04 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΦΑΣΜΑΤΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ

του Βασίλη Σαμαρά
(εισαγωγικό σημείωμα του κειμένου "Οι βαθιές ρίζες του οπορτουνισμού" από το περιοδικό Αντίθεση τ. 9)

Ένα κάτι παραπάνω από απλό εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο «Οι Βαθιές Ρίζες του Οπορτουνισμού» γράφηκε πριν πέντε-έξι μήνες περίπου. Οι πολιτικές εξελίξεις, οι αναγκαιότητες που επιβάλλανε αλλά και τα όρια των
εκδοτικών μας δυνατοτήτων οδήγησαν στο να παραμείνει για όλο αυτό το διάστημα στο «συρτάρι». Τα ζητήματα ωστόσο που τίθενται σ’ αυτό δεν έχουν πάψει να έχουν το ενδιαφέρον, την σημασία αλλά και την επικαιρότητά τους. Πολύ περισσότερο που ειδικά στη χώρα μας η πολιτική, κομματική τους έκφραση (ΣΥΡΙΖΑ) έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει κυβέρνηση.

Διλήμματα και διλήμματα
Για το τι έγινε σ’ αυτή την περίοδο, ποια ζητήματα τέθηκαν και πώς απαντήθηκαν έχει κιόλας ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση, που μέλλεται -και είναι άλλωστε αναγκαίο- να συνεχιστεί.
Σ’ αυτές εδώ τις γραμμές, δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο μια και έτσι θα αδικούσαμε ένα ζήτημα που η σημασία του υπερβαίνει τα όρια ενός εισαγωγικού σημειώματος.
Μπορούν ωστόσο, έστω σε συντομία, να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις και συσχετισμοί με τα ζητήματα και τις απόψεις που θίγονται στο κείμενο που ακολουθεί.
Στις εκλογές της 17ης Ιούνη το σύστημα παρόλο το μεγάλο χτύπημα που δέχτηκε στις εκλογές της 6ης του Μάη, κατόρθωσε να ανασυνταχθεί. Να πετύχει το στόχο του. Τον σχηματισμό κυβέρνησης της αρεσκείας του. Όχι μακράς πνοής βέβαια αλλά τόσο ώστε να μπορέσει να απαντήσει στα άμεσα. Το κυβερνητικό πρόβλημα. Την προώθηση της πολιτικής του. Το κέρδισμα χρόνου ώστε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο την ανασυγκρότηση των δυνάμεών του. Διαθέτει άλλωστε δυνατότητες, μέσα και εφεδρείες.
Ως προς την ερμηνεία μιας τέτοιας εξέλιξης, αυτή -σε πρώτη ανάγνωση- συνδέεται με το ότι το σύστημα κατόρθωσε να επιβάλλει την ατζέντα του. Τα δικά του «διλήμματα». Ναι ή όχι στην ΕΕ, την ΟΝΕ, το Ευρώ ή την δραχμή. Να θέσει σε δεύτερη μοίρα τα πραγματικά προβλήματα του λαού. Έτσι το τελικό ερώτημα στο οποίο κλήθηκαν να απαντήσουν οι κάλπες αφορούσε πλέον το ποια πολιτική δύναμη θα αναλάβαινε την «αναδιαπραγμάτευση». Η Κεντροδεξιά λεγόμενη ή η Κεντροαριστερά.
Εδώ αναδείχνεται και το πραγματικό πρόβλημα. Το ότι ο λαός δεν ήταν σε θέση και δεν μπόρεσε να θέσει τα δικά του διλήμματα. Με τους δικούς του όρους. Να διεκδικήσει τις δικές του απαντήσεις. Συνακόλουθα και τα ερωτήματα. Πώς και γιατί έγινε έτσι και όχι αλλιώς. Μπορούσε και υπό ποιους όρους; Ερωτήματα που οφείλουμε να απαντήσουμε αν δεν θέλουμε να βρισκόμαστε ξανά και ξανά στην ίδια θέση. Αν θέλουμε να ανοίξουμε δικούς μας δρόμους. Να θέσουμε τα δικά μας διλήμματα. Να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις. Μια συζήτηση επίσης κεφαλαιώδους σημασίας με ανοιχτή σειρά από κρίσιμα ζητήματα.

Η αναμέτρηση και οι απαιτήσεις της
Εδώ ας σταθούμε σε ένα ζήτημα αποφασιστικής σημασίας. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε, κινούμαστε στο έδαφος μιας μεγάλης αναμέτρησης. Μορφή και έκφραση αυτής της αναμέτρησης υπήρξαν άλλωστε και οι εξελίξεις στη χώρα μας, ανεξάρτητα από το αν αντιμετωπίστηκαν σε μια τέτοια βάση απ’ όλες τις πλευρές.
Μιας αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που -σε παγκόσμια κλίμακα- εξελίσσεται εδώ και χρόνια και που η έκβασή της θα καθορίσει την μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο.
Την αναμέτρηση αυτή οι δυνάμεις του συστήματος και παρά τις οξύτατες μεταξύ τους αντιθέσεις, την αντιμετωπίζουν ενιαία, συγκροτημένα και με τον πιο αποφασιστικό έως ανελέητο τρόπο. Ακριβώς επειδή έχουν πλήρη συνείδηση το τι σημαίνει και τι διακυβεύεται.
Ανάλογη θα όφειλε να είναι η αντιμετώπισή της και από την «άλλη» πλευρά, καθώς ολοφάνερα η αντιμετώπιση των απαιτήσεων που θέτει μια τέτοια αναμέτρηση προϋποθέτει την συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων στο ανώτερο δυνατό επίπεδο. Μόνο που δεν είναι. Όσο για τις -συνολικές- αιτίες μιας τέτοιας κατάστασης αυτές αφορούν την συζήτηση που -όπως προαναφέρθηκε- παραμένει ανοιχτή.
Εδώ ας αρκεστούμε στην αναφορά (και πάλι περιορισμένη) του ρόλου και της επίδρασης που είχε σε κάτι τέτοιο η κυριαρχία στο κίνημα (για δεκαετίες) συγκεκριμένων ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων, αντιλήψεων και δυνάμεων. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει διαφορετικά. Ο πρώτος όρος για να ανταποκριθεί κανείς στις απαιτήσεις μιας αναμέτρησης είναι να την «αναγνωρίσει» σαν τέτοια. Σαν αναμέτρηση. Κάτι τέτοιο ωστόσο βρίσκεται έξω και ενάντια στους προσανατολισμούς, την λογική με την οποία κινούνται και πολιτεύονται αυτές οι δυνάμεις.

Ο εξωραϊσμός της βαρβαρότητας
Οι βασικοί όροι και αιτίες μιας τέτοιας αντίληψης βρίσκονται κατ’ αρχάς στον τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας. Μια θεώρηση που έχει την ταξική (μικροαστική) της βάση και αφετηρία. Τις ιδεοληψίες που «ανθίζουν» σ’ αυτό το έδαφος. Αυτές που τόσο περισσότερο αναπτύσσονται όσο λιγότερο τις αντιπαλεύει το κίνημα και όσο λιγότερο μπορεί να προβάλλει, να προσφέρει τις δικές του διεξόδους. Πιο συγκεκριμένα του κυρίαρχου στους καιρούς μας καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Η αντιμετώπισή του σαν της «μοναδικής πραγματικότητας» για το ορατό ιστορικό μέλλον και απέναντι στο οποίο δεν υπάρχει ορατή (σοσιαλιστική λ.χ.) εναλλακτική διέξοδος.
Η θεώρηση του συστήματος σαν οργανισμό που μπορεί να αυτομεταρρυθμίζεται με τις δικές του «εσωτερικές» λειτουργίες και με κινούσες δυνάμεις εκείνες που δημιουργούνται και αναπτύσσονται με βάση αυτές τις λειτουργίες.
Αυτή η θεώρηση αποτελεί την βάση, την αφετηρία στην οποία στηρίζονται και από την οποία απορρέουν τόσο η πολιτική τους κατεύθυνση όσο και το σύνολο των θεωρητικών, ιδεολογικών, πολιτικών τους αντιλήψεων που συνοδεύουν, «ντύνουν» και ενισχύουν αυτή την πολιτική κατεύθυνση και γραμμή.
Σ’ αυτήν πάντα τη βάση θεωρείται πως ο ρόλος της Αριστεράς είναι να κινείται, να αναζητάει τους δρόμους και τις απαντήσεις της μέσα στα πλαίσια και με τους όρους αυτής της «μοναδικής πραγματικότητας».
Να αναζητάει εκείνες τις λειτουργίες και δυνάμεις αυτομεταρρύθμισης του συστήματος, να τις στηρίζει και να στηρίζεται σ’ αυτές και σ’ αυτή τη συνεργασία να βλέπει την δύναμη που μπορεί να φέρει αλλαγές πάντα στα πλαίσια του συστήματος.
Με βάση αυτή την λογική και θεώρηση, «ερμηνεύουν» την βαρβαρότητα της επίθεσης του συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες, προσπερνώντας με «άνεση» έναν θεμελιώδη παράγοντα. Την συνολική ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών (ταξικών, πολιτικών, εσωτερικών και διεθνών) σε βάρος των λαών. Έτσι προτιμούν -βολεύονται- να την «ερμηνεύουν» σαν έκφραση και αποτέλεσμα της επικράτησης των «νεοφιλελεύθερων» αντιλήψεων στην οικονομία. Σε λαθεμένες επιλογές, την ανεπάρκεια των πολιτικών ηγεσιών και εν γένει σε καταστάσεις που μπορεί να «διορθωθούν». Αυτή η ελαφρά τη καρδία παράκαμψη της σημασίας ανατροπών κοσμογονικού χαρακτήρα με ιδεολογήματα αμφίβολης αξίας. αυτά τα φθηνά τερτίπια αντιστροφής, αντιμετάθεσης αιτίας και αποτελέσματος δεν είναι εκφράσεις απλώς ανεπάρκειας, ρηχότητας, ελαφρότητας. Το να θεωρήσουν αυτή την βαρβαρότητα σαν αυτή καθ’ αυτή έκφραση της φύσης και του χαρακτήρα του συστήματος, θα οδηγούσε σε κατάρρευση όλο το οικοδόμημα απόψεων και αντιλήψεων στο οποίο στηρίζονται. Το να την αντιμετωπίσουν σαν έκφραση μιας στρατηγικής του συστήματος, μη αναστρέψιμης (με την δική του θέληση και τις δικές του λειτουργίες) θα ανέτρεπε την πολιτική τους γραμμή, θα τους έβαζε μπροστά σε απαιτήσεις που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να εκπληρώσουν.

Αυταπάτες και πραγματικότητα
Αυτή η θεώρηση, αυτές οι αντιλήψεις βρίσκονται και στη βάση του τρόπου που πολιτεύτηκαν το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ που εκ των πραγμάτων είχε καθοριστικό ρόλο στις πρόσφατες εξελίξεις.
Σ’ αυτήν ακριβώς τη βάση και παρ’ όλες τις πιέσεις «από τα κάτω» παρέμενε αμετακίνητο θεμέλιο των πολιτικών προσανατολισμών και ιεραρχήσεων η πρόσδεση σε ΕΕ, η παραμονή στην ΟΝΕ, η «ευρωπαϊκή ιδέα». Με ανάλογο τρόπο σαν αυτόν που προαναφέρθηκε και πάντα στην ίδια βάση, «ερμήνευε» τις επιλογές της ΕΕ, την πολιτική της Γερμανίας, την στάση άλλων χωρών.
Από την άλλη μεριά θεωρούσε ότι αναπτύσσεται ισχυρή τάση αλλαγών στον ευρωπαϊκό χώρο μέσα από την άνοδο συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων και με κορυφαία έκφραση του πράγματος την εκλογή Ολάντ στη Γαλλία. Σ’ αυτό το ρεύμα ενέτασσε τον εαυτό του ο ΣΥΡΙΖΑ και σ’ αυτό ευελπιστούσε να βρει στήριξη των επιλογών του. Ακόμη περισσότερο μικρομεγαλίζοντας ανοήτως προέβαλε την άποψη ότι με την πολιτική του παίζει καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή την διαδικασία αναστροφής πορείας που θα οδηγούσε σε μια συνολική αναμόρφωση της Ευρώπης.
Όσον αφορά το πρώτο. Παρά την πλειάδα επιφανών οικονομολόγων που συνωστίζονται περί του ΣΥΡΙΖΑ αδυνατούν (στην πραγματικότητα δεν θέλουν) να δουν τους πραγματικούς όρους και αιτίες αυτών που συμβαίνουν. Το ότι δηλαδή η στάση της Μέρκελ -δηλαδή του γερμανικού κεφαλαίου- και όχι μόνο- δεν οφείλεται σε νεοφιλελεύθερες «εμμονές». Το ότι η άρνησή της στην έκδοση λ.χ. των ευρωομολόγων δεν έχει καμιά σχέση με γερμανικές «στενοκεφαλιές» και «πείσματα».
Αυτή η πολιτική συνδέεται κατ’ αρχάς με την αδιαπραγμάτευτη στρατηγική -συνολικά των δυνάμεων του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και όχι μόνο στην Ευρώπη- της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς. Ταυτόχρονα συναρτάται με τον εντεινόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Εδώ χάριν «οικονομίας» αυτού του σημειώματος, ας σταθώ μόνο στο ζήτημα των ευρωομολόγων, το οποίο έχει αναχθεί περίπου σε πανάκεια από τους οικονομολόγους μας.
Άμεση η σύνδεσή του με τον ανταγωνισμό και ειδικότερα τον πόλεμο κεφαλαίων που μαίνεται στους καιρούς μας. Τις αγωνίες όχι απλά και μόνο των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων κυρίως (σε σχέση συνάρθρωσης) μπροστά στο μη ανασχέσιμο φαινόμενο της συνεχούς απαξίωσης των κεφαλαίων (ή «κεφαλαίων») που παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να σωρεύουν. Σε πρόσφατες ανακοινώσεις του ο Τσ. Νταλάρα, ανάμεσα σε άλλα, ανάφερε πως μόνο κατά την διάρκεια των δύο χρόνων της ευρωπαϊκής κρίσης έχουν «χαθεί» 3-4 τρισεκατομμύρια δολάρια από το παγκόσμιο σύστημα «αξιών». (Το πόσα έχουν «χαθεί» από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 ούτε οι ίδιοι μπορούν να υπολογίσουν). Η αδυναμία αντιμετώπισης του προβλήματος που συνδέεται με τα γενικότερα αδιέξοδα του συστήματος έχει και τις «παρενέργειές» του. Μια απ’ αυτές είναι και οι συνεχείς προσπάθειες μετακύλισης κόστους από τη μια πλευρά στην άλλη. Οι πιέσεις λ.χ. των ΗΠΑ και Αγγλίας στους Ευρωπαίους να πάρουν πιο «αποφασιστικά» μέτρα δεν σχετίζονται με την επιφοίτηση του πνεύματος του Κέινς επί της κεφαλής του Ομπάμα, όπως φαντάζονται διάφοροι χρήσιμοι ηλίθιοι. Αυτό που επιδιώκεται είναι το να αναλάβει η ευρωπαϊκή πλευρά μια όσο γίνεται ευρύτερη χρέωση κάλυψης «αξιών» μέσω ευρωομολόγων, πιο εκτατικής νομισματικής πολιτικής ή όποιων άλλων οικονομικών «εργαλείων».
Ας μην ανησυχούν πάντως. Στην πορεία των πραγμάτων και ευρωομόλογα μπορεί να εκδοθούν και άλλα από τα προτεινόμενα μέτρα να παρθούν. Μόνο που σε καμιά περίπτωση δεν θα ‘ναι για να ωφελήσουν τους λαούς, ενώ με βάση τα συνολικά δεδομένα είναι πολύ αμφίβολο το αν θα μπορέσουν να απαντήσουν στα αδιέξοδα του συστήματος. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.
Απ’ εκεί και πέρα και ως προς την υποτιθέμενη άνοδο των δυνάμεων αλλαγής στην Ευρώπη, την απάντηση την έχουν δώσει ήδη αυτές οι δυνάμεις και ο κ. Ολάντ αυτοπροσώπως. Από την άποψη αυτή δεν υπάρχει τίποτε να προστεθεί εδώ γι’ αυτό το ζήτημα, όπως επίσης για την φιλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ να αναμορφώσει συνολικά την Ευρώπη που ειδικά αυτό αφήνεται στην διάθεση σχολιασμών του κάθε αναγνώστη.

Τα πρόσωπα του οπορτουνισμού
Αν τα όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα αποτελούν μέρος του «σώματος» ιδεολογικών πολιτικών απόψεων και αντιλήψεων με βάση τις οποίες κινήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτά είχαν και τις συγκεκριμένες πολιτικές τους εκφράσεις, συνέπειες και αποτελέσματα. Και πάλι όσο πιο σύντομα γίνεται.
Η γενική γραμμή στη βάση της οποίας κινήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια (περίοδος Αλαβάνου και επόμενα) ήταν αυτή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη». Ως προς το πρώτο, αυτό αφορούσε τον σχηματισμό «κεντροαριστερής» κυβέρνησης που περιλάμβανε ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ ή τουλάχιστον το «αριστερό» κομμάτι του. Αναγκαίες εδώ δύο διευκρινήσεις. Η κατεύθυνση αυτή αφορά την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στα επίπεδα του 4-5% και συνεπώς ανάλογο προβλέπεται το βάρος και οι ευθύνες του σ’ έναν τέτοιο σχηματισμό. (Με διαφορετικό τρόπο τέθηκε το ζήτημα αυτό μετά τις εκλογές της 6ης Μάη όταν ο ΣΥΡΙΖΑ από συμπληρωματική πρόβαλε σαν κύρια δύναμη ενός πιθανού τέτοιου σχήματος).
Δεύτερο, είναι προσχηματική και κάλπικη η απεύθυνση στο ΚΚΕ και ανήκει στο γενικότερο εμπόριο της «ενότητας της Αριστεράς». Όχι επειδή όπως είναι γνωστό κάτι τέτοιο το απορρίπτει η ηγεσία του ΚΚΕ αλλά επειδή δεν το θέλει και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. (θα εξηγηθεί αμέσως παρακάτω αυτό).
Το δικό του ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκαν, υλοποιήθηκαν αυτές οι κατευθύνσεις ή αλλιώς το σκέλος της «κινηματικής στήριξης». Και πάλι -αναγκαστικά- οι όποιες αναφορές θα ‘ναι περιορισμένες σε ορισμένες μόνο εκφράσεις του πράγματος.
Στην διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων οι λαϊκοί αγώνες που συνεχίζονταν από το προηγούμενο διάστημα γνώρισαν δύο κορυφώσεις. Αναφέρομαι σ’ εκείνες κατά τις οποίες εκατοντάδες χιλιάδες λαού κατέκλυσαν το κέντρο της Αθήνας αλλά και σχεδόν όλων των μεγάλων πόλεων της χώρας. Ή όπως θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι περιπτώσεις όπου εκ των πραγμάτων ενώθηκαν οι «δρόμοι» με τις «πλατείες». Που άντεξε τις λυσσασμένες επιθέσεις των δυνάμεων της καταστολής που εξαπέλυσε ενάντιά τους το σύστημα. Μια συνένωση που θορύβησε το σύστημα, που πανικόβαλλε τις πολιτικές του δυνάμεις, τις απονομιμοποίησε οδηγώντας τελικά σε πτώση την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα μια συνένωση που έδειξε και τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών και τις δυνατότητες της λαϊκής πάλης αλλά και των μορφών, δρόμων και τρόπων για την παραπέρα ανάπτυξη, ενοποίηση, συγκρότησή της. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν το ήθελε καμιά από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις και δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτές του συστήματος. Αναφέρομαι στις δυνάμεις της Αριστεράς.
Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν ήθελε επειδή κάτι τέτοιο την έβγαζε από την πραγματική πολιτική της γραμμή και την έσπρωχνε στον δρόμο της αναμέτρησης με το σύστημα. Την γραμμή της αυτοσυντήρησης με βάση την οποία κινούνταν όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή που η βροντερή «κομμουνιστική» ρητορεία της έδινε το πρόσημο. Που ο υποτιθέμενος στόχος της Λαϊκής Εξουσίας τής πρόσφερε ένδυμα πολιτικής γραμμής. Που η «αδιάλλακτη» αντίθεση στον αναθεωρητισμό πρόσφερε άλλοθι στον περιχαρακωμένο αναχωρητισμό της. Που οι κατά περιπτώσεις «παραδειγματικού» χαρακτήρα παρεμβάσεις χρησιμοποιούνταν ως βαλβίδες εκτόνωσης των αγωνιστικών διαθέσεων των μελών της.
Που το σταθερό για χρόνια προβάδισμά της απέναντι σε ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ προβαλλόταν ως «επιβεβαίωση της γραμμής» της ενώ ταυτόχρονα τής δημιουργούσε την αίσθηση ότι μπορούσε να επαναπαύεται σ’ αυτό.
Τίποτε ωστόσο δεν μπορούσε να αναιρέσει το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν αναλάβαινε τις ευθύνες που αντιστοιχούν σε ένα κομμουνιστικό κόμμα.
Και αν αυτό μπορούσε -όσο- να συγκαλύπτεται ως δημόσια εικόνα αυτό δεν ίσχυε απέναντι στην πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Και όπως επανειλημμένα έχει επισημανθεί από αυτήν εδώ την πλευρά, από τις απαιτήσεις που θέτει η ταξική πάλη δεν μπορεί να ξεφύγει τελικά κανείς. Έτσι λοιπόν και στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηγεσία του ΚΚΕ θεώρησε ότι μπορεί να αποφύγει το πρόβλημα διά τις αποχώρησης. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζει πλέον. Το αν θα «διδαχτεί» παραμένει αμφίβολο.

Ποιους θεώρησε εχθρούς ο ΣΥΡΙΖΑ
Αλλά ας επιστρέψουμε στον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος επίσης ήταν αντίθετος σε έναν τέτοιο προσανατολισμό και μάλιστα υποστήριξε ενεργητικά αυτή του την πολιτική. Ας σταθούμε κατ’ αρχάς σ’ ένα ζήτημα που είχε αποφασιστική επίδραση στην διαμόρφωση τάσεων, αντιλήψεων, κατευθύνσεων της «πλατείας». Το «όχι κόμματα, όχι συνδικάτα» που έγινε η σημαία που συγκάλυπτε τον καιροσκοπισμό, την υποκρισία και την αθλιότητα των δυνάμεων που την στήριξαν.
Επειδή, ολοφάνερα, κόμματα υπήρχαν στην «πλατεία» και πρώτα απ’ όλα ο ΣΥΡΙΖΑ που έλεγχε την οργανωτική επιτροπή στην πλατεία-κλειδί του Συντάγματος αλλά και αλλού. Αλλά αυτή η αθλιότητα είχε συγκεκριμένες οπορτουνιστικές πολιτικές στοχεύσεις.
Τον αποκλεισμό κομμάτων και οργανώσεων κομμουνιστικής αναφοράς, των αντίστοιχων απόψεων, θέσεων, πολιτικών προτάσεων.
Την αποτροπή «συνάντησης» εργατικών μαζών με τον κόσμο της πλατείας, μια επαφή που θα μπόλιαζε και με άλλες αντιλήψεις, θα διαμόρφωνε άλλο κλίμα, θα ενίσχυε άλλους όρους, τάσεις και κατευθύνσεις. Έτσι έμενε ελεύθερο το έδαφος για την προώθηση απόψεων και αντιλήψεων των πολιτικών προτάσεων που προωθούσε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πριν περάσουμε ωστόσο σ’ αυτό ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό που είναι ολοφάνερο. Ποια πρόταση στο ΚΚΕ και ποια ενότητα της Αριστεράς με όλα αυτά; Υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική απάτη από το να απευθύνεις πρόταση «ενότητας» σε πολιτικές δυνάμεις την ίδια στιγμή που ορθώνεις τείχη αποκλεισμού τους; Αν δείχνει κάτι αυτό και μάλιστα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, είναι το σε ποια πλευρά έβλεπε ο ΣΥΡΙΖΑ τον κύριο εχθρό της πολιτικής του. Μια επιλογή που την υπηρέτησε με τις πιο άθλιες μεθοδεύσεις και την στήριξε ακόμη και με τραμπουκισμούς και μάλιστα σε αγαστή σύμπραξη με ακροδεξιούς και άλλες «πατριωτικές» δυνάμεις ενάντια σε όσους (το ΚΚΕ(μ-λ) λ.χ.) επεχείρησαν να αμφισβητήσουν έμπρακτα το πολιτικό απαρτχάιντ που θέλησε να επιβάλει. Ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τέτοιες και παρόμοιες κινήσεις έδειξε το πού έβλεπε τους πιθανούς του συμμάχους.

Ποιοι οι «φίλοι» του καιροσκοπισμού
Ένα σοβαρό ζήτημα υπήρξε -και υπάρχει- σε σχέση με την μονομέρεια της κριτικής που ασκούνταν. Μια κριτική που επικεντρωνόταν στα πολιτικά κόμματα που άσκησαν την εξουσία. Η κριτική, η καταγγελία αυτών των κομμάτων είναι φυσικά όχι μόνο θεμιτή αλλά απόλυτα αναγκαία. Το ότι ωστόσο και με «ασπίδα» αυτή την μονομέρεια αφήνονταν στο απυρόβλητο οι ευθύνες της κεφαλαιοκρατίας, της ΕΕ, του ιμπεριαλισμού είναι ένα άλλο ζήτημα. Είναι μια επιλογή που δίνει άλλα χαρακτηριστικά και άλλη πολιτική ταυτότητα σ’ αυτή την κριτική καθώς και στο έδαφος αυτής της μονομέρειας καρπίσανε και διαμόρφωσαν κλίμα και κάποια άλλα συνθήματα και «κριτικές». Ενάντια -γενικά και χωρίς καμιά διάκριση- στα κόμματα, τους πολιτικούς, την πολιτική, τους τριακόσιους, την Βουλή κ.λπ.
Θέσεις, συνθήματα, πολιτική λογική που έφερναν σε παράλληλη γραμμή αυτές τις «αριστερές» με πασοκογενείς και άλλες «πατριωτικές» δυνάμεις. Η πρόταση -προεκλογικά- σε Καμένο για αμοιβαία στήριξη και αργότερα στον Αρσένη για πρωθυπουργό κοινής αποδοχής δεν πέσανε από τον ουρανό. Εκεί σ’ αυτό το κλίμα και σ’ αυτή την πολιτική λογική κυοφορήθηκαν.
Σε μια τέτοια βάση «φυσιολογικά» αναδείχθηκαν, προβλήθηκαν σαν κεντρικού χαρακτήρα συνθήματα το «να πέσει η κυβέρνηση», «να χτυπηθεί ο δικομματισμός», «να γίνουν εκλογές». Ώστε να αναδειχτεί μια άλλη -κεντροαριστερή- κυβέρνηση.
Το ότι στο όνομα της «άμεσης δημοκρατίας» καλούνταν «ειδικοί» να μιλάν επί ώρες σ’ ένα βουβό ακροατήριο δείχνει το πώς αντιλαμβάνονταν την Δημοκρατία (άσε πια την άμεση).
Το ότι στο σύνολό τους ανήκαν στο ευρύτερο φάσμα ιδεολογικών πολιτικών τάσεων και αντιλήψεων που ανήκε και ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει το πώς αντιλαμβανόταν την «ανταλλαγή απόψεων» (ου μην αλλά και την «ενότητα» της Αριστεράς).
Το κύριο ωστόσο βρίσκεται στο ποιο πολιτικό κλίμα καλλιεργούσαν με όλα αυτά, ποια πολιτική κατεύθυνση διαμόρφωναν, αναδείκνυαν και προωθούσαν. Ο κόσμος της πλατείας μαζί με την δίκαια οργή και αγανάκτησή του έφερε και ορισμένα χαρακτηριστικά. Ένα απ’ αυτά ήταν και μια τάση αναζήτησης δρόμων και τρόπων «επιστροφής» στην προηγούμενη, αν όχι καλή, τουλάχιστον «ανεκτή» κατάσταση.
Μια τάση μάλιστα, και είναι αυτό που της προσδίδει ευρύτερες διαστάσεις και σημασία, χαρακτήριζε τις διαθέσεις των μικρομεσαίων στρωμάτων στη χώρα μας, που χτυπήθηκαν βίαια από την διεύρυνση της επίθεσης του συστήματος.
Τόσο αυτή όσο και σειρά άλλων λαθεμένων αντιλήψεων και αναμενόμενες και «φυσιολογικές» είναι για έναν κόσμο που η σχέση του με την πολιτική ως τότε ήταν απλώς να ψηφίζει στις κάθε εκλογές (και στο μεγαλύτερο μέρος του ΠΑΣΟΚ και ΝΔ). Το ζήτημα πάντα βρίσκεται στο τι είδους παρέμβαση γίνεται σ’ αυτό και προς ποια κατεύθυνση.
Μια πραγματική αριστερή δύναμη θα όφειλε να γνωρίζει ότι «επιστροφή» δεν υπάρχει. Ότι αυτά που έρχονται (και τα καλά και τα κακά) θα πραγματοποιηθούν στη βάση των νέων δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί στον κόσμο. Ότι θα διαμορφωθούν σε συνθήκες και με όρους οξύτατης αντιπαράθεσης και πάλης.
Αυτή την πραγματικότητα θα όφειλε να γνωστοποιήσει στον κόσμο. Σ’ αυτή τη βάση να τον διαφωτίσει, προετοιμάσει, οργανώσει, συγκροτήσει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έπραξε τα ακριβώς αντίθετα. Αποδέχτηκε, αναπαρήγαγε, ενίσχυσε αυτές τις τάσεις και αντιλήψεις. Στήριξε και στηρίχτηκε στη λογική της «επιστροφής», την έκανε θεμέλιο της σχέσης του με αυτό τον κόσμο. Αποκόμισε σημαντικά (εκλογικά) κέρδη απ’ αυτό. Θα εισπράξει στην πορεία τις συνέπειες από το ότι αυτή η σχέση στηρίζεται σε μια αυταπάτη.
Αυτή η πολιτική πρακτική είχε και τις «παρενέργειές» της. Αναφέρομαι στην εμφάνιση της «Χρυσής Αυγής». Βεβαίως το ζήτημα τού από ποιους, πώς και με ποιους στόχους προωθείται η ΧΑ έχει ευρύτερες διαστάσεις και έτσι ή αλλιώς θα μας απασχολήσει όλους.
Αναφέρομαι στο γεγονός της αποδοχής και νομιμοποίησης της δράσης ακροδεξιών δυνάμεων μέχρι μάλιστα και συνεργασίας με αυτές στην «περιφρούρηση» της πλατείας από τους … «κομμουνιστές»! Αυτό που είναι σαφές είναι πως στη φάση εκείνη η ΧΑ από τις μετρημένες εστίες της σε ορισμένες γειτονιές μεταπήδησε στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Εκεί, στο Σύνταγμα, ενθαρρύνθηκε, ισχυροποιήθηκε, «νομιμοποίησε» την παρουσία της, εκεί συγκρότησε την βάση τής μετέπειτα εξόρμησής της σε πανελλαδική κλίμακα. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις αναμφισβήτητα αντιφασιστικές διαθέσεις των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν σοβαρές ευθύνες τόσο αυτές όσο και άλλες δυνάμεις που αντιμετώπισαν σειρά ζητημάτων καιροσκοπικά και με ασυγχώρητη ελαφρότητα.

Ανάμεσα σε αντίρροπες πιέσεις
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μάη αποτέλεσε αιφνιδιασμό και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Από μια δύναμη της τάξης του 4 με 5% εκτοξεύτηκε στο 17% και με τάσεις ακόμη μεγαλύτερης ανόδου.
Από κόμμα «συμπληρωματικό» στο πολιτικό κυβερνητικό σχήμα στο οποίο προσέβλεπε (Κεντροαριστεράς) μετατράπηκε στο κύριο και ηγετικό.
Από πολιτική δύναμη που είχε συνηθίσει στην άνεση της επιθετικής και ανέξοδης καταγγελίας και κριτικής σε δύναμη που ίσως αναλάμβανε κυβερνητικές ευθύνες και μάλιστα με κύριο ρόλο.
Εκεί κάπου βραχυκύκλωσε. Εκεί άρχισαν να του βγαίνουν όλες οι αντιφάσεις, πολύ περισσότερο καθώς λειτουργούσε πλέον κάτω από διπλή πίεση. Από «πάνω» και από «κάτω».
Λέγοντας από πάνω δεν εννοώ μόνο τις ασφυκτικές πιέσεις που του ασκήθηκαν από ντόπιους και ξένους παράγοντες και με στόχο την ευθυγράμμιση και προσαρμογή του.
Εννοώ πρώτα απ’ όλα την ίδια την ιδεολογική πολιτική βάση της ύπαρξής του που έμπαινε σε δοκιμασία. Την επίγνωση (όση και όσων) από τους επιτελείς του ότι όλα αυτά τα περί καταγγελίας του Μνημονίου κ.λπ. σήμαιναν σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος εντός και εκτός Ελλάδας.
Μια σύγκρουση που ούτε την ήθελαν ούτε την μπορούσαν. Που δεν την ήθελαν γιατί ερχόταν σε αντίθεση με την ίδια την φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ. Τις ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις που τον συγκροτούσαν. Τις πολιτικές του ιεραρχήσεις και επιλογές. Τον ευρωπαϊκό του προσανατολισμό. Τον ρεφορμιστικό του χαρακτήρα. Την επίγνωση (όση και όσων από τους επιτελείς του την είχαν) ότι το εκλογικό του ποσοστό δεν έκφραζε καθόλου αντίστοιχες δυνάμεις πραγματικής στήριξης μιας τόσο δύσκολης επιλογής.
Ταυτόχρονα είχε την πίεση από τα «κάτω». Ενός κόσμου που κάτω από το βάρος των δικών του προβλημάτων, της οργής και της αγανάκτησής του ενάντια στις κυβερνώσες ως τότε πολιτικές δυνάμεις έδωσε την -εκλογική- του στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ. Επένδυσε σ’ αυτόν τις όποιες ελπίδες και προσδοκίες του.
Μόνο που όσοι επιτελείς του ΣΥΡΙΖΑ διατηρούσαν επαφή με την πραγματικότητα γνώριζαν πόσο ασταθής ήταν αυτή η στήριξη. Πόσες αυταπάτες εμπεριείχε για γρήγορη και εύκολη επιστροφή εις την προτεραίαν. Αυταπάτες που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καλλιεργήσει και στηρίξει. Πόσο εύκολα μια τέτοιου είδους στήριξη θα μετατρεπόταν σε οργή ενάντια στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ στις πρώτες και αναπόφευκτες δοκιμασίες και αδιέξοδα.
Από την άλλη δεν είναι και από τα πιο εύκολα των πραγμάτων να απαρνηθεί κανείς ένα τέτοιο «δώρο» που του προσφέρανε οι εξελίξεις. Από δύναμη που αγωνιούσε κάθε φορά για το αν θα πιάσει το όριο εισόδου στη Βουλή, να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη πρώτης γραμμής. Ούτε βέβαια χωρούσε στην καιροσκοπική τους λογική να ζητούσαν την στήριξη του λαού στη βάση των πραγματικών δεδομένων. Του ξεκαθαρίσματος του πώς έχουν τα πράγματα, τι σημαίνει η κάθε επιλογή και ποιες απαιτήσεις θέτει.

Αντιφάσεις και ελαφρότητες
Εξ ου και οι αντιφατικές δηλώσεις και διακηρύξεις στελεχών του όλο αυτό το διάστημα. Ένα πραγματικό αλαλούμ. Μέσα ωστόσο από αυτές τις αντιφάσεις άρχισε να διακρίνεται και να μορφοποιείται η κύρια κατεύθυνση.
Η νομοθετική κατάργηση του Μνημονίου έγινε «πολιτική καταγγελία». Οι διακηρύξεις πίστεως σε ΟΝΕ-ΕΕ εναλλάσσονταν με αποκηρύξεις «μονομερών ενεργειών». Ήρθε και η κρυάδα που εισέπραξαν από τον Ολάντ που τόσες ελπίδες είχαν στηρίξει στην εκλογή του και τους αποτελείωσε. Η κατεύθυνση της «σκληρής» (όλα κι όλα) αναδιαπραγμάτευσης άρχισε να δεσπόζει πάνω σε όποιες ενστάσεις συνέχιζαν να διατυπώνονται.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση καιροσκοπισμού, αντιφατικότητας αλλά και ελαφρότητας με την οποία αντιμετωπίζονταν τα ζητήματα που τους τέθηκαν βρίσκονται στην επιχειρηματολογία που ανέπτυσσαν για να στηρίξουν εκδοχές των επιλογών τους.
Η ευκολία λ.χ. με την οποία διεκήρυτταν πως άλλο το Μνημόνιο, άλλο η δανειακή σύμβαση κι άλλο το PSI. Αλλά ας αφήσουμε αυτή την αλχημεία στον χώρο της. Ας περάσουμε σε πιο «βαριά» επιχειρήματα. Στην εκτίμηση ότι οι Ευρωπαίοι «δεν μπορούν» να μας βγάλουν από ΟΝΕ, ΕΕ, επειδή, λέει, δεν υπάρχει νομικά τέτοια δυνατότητα.
Στο ότι δεν θέλουν και δεν θα επιχειρήσουν κάτι τέτοιο επειδή αυτό θα είχε μεγάλο κόστος για την ΕΕ και συνολικά για το σύστημα.
Ως προς το πρώτο αναρωτιέται κανείς αν πρόκειται για άποψη πολιτικής δύναμης (με κυβερνητικές μάλιστα φιλοδοξίες) ή εκδήλωση τύπου «παιδικής χαράς». Επειδή ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έτσι έχει νομικά το θέμα, ο οποιοσδήποτε έχει μια στοιχειώδη (και μάλιστα αριστερή) πολιτική εμπειρία γνωρίζει ότι αυτό δεν έχει καμιά πραγματική βάση. Ότι αν -για οποιοδήποτε λόγο- οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πάρουν μια τέτοια απόφαση θα βρουν τους πρακτικούς, οικονομικούς, πολιτικούς αλλά και νομικούς τρόπους να την υλοποιήσουν.
Μεγαλύτερη υπόσταση διεκδικεί το δεύτερο επιχείρημα. Πράγματι οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν θέλουν (τουλάχιστον μέχρις ώρας) να αποβάλλουν την Ελλάδα και καμιά άλλη χώρα από ΟΝΕ-ΕΕ και για λόγους που σχετίζονται με την δική τους πολιτική, τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό το ίδιο ωστόσο προσδιορίζει τόσο τον χαρακτήρα όσο και τα όρια αυτής της πολιτικής στάσης. Αυτή η σχέση πραγμάτων ισχύει μόνο εφόσον και για όσο υπηρετεί αυτές τις επιλογές και αυτά τα συμφέροντα και καθόλου αν τις αναιρεί ή τα υπονομεύει. Το να αγνοεί κανείς αυτή την πραγματικότητα δεν δείχνει τίποτε άλλο από το κενό αέρος στο οποίο κινείται. Από την άλλη μεριά και από άποψη ουσίας τέτοιες ελαφρού τύπου επινοήσεις στο μόνο που χρησιμεύουν είναι στο να αποτελούν το ένδυμα μιας «ένδοξης» υποχώρησης.
Τελικά οι εκλογές της 17ης Ιούνη εκτός από την -όποια- λύση προσέφεραν στις δυνάμεις του συστήματος, «έλυσαν» και το «δίλημμα» του ΣΥΡΙΖΑ. Του προσέφεραν την ικανοποίηση για την άνοδο των ποσοστών του και την κατοχύρωση της δεύτερης θέσης. Την «ανακούφιση» για την «απώλεια» της πρώτης.

Διδάγματα που αναζητούν αποδέκτες
Μετά από σειρά αγώνων και αντιπαραθέσεων που αναπτύχθηκαν όλο αυτό το διάστημα απέναντι στην πολιτική του συστήματος. Μετά από εναλλαγές κυβερνήσεων και δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, τα προβλήματα του λαού παραμένουν ίδια και αναπάντητα. Ακόμη περισσότερο, αναμένεται να οξυνθούν καθώς η επίθεση ενάντιά του αναμένεται να συνεχιστεί. Αυτός άλλωστε είναι ο ρόλος και της νέας κυβέρνησης. Αυτό το έργο έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει. Όλη αυτή η περίοδος προσφέρεται για την συναγωγή πολλών και χρήσιμων διδαγμάτων.
Το θέμα είναι αν οι δυνάμεις που τις αφορά αυτό διατίθενται και μπορούν να τα βγάλουν.
Όπως και να ’χει, εδώ μπορούν να επισημανθούν ορισμένα βασικά ζητήματα. Το πρώτο και που έχει άμεση σχέση με τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν όλο αυτό το διάστημα είναι το να τονιστεί για άλλη μια φορά πως «επιστροφή» δεν υπάρχει. Τα νέα δεδομένα που διαμορφώνουν οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, στον κόσμο, την Ευρώπη και την χώρα μας, ορίζουν τους όρους των απαντήσεων («καλών» ή «κακών») που μπορούν να δοθούν. Ορίζουν το πεδίο και τις δυνάμεις που μπορούν να τις δώσουν, αναμετρώμενες, συγκρουόμενες μεταξύ τους.
Σ’ αυτό το πεδίο συνεχίζουμε να κινούμαστε. Στο πεδίο της μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς και συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που όπως προαναφέρθηκε θα καθορίζει την μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο.
Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν θέση κανενός είδους αυταπάτες και ψευδαισθήσεις για εύκολες, γρήγορες και ανέξοδες λύσεις.
Αυτό σημαίνει ότι οφείλουμε να προσανατολιστούμε επίμονα, αποφασιστικά, μαχητικά στην κατεύθυνση της ολόπλευρης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων.
Της μόνης που μπορεί να διαμορφώσει όρους και προϋποθέσεις πραγματικής απάντησης στα προβλήματα και τις προσδοκίες των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Μέσα στην πάλη και μέσα από την πάλη.
Μέσα από την ανάπτυξη της Αντίστασης και της πάλης που έτσι κι αλλιώς είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί απέναντι στην επίθεση που θα συνεχίσει να προωθεί ενάντια στον λαό και τη νεολαία και η νέα κυβέρνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: