Έχασε τη μάχη για να παραμείνει στη ζωή ένας από τους εργαζόμενους των ΕΛΠΕ που τραυματίστηκαν βαριά κατά την έκρηξη της Παρασκευής 8 Μαΐου. Έτσι παρουσιάζουν το φόνο τα επίσημα ΜΜΕ!
Δε μας λένε όμως γιατί χρειάστηκε να δώσει αυτή τη μάχη.
Μια μάχη που δεν θα χρειαζόταν να τη δώσει αν δεν υπήρχε το ζόρισμα της διοίκησης προς τους εργαζόμενους να τελειώσουν τα έργα συντήρησης στο μισό χρόνο από αυτόν που απαιτείται.
Μια μάχη που δεν θα χρειαζόταν να δώσει αν στο όνομα του κέρδους των ιδιοκτητών της επιχείρησης δεν γινόταν αυτές οι υπερεντατικοποιημένες διαδικασίες με μειωμένο το προσωπικό κατά πολύ και με ωράρια που ξεκίναγαν από τα χαράματα και τέλειωναν αργά το βράδυ.
Το εργοδοτικό έγκλημα είναι ξεκάθαρο. Και ας καμώνονται ο Λαφαζάνης, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου του και η διοίκηση ότι δεν ξέρουν και γι' αυτό διερευνούν τις αιτίες! Κι ας παριστάνουν τους ευαίσθητους και ...αποφασιστικούς (απέναντι σε ποιους; από ποιους θα πάρουν την άδεια και γι' αυτό;) υποσχόμενοι ότι δεν θα αφήσουν την οικογένεια του νεκρού χωρίς στήριξη.
Οι μόνοι που μπορούν να διασφαλίσουν τη ζωή τους είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι! Κόντρα, και όχι "από κοινού" που λέει ο υπουργός, στη διοίκηση και τη κυβέρνηση που τους καλύπτει.
Παρακάτω δημοσιεύουμε το άρθρο της Προλεταριακής Σημαίας που γράφτηκε με αφορμή το ατύχημα και που καταλήγει ότι παρά το ατύχημα οι εργασίες στα ΕΛΠΕ συνεχίζουν όπως και πριν! Σα να μη συνέβη τίποτα!
Την Παρασκευή 8 Μάη 2015, στις 8.20 το πρωί, ξέσπασε πυρκαγιά σε μια από τις σταματημένες μονάδες του διυλιστηρίου Ασπροπύργου των Ελληνικών Πετρελαίων στα πλαίσια της γενικής συντήρησης. Από την πυρκαγιά κάηκαν ζωντανοί 6 εργάτες: 4 χειριστές εργαζόμενοι των ΕΛΠΕ και 2 τεχνίτες μιας από τις δεκάδες εργολαβικές εταιρίες που είχαν αναλάβει μέρος των εργασιών συντήρησης. Από τους 6 εργάτες, οι 2 νοσηλεύονται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στο κέντρο εγκαυμάτων του "Θριάσιου Νοσοκομείου», ένας ακόμα σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στη ΜΕΘ του "Αττικού Νοσοκομείου", ένας σε πολύ κρίσιμη κατάσταση στη ΜΕΘ του νοσοκομείου "Γεννηματάς" και άλλοι 2 στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας του " Θριάσιου ". Συνολικά, 3 χειριστές των ΕΛΠΕ και ένας τεχνίτης χαροπαλεύουν, με πολύ μικρές πιθανότητες επιβίωσης, ενώ ο τέταρτος χειριστής και ο δεύτερος τεχνίτης θεωρείται πως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, με βάση όμως τις εμπειρίες από αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν δεν περάσουν αρκετές βδομάδες. Ακόμα όμως κι αν όλα πάνε θετικά, η διαδικασία αποκατάστασης είναι τραγικά επώδυνη και απαιτεί πολλά χρόνια για να καταλήξει σε μια σχεδόν υποφερτή καθημερινότητα.
Το περιστατικό αποτελεί ένα από τα χειρότερα στην ιστορία της βιομηχανίας στην Ελλάδα, ενώ ενδέχεται να αποδειχτεί το δεύτερο σε θύματα, με το πρώτο στην Πετρόλα (επίσης ιδιοκτησίας Λάτση, όπως κατά πλειοψηφία και τα ΕΛΠΕ) την 1 Σεπτέμβρη 1992, με συνολικά 15 νεκρούς και περισσότερους από 20 τραυματίες.
Το περιστατικό ξεκίνησε με μια φαινομενικά απλή εργασία αντικατάστασης βάνας. Στη διάρκεια της γενικής συντήρησης όλες οι παραγωγικές μονάδες είναι σταματημένες, απομονωμένες ("τυφλωμένες" στην ορολογία των διυλιστηρίων) και αποστραγγισμένες από υπολείμματα υδρογονανθράκων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η βάνα βρισκόταν στα όρια της μονάδας, με αποτέλεσμα ο αντίστοιχος αγωγός να μην έχει απομονωθεί από τη δεξαμενή στην οποία κατέληγε. Όταν οι δύο τεχνίτες άρχισαν τη δουλειά στα 5 μέτρα ύψος, θεωρούσαν ότι δουλεύουν σε άδειο αγωγό. Όταν όμως αφαίρεσαν την παλιά βάνα, ο αγωγός άρχισε να διαρρέει μεγάλες ποσότητες του αποθηκευμένου προϊόντος, ένα είδος βενζίνης. Κατέβηκαν και ειδοποίησαν τους χειριστές για τη διαρροή. Καθώς πλησίαζαν στο σημείο όλοι μαζί, είχε πλέον διαρρεύσει μεγάλη ποσότητα που αναπόφευκτα βρήκε κάποια πηγή ανάφλεξης. Το μέτωπο της φωτιάς με μιας κάλυψε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο της μονάδας καίγοντας τους 6 εργάτες, για να συγκεντρωθεί μετά από λίγα δευτερόλεπτα στο σημείο της διαρροής καυσίμου. Οι εργάτες έτρεξαν φλεγόμενοι σε διάφορες κατευθύνσεις, ωσότου άλλοι εργαζόμενοι να τους σβήσουν με πυροσβεστήρες και να τους παραλάβουν τα ασθενοφόρα των ΕΛΠΕ. Για σχεδόν 20 λεπτά η φωτιά έκαιγε με φλόγες που ξεπέρασαν τα 40 μέτρα και προκάλεσε τρεις εκρήξεις (η μια από τις οποίες ιδιαίτερα ισχυρή) και πυκνό μαύρο καπνό που έφτασε μέχρι τον Πειραιά μέχρι να εντοπιστεί και να κλείσει η βάνα απομόνωσης από προσωπικό των ΕΛΠΕ. Τότε μόνο έγινε κατορθωτό να περιοριστεί η φωτιά με τα μέσα πυρόσβεσης. Σε όλη τη διάρκεια του περιστατικού δεν χτύπησε ποτέ ο συναγερμός ώστε να ειδοποιηθούν οι περισσότεροι από 2.000 εργάτες που βρίσκονταν στην εγκατάσταση και μόνο από τύχη δεν υπήρξαν επιπλέον τραυματισμοί! Με άτακτο τρόπο απομακρύνθηκαν όλοι εκτός από το μόνιμο προσωπικό (πυροσβέστες και χειριστές) που αντιμετώπιζε την πυρκαγιά. Μετά το σβήσιμο της φωτιάς, ο συναγερμός ήχησε για να δηλωθεί η λήξη του περιστατικού.
Ακόμα κι αν δεν ήταν γνωστές οι λεπτομέρειες του περιστατικού, οι πραγματικές αιτίες ήταν ξεκάθαρες σε όποιον θέλει πραγματικά να τις δει. Και οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όμως, επιβεβαιώνουν αυτό που συζητιόταν ανάμεσα στους εργαζόμενους εδώ και αρκετό καιρό. Ότι δηλαδή το πραγματικό πρόβλημα που δημιούργησε το ανασφαλές περιβάλλον και εκφράστηκε με τον πιο τραγικό τρόπο είναι ο συνδυασμός ασφυκτικής πίεσης για μείωση του χρονοδιαγράμματος της γενικής συντήρησης και διαδοχικών μειώσεων προσωπικού, και ειδικά του πλέον έμπειρου, την τελευταία πενταετία.
Σχετικά με το χρονοδιάγραμμα, πρέπει να σημειωθούν ορισμένα δεδομένα. Η γενική συντήρηση ("shutdown" η "overhaul") σημαίνει σταμάτημα της παραγωγής, επομένως απώλεια εσόδων για την επιχείρηση. Όσο περισσότερο διαρκεί η συντήρηση, τόσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια. Αυτός είναι ο λόγος που η κάθε διοίκηση επιθυμεί η διαδικασία γενικής συντήρησης να πραγματοποιείται όσο το δυνατό λιγότερο τακτικά και να έχει όσο το δυνατό μικρότερη διάρκεια. Αυτοί οι στόχοι οδήγησαν και τη διοίκηση των ΕΛΠΕ, από τη μια, να αναβάλει δύο φορές το σταμάτημα, φτάνοντας τελικά στα 5,5 χρόνια από το προηγούμενο (ενώ στο παρελθόν γινόταν κάθε 4-5 χρόνια) και, από την άλλη, να ορίσει χρονοδιάγραμμα μόλις 25 μερών, ακόμα κι αν ήξερε ότι δεν θα το πετύχαινε απόλυτα (το προηγούμενο σταμάτημα του 2009 κράτησε περισσότερες από 40 μέρες). Η αναβολή της γενικής συντήρησης, ταυτόχρονα, σήμαινε και αύξηση του όγκου των εργασιών, αφού ο εξοπλισμός βρισκόταν σε συνεχή λειτουργία για μεγαλύτερο διάστημα.
Σχετικά με τις μειώσεις προσωπικού, αυτές προωθήθηκαν με ιδιαίτερη ένταση από το 2010 κι έπειτα, σε όλες τις εγκαταστάσεις των Ελληνικών Πετρελαίων. Για να αποφύγει τις αντιδράσεις, η διοίκηση υλοποίησε αυτήν την κατεύθυνση με τρεις τρόπους: πρώτο, με "πλουσιοπάροχη" εθελούσια οδήγησε πολλούς από τους μεγαλύτερους σε ηλικία (και εμπειρία) στην έξοδο, δεύτερο, οι προσλήψεις που γίνονταν ήταν πολύ λιγότερες από τις αποχωρήσεις και, τρίτο, έθεσε σε λειτουργία τις νέες μονάδες του διυλιστηρίου Ελευσίνας με όσο το δυνατό λιγότερο προσωπικό, μεταφέροντας και εργαζόμενους από τον Ασπρόπυργο. Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε επικυρώθηκε κι επίσημα με τα νέα οργανογράμματα που παγίωσαν τη μείωση των θέσεων, ενώ ακόμα κι αυτές οι θέσεις παραμένουν και σήμερα με κενά που καλύπτονται με αυξημένο ωράριο άλλων εργαζομένων, ειδικά στο πρόγραμμα βάρδιας. Οι υπόλοιπες ανάγκες σε τακτικό προσωπικό καλύπτονται με ολοένα αυξανόμενη χρήση "εργολαβικού" (στην ουσία ενοικιαζόμενου) προσωπικού. Συνολικά, το προσωπικό των ΕΛΠΕ είναι έντονα μειωμένο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και ταυτόχρονα είναι κατά μέσο όρο νεότερο και με μικρότερη εμπειρία. Για το οικονομικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας (περίπου 100 εκ. ευρώ μειωμένα έξοδα μισθοδοσίας το χρόνο) πανηγύριζε πρόσφατα η διοίκηση.
Ο συνδυασμός των παραπάνω είχε δημιουργήσει μια πολύ επικίνδυνη πραγματικότητα. Η συνεχής πίεση χρόνου και ο μεγάλος όγκος εργασιών απαιτούσε από το μειωμένο μόνιμο προσωπικό να συντονίζει και να ελέγχει εκατοντάδες εργασίες που γίνονταν παράλληλα, όλη μέρα και όλη νύχτα, τόσο από μόνιμο προσωπικό της συντήρησης όσο και -κυρίως- από τους χιλιάδες εργαζόμενους στις δεκάδες εργολαβικές εταιρίες. Χαρακτηριστικό των απαιτήσεων ήταν το γεγονός ότι για τη διάρκεια της γενικής συντήρησης είχαν μεταφερθεί πολλοί εργαζόμενοι από τις εγκαταστάσεις της Ελευσίνας στον Ασπρόπυργο. Από μόνη της η συγκέντρωση τόσων συνεργείων, γερανών, περονοφόρων, φορτηγών κ.ά. σε έναν πυκνό χώρο δημιουργούσε μόνιμα κινδύνους και είχε ήδη προκαλέσει μικροτραυματισμούς. Η εκτεταμένη διαρροή, όμως, ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο τραγικό τρόπο ότι η κούραση από τα εξαντλητικά ωράρια (οι περισσότεροι χειριστές δούλευαν τουλάχιστον 12ωρα, χωρίς διακοπή, από την αρχή του σταματήματος στις 12 Απρίλη) και η προσπάθεια να μειωθεί ο χρόνος οδήγησε σε υποτίμηση της συγκεκριμένης εργασίας και έλλειψη εσωτερικής επικοινωνίας των τμημάτων των ΕΛΠΕ. Ενδεχόμενα μεγαλύτερη εμπειρία ανάμεσα στους χειριστές να είχε αποτρέψει αυτές τις συνέπειες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι 3 από τους 4 τραυματισμένους χειριστές είχαν λιγότερα από 5 χρόνια στη δουλειά και ήταν η πρώτη τους γενική συντήρηση. Σε ό,τι αφορά τους τεχνίτες που εκτελούσαν την εργασία, δεν είχαν κανέναν απολύτως έλεγχο στο περιεχόμενο του αγωγού και βρέθηκαν εντελώς εκτεθειμένοι στον κίνδυνο.
Η ευθύνη της εργοδοσίας είναι αδιαμφισβήτητη. Τα δικά της συμφέροντα εξυπηρετούσαν όλες οι αποφάσεις που αύξησαν δραματικά τον κίνδυνο τόσο για όσους δουλεύουν στις εγκαταστάσεις, μόνιμους και "εργολαβικούς", όσο και για τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Αυτό που πρέπει να γίνει ξεκάθαρο είναι ότι αυτή η τάση της εργοδοσίας να αυξάνει την πίεση, την ένταση και το χρόνο δουλειάς είναι αντικειμενική γιατί είναι αποτέλεσμα της τάσης για μέγιστο κέρδος. Είναι, δε, τόσο ισχυρή που δεν υπολογίζει τις συνέπειες στην ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, ανεξάρτητα ακόμα και από το κόστος που θα έχει σε μια τέτοια περίπτωση. Κόστος που, άλλωστε, διαχειρίζεται νομικά και οικονομικά μέσω μιας έντονης τυπολατρείας εντύπων και διαδικασιών με σκοπό να μετατίθεται η ευθύνη προς τα "κάτω", στον κάθε εργαζόμενο, ενώ ουσιαστικά περισσότερο πρόβλημα προκαλούν παρά συμβάλλουν στη βελτίωση της ασφάλειας. Πρέπει επομένως να γίνει καθαρό ότι αυτή η τάση της εργοδοσίας δεν σχετίζεται με τις διαθέσεις της εκάστοτε διοίκησης. Μπορεί η επίθεση των τελευταίων χρόνων (κατά τη διάρκεια των οποίων υπογράφτηκαν και δύο τριετείς συμβάσεις που χειροτέρευσαν σε διάφορα επίπεδα τους όρους δουλειάς) να συνδέθηκε με ένα συγκεκριμένο διοικητικό μηχανισμό, η αλλαγή όμως της ηγεσίας του μηχανισμού (με τον πρόσφατο ορισμό νέου ΔΣ με παρέμβαση της νέας κυβέρνησης) δεν αλλάζει τίποτα στην ουσία και στους σκοπούς της πολιτικής που ασκείται και θα συνεχιστεί στα ΕΛΠΕ. Πολιτική που αναδεικνύει ότι το ζήτημα της ασφάλειας είναι στενά δεμένο με τους υπόλοιπους όρους δουλειάς και ως τέτοιο εξαρτάται άμεσα (κι αυτό) από το συσχετισμό που έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν οι εργαζόμενοι στο χώρο. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι που έχουν πραγματικά το συμφέρον και τη δυνατότητα να διασφαλίσουν ασφαλείς συνθήκες δουλειάς και είναι ζήτημα που μπορεί να τεθεί μόνο με όρους μαζικού αγώνα.
Αυτή την αλήθεια τη γνωρίζουν καλά οι εργαζόμενοι στα ΕΛΠΕ και εκφράστηκε γλαφυρά στην υποδοχή που είχε ο πρόεδρος του σωματείου όταν, μετά το κλείσιμο της 3ήμερης απεργίας, ανέβηκε να μιλήσει στο μάζεμα που οργάνωσε η διοίκηση και κάλεσε από κοινού με το προεδρείο του σωματείου. Η οργή που εκφράστηκε μαζικά, ακόμα και μπροστά στα στελέχη της διοίκησης, προκύπτει από την αναγνώριση του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει η ηγεσία του σωματείου με τις συνεχείς υποχωρήσεις στις απαιτήσεις της εργοδοσίας. Η λογική της συνδιοίκησης, που αποτελεί τη βάση του ρόλου της συνδικαλιστικής ηγεσίας, και η επιβολή της ηττοπάθειας στη βάση του γενικού καταθλιπτικού συσχετισμού, έχουν επιτρέψει σε αυτήν την ηγεσία να υπογράφει κάθε εργοδοτική απόφαση. Οι δύο τριετείς συμβάσεις, η αποδοχή των πετσοκομμένων οργανογραμμάτων, η υπονόμευση όλων των γενικών απεργιών (με ορισμό σχεδόν όλου του προσωπικού ως προσωπικό ασφαλείας για να μην επηρεάζεται στο παραμικρό η λειτουργία των εγκαταστάσεων), η στήριξη του προγράμματος εθελούσιας και η γενικότερη στάση σε κάθε μικρό και μεγάλο ζήτημα, έχει απομακρύνει την ηγεσία του σωματείου από τους εργαζόμενους, οι οποίοι νιώθουν απόλυτα εκτεθειμένοι απέναντι στη διοίκηση. Η στάση απέναντι στο τελευταίο έγκλημα ήταν χαρακτηριστική: αρχικά αποφάσισε απεργία το Σάββατο μετά το περιστατικό και μόνο μετά την πίεση του κόσμου (και με δεδομένο ότι το Σωματείο Μετάλλου που ελέγχεται από το ΠΑΜΕ είχε ήδη αποφασίσει απεργία μέχρι και τη Δεύτερα επομένως δεν θα γίνονταν εργασίες έτσι κι αλλιώς) συνέχισε την απεργία μέχρι και τη Δεύτερα. Την Τρίτη, 4 μόλις μέρες μετά το περιστατικό, και τα δύο σωματεία (το επιχειρησιακό των ΕΛΠΕ και το κλαδικό του Μετάλλου) σταμάτησαν τις κινητοποιήσεις και οι εργαζόμενοι κλήθηκαν να δουλέψουν. Δεν χρειάστηκαν περισσότερες από δύο μέρες για να επιστρέψουν οι ρυθμοί δουλειάς στα ίδια επίπεδα, όπως όλοι οι εργαζόμενοι έλεγαν όταν έκλεινε άδοξα η απεργία και παρά τους πανηγυρισμούς του ΠΑΜΕ ότι «τώρα ο πήχης ανέβηκε» και ότι «η εργοδοσία ζορίστηκε» δήθεν επειδή έφτιαξε επιτροπή στην οποία μπορεί κάθε εργαζόμενος να καταγγείλει τις άσχημες συνθήκες δουλειάς.
Οι πραγματικές αιτίες αυτού του περιστατικού, αυτές που το καθιστούν πραγματικό έγκλημα, βρίσκονται ακόμα εδώ. Οι εργαζόμενοι στο διυλιστήριο εξακολουθούν να ζουν την ίδια πραγματικότητα, εξακολουθούν να ρισκάρουν τη ζωή τους καθημερινά για το μεροκάματο. Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, για να γλιτώσουμε από τα επόμενα εργοδοτικά εγκλήματα που ετοιμάζονται, απαιτείται πολλή και δύσκολη δουλειά. Δουλειά για να ξεκαθαριστεί ποια είναι τα συμφέροντα της εργοδοσίας και ποια των εργαζόμενων. Για να ανακαλύψουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ίδια τη δική τους πάλη για την ανατροπή των συσχετισμών. Δουλειά επίμονη και απαιτητική από πολλές απόψεις. Δουλειά που τέτοια περιστατικά αναδείχνουν με τον πιο τραγικό τρόπο πόσο αναγκαία είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου