρωτοβάθμιου σωματείου και των διαδικασιών του. Χωρίς αυτό, λείπει η βάση συγκρότησης, χωρίς αυτό, η υπόλοιπη συζήτηση είναι πολύ αδύναμη.
Σίγουρο είναι ότι οι συνήθειες και οι αδράνειες που μας χαρακτηρίζουν (όλους, ασφαλώς) δε γίνεται να ξεπεραστούν σε μία μέρα. Σίγουρο όμως, επίσης, είναι ότι η καταιγιστική ταχύτητα που έχουν πάρει τα πράγματα μας πιέζει όλους να «υπερβάλουμε εαυτούς», να σκεφτούμε, να ανατρέψουμε και να δράσουμε σπάζοντας και αμφισβητώντας τις συνήθεις αυτές. Είναι σαφές (και υπάρχει μάλλον γενική συμφωνία σε αυτό) ότι δεν μπορούμε να πάμε όπως πηγαίναμε…
Πάνος Χουντής
Μέλος των Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών
Δημοσιεύτηκε στα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου