24 Σεπτεμβρίου 2020

Χρυσόκωλοι και φαμέγιοι, ποτέ αντάμα και πάντα αντικριστά


Ξεθώριασε απ` το λιοπύρι και τ` αγιάζι σχεδόν διακόσια χρόνια η ταμπέλα. Χαράχτηκε μάλιστα με αρχαιοπρεπή γραφή για να θυμίζει το απελπιστικά σκουριασμένο προγονικό κλέος. Μαστόροι πανάκριβοι με πλουμιστές φορεσιές και αγγελόφερτα ονόματα τη ξεκρέμασαν, προσπαθώντας άρον- άρον να την αναπαλαιώσουν προς χάριν σαχλών δοξολογιών και «γύφτικων» πανηγυριών. Διαβάζεται «Πανδοχείον η Ελλάς».

Χτισμένο σε μπαρουτοκαπνισμένη στεριά και σε μια περιούσια θέση. Πάνω στο ιδιαίτερα προικισμένο σταυροδρόμι που κάποτε θεωρούνταν ομφαλός της γης. Από την κορυφή του αγναντεύει κανείς όλα τα σημεία του ορίζοντα. Και τι δεν θωρεί ολόγυρα του. Ακόμη και οι αναλαμπές απ` τις φωτιές της καταστροφής στην ανατολή φαίνονται, μες στην αντάρα που φέρνει η αρπακτικότητα άγριων, δαιμονισμένων φυλών της δύσης. Και τι δεν ακούει κιόλας; Λυσσομανά ο παγερός βοριάς φουντωμένος από συγκρούσεις θεριών με πυρηνική αρματωσιά. Ενώ προσπαθεί να πνίξει γοερούς οδυρμούς βγαλμένους από πεινασμένα σωθικά κορμιών σκελετωμένων της Αφρικής.

Κάτω στους πρόποδες λόφου, όπου είναι θρονιασμένο το χάνι, φωλιάζει ένα σπουδαίο λιμάνι. Γνωστό ανέκαθεν πέρασμα πολλών λογιών αρμάδων και φουσάτων. Πόσοι κουρσάροι δεν άραξαν σε τούτο το παράκτιο λημέρι; Τώρα για αρκετά τέρμινα έχει ποδοπατηθεί από τον φοβερότερο και ταξιδεμένο από μακρινούς ωκεανούς με ένα φλάμπουρο γεμάτο μισή εκατοντάδα αστέρια.

Πριν χρόνια στην πίσω μεριά ο εύφορος κάμπος χάριζε πληθώρα από τα καλούδια της γεωργίας. Ξεχείλιζαν επίσης από τα διπλανά βοσκοτόπια όλα τα βουκολικά εδέσματα. Μέχρι και μηχανές από φάμπρικες τιτίβιζαν δημιουργικά με πρώτες τους αργαλειούς γνέθοντας ασταμάτητα.

Αλλά λες και πέρασε τελευταία ένας τυφώνας ρημαδιού και όλα σαρώθηκαν μονομιάς. Τίποτα πια δεν παράγεται και όλα τα προϊόντα εισάγονται από τα ξένα. Έτσι ο σπιτονοικοκύρης υποχρεώθηκε να κάνει τις κάμαρες καπηλειά και να απλώσει στρωσίδια για μουσαφίρηδες εύπορους. Ορεξάτους να πληρώσουν για να χαρούν αμμουδιές και δωρικά μνημεία. Ξαφνικά οι περήφανες υφάντρες γενήκανε παραδουλεύτρες και οι τεχνίτες χαμάληδες. Στις αποβάθρες πλέον δεν δένουν εμπορικά καΐκια, μα κατάντησαν αραξοβόλι σε πανέτοιμα να ξεράσουν τον θάνατο θωρηκτά των πιο τρανών της οικουμένης ληστοσυμμοριτών και δημίων.

Σπιτικό δίχως νοματαίους δεν νοείται φυσικά. Κληρονόμησαν το υποστατικό δυο αδέλφια. Στον πρωτότοκο Κάιν δώσανε το παρατσούκλι «εθνικός», γιατί φτάνοντας συχνά σε υστερικά ξεσπάσματα, όλο παραμιλούσε για τα ιδανικά της πατρικής γης. Απόκτησε λιγοστά παιδιά και από αυτά ξεχώριζαν ο Φαρδυνογιάννης και ο Λάσπης. Έτσι τους βαφτίσανε και πράγματι εύστοχα. Ο ένας σαν μονοφαγάς ήταν τετράπαχος και ο άλλος μηχανεύονταν συνεχώς ατιμίες βρώμικες, για να κυριαρχήσει. Και οι δυο τους φημίζονταν σαν σπουδαίοι καραβοκύρηδες θαλασσοπνίχτες.

Τον δεύτερο γιό, τον Άβελ, προσφωνούσανε πάντοτε «ταξικό». Του είχε κολλήσει ετούτο το νάμι ένας φωτισμένος δάσκαλος σπουδαγμένος στη Ρωσία, καιρό μετά από τότε που οι μουζίκοι γκρεμοτσακίσανε τον τσάρο. Τα χέρια του σκεπασμένα με ρόζους από τη πολλή δουλειά ήταν άξια εργαλεία. Ακάματα και προκομμένα. Ότι απάντεχνες στο διάβα σου, αποκλειστικό του επίτευμα ήταν. Αυτός θέριζε τα σπαρτά, αυτός έκτιζε, ο ίδιος άρμεγε τα ζώα. Μονάχος του έλιωνε το σίδερο και σμίλευε το ξύλο φτιάχνοντας τα απαραίτητα και θαυμαστά μέσα για την επιβίωση της κοινότητας. Σε αντίθεση με τον Κάιν απόκτησε μια οικογένεια τόσο πολυπληθή όπως των μυρμηγκιών. Σαν άνοιγε την πελώρια τρυφερή αγκαλιά του, τρέχανε να χωθούνε όλα τα αγαπημένα εγγόνια του. Λιομαζώχτρες, λοστρόμοι, κτίστες, μάγειροι, βυρσοδέψες, τυπογράφοι.

Μισοξεχασμένος πια, κάποιοι μνημονεύουν και ένα τρίτο γιό. Μεσιανός στην ηλικία, μα και στα υπάρχοντα. Άτυχος όμως χάθηκε σε ένα μεγάλο, παράξενο λοιμό. Αν θυμάμαι σωστά αποκαλούσανε στριφνά εκείνη την αρρώστια «κρίση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου».

Δουλευτάδες λοιπόν επαινετοί ο Άβελ και η φαμίλια του. Μολαταύτα η μοίρα τους καταδίκασε να ζούνε στις καλύβες και τα καταγώγια με λειψό, πικρό ψωμί. Όχι σπάνια ο λύχνος αδειανός δεν φέγγει και το μαγκάλι πιο κρύο και απ` τον χειμώνα. Ωιμέ τους, όταν η βροχή αγριέψει λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Πνιγμός και χαλασμός ακολουθεί. Που παράδες για σχολειά και ο γιατρός απρόθυμα δεν κατηφορίζει στις τρώγλες τους.

Ακριβώς δηλαδή το αντίθετο που συμβαίνει στον αμάλαγο αριστοκράτη Κάιν και την ολιγομελή φάρα του. Γλεντούνε και αγαλλιάζονται στη θαλπωρή του απόρθητου από τα στοιχειά της φύσης αρχοντικού τρώγοντας λιχουδιές εξωτικές. Διαδόσεις μάλιστα κυκλοφορούν, πως μέχρι και απόπατους με ατόφιο χρυσάφι διαθέτουν. Αυτοί που είναι ανίκανοι ακόμη και μια πρόκα να καρφώσουν.

Κάποιοι ακέραιοι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο «εθνικός» πουλώντας ισόβια τη δουλοπρεπή ψυχή του στον φράγκο, βαυαρό και εγγλέζο διάβολο, πλαστογράφησε το 1821 τη σφραγισμένη με αίμα των επαναστατημένων γραικών διαθήκη. Έτσι ο άπληστος αρπάζοντας ολάκερο το βιος περνά πλουσιοπάροχα.

Μες στον κατατρεγμό των «ταξικών» κλείνει τα βλέφαρα της η καθημερινότητα. Ανέχεια και δεινά ξεπροβοδίζουν το δείλι, για να προϋπαντήσει η χαραυγή ακόμη χειρότερες στερήσεις και καημούς.

Δίχως αμφιβολία στρατηγική σημασία δυσεύρετη έχει το χάνι «Ελλάς». Μάνα πατρίδα το διαλαλεί ο «εθνικός». Από το κοιλοπόνεμα του ξεσηκωμού του γένους βγήκε μια νόθα ανεξαρτησία. Σκέτο έκτρωμα. Ραγιάδικη και πάλι. Θα μπορούσε, αν δεν ήταν τόσο μαύρος και ψωραλέος ο ήλιος του, να αποτελούσε πακτωλό αγαθών ανεξαίρετα για όλους.

Ωστόσο άκαρδα και μεροληπτικά συμπεριφέρεται. Ξεπούλησε -και το συνεχίζει ακόμη- τα φτωχά βλαστάρια του σε αλαργινά σκλαβοπάζαρα πετώντας τον νεολαιίστικο ανθό επάνω στα αγκάθια της ξενιτειάς. Τη σκληρά στυμμένη και άλλοτε σακατεμένη λεμονόκουπα της εργατιάς ρίχνει στη τάφρο της ανεργίας. Η με αγώνες κερδισμένη σύνταξη γλιστρά σταθερά στον υπόνομο της συνταξιοδότησης. Με τον βούρδουλα πασχίζει να την κρατά σκυφτή και υποταγμένη. Αμόρφωτη και φαρμακωμένη, χωρίς ούτ` ένα δράμι φάρμακου για γιατρειά. Και η χολέρα του κορωνοϊού κτυπά την πόρτα των παραπηγμάτων προσπερνώντας εκείνες των επαύλεων.

Σήμερα στον αυλόγυρο και την ακροθαλασσιά μας ορμά η φρικτότερη κατάρα της οικουμένης. Αντί να χορταίνει με τόση ανθρώπινη σάρκα που τρώει, αντί να ξεδιψά με τόσο αίμα που πίνει, γίνεται ολοένα πιο λαίμαργη. Όλο το νόημα της κλείνεται σε μια λέξη. Εξελιγμένοι καπιταλιστές ή μονολεξί ιμπεριαλιστές.

Από τον ανατριχιαστικό θόρυβο της αναμεταξύ τους σύγκρουσης ξυπνά μεθυσμένος από μεγαλοϊδεατισμό και ο Κάιν. Έχει ανοικτούς λογαριασμούς, ματοβαμμένους και αξεδιάλυτους με τον γείτονα του. Για παλιά αμπελοχώραφα και τώρα με ανεξήγητη μανία μαλώνουν για χέρσα βραχονήσια- γλαροφωλιές. Μέχρι ψηλά στον ουρανό καβγαδίζουν για σύνορα στο αέρα! Θέλουν να τα κατακτήσουν, ώστε ακαριαία σαν μεσάζοντες να τα εξαργυρώσουν κοψοχρονιάς στους ισχυρούς του πλανήτη.

Μετρά λοιπόν, ξαναμετρά ο φαταούλας. Ζυγιάζει και ξαναζυγιάζει. Σκέφτεται μήπως εσίμωσε η ώρα, μες στην αναμπουμπούλα να ξεθαρρέψει, να στηλώσει μια σταλιά το κοντό του μπόι απλώνοντας λίγο το χέρι του στην κόκκινη μηλιά; Να απλώσει άραγε την αρίδα του στα βάθη των βυθών και στο τρικυμισμένο πέλαγος;

Γοργά λοιπόν, προστακτικά ξεσκονίζει την κουρελιασμένη αδελφοσύνη και καλεί τον Άβελ. Βοήθα ομοαίματε. Μη χάσουμε την ευκαιρία πλατύτερος να γίνω. Το χρέος είναι βαρύ, μα και ιερό. Λιγόστεψε το φαγητό για νέες πανοπλίες. Ζώσου, αμούστακο και ας είσαι, με φυσεκλίκια και μη κιοτέψεις αν στης μάχης την πυρά χαθείς ηρωικά.

Ξοπίσω σκύβει στ` αυτί του «ταξικού» συμβουλεύοντας τον φωναχτά ο Κουτσουμπαμπέσας. Ξεγελώντας τον να στέρξει και θυσιαστεί για τον «εθνικό». Γνωστός γυρολόγος, κατεργάρης της πολιτικής, μπροστάρης δήθεν των αδύναμων. Παμπόνηρα έχει καρφιτσωμένο στο πέτο του ένα σφυροδρέπανο. Αναποδογυρισμένο με ελεεινό πολιτικό νόημα. Φίλος κρυφός των εχθρών και πανούργος εχθρός- υπονομευτής των φίλων.

Κάπου εδώ δικαιολογημένα σαστίζει ο Άβελ. Συλλογάται βαθειά. Όλοι, από δεξιά αλλά και από τη δική του μπάντα, τον παρακινούν να νοιαστεί και θυσιαστεί για τα συμφέροντα του κοινού πανδοχείου. Αν και μοναχά τέτοιες στιγμές αναγορεύεται τάχατες αμοιβαίο. Για αυτόν τον άκληρο θα φροντίσει ο θεός. Μακριά από τη φθαρτή ύλη που ληστρικά νέμονται οι εκλεκτοί της κοινωνίας, εκεί πέρα στο άγνωστο υπερπέραν θε να προκόψει. Στο βασίλειο παναπεί της ιδεαλιστικής απάτης και του μηδέν.

Πάλι όμως ο «ταξικός» κοντοστέκεται. Βασανίζει πολύ ώρα τη λογική. Αμφισβητεί και τέλος ξεκαθαρίζει.

Κάιν δεν μ` αγαπάς. Από την παλαιά κιόλας διαθήκη αποδείχτηκες άσπονδος αδελφοκτόνος με μαχαιριά πισώπλατα. Αδελφός είναι όποιος μοιράζεται τα ίδια με μένα βάσανα τυραννισμένος από δικούς του συγγενείς. Ποσώς με κόφτει ποιος φορεί φουστανέλα ή τούρκικο φέσι. Ποιος μιλά σλαβομακεδονικά ή τα αραβικά του μισοπνιγμένου πρόσφυγα. Καμία διαφορά δεν με χωρίζει με δαύτους. Εκείνο που με απασχολεί, είναι ποιος εκμεταλλευτής και ατόφιος αντίπαλος, μου κατακλέβει το καρβέλι, που με τον ίδρωτα μου ζυμώνω και φουρνίζω. Ποιος θάβει το μέλλον των παιδιών μου. Οργίζομαι, γιατί σαν τον αναστενάρη πατώ το καυτό δικό μου χώμα και μπουντρούμι μου, αν και με τον καταδικό μου αγώνα απελευθέρωσα.

Αρνιέμαι να σκοτωθεί το παλικάρι μου για να δωρίσει ο μισητός Φαρδυνογιάννης στο οκνηρό θρεφτάρι του ένα πιο παραφορτωμένο με πετροδολάρια σεντούκι. Διδάχτηκα από παλιότερες συμφορές. Πέρα στις εσχατιές της Μικράς Ασίας και του Σαγγάριου άφησε τα κόκκαλα του ο βιοπαλαιστής παππούς μου. Και όχι ο ονειροπαρμένος και σπιούνος των Ευρωπαίων εξάδελφος του κροίσος Λάσπης. Κονταροχτυπήθηκα και τσάκισα τις σιδερόφρακτες ορδές της φασιστικής σβάστικας. Ενώ εσύ λιποτάκτη στα θέρετρα του Καΐρου με ξαναλυσόδεσες στα Δεκεμβριανά σε καινούριο αγγλοαμερικανικό ζυγό.

Αίσχος σου εξωνυμένε, αυτομολημένε Κουτσουμπαμπέσα. Σε εμπιστεύτηκα και πας να με παγιδέψεις. Καθότι στην ατέρμονη αντιπαράθεση ελλήνων και τούρκων αστών και σε ενδεχόμενη πολεμική συμπλοκή ποικίλης έκτασης το ζητούμενο είναι, αν η ολιγαρχία θα αποκομίσει περισσότερους θησαυρούς ή θα απολέσει κάποιους. Αλλά εγώ ο καταφρονεμένος και άσχετα με την έκβαση της όποιας διένεξης τους θα βγαίνω μύριες φορές χαμένος. Αποκεφαλισμένος, πιο υποσιτισμένος και ολότελα γονατιστός.

Άρα κεφαλαιοκράτη Κάιν τίποτα ταυτόσημο δεν έχουμε μαζί και όλες οι επιδιώξεις μας είναι ενάντιες. Τα εθνικά ιδεώδη και κυριαρχικά δικαιώματα είναι προσωπίδα των συμφερόντων σου. Τα μιλιταριστικά ουρλιαχτά σου θα μετατραπούν σε νεκροσέντονο της ζωής, των δίκιων και ονείρων μου.

Οπότε πρέπει ταχιά να αμυνθώ. Δραστικά να οργανωθώ και αντισταθώ απέναντι σου. Προλαβαίνοντας, αποτρέποντας και αντιστρέφοντας την από εσένα και τους αφέντες σου εξόντωση μου.

Στο μόνο που αναγκαστικά θα σε μιμηθώ… 

ΚΜ μέλος της Πρωτοβουλίας Αντίστασης

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Σε λίγο πλησιάζουν και τα 200 έτη... Βγήκε ήδη παγανιά μέσω ΕΡΤ η νεανίζουσα γηρεά κυρία. Να μας δώσει "όραμα", λέει. Η Ολυμπιάδα ήταν υλιστική, μας είπε. Η επέτειος θα ανεβάσει το "πνεύμα" και την "αυτοπεποίθηση", δήλωσε. Τώρα, αν αυτό σας θυμίζει κάτι από Μητσοτάκη, είναι απλά σύμπτωση... Αν ζούσε την εποχή του 1821 αυτή και το συνάφι της πάντως - μιας και ερέσκονται στα μεταφυσικά - σίγουρα θα ήταν όλοι τους προσκυνημένοι!