
Οι σκέψεις αυτές αποτελούν περισσότερο ένα προσχέδιο παρά ένα πλήρες και ολοκληρωμένο κείμενο για το Κυπριακό. Μια σειρά από γεγονότα παραθέτονται από μνήμης και μια σειρά ζητήματα, όπως ο ρόλος του ιμπεριαλισμού, παρότι κομβικά, παραλείπονται ή αναφέρονται συνοπτικά, λόγω οικονομίας χώρου και χρόνου.
Οι τελευταίες εξελίξεις με το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου και την περί αυτού συζήτηση αναζωπύρωσαν ένα διάλογο ή καλύτερα μια σειρά παράλληλων μονόλογων γύρω από το Κυπριακό σε Κύπρο και Ελλάδα, πιθανώς και στην Τουρκία. Το παρόν κείμενο ασχολείται με το Κυπριακό σε σχέση με την πρόσληψη και την αντιμετώπισή του από την αριστερά σε Ελλάδα και Κύπρο — όσον αφορά στην δεύτερη, στο ελληνοκυπρι-ακό της τμήμα. Mε την τουρκική αριστερά δεν θα ασχοληθούμε, ούτε με την τουρκοκυπ-ριακή, παρά επιδερμικά, διότι πολύ απλά αγνοούμε το τι θέση παίρνουν, επίσημα δηλα-δή, και αυτό είναι μέρος του προβλήματος. Η τουρκική αριστερά δεν ασχολείται τόσο με το ζήτημα — για την ακρίβεια δεν ασχολείται καθόλου — ούτως ή άλλως, από “εθνικά θέματα” τους φτάνει και τους περισσεύει το Κουρδικό.
Για τους όρους με τους οποίους γίνεται η συζήτηση
Το Κυπριακό επανιεραρχείται ως νο. 1 θέμα συζήτησης από την αριστερά όταν αυτό α-ποφασίζει η άρχουσα τάξη της νήσου και ο ιμπεριαλισμός. Όταν δηλαδή με ή χωρίς άμε-ση προτροπή, όπως λ.χ. γίνεται σήμερα με τις ΗΠΑ, οι πολιτικές ηγεσίες των δυο κοινο-τήτων μπαίνουν σε διαδικασία συζητήσεων περί λύσης του Κυπριακού.
Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση ξεκινάει με ένα ανυπόμονο και βιαστικό τρόπο της λογι-κής “ή τώρα ή ποτέ”. Παρόλα τα “όχι τώρα” που ακολούθησαν π.χ. το Σχέδιο Ανάν ή τις συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ, δεν βλέπουμε να ακολουθεί το “ποτέ”, κι όμως ακολουθεί-ται το ίδιο τροπάρι κάθε φορά, το ίδιο άγχος.
Η αντιμετώπιση της άλλης άποψης γίνεται en bloc ενώ της υποστηρίζουσας άποψη από κάποιον ως ιδιαίτερη. Έτσι, ενώ δεν γίνεται αποδεκτό το δίπολο απορριπτικοί-ενδοτικοί, ο άλλος θεωρείται είτε απορριπτικός είτε ενδοτικός, ενώ δεν γίνεται αποδεκτό ότι το «Ναι» στο Σχέδιο Ανάν ήταν αποδοχή των ιμπεριαλιστικών θέσεων, το «Όχι» θεωρείται εθνικιστικό και αντίστροφα. Όποιος δεν αποδέχεται την (Διζωνική-Δικοινοτική) Ομοσπονδία (ΔΔΟ) δεν θέλει λύση, ενώ όποιος την αποδέχεται, θέλει ή αντίστροφα όποιος την αποζητεί είναι τσιράκι των Αμερικάνων και όποιος δεν την αποζητεί είναι επαναστάτης. Και τα παραδείγματα μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρο παρά τις προφανείς αντιφάσεις με βάση το τι, από πλευράς των ντόπιων ελίτ, όσο κι αυτών σε Ελλάδα-Τουρκία και από πλευράς ιμπεριαλισμού, κυρίως ΗΠΑ-Αγγλία, στηρίζουν κατά διαστήματα σε σχέση με το Κυπριακό. Επί της ουσίας κανείς δεν επιθυμεί να κάνει διάλογο, να αντιληφθεί την αναλυτική σκέψη του άλλου και γι αυτό προχωράει ταχέως στην κατηγοριοποίηση της άλλης άποψης είτε ως υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό είτε στον εθνικισμό. Στην καλύτερη τον περιπτώσεων η αντίθετη άποψη θα αιτιολογηθεί ως αποτέλεσμα άγνοιας σε αντίθεση με την γνωστική άποψη που υποστηρίζεται από την “σωστή” πλευρά. Το ενιαίο κράτος απέτυχε αφού το κράτος του ’60 άντεξε τρία χρόνια, ενώ η Δ-Δ Ομοσπονδία δεν έχει δοκιμαστεί ακόμη, λες και από το 2003 που άνοιξαν τα οδοφράγματα δεν έχουμε ακριβώς μια τέτοιου τύπου κατάσταση.
Η ουσία του προβλήματος
Η λύση του Κυπριακού και η διαδικασία προς αυτήν εκχωρείται στην άρχουσα τάξη της μιας και της άλλης κοινότητας ή στις ΗΠΑ, την ΕΕ, τον ΟΗΕ, καταλήγοντας στο τέλος (τελικά) μια διαδικασία των από πάνω. Ως εκ τούτου, υπάρχει το άγχος πώς θα πάνε οι συνομιλίες, το τάδε ή το δείνα σχέδιο ή πρωτοβουλία του ΟΗΕ κ.ο.κ. Αυτό είναι, κατά την άποψή μου, παραδοχή της αποτυχίας της αριστεράς να παίξει ουσιαστικό και ανεξάρτητο ρόλο στο ζήτημα Κυπριακό τόσο κατά μόνας (στην κάθε κοινότητα ξεχωριστά) είτε σε συνεργασία. Συνεπώς, ακολουθούνται δυο διαφορετικές συλλογιστικές, αυτή του τι είναι εφικτό και η άλλη που προσπαθεί να δει μετά την οποιαδήποτε λύση, οι οποίες, παρά τις συγκλίσεις τους, δεν πρέπει να συγχέονται.
Ας δούμε την πρώτη περίπτωση. Η λύση, δηλαδή, ως αποτέλεσμα συμβιβασμού των δυο τοπικών ελίτ αλλά και των “μητέρων-Πατρίδων” υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Η ομοσπονδία φαίνεται ως ο μόνος εφικτός συμβιβασμός που θα ικανοποιεί τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού οι εκτός Κύπρου θα διατηρήσουν τα ερείσματα-βάσεις που ήδη υπάρχουν, επίσημα ή μη, και οι τοπικές ελίτ θα έχουν μια βάση στήριξης στην κάθε μια από τις δυο ζώνες. Αυτή η λογική ουδετεροποιεί τον ρόλο του ιμπεριαλισμού τον οποίο θεωρεί υπερτιμημένο και υποβαθμίζει το όλο ζήτημα σε σύγκρουση εθνικιστικών μερίδων. Προσπαθώντας να απαντήσει στο κυρίαρχο αφήγημα που θεωρεί την Κύπρο ως τον ομφαλό της γης “που οι εμπόροι την μισούνε” προκειμένου οι ντόπιες ελίτ να αποποιούνται πάσα ευθύνη, οδηγείται στο άλλο άκρο. Ως εκ τούτου, η λύση μπορεί να επέλθει, εάν ξεπεραστούν ή παραμεριστούν οι εθνικιστικές μερίδες των δυο κοινοτήτων.
Η δεύτερη συλλογιστική θεωρεί, και ορθά, ότι η οποιαδήποτε λύση με βάση τα σημερινά δεδομένα θα είναι λύση που ευνοεί τον ιμπεριαλισμό και το κεφάλαιο. Θεωρώντας πως δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτική από τα κάτω και την αποτυχία της αριστεράς σε αυτό, αλλά και κατ’ επέκταση στα άλλα πεδία της ταξικής πάλης τα οποία μέχρι σήμερα επικαθορίζονται από το Κυπριακό, ως αντικειμενική, επιθυμεί μια οποιαδήποτε “λύση”. Το τελευταίο γίνεται με βάση μια αντίληψη, ότι μια οποιαδήποτε λύση θα οδηγήσει σε άμβλυνση του εθνικού ζητήματος που μέχρι τώρα επισκιάζει τα πάντα, σε μια δυνατότητα σύγκλισης των δυο κοινοτήτων και τη δημιουργία ευκαιριών από την αριστερά να παίξει ένα ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνικοπολιτική ζωή του τόπου. Ως προς την δεύτερη συλλογιστική έχει ενδιαφέρον η μεταστροφή ή ορθότερα, ο συμβιβασμός, σε σύντομο χρονικό διάστημα του τουρκοκύπριου αριστερού δημοσιογράφου Σενέρ Λεβέντ (http://www.politisnews.eu/cgibin/hweb?-A=254485&-V=stiles και http://www.politisnews.eu/cgibin/hweb?-A=257368&-V=stiles).
Αυτό που χρήζει εξέτασης είναι το καθεστώς της ΔΔ Ομοσπονδίας σήμερα. Πρόκειται για ένα μοντέλο που προτάθηκε από την ΕΣΣΔ σε μια λογική διχοτόμησης της Κύπρου ανάμεσα σε ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, με ικανοποίηση των αιτημάτων και των πρώην αποικιοκρατών της Αγγλίας αλλά και των αστικών τάξεων σε Ελλάδα-Τουρκία που θα διατηρούσαν ερείσματα σε Νότο και Βορρά αντίστοιχα. Τι σημαίνει όμως αυτό το μοντέλο σήμερα, με την ΕΣΣΔ νεκρή εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα; Προφανώς, εδώ εννοώ γιατί να προωθείται από πλευράς ΗΠΑ ένα μοντέλο που ανήκει σε μια προηγούμενη γεωστρατηγική ισορροπία και δεν αναφέρομαι στο μοντέλο καθεαυτό. Αυτό το ζήτημα μάλλον αξίζει να γίνει αντικείμενο μεγαλύτερης διερεύνησης.
Ένα από τα σημεία σύγκλισης των δυο συλλογιστικών είναι ότι οι εκτός Κύπρου που απορρίπτουν τις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού αγνοούν την κοινωνικοπολιτική ιδιαιτερότητα της Κύπρου. Κάποιος πιθανά να μπορεί να βρει παρόμοιες κριτικές σε όσους διαφωνούσαν με τις συμφωνίες του Όσλο και ότι επ’ ακολούθησε με την καρικατούρα Παλαιστινιακού κράτους. Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν πολλές διαφορές με το Παλαιστινιακό, και κυρίως, πως παρά την εισβολή και κατοχή της νήσου, στην πραγματικότητα δεν είμαστε εμείς στον ρόλο των Παλαιστινίων… αλλά μάλλον οι Τουρκοκύπριοι.
Ακόμη κι αν κάναμε μια αφαίρεση ως προς τον ρόλο των ιμπεριαλιστικών κέντρων, την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην περιοχή κ.τ.λ., και έπειτα αντιμετωπίσουμε την κάθε θεώρηση ξεχωριστά και θεωρήσουμε πως ισχύει η κάθε μια, βλέπουμε να υπάρχει ένα κενό. Αυτό το κενό σχετίζεται με το τι θέλει ο κυπριακός λαός είτε στο βορρά είτε στον νότο ή και τι επιθυμούν οι ελίτ των δυο κοινοτήτων. Θεωρώ πως οι ελίτ επιθυμούν λύση (και) ως διέξοδο από την κρίση. Ήδη από την περίοδο του σχεδίου Ανάν φάνηκε ότι υπήρξε μεγάλη σύγκλιση ανάμεσα σε μερίδες των αστικών τάξεων που είχαν ήδη μπει σε μια διαδικασία “επαναπροσέγγισης”. Δεν είναι τυχαία η φημολογία πως ήδη προ-σχεδίου Ανάν ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης επένδυε στα κατεχόμενα ή πως τα τελευταία χρόνια στο Βορρά έχει συσταθεί επιτροπή στην οποία πρόσφυγες πωλούν την ακίνητη περιουσία τους που βρίσκεται στα κατεχόμενα. Επίσης, ήδη ένα κομμάτι της Τουρκοκυπριακής αστικής τάξης αγοράζει εμπορεύματα από τον νότο, όπως επίσης η Ελληνοκυπριακή αστική τάξη διασκεδάζει στα καζίνο των κατεχομένων. (Εδώ μια πρόσφατη συνοπτική προσέγγιση περί Τ/Κ άρχουσας τάξης σήμερα: http://anatolikotera.wordpress.com/2014/02/14/τουρκοκυπριακές-δυναμικές-και-συνομ/). Δεν είναι τυχαία η στήριξη του Αναστασιάδη όχι μόνο από τα δυο μεγαλύτερα κόμματα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αλλά και του ΕΥΡΩΚΟ που δημιουργήθηκε μετά από απόσχιση από τον ΔΗΣΥ πριν περίπου 10 χρόνια λόγω Σχεδίου Ανάν, αλλά και του Αρχιεπισκόπου, γνωστού ρασοφόρου μπίζνεσμαν.
Και οι Κύπριοι;
Τι γίνεται με τον κυπριακό λαό; Ενδιαφέρεται για λύση, κι αν ναι, τι τύπου; Εάν το είναι καθορίζει την συνείδηση, θα λέγαμε πως το ελληνοκυπριακό τα τελευταία 40 χρόνια έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο που αντανακλάται σε μια άκρως εγωκεντρική και μικροαστική συνείδηση. Έτσι, ο μαξιμαλισμός που υπήρξε στα προηγούμενα χρόνια με το «όλα ή τίποτα» ως προς την λύση του κυπριακού, πέρα από ένα κομμάτι των προσφύγων που είχε ως στόχο να επιστρέψει στα σπίτια του και άρα θα αποδεχόταν μια λύση όπου ο όρος αυτός θα συμπεριλαμβανόταν, δεν επιθυμούσε μια λύση από την οποία δεν θα υπήρχαν σοβαρά ιδία οφέλη. Από την άλλη, η σημερινή οικονομική κατάσταση οδηγεί τον μέσο Κύπριο σε μια ομφαλοσκόπηση, ένα άγχος για την διατήρηση του διόλου ευκαταφρόνητου βιοτικού του επιπέδου που λόγω κρίσης συμπιέζεται προς τα κάτω και το τελευταίο πράγμα που φαίνεται να τον απασχολεί είναι μια λύση που πιθανώς να διαταράξει το σημερινό στάτους κβο, χωρίς αυτό να σημαίνει άμεσα κάτι το θετικό για τον ίδιο.
Ως προς τους τουρκοκύπριους η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. Οι Τουρκοκύπριοι, τόσο προ εισβολής όσο και μετά, δεν ήταν τίποτα άλλο από πολίτες β’ κατηγορίας. Το μόνο που άλλαξε ήταν το ποιοι ήταν οι πολίτες α’ κατηγορίας. Η δεινή οικονομική κατάσταση, η καταδυνάστευσή τους από τις στηριζόμενες στην Άγκυρα ντόπιες ελίτ και η τουρκική εξάρτηση εν γένει, οδήγησε στην ριζοσπαστικοποίησή τους. Στην προσπάθεια της απεξάρτησής τους ψήφισαν «Ναι» στο Σχέδιο Ανάν με τρόπο καθολικό, τόσο, που ακόμη και μικρές αριστερές δυνάμεις που διαφωνούσαν πολιτικά με το Σχέδιο είπαν το «Ναι» λόγω της πίεσης από τα κάτω. Σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκαν, αγνοώ εάν υπάρχουν ακόμη, και αυταπάτες για τον ρόλο που θα έπαιζε η ΕΕ στην επανενοποίηση της νήσου, και την απεξάρτηση από την μητέρα Τουρκία. Αυτά βέβαια σε μεγάλο βαθμό αναφέρονται στο τι προηγήθηκε της σημερινής κατάστασης την οποία εν πολλοίς αγνοώ.
Αντί επιλόγου
Οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις και το πρίσμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων μέσα από το οποίο το Κυπριακό ανακύπτει κατά διαστήματα ήταν και είναι δεδομένο. Το ίδιο ισχύει και για τις άρχουσες τάξεις που μπροστά στις επεκτατικές τους βλέψεις “δεν έχουνε πατρίδα” και βολεύονται το πολύ με μια ιθαγένεια, αυτοί οι άτιμοι οι κεφαλαιοκράτες κι αν είναι διεθνιστές δηλαδή. Η αριστερά στην Κύπρο αδυνατεί να αρθρώσει συνεκτικό και πειστικό λόγο όχι μόνο λόγο του εθνικού ζητήματος, αλλά πληρώνοντας την ενσωμάτωση του ΑΚΕΛ ήδη από τη δεκαετία του ’40 και τις παλινωδίες του ως προς το Κυπριακό με τα «Ένωση», «Αυτοδιάθεση» κ.τ.λ. να εναλλάσσονται κάθε τρεις και λίγο, διασπώντας και την εργατική τάξη που με τόσο κόπο είχε συγκροτηθεί με επίπονες προσπάθειες των ΚΚΚ και ΑΚΕΛ τις πρώτες δεκαετίες της ζωής τους (οι κοινοί αγώνες ελληνοκυπρίων-τουρκοκυπρίων μεταλλωρύχων με άγριες και σκληρές απεργίες αποτελούν απόδειξη αυτού http://vimeo.com/17665380) σε ένα συμπαγές και μαχητικό σώμα. Μια μικρή παρένθεση με βάση το τελευταίο. Το εθνικό ζήτημα στην Κύπρο συνδεόταν εύκολα με αλυτρωτικά συνθήματα, πράγμα όχι άσχετο και με την ταξική σύνθεση του κυπριακού πληθυσμού,την μέχρι το 1974 υπερίσχυση των αγροτικών στρωμάτων. Το γεγονός πως το νησί παρά την ισχυρή πλειοψηφία του ελληνοκυπριακού στοιχείου, έχει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό τουρκοκυπρίων αλλά και μικρότερες κοινότητες (Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι, οι οποίες σήμερα έχουν ενσωματωθεί στην ελληνοκυπριακή) περιέπλεκε την κατάσταση ιδίως σε σχέση με τα αιτήματα επί του εθνικοαπαλευθερωτικού. Αυτοδιάθεση, Ένωση, Ανεξαρτησία, Αυτοδιάθεση-Ένωση εναλλάσσονται, από την πλευρά της αριστεράς πάντα, μιας και η δεξιά είχε πάντα ως προμετωπίδα το Ελλάς-Κύπρος-Ένωσις. Όταν η όλη πάλη συνδεόταν με ταξικά ζητήματα η κομμουνιστική—τότε—αριστερά πετύχαινε να ενώσει τον κυπριακό λαό, ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκείας, αλλά βάσει ταξικών συμφερόντων, όχι μόνο ενάντια στο κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο, αλλά και τον ιμπεριαλισμό. Θεωρώ πως εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή του νήματος για μια νέα διακοινοτική συνεργασία και κοινό αγώνα ενάντια σε κεφάλαιο-ιμπεριαλισμό και κάθε άλλη σχέση και μορφή εξουσίας.
Η αλλοτρίωση των Κυπρίων επήλθε ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης που ακολούθησε την εισβολή, πιθανώς στοχευμένα, αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας. Είναι δίκαιο να εξεγείρεσαι, αλλά πρέπει να βρεις τους λόγους για να το κάνεις. Ακόμη κι οι μειώσεις μισθών κυρίως στον δημόσιο τομέα αλλά και η εκτεταμένη ανεργία δεν επέφεραν, ακόμη, δραματικές αλλαγές σε ένα αρκετά υψηλό βιοτικό επίπεδο για το σύνολο του πληθυσμού, αν και προφανώς το φάντασμα της ελληνικής κατάστασης ή καλύτερα εξαθλίωσης πλανάται πάνω από την μαρτυρική μεγαλόνησο. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει πως οι Κύπριοι δεν έχουν λόγους για να αντιδράσουν, ή ακόμη περισσότερο πως εάν δεν εξαθλιωθείς δεν εξεγείρεσαι, το τελευταίο μάλιστα αποτελεί μια ολότελα λανθασμένη αντίληψη. Και εφόσον πειστείς για τους λόγους, που δεν εκλείπουν, οφείλεις προφανώς να βρεις τους τρόπους, ένα σημαντικό ζήτημα που ξεφεύγει όμως από τα πλαίσια αυτού του κειμένου.
Το Κυπριακό θα λυθεί ή δεν θα λυθεί, σήμερα, ασχέτως ή ανεξαρτήτως της Κυπριακής αριστεράς και της στάσης της. Αυτό σχετίζεται με τις υποκειμενικές δυσκολίες της ίδιας της αριστεράς και μάλιστα αυτής που χαρακτηρίζεται επαναστατική ή ριζοσπαστική. Ως προς το ελληνοκυπριακό κομμάτι, ενδεικτικά, και παρά το κοινό ανακοινωθέν το οποίο στο μεγαλύτερό κομμάτι της αριστεράς γέννησε αισιοδοξία, ο αριθμός διαδηλωτών στην πορεία για την αποστρατικοποιημένη Λευκωσία μάζεψε διψήφιο αριθμό διαδηλωτών. Αυτό που η ίδια οφείλει να επιχειρήσει να παράξει, ήδη από σήμερα, είναι ένα λόγο για την επόμενη μέρα. Αυτός ο λόγος πρέπει να είναι λόγος εναντίωσης στα ιμπεριαλιστικά σχέδια, εάν κι εφόσον, βέβαια, τα θεωρεί ιμπεριαλιστικά αλλά και στα σχέδια του κεφαλαίου και του εθνικισμού στις δυο πλευρές της πράσινης γραμμής αλλά και σε Αθήνα και Άγκυρα. Αναδεικνύοντας τους κινδύνους και το γεγονός πως το μόνο που θέλει το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός είναι μια πλατφόρμα εξόρυξης υδρογονανθράκων στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου και μια πιθανή βάση εξόρμησης, όπως είδαμε και στην περίπτωση Λιβάνου, Συρίας αλλά και ελέγχου ή επιτήρησης της ευρύτερης περιοχής. Οι Αμερικάνοι σταθεροποιούν το τρίγωνο Ελλάδα-Τουρκία-Ισραήλ, μέσω Κύπρου, το νέο κράτος καθόλου απίθανο να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και άρα να ενταθούν οι δεσμοί εξάρτησης του νησιού με τις ΗΠΑ, και με τους Άγλλους να διατηρούν τις βάσεις τους, οι Αγγλο-αμερικάνοι τουλάχιστον παραμένουν ευχαριστημένοι. Το γεγονός της υπαρκτής εξάρτησης σε οικονομικό επίπεδο από την ΕΕ, μέσω τρόικας και μνημονίου, δεν είναι διόλου απίθανο να περιπλέξει τα πράγματα σε κάποια μελλοντική ένταση των αντιθέσεων μεταξύ των βασικών συνιστωσών της ΕΕ (βλ. Γερμανία) και των ΗΠΑ. Κι όλα αυτά θεωρώντας πως η Ρωσία δεν θα δώσει την κόντρα στην Κύπρο και ότι η Κίνα έχει ακόμη αρκετά επιδερμική σχέση με τα τεκταινόμενα στο νησί μιας και η περίοδος διείσδυσης του κινεζικού κεφαλαίου συνέπεσε με το μνημόνιο και πάγωσε μια σειρά από εξελίξεις επί τούτου. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ούτε να αναδεικνύουμε, ότι το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός, όσο εύκολα σταθεροποιούν κράτη και γεωπολιτικές περιοχές προκειμένου να εξυπηρετήσει αυτό τα συμφέροντά τους άλλο τόσο εύκολα προχωρούν σε αποσταθεροποιήσεις για τους ίδιους ακριβώς λόγους.
Είναι τουλάχιστον επικίνδυνο που υπέρ της λύσης τάσσονται οι βασικοί εκφραστές του κεφαλαίου και του εθνικισμού της ελληνοκυπριακής κοινότητας, που κατά το ήμισυ, Α-ΚΕΛ-Εκκλησία ήταν εναντίον του σχεδίου Ανάν. Δεν είναι τυχαίο που το κυβερνών ΔΗΣΥ που πρωτοστατεί στις συνομιλίες απέρριπτε όχι και τόσο πριν, τις συμφωνίες Χριστόφια-Ταλάτ που σύμφωνα με αναλυτές ήταν πιο προωθημένες σε σχέση με το τωρινό ανακοινωθέν. Μια εκτίμηση που χρήζει προφανώς μεγαλύτερης μελέτης είναι πως η ελληνοκυπριακή αστική τάξη θα επιλέξει την λύση ευελπιστώντας μια έξοδο από την κρίση μέσω της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων, εκμετάλλευση που τη θεωρεί (πιο) σίγουρη εάν επέλθει ένας συμβιβασμός με την Τουρκία μέσω ΤΔΒΚ. Η τουρκική αστική τάξη ή έστω μερίδες του τουρκικού κεφαλαίου, σύμφωνα με κάποιες πηγές θεωρούν πως η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι σε φάση αδυναμίας λόγω μνημονίου και θα μπορέσει να διεισδύσει οικονομικά μέσω μιας λύσης. Και για τους δυο, δηλαδή, η λύση πηγάζει από μια αρκετά οικονομίστικη αντίληψη, και προφανώς κι από τη θέληση των ΗΠΑ όπως έχει επίσημα εκδηλωθεί. Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο ο Μεχμέτ Αλή Ταλάτ θα μιλήσει για τη λύση στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο Νεάπολις στην Πάφο, προσκεκλημένος του ιδιοκτήτη του πανεπιστημίου και ενός από τους μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες της Κύπρου, του Λεπτού.
Σέβομαι όσους είπαν ναι στο σχέδιο Ανάν ή βλέπουν με θετικό μάτι τις συνομιλίες ή την ομοσπονδία γιατί πραγματικά πιστεύουν σε μια βιώσιμη λύση για τον κυπριακό λαό. Διαφωνώ μαζί τους, γιατί η Κύπρος στην οποία θέλω να ζήσω θα είναι ενιαία, ανεξάρτητη τόσο από ιμπεριαλιστικά κέντρα όσο και από τις δυο "μητέρες-πατρίδες" και ο κυπριακός λαός ανεξαρτήτως εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών θα παλεύει για ένα κοινό και καλύτερο αύριο, κάτι που τα διάφορα σχέδια λύσης προφανώς και δεν προνοούν. Διακαείς πόθοι και ουτοπικές σκέψεις είναι ο προφανής αντίλογος. Δεκτό, αλλά εάν αυτή η σκέψη είναι ένα βήμα προς την ουτοπία, η σκέψη πως μπορεί ο ιμπεριαλισμός και η κεφαλαιοκρατία σε Ελλάδα-Κύπρο-Τουρκία να λύσει το κυπριακό, όπου λύση σημαίνει βιώσιμο αύριο για όλους εμάς που ζούμε σε αυτόν τον τόπο, είναι ένα βήμα προς τη δυστοπία. Κι αυτό διότι η ειρήνη τους αποτελεί την συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, και αυτό μέχρι την επανεκκίνησή του.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θεωρώ πως ο εγκλωβισμός της αριστεράς σε μια συζήτηση μοντελοποίησης του Κυπριακού, όχι μόνο δεν βοηθάει αλλά τελματώνει τα όποια εγχειρήματα μπορούν να προκύψουν από τα κάτω εν τη γενέσει τους. Διότι η εκ των προτέρων μοντελοποίηση δεν λαμβάνει υπόψην της ούτε τα υποκείμενα τα οποία ευελπιστούμε πως θα παλέψουν για τη λύση, ούτε την θέλησή τους η οποία ούτε στατική είναι ούτε ανεξάρτητη των συνθηκών που θα επικρατούν κατά την διαδικασία λύσης —αυτό θυμίζει αέναες συζητήσεις άλλων εποχών περί της φύσης της επανάστασης, προλεταριακή, λαοκρατική, αστικοδημοκρατική με γρήγορο πέρασμα σε σοσιαλιστική φάση κτλ— αλλά κυρίως γιατί πρόκειται για μια συζήτηση που ξεκινάει από τους από πάνω, διαπνεόμενη από μια διαχειριστική προσέγγιση ενός σοβαρού κοινωνικοπολιτικού ζητήματος.
Επίσης, εάν η αριστερά πραγματικά ενδιαφέρεται για την επανενοποίηση της Κύπρου, πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες συνεύρεσης και συνεργασίας με την άλλη κοινότητα. Ταυτόχρονα θα πρέπει να αναδείξει ότι όλοι αυτοί που υποτίθεται ενδιαφέρονται για τη λύση, είναι αφενός υπεύθυνοι για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε αλλά και ότι δεν ενδιαφέρονται ούτε για την λύση, ούτε για την ειρήνη, ούτε για τον κυπριακό λαό. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι τα συμφέροντά τους που είναι ξένα προς τα δικά μας.
Η κοινή δράση και πρωτοβουλίες των δυο κοινοτήτων ενδεχομένως να μας φέρουν πιο κοντά, οι άρχουσες τάξεις και ο ιμπεριαλισμός σίγουρα όχι. Σε αυτό θα πρέπει να δούμε τι βήματα μπορούν να γίνουν από τώρα, αξιολογώντας και προσπάθειες του παρελθόντος (βλ. http://nekatomata.blogspot.com/2007/11/5-2003-2007.html), είτε επιτευχθεί λύση είτε όχι. Προφανώς και αυτό πάει βήμα-βήμα με την προσπάθεια συγκρότησης ενός πραγματικού αριστερού-ταξικού πόλου τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο, αλλιώς στην καλύτερη των περιπτώσεων θα ενωθούν οι αριστεροί “στρατηγοί” χωρίς προφανώς τους (ανύπαρκτους) στρατούς (τους).
Υ.Γ.: Η ενιαία Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πια εδώ και 15 χρόνια, μετά από μια ιμπεριαλιστική επέμβαση ΕΕ-ΗΠΑ, ένα αιματηρό εμφύλιο με τραύματα που δεν έχουν επουλωθεί ακόμη. Παρόλα αυτά στην Βοσνία, οι μάζες, ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκείας, εξεγείρονται και διεκδικούν αυτά που τους ανήκουν. Την ίδια στιγμή στην σχετικά ομοιογενή Ουκρανία όπου βλέπουμε να αναγεννιέται από τις στάχτες της η πιο ωμή και στυγνή εκδοχή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο ναζισμός. Τα εθνικά προβλήματα δεν είναι ανυπέρβλητα, ούτε η επίλυσή τους αποτελεί ικανή ή αναγκαία συνθήκη για την συγκρότηση ενός στρατοπέδου που θα δώσει την πάλη τάξης εναντίον τάξης ή και τάξεων κατά ιμπεριαλισμού. Οφείλουμε να παλέψουμε για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος μέσα από την συγκρότηση ενός κινήματος από τα κάτω, σε Βορρά και Νότο, που θα διασφαλίσει ότι η λύση θα είναι για εμάς κι όχι γι αυτούς.
X. Κυπραίος
4 σχόλια:
Εφόσον έχετε επαφές με την τουρκική αριστερά εννοείται πρέπει να έχετε και κάποια εικόνα για το τι λέε...τι θα πει...της φτάνει το Κουρδικό; Το Κυπριακό δυναμιτίζει τον εθνικισμό τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία αρα αφορά την αριστερα και στις τρεις χώρες....
Δεν γίνεται συντροφοι αντιμπεριαλιστικό μέτωπο...όταν λετε δεν ξέρουμε τη γνώμη της τουρκοκυπριακής αριστεράς...Το αντιμπεριαλιστικό μέτωπο δεν θα το χτίσει απο μόνος του ο τουρκικος λαός ή ο ελληνικός ή ο ελληνοκυπριακός ή ο τουρκοκυπριακός...
Θα καταλήξουμε να μιλαμε με ευχολογια...περι αντιμπεριαλισμου....
ξερουμε τι λεει η υπολοιπη νοτιοκυπριακη αριστερα απο το ακελ? (αν θεωρειται αριστερο πλεον)
υπαρχει κ αυτη η θεση για το κυπριακο παντως (ψηφιζουμε-στηριζουμε)
http://poustia.tumblr.com/post/4253881922
Το κείμενο είναι άποψη ενός συγκεκριμένου αρθρογράφου, φέρει την υπογραφή του, οπότε με βάση αυτά που λέει ο ΑσΓ, δε σημαίνει κι ότι υιοθετείται από το blog πόσο μάλλον από το ΚΚΕ(μ-λ).
Συμφωνώ όμως με τις παρατηρήσεις του πρώτου ανώνυμου. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε τις απόψεις της επαναστατικής αριστεράς στη Τουρκία, ιδιαίτερα του TKP ML αλλά και άλλων.
Γιατί όντως χωρίς συνεργασία και αυτών των δυνάμεων αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο δεν γίνεται, ολοκηρωμένα τουλάχιστον. Βέβαια καλό είναι να μην παραβλέπουμε τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Τούρκικη αριστερά με τις διώξεις και την παρανομία.
Κατά τα άλλα το κείμενο είναι ενδιαφέρον και θέτει κάποια ζητήματα για προβληματισμό και συζήτηση. Ενδιαφέρον θα είχε μια ανάλυση και για την Τ/Κ αριστερά αλλά και μια πιο αναλυτική τοποθέτηση για την πέρα του ΑΚΕΛ Ε/Κ αριστερά.
Όπως να μην ξεχνάμε και τις δικές μας δυσκολίες στο χτήσιμο του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου με μια αριστερά που το μόνο που την νοιάζει πραγματικά είναι οι εκλογές και όλα τα άλλα ζητήματα είναι μάλλον ενοχλητικά στους σχεδιασμούς της αυτή τη περίοδο.
Οπότε προς το παρών μάλλον στα ευχολόγια θα μείνουμε μιας και αν δεν υπάρχει αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο πρώτα στη κάθε χώρα τότε τι ακριβώς θα συντονιστεί;
Δ.
Πρώτε ανώνυμε.
Η τουρκική αριστερά πέραν του τροτσκιστικού DIP που διαφωνεί με τις συμφωνίες δεν έχει ασχοληθεί με το θέμα. Η Τουρκική αριστερά δεν ασχολείται με το Κυπριακό ή καλύτερα το έχει πολύ χαμηλά στις ιεραρχήσεις της. Κάτι που το γράφει και το κείμενο και δεν ξέρω γιατί είναι τόσο δύσκολο να γίνει αντιληπτό.
Στην Τουρκοκυπριακή αριστερά όπως και στο Σχέδιο Ανάν η πλειοψηφία συμφωνεί με μια, όποια, λύση θεωρώντας πως θα απεμπολίσει την τουρκική κατοχή. Υπάρχουν βεβαίως και μειοψηφικές φωνές που διαφωνούν.
Από κει και πέρα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορεί κάποιος να πάρει θέση για ένα θέμα εάν δεν γνωρίζεις τη θέση άλλων οργανώσεων/δυνάμεων. Ή θα πρέπει να περιμένουμε να αποφασίσει η τουρκική αριστερά να ασχοληθεί σοβαρά με το ζήτημα κι αν αυτό δεν γίνει δεν θα πάρουμε θέση; Τα καθήκοντά σου τα ορίζεις εσύ, λαμβάνοντας υπόψην τις ιδιαίτερες συνθήκες που υπάρχουν προφανώς.
Επίσης δεν θυμάμαι να έγραψα κανένα ευχολόγιο στο κείμενο. Να πω πως στο σχέδιο Ανάν στην Κύπρο η συντριπτική πλειοψηφία της αριστεράς, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής ήταν υπέρ του σχεδίου. Άρα λαμβάνοντας αυτό υπόψην και για να χτίσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο τι έπρεπε να κάνουμε, να πούμε κι εμείς ναι; Δεν είπες κάτι τέτοιο ανώνυμε, εγώ το θέτω γιατί αυτό είναι πραγματικό ερώτημα γιατί μπαίνει και σήμερα ένα αντίστοιχο με βάση την απόρριψη ή όχι των συνομιλιών ή ενδεχομένως ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. Γιατί υπάρχουν απόψεις που λένε αφού οι μεν θέλουν εάν εμείς φανεί πως δεν θέλουμε δεν θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε σχέσεις.
Προσωπική μου άποψη είναι το τι μέτωπο θα χτιστεί ή αν θα χτιστεί για το Κυπριακό, προκειμένου να έχει πραγματική υπόσταση, αφορά κατά βάση τους Κυπρίους κομμουνιστές και αριστερούς και αυτό δεν θα γίνει εύκολα. Και είναι λίγο νωρίς να ανησυχούμε για μέτωπα που θα περιλαμβάνουν μια σειρά από χώρες όταν δεν τα έχουμε χτίσει στη δική μας. Νομίζω κάτι τέτοιο ανέφερε και ο Δ.
@ΒΚ Χοντρικά, η πλειοψηφία της κυπριακής αριστεράς πέραν του ΑΚΕΛ είναι υπέρ της Ομοσπονδίας, υπήρξε υπέρ του σχεδίου Ανάν και βλέπει με θετικό μάτι την επανέναρξη των συνομιλιών και την πιθανότητα λύσης μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
@Δ Εν μέρει ελπίζω να βοηθάνε αυτά που έγραψα στους δυο πρώτους σχολιαστές για την αριστερά σε Τουρκία και Κύπρο. Το σκέφτηκα να παραθέσω απόψεις των αριστερών δυνάμεων αλλά το κείμενο θα ξέφευγε πολύ. Χοντρικά ισχύουν αυτά που είπα στον ΒΚ αλλά και το κομμάτι που αναφέρομαι στις δυο συλλογιστικές για το Κυπριακό ως λύση του εφικτού ή η λύση ως ευκαιρία για την επόμενη μέρα. Δυστυχώς δεν το έκανα ξεκάθαρο αλλά αυτές οι θέσεις αφορούν κυρίως την ε/κ αριστερά, αλλά απ' όσο έχω καταλάβει και την τ/κ και δεν ήταν γενικές θέσεις κάποιων.
Χ. Κυπραίος
Δημοσίευση σχολίου