Η Ουκρανία ήταν η τρίτη σε μέγεθος, μετά τη Ρωσία και το Καζακστάν, και η δεύτερη σε πληθυσμό, μετά τη Ρωσία, δημοκρατία της ΕΣΣΔ. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη χώρα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην ΕΕ και τη Ρωσία. Και αυτή η εξέλιξη ήδη κλείνει μέσα της πολλές ανατροπές. Η Ουκρανία, μαζί με τη Λευκορωσία, αποτελούν για τη Ρωσία αυτό που θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς «η ευρωπαϊκή διάσταση της Ρωσίας». Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από μια απλή μελέτη της ιστορικής διαδρομής της από τον 12ο αιώνα.
Με συγκεκριμένη κρατική οντότητα προέκυψε στις 30 Δεκεμβρίου 1922 ως μία από τις ιδρυτικές δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης. Διευρύνθηκε προς τα δυτικά λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και νοτιοανατολικά το 1954 με τη μεταφορά της Κριμαίας. (Ως γνωστόν η Κριμαία προσαρτήθηκε στην Ουκρανία το 1954 επί Χρουστσόφ, επί τη ευκαιρία των 300 χρόνων της προσάρτησης της Ουκρανίας στην τσαρική Ρωσία).
Η δυτική Ουκρανία αποτελούσε στο παρελθόν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία της Πολωνίας. Η περιοχή αυτή αποτελεί και την κοιτίδα του ουκρανικού εθνικισμού. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1941, ανακηρύχθηκε «ανεξάρτητη πολιτεία» με τις ευλογίες των Ναζί. Ο άνθρωπος που ηγήθηκε αυτών των προσπαθειών, ο Stepan Bandera, συνεχίζει να αποτελεί αιτία διαμάχης τόσο μεταξύ της Ουκρανίας και τη Ρωσίας όσο και μεταξύ των ίδιων των Ουκρανών. Αποτέλεσε ένα υποχείριο των Ναζί στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, με πρόσχημα την ανεξαρτησία, και πρωτοστάτησε στη σφαγή χιλιάδων Εβραίων και Πολωνών.
Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην πρόεδρος της χώρας Βίκτωρ Γιούσενκο, προς το τέλος της θητείας του, έχρισε τον Bandera «εθνικό ήρωα», μια από τις υψηλότερες τιμές, εξοργίζοντας ακόμα και τις Βρυξέλλες! Το θέμα ακόμη και σήμερα αποτελεί στοιχείο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το «γλωσσικό» ήταν και είναι ένα ακόμα από τα πολλά τεχνητά σημεία τριβής της μετασοβιετικής Ουκρανίας και προβάλλεται από διάφορες μεριές, μέσα και έξω από την Ουκρανία, ως ένα σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης με τη Ρωσία. Τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες ψηφίστηκε σχετικός νόμος πριν από περίπου δύο χρόνια που ορίζει πως τα ουκρανικά θα παραμένουν η επίσημη γλώσσα της χώρας, ωστόσο τα ρωσικά θα είναι η επίσημη τοπική γλώσσα στις περιοχές όπου υπάρχουν κυρίως ρωσόφονοι, δηλ. στη βιομηχανοποιημένη περιοχή στα ανατολικά και σε νότιες περιοχές της χώρας, όπως η Κριμαία, όπου βρίσκεται ο ρωσικός στόλος του Εύξεινου Πόντου.
Ωστόσο, τα «ουκρανικά» ανήκουν στην ομάδα των ανατολικών σλαβικών γλωσσών και στο γραπτό λόγο χρησιμοποιούν το κυριλλικό αλφάβητο. Για τους γλωσσολόγους είναι σε ευθεία γραμμή απόγονος της καθομιλουμένης γλώσσας που χρησιμοποιούσαν οι Ρως του Κιέβου από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα. Έχει κοινό, σε μεγάλο βαθμό, λεξιλόγιο όχι μόνο με τη ρωσική αλλά και με γλώσσες γειτονικών σλαβικών εθνών, ιδιαίτερα με την πολωνική, τη σλοβακική στα δυτικά και τη λευκορωσική στα βόρεια. Πάντως, όπως παρατηρείται, οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των δύο αυτών γλωσσών (ρώσικα/ουκρανικά) δεν απαιτεί μεταφραστή!
Στη βάση όλων αυτών, αλλά και πολλών άλλων, προβάλλεται ολοένα και περισσότερο μια εικόνα που θεωρεί δεδομένη τη διάσταση Ανατολικής και Δυτικής Ουκρανίας και η οποία φτάνει μέχρι και το σημείο να θεωρεί μη αναστρέψιμο το διχασμό της χώρας. Ευρωπαϊκή η βορειοδυτική και Ρωσική η νοτιοανατολική. Προς επίρρωση της άποψης αυτής προβάλλονται διάφοροι χάρτες με τις «αγεφύρωτες» διαφορές Ανατολής και Δύσης. Όπως ο εκλογικός χάρτης της Ουκρανίας (2012) που «πιστοποιεί» δήθεν τον εθνοτικό διχασμό της χώρας.
Η σύγχρονη Ουκρανία, ένα από τα δεκαπέντε νέα ανεξάρτητα κράτη που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, επίσημα διακηρύσσει την ανεξαρτησία της τον Αύγουστο του 1991. Επί προεδρίας Κραβτσούκ (περίοδος 1991-1994) και ενώ η Ρωσία του Γιέλτσιν δείχνει να παραπαίει, η Ουκρανία προβάλλει ως κύρια επιδίωξή της την ένταξή της στις δυτικοευρωπαϊκές δομές και το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα αρνείται να καταστεί πλήρες μέλος της Κοινοπολιτείας των Ανεξαρτήτων Χωρών (CIS).
Τα αποτελέσματα των εκλογών τον Ιούλιο του 1994 ανέδειξαν νικητή τον Κούτσμα, που έδειχνε φιλικά διακείμενος προς τη Ρωσία. Πράγματι ο πρόεδρος Κούτσμα, αναγνωρίζοντας ότι η Ρωσία αποτελεί στρατηγικής σημασίας εταίρο, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην εξομάλυνση των σχέσεων με τη χώρα αυτή, τονίζοντας όμως ότι: «αυτό δεν θα πρέπει να γίνει σε βάρος των σχέσεων με τη Δύση». Δηλώνει μάλιστα ότι Ουκρανία θα πρέπει να παίξει το ρόλο γέφυρας ανάμεσα στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και τη Δύση. Ωστόσο, μετά το 1995 στρέφεται προς τη Δύση και επιδιώκει την ένταξη της Ουκρανίας στις δυτικοευρωπαϊκές δομές, ακόμη και στο ΝΑΤΟ.
Η Ουκρανία ήταν η πρώτη χώρα της CIS που υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με την Ε.Ε., το Μάιο του 1994. Οι Ευρωπαίοι όμως αντιμετώπιζαν το ζήτημα αυτό με τελείως διαφορετικό τρόπο και δεν της αναγνώριζαν το στάτους του συνδεδεμένου μέλους. Στην περίπτωση της Ουκρανίας δεν επρόκειτο για «συμφωνία σύνδεσης» και, όπως έδειχναν τα πράγματα, η Ε.Ε. δεν φαινόταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία άμεσα.
Αυτό επιβεβαιώθηκε στη σύνοδο του Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999. Η στάση αυτή της Ε.Ε. έχει μια βασική ερμηνεία: Προηγείται το θέμα του ρώσικου στόλου στη Μαύρη Θάλασσα.
Οι αντιπαραθέσεις Ρωσίας-Ουκρανίας σχετικά με το ζήτημα αυτό εστιάζονται γύρω από δύο επίμαχα ζητήματα. Το πρώτο αφορά τη μοιρασιά των πλοίων και το δεύτερο, ζήτημα πολιτικό /στρατηγικό, την παραμονή του ρωσικού στόλου στην περιοχή.
Η Ρωσία, που διατηρεί ισχυρά ερείσματα και πρόσβαση στη περιοχή, αν και στριμωγμένη, αντιδρά. Εκτός από την ενεργοποίηση του ρωσικού στοιχείου στην περιοχή, θέτει και το ζήτημα της νομιμότητας της μεταβίβασης της Κριμαίας στην Ουκρανία το 1954! Έτσι έχουμε την αρχική συμφωνία του Σότσι τον Ιούνιο του 1995 και την τελική το Μάιο του 1997.
Με αυτήν η Ρωσία, «έναντι ετήσιας εκμίσθωσης διατηρεί το δικαίωμα παραμονής στα λιμάνια της Σεβαστούπολης μέχρι το 2017», ενώ η περιοχή της Κριμαίας και η Σεβαστούπολη ιδιαίτερα αναγνωρίζεται ρητά ως «τμήμα της εδαφικής κυριαρχίας της Ουκρανίας» (από το ‘91 είχε κηρυχτεί αυτόνομη περιοχή). Η Ρωσία ακόμη δεσμεύτηκε να καταβάλει ποσό 200 εκατ. δολάρια «σαν αποζημίωση στην Ουκρανία για τη μεταφορά του πυρηνικού της οπλοστασίου το 1992».
Η εκλογή Πούτιν το 2000 σηματοδότησε την αλλαγή της ρωσικής πολιτικής σε θέματα στρατηγικής ισχύος. Η νέα ρωσική κυβέρνηση σκληραίνει τη στάση της και στο ζήτημα του στόλου. Σε μια από τις πρώτες δηλώσεις του ο Πούτιν άφησε να εννοηθεί ότι η παραμονή του ρωσικού στόλου στη Σεβαστούπολη θα συνεχιστεί πέραν του 2017.
Ακολουθεί μικρό διάστημα αναγνωριστικών κινήσεων απέναντι στον νέο ηγέτη της Ρωσίας και φτάνουμε στην πρώτη ωμή όσο και συνολική επίθεση της Δύσης στη Ρωσία με άξονα την Ουκρανία. Μεθοδεύεται και εκτελείται μια σειρά «πολιτικών γεγονότων» στην Ουκρανία από τα τέλη του Νοέμβρη του 2004 μέχρι τον Ιανουάριο 2005. Η «πορτοκαλί επανάσταση», στο πλαίσιο των «έγχρωμων επαναστάσεων» που προωθούσαν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, ξεκινούσε με επίκεντρο την πρωτεύουσα Κίεβο. Πρόσχημα το διαβλητό των εκλογικών διαδικασιών του Νοεμβρίου. Τελικά οι επαναληπτικές εκλογές της 26ης Δεκεμβρίου 2004 φέρνουν τον εκλεκτό της Δύσης Βίκτωρ Γιούσενκο στη προεδρία (ορκίστηκε στις 23 Ιανουαρίου του 2005) και τον φιλορώσο Βίκτωρ Γιανουκόβιτς στην αντιπολίτευση.
Ψυχρός αέρας αρχίζει να πνέει στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Η αντιπολίτευση πανηγυρίζει και ο ευρωπαϊκός Τύπος υπογραμμίζει «την ήττα του απολυταρχικού Πούτιν», αλλά και την «αβεβαιότητα του μέλλοντος» καθώς οι επόμενες κινήσεις δεν δείχνουν να είναι καλά μελετημένες.
Έτσι οι «πορτοκαλί επαναστάτες» σύντομα άρχισαν να «καταβροχθίζουν τον εαυτό τους» (όπως έγραφαν οι «Times») καθώς η κίνησή τους χωρίζεται σε διάφορες ομάδες συμφερόντων, με εμφανή πλέον τον επεμβατικό ρόλο της Ρωσίας.
Η Γιούλια Τιμοσένκο (που διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην «πορτοκαλί επανάσταση» και τα δυτικά ΜΜΕ της έδωσαν το προσωνύμιο της "Ιωάννας της Λωραίνης της Ουκρανίας"), πρωθυπουργός της Ουκρανίας από τις 24 Ιανουαρίου ως τις 8 Σεπτεμβρίου του 2005 και ξανά από το Δεκέμβριο του 2007 ως τον Μάρτιο 2010, υπονομεύει συστηματικά τον Γιούσενκο. Ο συνασπισμός της Τιμοσένκο (BYuT) και του Γιούσενκο (OU-PSD) παραλίγο να καταρρεύσει εξαιτίας των διαφορετικών θέσεών τους στον πόλεμο στη Νότια Οσετία το 2008. Ο Γιούσενκο κατηγόρησε την Τιμοσένκο ότι υιοθέτησε μια πιο φιλική στάση απέναντι στη Μόσχα, με σκοπό να συγκεντρώσει υποστήριξη από τη Ρωσία για τις προεδρικές εκλογές του 2010. Ωστόσο, μετά την ήττα της στις 14 Φεβρουαρίου 2010 από τον Γιανουκόβιτς, της ασκήθηκε δίωξη για κακοδιαχείριση (το διάστημα 2007-2010) και για απόπειρα δωροδοκίας και διαφθοράς του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας το 2003. Στις 5 Αυγούστου του 2011 οι Αρχές συνέλαβαν στο Κίεβο την Τιμοσένκο για ασέβεια προς το δικαστήριο, στο οποίο δικαζόταν για κατάχρηση εξουσίας. Η Τιμοσένκο καταδικάστηκε τελικά σε ποινή 7ετούς φυλάκισης στο Κίεβο.
Φτάνουμε λοιπόν στο σήμερα οπότε αναπτύσσεται μια νέα επίθεση των δυτικών ιμπεριαλιστών με μεθόδευση παρόμοια της «πορτοκαλί επανάστασης», αλλά με έμφαση στην «ταυτότητα» της Ουκρανίας! Τόσο ως εσωτερική διαμόρφωση όσο και κύρια ως προσανατολισμός (Ανατολή/Δύση). Ο διχασμός και τα αντιτιθέμενα συμφέροντα στο επίπεδο της αστικής τάξης, παλιάς και νέας, δείχνουν να είναι αγεφύρωτα. Πόσο διχασμένη όμως είναι η χώρα αυτή σε επίπεδο λαού; Ένα μικρό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα. Σε δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2000, τα αντινατοϊκά αισθήματα του ουκρανικού λαού ενισχύθηκαν κατακόρυφα μετά την επέμβαση στο Κόσοβο. Ακόμη και στις περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας, που ήταν υπέρ του ΝΑΤΟ, παρατηρήθηκε καθολική μεταστροφή της κοινής γνώμης παρά το γεγονός ότι η τότε κυβέρνηση ακολουθούσε φιλοδυτική/φιλονατοϊκή πολιτική!
Χ.Β.
Άρθρο που επίσης δημοσιεύτηκε στη τελευταία Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου