Ξεκίνησε το πρωί της 15ης Ιούνη 2022 η εκδίκαση της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής (Χ.Α.) σε β’ βαθμό. Συνδικαλιστικές ενώσεις, σωματεία, συνδικάτα, συλλογικότητες και κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς καλούσαν σε συγκέντρωση έξω από το Εφετείο. Εν τέλει, η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου τού καταδικασθέντος ως αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης Ν. Μιχαλολιάκου.
Υπενθυμίζεται ότι σε α’ βαθμό κρίθηκαν ένοχοι 57 από τους 69 κατηγορούμενους, ενώ 11 αθωώθηκαν και για έναν έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω θανάτου. Από τους 57, οι 50 κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, 7 από αυτούς για διεύθυνση, ενώ από τους υπόλοιπους 43 οι 21 κρίθηκαν ένοχοι και ακόμα ενός κακουργήματος, κατά περίπτωση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και της απόπειρας ανθρωποκτονίας των αιγύπτιων ψαράδων. Συνολικά στη φυλακή οδηγήθηκαν 40 καταδικασθέντες.
Για να γίνει κατανοητή η σημασία της έφεσης και η εξέλιξη της εν λόγω δίκης, η εκδίκαση της οποίας ξεκίνησε σε α’ βαθμό στις 20 Απριλίου 2015, πρέπει αρχικά να αναζητηθούν οι αιτίες της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης. Κι αυτές αφορούν τόσο την παρέμβαση και τις μαζικές συγκεντρώσεις του αντιφασιστικού-λαϊκού κινήματος όσο και τις επιλογές των κυρίαρχων κέντρων του συστήματος εντός κι εκτός της χώρας. Τα τελευταία είχαν επίγνωση ότι στην περίπτωση μιας αθωωτικής απόφασης θα ταυτίζονταν, εν πολλοίς, με τη Χ.Α., δεδομένου ότι το προφίλ του εγκληματία-μαχαιροβγάλτη μπορεί να είχε συνδεθεί στη λεγόμενη κοινή γνώμη με τη συγκεκριμένη οργάνωση, δεν έπαυε όμως να δημιουργεί γενικότερα απωθητικά αντανακλαστικά για όλες τις δεξιές δυνάμεις.
Το ξέπλυμα του ναζιστικού μορφώματος επί δεκαετίες, η αποδοχή του στα σαλόνια του αστικού πολιτικού συστήματος, η σχέση της ύπαρξης και δράσης του με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους, οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με το πολιτικό σύστημα σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο, η κρατική χρηματοδότηση και η προβολή από τα ΜΜΕ που απολάμβανε, όλα μαρτυρούσαν ότι του είχε δοθεί πεδίο κίνησης. Το μετέτρεπαν πολιτικά σε “παίκτη” για το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα στη χώρα μας, που επιδίωκε να περάσει κάθε αντιλαϊκή, αντεργατική, ρατσιστική-αντιπροσφυγική και κατασταλτική πολιτική με δολοφονικό τρόπο. Όταν αυτά άρχισαν να αποκαλύπτονται ευρέως και προκειμένου να μη χρεωθεί το ίδιο το σύστημα που γεννά κι εκτρέφει το φασισμό-ναζισμό-ρατσισμό τις συνέπειες της ακροδεξιάς ατζέντας του, επέλεξε την «απόσυρση» της Χ.Α., ξεκινώντας με την παρουσίασή της ως «ακραίας» και «ολοκληρωτικής» οργάνωσης (βλ. θεωρία δύο άκρων) και «τελειώνοντας» με την καταδίκη της ως εγκληματικής οργάνωσης.
Βέβαια, κανένα ουσιαστικό τέλος δεν υπήρξε. Αντιθέτως, πολύ γρήγορα μετά την καταδικαστική απόφαση του Οκτωβρίου του 2020, ένα ένα τα ηγετικά στελέχη της Χ.Α. αποφυλακίζονταν, για να συνεχίσουν την τρομοκρατική δράση τους ενάντια στο λαό, ενταγμένα σε άλλες φασιστικές ομάδες και οργανώσεις. Ενδεικτική μόνο ήταν η προηγηθείσα υποβάθμιση (και τελικά παραγραφή) της υπόθεσης της δολοφονικής επίθεσης σε βάρος των μελών του ΠΑΜΕ στο Πέραμα. Άλλωστε, την ίδια στιγμή που οι φασίστες έπεφταν στα «μαλακά», ποινικοποιούνταν η αριστερή – δημοκρατική πολιτική δράση, όπως φάνηκε με την καταστολή και τις συλλήψεις στις 17 Νοέμβρη, 26 Νοέμβρη και 6 Δεκέμβρη του 2020, που οδήγησαν και κρατούν δεκάδες αγωνιστές σε πολύμηνη δικαστική ομηρία, περνούσε ο αντεργατικός και απεργοκτόνος Νόμος Χατζηδάκη, σε συνέχεια του νόμου ενάντια στις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις, εδραιωνόταν η αστυνομοκρατία, με πρόσχημα κατά βάση την πανδημία και την προστασία της υγείας.
Ανεξαρτήτως, λοιπόν, της τελικής έκβασης της δίκης, το σίγουρο είναι ότι οι εξελίξεις σε δικαστικό επίπεδο δεν μπορούν να προκαλέσουν ούτε αναβίωση της «παλαιάς» Χ.Α., με τον τρόπο που αυτή δρούσε και αναδείχτηκε, δηλαδή σε συνάρτηση με τις ανάγκες μιας προηγούμενης περιόδου, ούτε φυσικά «εξάλειψη» των φασιστικών απόψεων και δράσης… Αυτό, πέραν δικαστικών αιθουσών και αντιδραστικών νομοθετημάτων, αποδεικνύεται από τα ίδια τα γεγονότα στους χώρους όπου ζει και στενάζει ο λαός. Οι φασιστικές επιθέσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, με την προκλητική ανοχή του κράτους, το προηγούμενο έτος, οι άγριες επιθέσεις σε βάρος των φοιτητών, που χαιρετίστηκαν από τη Χ.Α., τα ακροδεξιά συλλαλητήρια, οι απαγορεύσεις διαδηλώσεων και η καταστολή αποδεικνύουν ότι ο φασισμός είναι οργανικό κομμάτι του συστήματος.
Ο φασισμός, συνεπώς, παραμένει απειλή για το λαό. Τρέφεται από τη φασιστικοποίηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Από την επίσημη αστική πολιτική που εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες του κόσμου. Από το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας μας από τους αμερικάνους και ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Από την παρόξυνση της επίθεσης του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Σε «δύσκολες» στιγμές, το σύστημα ανασύρει αυτή την πολύτιμη γι’ αυτό εφεδρεία για να τρομοκρατήσει, να αποτρέψει και να χτυπήσει κάθε προσπάθεια του λαού να αντισταθεί.
Απέναντι σ’ αυτή την πολιτική πρέπει να σταθεί ο λαός μας όρθιος. Να οργανωθεί και να παλέψει συλλογικά για τη ζωή και το μέλλον του. Να αντισταθεί και να διεκδικήσει δικαιώματα κι ελευθερίες. Να δημιουργήσει τους όρους αναμέτρησης συνολικά με το σύστημα και την πολιτική του. Να γίνει πρωταγωνιστής των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, παραμερίζοντας όσους τον θέλουν χειροκροτητή είτε «καλών» δικαστών και εισαγγελέων είτε «καλών» κυβερνητικών εκπροσώπων, για να κρύψουν και τη δική τους συνδρομή στη σημερινή βαρβαρότητα.
Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου