09 Ιανουαρίου 2026
«Θα κυβερνήσουμε τη χώρα»: Η προετοιμασία μιας παράνομης κατάληψης εξουσίας στη Βενεζουέλα*
Η Μισέλ Έλνερ, ακτιβίστρια του κινήματος αλληλεγγύης, αποτιμά/αξιολογεί την επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και τις δηλώσεις του Τραμπ περί «διακυβέρνησης της χώρας».
Michelle Ellner, 4 Ιανουαρίου 2026
Άκουσα τη συνέντευξη Τύπου της 3ης Ιανουαρίου με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ως Αμερικανίδα βενεζουελανικής καταγωγής, με οικογένεια, μνήμες και μια ζωντανή σχέση με τη χώρα για την οποία γινόταν λόγος σαν να ήταν ιδιοκτησία, όσα άκουσα ήταν απολύτως ξεκάθαρα. Και αυτή η σαφήνεια ήταν ανατριχιαστική.
Ο πρόεδρος δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «κυβερνήσουν τη χώρα» μέχρι να υπάρξει μια μετάβαση που οι ίδιες θα κρίνουν «ασφαλή» και «συνετή». Μίλησε για τη σύλληψη του αρχηγού του κράτους της Βενεζουέλας, για τη μεταφορά του με πλοίο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, για την προσωρινή διοίκηση της χώρας από τις ΗΠΑ και για την είσοδο αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών με στόχο την «ανασυγκρότηση» του κλάδου. Απέκρουσε τις ανησυχίες σχετικά με τις διεθνείς αντιδράσεις με μια φράση που θα έπρεπε να σημάνει συναγερμό για όλους: «Καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι το δικό μας ημισφαίριο».
Για τους Βενεζουελάνους, αυτά τα λόγια αντηχούν μια μακρά και οδυνηρή ιστορία.
Ας είμαστε σαφείς ως προς τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται. Ο πρόεδρος υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν, βάσει του αμερικανικού ποινικού δικαίου, να συλλάβουν έναν εν ενεργεία ξένο πρόεδρο και τη σύζυγό του. Ότι μπορούν να διοικήσουν ένα άλλο κυρίαρχο κράτος χωρίς διεθνή εντολή. Ότι το πολιτικό μέλλον της Βενεζουέλας μπορεί να αποφασίζεται από την Ουάσινγκτον. Ότι ο έλεγχος του πετρελαίου και η λεγόμενη «ανασυγκρότηση» συνιστούν θεμιτό επακόλουθο της επέμβασης. Και ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς αποδείξεις άμεσης απειλής.
Αυτή τη γλώσσα την έχουμε ξανακούσει. Στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποσχέθηκαν μια περιορισμένη επέμβαση και μια προσωρινή διοίκηση, για να επιβάλουν τελικά χρόνια κατοχής, να καταλάβουν τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών και να αφήσουν πίσω τους καταστροφή και αστάθεια. Εκείνο που παρουσιάστηκε ως διαχείριση εξελίχθηκε σε κυριαρχία. Η Βενεζουέλα περιγράφεται σήμερα με ανησυχητικά παρόμοιους όρους. Η «Προσωρινή Διοίκηση» κατέληξε σε μια μόνιμη καταστροφή.
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τίποτα από όσα περιγράφηκαν σε εκείνη τη συνέντευξη Τύπου δεν είναι νόμιμο. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει την απειλή ή τη χρήση βίας κατά άλλου κράτους και αποκλείει/ απαγορεύει κάθε παρέμβαση στην πολιτική ανεξαρτησία μιας χώρας. Κυρώσεις που έχουν στόχο τον εξαναγκασμό πολιτικών εξελίξεων και προκαλούν δεινά στον άμαχο πληθυσμό συνιστούν μορφή συλλογικής τιμωρίας. Η διακήρυξη του δικαιώματος να «κυβερνάς» μια άλλη χώρα αποτελεί γλώσσα κατοχής, ανεξάρτητα από το πόσες φορές αποφεύγεται ρητά ο όρος [κατοχή].
Με βάση το αμερικανικό δίκαιο, οι ισχυρισμοί είναι εξίσου ανησυχητικοί. Οι εξουσίες κήρυξης και διεξαγωγής πολέμου ανήκουν στο Κογκρέσο. Δεν έχει δοθεί καμία εξουσιοδότηση, δεν υπάρχει καμία κήρυξη και καμία νόμιμη διαδικασία που να επιτρέπει στην εκτελεστική εξουσία να συλλάβει έναν ξένο αρχηγό κράτους ή να διοικήσει μια χώρα. Το να χαρακτηρίζεται αυτή η πρακτική ως «επιβολή του νόμου» δεν την καθιστά νόμιμη. Η Βενεζουέλα δεν συνιστά απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες: δεν έχει επιτεθεί στις ΗΠΑ ούτε έχει διατυπώσει οποιαδήποτε απειλή που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη χρήση βίας βάσει του αμερικανικού ή του διεθνούς δικαίου. Δεν υφίσταται καμία νόμιμη βάση, εσωτερική ή διεθνής, για όσα υποστηρίζονται.
Πέρα όμως από το δίκαιο και τα προηγούμενα, υπάρχει η πιο καθοριστική πραγματικότητα: το κόστος αυτής της επιθετικότητας το πληρώνουν οι απλοί άνθρωποι στη Βενεζουέλα. Ο πόλεμος, οι κυρώσεις και η στρατιωτική κλιμάκωση δεν πλήττουν όλους το ίδιο. Χτυπούν πρωτίστως τις γυναίκες, τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και τους φτωχότερους. Σημαίνουν ελλείψεις σε φάρμακα και τρόφιμα, αποδιοργάνωση των συστημάτων υγείας, αύξηση της μητρικής και βρεφικής θνησιμότητας και το καθημερινό άγχος της επιβίωσης σε μια χώρα που εξαναγκάζεται να ζει υπό καθεστώς πολιορκίας. Σημαίνουν επίσης θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί: ανθρώπους που πεθαίνουν όχι λόγω φυσικής καταστροφής ή αναπόφευκτης μοίρας, αλλά επειδή η πρόσβαση σε περίθαλψη, ηλεκτρικό ρεύμα, μεταφορές ή φάρμακα έχει σκόπιμα παρεμποδιστεί. Κάθε νέα κλιμάκωση πολλαπλασιάζει την ήδη υπάρχουσα βλάβη και αυξάνει την πιθανότητα απώλειας ανθρώπινων ζωών —θανάτων αμάχων που θα καταγραφούν ως «παράπλευρες απώλειες», παρότι ήταν προβλέψιμοι και αποτρέψιμοι.
Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η υπόθεση που διαπερνά αυτή τη λογική: ότι οι Βενεζουελάνοι θα παραμείνουν παθητικοί, πειθήνιοι και υποταγμένοι μπροστά στον εξευτελισμό και τη βία. Η υπόθεση αυτή είναι εσφαλμένη. Και όταν καταρρεύσει —όπως αναπόφευκτα θα συμβεί— το τίμημα θα μετρηθεί σε αχρείαστη αιματοχυσία. Αυτό ακριβώς διαγράφεται όταν μια χώρα αντιμετωπίζεται ως «μεταβατικό» ή «διοικητικό πρόβλημα». Οι άνθρωποι εξαφανίζονται. Οι ζωές υποβαθμίζονται σε αποδεκτές απώλειες. Και η βία που ακολουθεί παρουσιάζεται ως ατυχής εξέλιξη, αντί για το προβλέψιμο αποτέλεσμα της αλαζονείας και του εξαναγκασμού.
Το να ακούς έναν πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να μιλά για μια χώρα σαν να είναι κάτι που πρέπει να «διαχειριστεί», να «σταθεροποιηθεί» και να παραδοθεί όταν πλέον «συμμορφωθεί», πονά. Είναι ταπεινωτικό. Και εξοργιστικό.
Και ναι, η Βενεζουέλα δεν είναι πολιτικά ενιαία. Δεν είναι. Ούτε υπήρξε ποτέ. Υπάρχουν βαθιές διαιρέσεις —όσον αφορά την κυβέρνηση, την οικονομία, την ηγεσία, το μέλλον. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως Τσαβιστές, άνθρωποι έντονα αντι-Τσαβιστές, άνθρωποι εξαντλημένοι και αποστασιοποιημένοι, και ναι, υπάρχουν και εκείνοι που πανηγυρίζουν, πιστεύοντας ότι ίσως αυτό να φέρει επιτέλους την αλλαγή.
Όμως η πολιτική διαίρεση δεν συνιστά πρόσκληση για εισβολή.
Η Λατινική Αμερική έχει ξαναδεί αυτή τη λογική. Στη Χιλή, η εσωτερική πολιτική πόλωση χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για αμερικανική επέμβαση, η οποία παρουσιάστηκε ως απάντηση στην «ακυβερνησία», την αστάθεια και τις απειλές για την περιφερειακή τάξη, καταλήγοντας όχι στη δημοκρατία, αλλά στη δικτατορία, την καταστολή και δεκαετίες τραύματος.
Στην πραγματικότητα, πολλοί Βενεζουελάνοι που αντιτίθενται στην κυβέρνηση απορρίπτουν κατηγορηματικά την συγκεκριμένη κατάσταση[1]. Κατανοούν ότι οι βόμβες, οι κυρώσεις και οι «μεταβάσεις» που επιβάλλονται απ’ έξω δεν φέρνουν τη δημοκρατία· καταστρέφουν τις προϋποθέσεις που την καθιστούν εφικτή.
Η παρούσα στιγμή απαιτεί πολιτική ωριμότητα, όχι δοκιμασίες «καθαρότητας»/ «κριτήρια ιδεολογικής καθαρότητας» (purity tests). Μπορεί κανείς να αντιτίθεται στον Μαδούρο και ταυτόχρονα να αντιτίθεται στην αμερικανική επιθετικότητα. Μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή και συγχρόνως να απορρίπτει τον ξένο έλεγχο. Μπορεί να είναι θυμωμένος/οργισμένος, απελπισμένος ή να τρέφει ελπίδες και παρ’ όλα αυτά να λέει όχι στο να κυβερνάται από μια άλλη χώρα.
Η Βενεζουέλα είναι μια χώρα όπου τα κοινοτικά συμβούλια, οι εργατικές οργανώσεις, οι συλλογικότητες γειτονιάς και τα κοινωνικά κινήματα σφυρηλατήθηκαν υπό πίεση. Η πολιτική παιδεία δεν προήλθε από δεξαμενές σκέψης· προέκυψε από την ίδια την επιβίωση. Αυτή τη στιγμή οι Βενεζουελάνοι δεν κρύβονται. Συσπειρώνονται, γιατί αναγνωρίζουν το μοτίβο. Ξέρουν τι σημαίνει όταν ξένοι ηγέτες αρχίζουν να μιλούν για «μεταβάσεις» και «προσωρινό έλεγχο». Ξέρουν τι συνήθως ακολουθεί. Και απαντούν όπως πάντα: μετατρέποντας τον φόβο σε συλλογική δράση.
Αυτή η συνέντευξη Τύπου δεν αφορούσε μόνο τη Βενεζουέλα. Αφορούσε το αν η αυτοκρατορία μπορεί να πει ξανά δυνατά όσα μέχρι τώρα ψιθύριζε, αν μπορεί να διεκδικεί ανοιχτά το δικαίωμα να κυβερνά άλλες χώρες και να περιμένει από τον κόσμο να το προσπεράσει αδιάφορα.
Αν αυτή η κατάσταση εδραιωθεί, το μάθημα είναι αδυσώπητο και αδιαμφισβήτητο: η κυριαρχία είναι υπό όρους, οι πόροι υπάρχουν για να τους αρπάζουν οι ΗΠΑ, και η δημοκρατία υπάρχει μόνο με την έγκριση/συγκατάθεση της αυτοκρατορίας.
Ως Αμερικανίδα βενεζουελανικής καταγωγής, αρνούμαι να δεχτώ αυτό το μάθημα.
Αρνούμαι την ιδέα ότι τα χρήματα των φόρων μου χρηματοδοτούν τον εξευτελισμό της πατρίδας μου. Αρνούμαι το ψέμα ότι ο πόλεμος και ο εξαναγκασμός είναι πράξεις «φροντίδας» για τον βενεζουελανικό λαό. Και αρνούμαι να σιωπήσω ενώ μια χώρα που αγαπώ αντιμετωπίζεται ως πρώτες ύλες για τα αμερικανικά συμφέροντα, αντί για μια κοινωνία ανθρώπων που αξίζουν σεβασμό.
Το μέλλον της Βενεζουέλας δεν ανήκει σε Αμερικανούς αξιωματούχους, σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών ή σε οποιονδήποτε πρόεδρο που πιστεύει ότι το ημισφαίριο είναι υπό τον έλεγχό του. Ανήκει στους Βενεζουελάνους.
Σημειώσεις
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 04 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα Venezuelanalysis με τίτλο «‘We’re Going to Run the Country:’ Preparing an Illegal Occupation in Venezuela» στη διεύθυνση … https://venezuelanalysis.com/opinion/were-going-to-run-the-country-preparing-an-illegal-occupation-in-venezuela/
Το Venezuelanalysis είναι ανεξάρτητος ιστότοπος, δημιουργημένος από δημοσιογράφους και ερευνητές, που παρέχει ειδήσεις και αναλύσεις για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα. Στόχος του είναι να αντισταθμίσει την προπαγάνδα των μεγάλων μέσων ενημέρωσης κατά της Μπολιβαριανής Επανάστασης, δίνοντας φωνή σε αριστερές οργανώσεις και κινήματα βάσης.
Η Μισέλ Έλνερ (Michelle Ellner) είναι συντονίστρια εκστρατειών για τη Λατινική Αμερική στην οργάνωση CODEPINK[2]. Γεννήθηκε στη Βενεζουέλα και έχει σπουδάσει γλώσσες και διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο La Sorbonne Paris IV στο Παρίσι. Μετά την αποφοίτησή της δούλεψε σε διεθνές πρόγραμμα υποτροφιών με έδρα Καράκας και Παρίσι, συμμετέχοντας στην αξιολόγηση υποψήφιων σε χώρες όπως η Αϊτή, η Κούβα και η Γκάμπια. Αργότερα συνεργάστηκε με προγράμματα που στηρίζονται στην τοπική κοινότητα και έχουν στόχο την προώθηση παραγωγικών δραστηριοτήτων στη Βενεζουέλα και υπηρέτησε ως αναλύτρια στις σχέσεις ΗΠΑ–Βενεζουέλας.
Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.
Η δημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με τις απόψεις που διατυπώνονται.
Παραπομπές
[1] ΣτΜ. Η ξένη επέμβαση, οι απειλές, οι κυρώσεις, οι στρατιωτικές προετοιμασίες, η προσπάθεια «μετάβασης» ή «προσωρινού ελέγχου» της Βενεζουέλας από εξωτερικές δυνάμεις.
[2] ΣτΜ. Πρόκειται για μια μη κερδοσκοπική φεμινιστική οργάνωση (μη κερδοσκοπικός φιλανθρωπικός οργανισμός) που αγωνίζεται να σταματήσουν οι πόλεμοι και ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ, να προωθηθεί η ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και να κατευθυνθούν πόροι σε προγράμματα υγείας, εκπαίδευσης, πράσινης εργασίας και άλλες δράσεις που στηρίζουν τη ζωή.
https://www.codepink.org/
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δημοφιλεις αναρτησεις
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
λαϊκη αντισταση - Α.Α.Σ.
Αριστερα
Πολιτικη
Διεθνη
Εργαζομενοι
Μεταναστες - προσφυγες - πολιτικοι προσφυγες
Νεολαια
Δημοκρατια;
Κινηματα
Τοπικα
Μνημες
Πολιτισμος
Εκλογες
ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
Videos
Get this Recent Comments Widget


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου