Έλληνας δεν είμαι, ούτε μουσικός κι ούτε καν καπνίζω
Αλλά, το ρεμπέτικο, αυτό το σύμπαν με το αναρχικό πνεύμα με παρέσυρε από τότε που το ανακάλυψα.
Στην αρχή μου κίνησε το ενδιαφέρον το περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε, μέσα στις κακόφημες γειτονιές, στις φυλακές, στους τεκέδες, στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης.
Μετά σαγηνεύτηκα από τις μορφές του ρεμπέτικου, τους μουσικούς, τους ρεμπέτες, τους περιθωριακούς, αδέλφια στη δυστυχία και στην εξορία.
Ξεριζωμένοι από τη Μικρά Ασία και τα παράλιά της, επιβίωσαν ζώντας σε παράγκες στα λιμάνια των μεγάλων πόλεων.
Η θεματολογία του ρεμπέτικου, το οποίο γεννήθηκε στη δεκαετία του 1920, συγκρίνεται μ’ αυτή των πορτογαλικών φάντος, του αργεντίνικου ταγκό.
Κάποιοι το ονομάζουν ελληνικό μπλουζ.
Ο σημαντικότερος χορός του, το ζεϊμπέκικο χορεύεται βαριά, υπνωτιστικά, με τα μάτια κλειστά. Ο χορευτής σηκώνεται και κάνει τις φιγούρες του στριφογυρίζοντας αργά, με τα βήματά του να ακολουθούν τις αποχρώσεις της μελωδίας.
Σ’ αυτή τη μουσική διακρίνεται η βαθύτατη σχέση της Ανατολής και της Δύσης.
Σ’ αυτή τη μουσική βρίσκει κανείς τον πόνο της ξενιτιάς, τη γοητεία των λιμανιών, τις τσάρκες των ξενύχτηδων, τους χαμένους τους έρωτες. Την ήττα και το χιούμορ.
Όταν γεννήθηκε το ρεμπέτικο, το κοινό και οι μουσικοί ήταν αδέρφια…
Οι παρίες, τα κατακάθια της κοινωνίας που τραγουδούσαν μ’ εκείνη τη βραχνή φωνή, ενοχλούσαν…
Αντε, τώρα να καταλάβεις.
Το 1936, ο εθνικιστής δικτάτορας Μεταξάς κατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα και αποφάσισε ότι αυτοί οι περιθωριακοί και τα τραγούδια τους έπρεπε να συμμορφωθούν.
Με αυτό τον πρόλογο, ο Prudhomme μας μεταφέρει στο μαγευτικό του εικονογραφημένο βιβλίο Το κακό βοτάνι. Ένα ταξίδι στις - εν μία νυκτί - περιπέτειες της τετράδας, που πρωταγωνιστεί στην ιστορία μας και δεν είναι άλλη από την γνωστή Τετράδα του Πειραιά (παραλλαγμένη).

Κλείνοντας αυτό το ταξίδι, ο συγγραφέας/εικονογράφος τελειώνει την ιστορία του με τους στίχους του τραγουδιού Κουβέντα με το χάρο.
Το Χάρο τον αντάμωσαν
πεντ έξι χασικλήδες
να τον ρωτήσουν πώς περνούν
στον Άδη οι μερακλήδες.
Πες μας, βρε χάρε, να χαρείς
το μαύρο σου σκοτάδι:
Έχουν χασίσι, έχουν λουλά
οι βλάμηδες στον Άδη;
Πες μας αν έχουν μπαγλαμά
μπουζούκια και γλεντάνε.
Έχουν τεκέδες, έχουν τσαρδί
που παν’ και την τραβάνε;
Πες μας αν έχουν γκόμενες
μανίτσες και γουστάρουν
τον ναργιλέ να κάνουνε
ντουζένι να φουμάρουν.
να τον ρωτήσουν πώς περνούν
στον Άδη οι μερακλήδες.
Πες μας, βρε χάρε, να χαρείς
το μαύρο σου σκοτάδι:
Έχουν χασίσι, έχουν λουλά
οι βλάμηδες στον Άδη;
Πες μας αν έχουν μπαγλαμά
μπουζούκια και γλεντάνε.
Έχουν τεκέδες, έχουν τσαρδί
που παν’ και την τραβάνε;
Πες μας αν έχουν γκόμενες
μανίτσες και γουστάρουν
τον ναργιλέ να κάνουνε
ντουζένι να φουμάρουν.
Πες μας, βρε χάρε, να χαρείς:
Τι κάνουνε τ’ αλάνια,
βρίσκουν νταμίρα, έχουν λουλά
για κάθουνται χαρμάνια;
Πάρε δυο δράμια Προυσαλιό
και πέντε μυρωδάτο
και δώσε να φουμάρουνε
τ’ αδέλφια μας κει κάτω.
Κι όσοι μαχαιρώθηκανε
και πήγανε στον Άδη,
για πες μας, γιατρευτήκανε
ή λιώσαν στο σκοτάδι;
Κι όσοι από καρασεβντά
τρελάθηκαν και πάνε,
πες μας, τους πέρασε ο νταλγκάς
ή ακόμα αγαπάνε;
Πες μας τι κάνουν οι φτωχοί,
πρεζάκηδες κι εκείνοι;
Πάρε να δώσεις και σ’ αυτούς
λιγάκι κοκαΐνη.
βρίσκουν νταμίρα, έχουν λουλά
για κάθουνται χαρμάνια;
Πάρε δυο δράμια Προυσαλιό
και πέντε μυρωδάτο
και δώσε να φουμάρουνε
τ’ αδέλφια μας κει κάτω.
Κι όσοι μαχαιρώθηκανε
και πήγανε στον Άδη,
για πες μας, γιατρευτήκανε
ή λιώσαν στο σκοτάδι;
Κι όσοι από καρασεβντά
τρελάθηκαν και πάνε,
πες μας, τους πέρασε ο νταλγκάς
ή ακόμα αγαπάνε;
Πες μας τι κάνουν οι φτωχοί,
πρεζάκηδες κι εκείνοι;
Πάρε να δώσεις και σ’ αυτούς
λιγάκι κοκαΐνη.
Εξίσου σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο επίλογος της ιστορίας μας:
Ναι, το ρεμπέτικο σήμερα έγινε λαϊκή μουσική, ένας πραγματικός θεσμός στην Ελλάδα... φυσικά με κάποιες μικροεπεμβάσεις...
Η ιστορία που διαβάσατε είναι γέννημα φαντασίας.
Οι βασικοί χαρακτήρες, οι πρωταγωνιστές δανείστηκαν τα χαρακτηριστικά, ακόμη και τα ονόματα, από τους πραγματικούς ρεμπέτες.
Για να περιγράψω αυτή τη βραδινή βόλτα, έκανα μια μυθιστορηματική βιογραφία.
Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα δεν είναι καθόλου τυχαία.
Σίγουρα τυχαίος είναι όμως ο τρόπος με τον οποία χρησιμοποίησα κάποια πραγματικά περιστατικά στο χτίσιμο της πλοκής.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης φυσικά είναι πασίγνωστος. Είναι ο πατριάρχης του ρεμπέτικου.
Γραμμοφώνησε πολλά τραγούδια με ακαταμάχητο ρυθμό.
Επαιξε στην ίδια κομπανια με τον Γιώργο Μπάτη. Ο Μπάτης που είχε ένα μικρό καφενεδάκι, ήταν κι αυτός μία από τις μυθικές φιγούρες του ρεμπέτικου. Γραφικός τύπος, ονομαζόταν "ο βασιλιάς του Πειραιά" και φερόταν σαν αριστοκράτης. Σταμάτησε να ηχογραφεί δίσκους μόλις επιβλήθηκε η λογοκρισία του Μεταξά. Τον έθαψαν με το μπαγλαμαδάκι του.
Στην ξακουστή κομπανία, που ονομαζόταν "η Τετράς του Πειραιά", εκτός από τον Βαμβακάρη και τον Μπάτη συμμετείχε και ο Ανέστος Δελιάς (αλλιώς Αρτέμης). Ο πραγματικός Αρτέμης χάθηκε μέσα στα σκληρά ναρκωτικά και πέθανε το 1942, σε ηλικία 34 ετών. Τον βρήκαν πεθαμένο στον δρόμο να σφίγγει στην αγκαλιά του το μπουζούκι του.
Ο χαρακτήρας που ονομάζεται Σταύρος έχει κάποια χαρακτηριστικά του Γιάννη Παπαϊωάννου. Ο Παπαϊωάννου στην πραγματικότητα δεν συμμετείχε στην "Τετράδα", στην ιστορία μου όμως αντικαθιστά μια άλλη, επίσης θρυλική μορφή του ρεμπέτικου, τον Στράτο Παγιουμτζή ή Τεμπέλη, ο οποίος περιγράφεται ως μεγάλος πλακατζής. Ο Παγιουμτζής, ιδιαίτερα αγαπητός και σεβαστός από όλους, πέθανε την ίδια χρονιά με τον Μάρκο, το 1972.
Αυτό το βιβλίο οφείλει πολλά σε πολλούς και σε πολλά έργα. Θα αναφέρω εδώ μόνο μερικά ονόματα, αλλά με μεγάλη μου χαρά: Κατ' αρχάς τους "Potes boloniaises", συγκρότημα που παίζει καταστροφική μουσική. Αυτοί ήταν η αιτία για να γεννηθεί αυτή η ρεμπέτικη φαντασία...
Τον Michel Roux, ο οποίος πολύ πρόθυμα μου εξήγησε πολλές σημαντικές έννοιες του ρεμπέτικου και μου παραχώρησε ανέλπιστα ένα τεράστιο αρχείο τεκμηρίωσης.
Ολη την ομάδα του εκδοτικού οίκου Futuropolis για την υποστήριξη τους και την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν, παρά τις αντισυμβατικές μεθόδους εργασίας που ακολουθώ.
Για τη δημιουργία αυτού του έργου ο συγγραφέας είχε την υποστήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου της Γαλλίας
Ευχαριστώ τους φίλους μου.
πηγή: Résistance Toujours


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου