Joan López Fernández, Alejandro Pedregal, 24 Μαρτίου 2026
Η αυγή της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στη σύγχρονη ιστορία της Βενεζουέλας. Μια επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από αμερικανικές δυνάμεις συνδύασε αεροπορικούς βομβαρδισμούς στο Καράκας και σε στρατηγικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις με χερσαία εισβολή, η οποία κορυφώθηκε με την απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, και τη μετέπειτα μεταφορά τους στη Νέα Υόρκη.
Η επιχείρηση άφησε πίσω της περισσότερους από 90 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και 32 μέλη των κουβανικών ειδικών δυνάμεων, οι οποίοι επιχείρησαν να προστατεύσουν τον Μαδούρο, προκαλώντας ορισμένες απώλειες στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πριν σκοτωθούν.
Αν και είναι πράγματι παράδοξο το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν την επιχείρηση απαγωγής του Μαδούρο και της συζύγου του χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση —πέραν εκείνης που προέβαλε ο στενότερος δακτύλιος ασφαλείας του, αποτελούμενος στην πλειονότητά του από Κουβανούς, όπως οι προαναφερθέντες 32 μάρτυρες— ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι δηλώσεις του υπουργού Άμυνας Βλαντίμιρ Παδρίνο Λόπες (Vladimir Padrino López).
Εβδομάδες μετά την απαγωγή του Μαδούρο, ο Παδρίνο ισχυρίστηκε ότι ήταν αδύνατη η ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών κατά τη στιγμή της επίθεσης, δεδομένης της αεροπορικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες διέθεταν 150 αεροσκάφη. Με τον τρόπο αυτό αναγνώρισε ότι, με εξαίρεση την προσωπική φρουρά του προέδρου και ορισμένους στρατιώτες που βρίσκονταν πλησίον της κατοικίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις της Βενεζουέλας δεν αντέδρασαν στην ιμπεριαλιστική επίθεση.
Δεν είμαστε σε θέση να προβούμε σε εικασίες για στρατιωτικά ζητήματα, καθώς δεν διαθέτουμε την απαιτούμενη εξειδίκευση ούτε το σύνολο των αναγκαίων πληροφοριών. Το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων μας. Σε κάθε περίπτωση, τόσο οι ίδιες οι δηλώσεις του Παδρίνο Λόπες όσο και τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης υποδηλώνουν ότι, για κάποιον λόγο, ελήφθη η απόφαση να μην υπάρξει στρατιωτική αντίδραση στην επίθεση της Delta Force τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου στο Καράκας.
Προς έκπληξη πολλών, η απαγωγή του Μαδούρο δεν οδήγησε σε άμεση ή πλήρη θεσμική κατάρρευση. Η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες (Delcy Rodríguez) ανέλαβε καθήκοντα μεταβατικής προέδρου, με τη στήριξη του Ανώτατου Δικαστηρίου και της Εθνοσυνέλευσης, υπό την προεδρία του Χόρχε Ροντρίγκες (Jorge Rodríguez). Η ταυτόχρονη ενεργοποίηση δύο θεσμικών πυλώνων[1] επέτρεψε τη διατήρηση ενός ορισμένου βαθμού θεσμικής σταθερότητας, ενώ παράλληλα προχώρησε η αναδιοργάνωση της διαχείρισης των στρατηγικών πόρων της χώρας και επιταχύνθηκε η εφαρμογή πολιτικών προσαρμογής στο νέο πλαίσιο.
Ο συντονισμός με την Ουάσιγκτον υπήρξε άμεσος. Στις 15 Ιανουαρίου, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ (John Ratcliffe) —ο οποίος μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα είχε επιβλέψει την επιθετική επιχείρηση από κοινού με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Φλόριντα— επισκέφθηκε το Καράκας και συναντήθηκε με τη Ντέλσι Ροντρίγκες. Λίγες ημέρες αργότερα, κατατέθηκε και εγκρίθηκε η μεταρρύθμιση του Οργανικού Νόμου περί Υδρογονανθράκων (Organic Law on Hydrocarbons).
Το χρονικό αυτό πλαίσιο καταδεικνύει μια σχεδόν συμβιωτική σύμπλευση μεταξύ των αρχών της Βενεζουέλας και της αμερικανικής κυβέρνησης, με στόχο να διασφαλιστεί ότι ο πετρελαϊκός πλούτος θα ρέει υπό την εποπτεία της αυτοκρατορίας, ενώ ταυτόχρονα προστατεύονται τα συμφέροντα μεγάλων εταιρειών και διεθνών πιστωτών.
Το αν αυτή η σύνδεση αποτελεί προϊόν προδοσίας ή συνθηκολόγησης είναι, προς το παρόν, δευτερεύον. Εκείνο που καθίσταται ολοένα και πιο σαφές είναι ότι, ακόμη κι αν επρόκειτο για μια τακτική υποχώρηση, δύσκολα θα μπορούσε αυτή να ανατραπεί/αναστραφεί χωρίς στρατηγική κατεύθυνση[2]. Και αυτή φαίνεται να υπερβαίνει τις δυνατότητες των νέων αρχών της χώρας.
Η εκκαθάριση της πετρελαϊκής κυριαρχίας: από τον Τσάβες στη Ντέλσι Ροντρίγκες
Η πρόσφατη μεταρρύθμιση[3] του Οργανικού Νόμου περί Υδρογονανθράκων (LOH) δεν συνιστά μια απλή τροποποίηση της προϋπάρχουσας νομοθεσίας, αλλά μάλλον την κορύφωση μιας διαδικασίας σταδιακής νεοφιλελεύθερης οπισθοδρόμησης, η οποία έλαβε τελικά συγκεκριμένη μορφή με την ουσιαστική κατάργηση του νόμου του 2001 — ενός θεμελιώδους πυλώνα του κοινωνικού εγχειρήματος του Τσαβισμού και ιστορικής κατάκτησης στην εδραίωση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας.
Ο αρχικός νόμος του 2001, που θεσπίστηκε από τον Ούγο Τσάβες μέσω εξουσιοδοτικού νόμου[4], μαζί με τις μεταγενέστερες μεταρρυθμίσεις του 2006 και 2007, σηματοδότησε το αποκορύφωμα της εθνικοποίησης του πετρελαϊκού τομέα στη Βενεζουέλα. Κατοχύρωσε την αποκλειστική κρατική ιδιοκτησία των υδρογονανθράκων στο υπέδαφος, το μονοπώλιο της PDVSA[5] στο διεθνές εμπόριο πετρελαίου, την πλειοψηφική συμμετοχή του κράτους σε όλες τις κοινοπραξίες, τον κρατικό σχεδιασμό των επενδύσεων, καθώς και την προτεραιότητα διάθεσης των εσόδων για την κοινωνική ανάπτυξη.[6]
Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδοχικών φάσεων της διακυβέρνησης Μαδούρο, και υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης που προκάλεσαν οι σκληρές κυρώσεις[7] υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, εφαρμόστηκαν πολιτικές προσανατολισμένες στην άντληση εσόδων, με στόχο τη διασφάλιση ρευστότητας και εισροών σε ξένο συνάλλαγμα. Οι πολιτικές αυτές συνέβαλαν σταδιακά στη διάβρωση της κοινωνικοοικονομικής δομής του Τσαβισμού. Παράλληλα, έθεσαν τις βάσεις για μια προοδευτική ιδιωτικοποίηση των εθνικών πόρων, μολονότι ο εμπορικός έλεγχος και η κυριότητα του πετρελαίου παρέμεναν τυπικά στα χέρια του κράτους.
Επιπλέον, κατά την περίοδο 2019–2024, ο Μαδούρο χορήγησε άδειες εκμετάλλευσης στην Chevron και σε άλλες ξένες εταιρείες, οι οποίες επέτρεψαν την άμεση εξόρυξη και εμπορία πετρελαίου σε ορισμένες περιοχές, δημιουργώντας προηγούμενα ιδιωτικού ελέγχου επί της παραγωγής.[8] Οι συμφωνίες αυτές, που παρουσιάστηκαν ως «προσωρινές εξαιρέσεις» για την ανάκαμψη της παραγωγής και την άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων των κυρώσεων, διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο εξάρτησης, το οποίο η μεταρρύθμιση του 2026 τελικά εδραίωσε νομικά.
Η μεταρρύθμιση του Ιανουαρίου 2026, που προωθήθηκε από τη διοίκηση της Ντέλσι Ροντρίγκες και σχεδιάστηκε σε ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις του Εκτελεστικού Διατάγματος 14373 της 9ης Ιανουαρίου της κυβέρνησης Τραμπ, ολοκληρώνει αυτή τη διαδικασία διάβρωσης και συνιστά μια ουσιαστική αναδίπλωση από τα οικονομικά θεμέλια του κοινωνικού μετασχηματισμού του Τσαβισμού.[9]
Πολλές από τις αλλαγές που εισάγονται αντανακλούν μηχανισμούς που είχαν ήδη επιβληθεί στο πλαίσιο του Νόμου Ενάντια στον Αποκλεισμό (Anti-Blockade Law) (2020) και του Νόμου περί Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (Special Economic Zones Law) (2022), οι οποίοι χαλάρωσαν τους περιορισμούς στον ρόλο του ιδιωτικού τομέα — κυρίως μέσω εκτεταμένων φοροαπαλλαγών και εμπορικών κινήτρων — ενώ η μεταρρύθμιση του LOH του 2026 αίρει κάθε εναπομείναν εμπόδιο στον ιδιωτικό επιχειρησιακό έλεγχο του τομέα. Οι αλλαγές αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που ενισχύει τη συμμετοχή ιδιωτικών και ξένων επενδυτών στον πετρελαϊκό κλάδο.[10]
Με άλλα λόγια, αυτό που επί Μαδούρο εμφανιζόταν ως εξαιρετικό μέτρο για την παράκαμψη των κυρώσεων —ιδίως υπό τις πιεστικές συνθήκες της πανδημίας και της μετά-πανδημικής περιόδου— τυποποιείται στη μεταρρύθμιση Ροντρίγκες και μετατρέπεται σε καθεστώς ανοιχτής υποταγής (subordination).
Καταρχάς, η αποκλειστική κρατική κυριότητα των υδρογονανθράκων στο υπέδαφος —την οποία το Σύνταγμα του 1999 επαναβεβαίωσε ως αναπαλλοτρίωτη αρχή και την οποία ακόμη και ο Μαδούρο τυπικά διατήρησε— έχει πλέον καταστεί κενό γράμμα. Ενώ το άρθρο 5 του νόμου του 2001 όριζε ότι «οι υδρογονάνθρακες στο υπέδαφος αποτελούν ιδιοκτησία της Δημοκρατίας», η μεταρρύθμιση του 2026 προβλέπει ότι ιδιώτες ξένοι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να αποκτούν δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της παραγωγής από τη στιγμή της εξόρυξης, επιτρέποντάς τους να τη διαθέτουν απευθείας στην αγορά, χωρίς τη μεσολάβηση του κράτους που χαρακτήριζε το αρχικό τσαβικό μοντέλο.
Η ποιοτική διαφορά σε σχέση με την περίοδο Μαδούρο έγκειται στο ότι αυτή η άμεση εμπορική εκμετάλλευση γενικεύεται πλέον σε ολόκληρο τον τομέα, ενώ οι γεωγραφικοί και χρονικοί περιορισμοί που διατηρούσαν μια προοπτική κρατικού ελέγχου έχουν καταργηθεί.
Δεύτερον, η μεταρρύθμιση καταργεί οριστικά το κρατικό μονοπώλιο στο διεθνές εμπόριο πετρελαίου. Ο νόμος του 2001 και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις του προέβλεπαν ότι η PDVSA ήταν η μόνη οντότητα εξουσιοδοτημένη να πραγματοποιεί εξαγωγές. Η μεταρρύθμιση του 2026 επιτρέπει σε δυτικούς ενεργειακούς ομίλους, όπως η Chevron, η ExxonMobil, η Shell και η Repsol, να διαθέτουν απευθείας στην αγορά το σύνολο ή μέρος της παραγωγής, υπονομεύοντας έτσι την κυριαρχική αρμοδιότητα του κράτους να αποφασίζει σε ποιον θα πωλεί, υπό ποιους όρους και σε ποια τιμή.
Πλέον, οι ιδιωτικές εταιρείες καθορίζουν οι ίδιες τον προορισμό των φορτίων, διαπραγματευόμενες απευθείας με διυλιστήρια και δίκτυα διανομής, ενώ το κράτος της Βενεζουέλας περιορίζεται στην είσπραξη δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και μερισμάτων, τα οποία υπόκεινται[11] σε μηχανισμούς εξωτερικού ελέγχου.
Η εμπορική αυτή υποταγή ενισχύεται περαιτέρω από ένα περιοριστικό πλαίσιο που επιβάλλεται από την Ουάσιγκτον: οι Γενικές Άδειες 46, 50A και 52 του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control, OFAC) των Ηνωμένων Πολιτειών απαγορεύουν αυστηρά τη διάθεση αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας σε οντότητες με έδρα τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα ή την Κούβα, επεκτείνοντας την απαγόρευση και σε κάθε εταιρεία που διατηρεί δεσμούς ιδιοκτησίας ή ελέγχου με πρόσωπα από τις χώρες αυτές.
Αντί να αποκαθιστά την εμπορική αυτονομία, η μεταρρύθμιση του 2026 θεσμοθετεί αυτά τα εμπόδια: ενώ παρέχεται στις πολυεθνικές εταιρείες πλήρης ελευθερία να διαπραγματεύονται απευθείας με δυτικά διυλιστήρια, κάθε συναλλαγή με τους ιστορικούς εταίρους του Τσαβισμού παραμένει απαγορευμένη. Το κράτος της Βενεζουέλας περιορίζεται στον ρόλο του εισπράττοντος δικαιώματα εκμετάλλευσης υπό καθεστώς εξωτερικής επιτήρησης, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα να κατευθύνει τις ροές πετρελαίου προς εκείνες τις αγορές που επί χρόνια διασφάλιζαν τη βιωσιμότητα του μπολιβαριανού εγχειρήματος. Αυτό οδηγεί σε μια κατάσταση τόσο αξιοθρήνητη/άξια αποδοκιμασίας (deplorable) όσο και σουρεαλιστική, όπου η σιωνιστική οντότητα μπορεί να λαμβάνει αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας χωρίς εμπόδια, την ίδια στιγμή που η Κούβα παραμένει αβοήθητη απέναντι στον στραγγαλισμό που επιβάλλει η Ουάσιγκτον.
Τρίτον, η μεταρρύθμιση καταργεί τον κρατικό έλεγχο στον τομέα των επενδύσεων και της εκμετάλλευσης. Ο νόμος του 2001 διατηρούσε στο κράτος το δικαίωμα να σχεδιάζει και να καθορίζει τον επενδυτικό προγραμματισμό. Η μεταρρύθμιση του 2026 επιτρέπει στους ιδιώτες φορείς εκμετάλλευσης να καθορίζουν μονομερώς τα επίπεδα επένδυσης, την τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί και την πολιτική αποθεμάτων, καταργώντας κάθε ανάγκη προηγούμενης έγκρισης από τις αρχές της Βενεζουέλας.
Παράλληλα, οι ξένες εταιρείες αποκτούν το δικαίωμα να εισάγουν εξοπλισμό και προσωπικό χωρίς περιορισμούς, λειτουργώντας υπό ένα καθεστώς δημοσιονομικής και νομικής εξωεδαφικότητας[12].
Τέταρτον, η μεταρρύθμιση αποδομεί το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των κοινωνικών επενδύσεων. Ο νόμος του 2001 όριζε ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Αντιθέτως, η μεταρρύθμιση του 2026 εισάγει διατάξεις που επιτρέπουν τη διεθνή διαιτησία για την επίλυση διαφορών, δίνοντας προτεραιότητα στην προστασία των ιδιωτικών επενδύσεων έναντι οποιωνδήποτε κοινωνικών αξιώσεων. Τα κεφάλαια που προέρχονται από την παραγωγή πετρελαίου υπάγονται πλέον σε μηχανισμούς εξωτερικού ελέγχου.
Τέλος, οι προαναφερθείσες άδειες του OFAC θεμελιώνουν ουσιαστικά μια αρχιτεκτονική δημοσιονομικής υποταγής που ευνοεί εξωτερικά συμφέροντα, καθώς τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας κατατίθενται σε λογαριασμούς που διαχειρίζεται το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών. Υπό την αποδοχή αυτών των αδειών —και με τις πρόσθετες ρυθμίσεις της μεταρρύθμισης— η διοίκηση της Ντέλσι Ροντρίγκες καθίσταται στην πράξη υπόλογη σε μηχανισμούς εξωτερικής επικύρωσης των προϋπολογισμών της.
Η μεταρρύθμιση του πετρελαϊκού τομέα και η εξωτερική εποπτεία δεν αποτελούν μεμονωμένες διαδικασίες: συνιστούν μια νεοαποικιακή διάρθρωση μεταμφιεσμένη σε οικονομική ομαλοποίηση, η οποία διατηρεί τη θεσμική κυριαρχία σε τυπικό επίπεδο, ενώ εκχωρεί τον επιχειρησιακό έλεγχο. Από στρατηγική άποψη, η Βενεζουέλα έχει μετατραπεί από παράγοντα με σχετική ικανότητα να καθορίζει την ενεργειακή της πολιτική —παρά τις κυρώσεις και τις απειλές— σε υποτελή χώρα, της οποίας οι κρίσιμες αποφάσεις υπαγορεύονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Καταδίκη του Ιράν: γεωπολιτική ευθυγράμμιση ως υποταγή
Η δομική υποταγή γίνεται επίσης εμφανής και στην εξωτερική πολιτική. Υπό το φως της πρόσφατης ιμπεριαλιστικής επίθεσης εναντίον του Ιράν, η οποία εξαπολύθηκε από κοινού από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη σιωνιστική οντότητα στις 28 Φεβρουαρίου 2026 και προκάλεσε πάνω από 200 νεκρούς μέσα στις πρώτες ώρες —μεταξύ αυτών 148 κορίτσια που σκοτώθηκαν από τον βομβαρδισμό δημοτικού σχολείου στη Μινάμπ (Minab)— η κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες έσπευσε να εγκαταλείψει την παραδοσιακή της συμμαχία με την Τεχεράνη.
Σε αρχική ανακοίνωσή της, υιοθέτησε στάση καταδίκης τόσο της ιμπεριαλιστικής επίθεσης όσο και της αντίδρασης της χώρας που δέχθηκε την επίθεση, διολισθαίνοντας σε μια ντροπιαστική και αντιφατική θέση «ουδετερότητας». Η επίσημη αυτή δήλωση, της 28ης Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας «καταδικάζει και εκφράζει τη βαθιά της λύπη για το γεγονός ότι επελέγη η στρατιωτική λύση κατά του Ιράν» και εξέφραζε θλίψη για τα θύματα μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. Ωστόσο, στη συνέχεια το κείμενο αναφερόταν στις «ακατάλληλες και καταδικαστέες στρατιωτικές ανταποδοτικές ενέργειες του Ιράν εναντίον στόχων σε διάφορες χώρες της περιοχής». Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες αρνήθηκε στη χώρα που βομβαρδίστηκε το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, εξισώνοντας τον επιτιθέμενο με το θύμα.
Η εν λόγω ανακοίνωση, την οποία ο υπουργός Εξωτερικών Ιβάν Γκιλ (Yván Gil) κατέληξε να διαγράψει από τους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λίγες ώρες αργότερα, σηματοδοτεί μια σαφή ρήξη με την αντιιμπεριαλιστική γραμμή που η Βενεζουέλα είχε διαμορφώσει επί δύο δεκαετίες. Η καταδίκη της αντίδρασης της Τεχεράνης —ιστορικού συμμάχου του Τσαβισμού και στρατηγικού εταίρου υψηλού επιπέδου από το 2022— αποτυπώνει ότι η ευθυγράμμιση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχει πλέον λάβει χαρακτήρα τετελεσμένου γεγονότος.
Η ανακοίνωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το ευρύτερο πλαίσιο: το πλήρες άνοιγμα του πετρελαϊκού τομέα στο ξένο κεφάλαιο, την προαναφερθείσα υποδοχή στο Καράκας του διευθυντή της CIA, καθώς και τις διαδοχικές επισκέψεις της Αμερικανίδας επιτετραμμένης Λόρα Νταγκ (Laura Dogu), του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ (Chris Wright), του υπουργού Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ (Doug Bergum) και του επικεφαλής της Διοίκησης Νότιας Διοίκησης των ΗΠΑ, στρατηγού Φράνσις Ντόνοβαν (Francis Donovan)· όλα αυτά μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων, πριν από την αναγνώριση[13] της Ντέλσι Ροντρίγκες ως προέδρου της Βενεζουέλας από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η κυβέρνηση Ροντρίγκες όχι μόνο παραδίδει τον πετρελαϊκό πλούτο και αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με την αυτοκρατορία, αλλά παράλληλα νομιμοποιεί πολιτικά την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, διαρρηγνύοντας τη διεθνιστική και λαϊκή κληρονομιά που ο Τσαβισμός είχε καλλιεργήσει, υπερασπιστεί και προωθήσει επί δεκαετίες.
Η καταδίκη της ιρανικής αντίστασης —η οποία αναμφίβολα ισοδυναμεί με καταδίκη ολόκληρου του Άξονα Αντίστασης κατά του σιωνισμού και όλων των λαών που καταπιέζονται από την αποικιοκρατική οντότητα— παρουσιάζεται ως πράξη «διεθνούς ευθύνης» και «δέσμευσης υπέρ της ειρήνης». Με τον τρόπο αυτό, η νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας συγκαλύπτει την υποχώρησή της σε ζητήματα διπλωματικής κυριαρχίας και ενταφιάζει τη διεθνιστική, αλληλέγγυα Βενεζουέλα που είχε αναδείξει ο Τσαβισμός, τόσο επί Τσάβες όσο και επί Μαδούρο.
Το δίλημμα του Καμπράλ (Cabral): προδοσία του τσαβικού εγχειρήματος ή ταξική αυτοκτονία
Για να κατανοηθεί σε βάθος ό,τι έχει συμβεί στη Βενεζουέλα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να εξεταστεί υπό το πρίσμα της πολιτικής θεωρίας του Αμίλκαρ Καμπράλ (Amílcar Cabral), ηγέτη του αγώνα ανεξαρτησίας της Γουινέας-Μπισάου και του Πράσινου Ακρωτηρίου και ενός από τους πιο οξυδερκείς στοχαστές της απελευθέρωσης της Αφρικής και του Τρίτου Κόσμου. Ο Καμπράλ διατύπωσε για πρώτη φορά την έννοια της «ταξικής αυτοκτονίας» σε μήνυμά του προς μαχητές της Γουινέας το 1964, την οποία στη συνέχεια ανέπτυξε σε πλήθος ομιλιών κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, ιδίως στην ομιλία του «Το Όπλο της Θεωρίας», που εκφωνήθηκε στην Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη των Λαών των Τριών Ηπείρων (Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική)[14], η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αβάνα τον Ιανουάριο του 1966.[15]
Στο πλαίσιο του αγώνα απελευθέρωσης της Γουινέας-Μπισάου, ο Καμπράλ ανέπτυξε περαιτέρω αυτή τη θεωρία, εφαρμόζοντάς την στη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, στο έργο του «Γουινέα-Μπισάου: ένα αφρικανικό έθνος σφυρηλατημένο στον αγώνα», το οποίο εκδόθηκε μεταθανάτια το 1974[16]. Η μικροαστική τάξη της Γουινέας, διαμορφωμένη υπό την πορτογαλική αποικιακή διοίκηση, βρέθηκε αντιμέτωπη με την επιλογή είτε να ενταχθεί στο Αφρικανικό Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πράσινου Ακρωτηρίου (African Party for the Independence of Guinea and Cabo Verde, PAIGC) και στη λαϊκή αγροτική του βάση, αποποιούμενη τα προνόμια που κατείχε ως αποικιακός διοικητικός μηχανισμός, είτε να παραμείνει στο περιθώριο και τελικά να συνεργαστεί με την Πορτογαλία.
Ο Καμπράλ δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς τη δυσκολία αυτής της επιλογής. Το ιστορικό δίλημμα αυτής της μικροαστικής τάξης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αυστηρά διχοτομικό: «είτε προδίδει την Επανάσταση είτε αυτοκτονεί ως τάξη». Δεν υπάρχει τρίτη οδός, ούτε ενδιάμεση λύση, ούτε δυνατότητα συμβιβασμού. Οποιαδήποτε προσπάθεια διατήρησης ουδέτερης στάσης καταλήγει, αργά ή γρήγορα, σε υποταγή στον ιμπεριαλισμό και σε προδοσία των εθνικών συμφερόντων.
Η «ταξική αυτοκτονία» δεν σήμαινε τη φυσική εξαφάνιση των ατόμων, αλλά την αποδιάρθρωση της ιδιαίτερης ταξικής τους θέσης. Επρόκειτο για έναν ριζικό και συνειδητό μετασχηματισμό. Όπως εξηγούσε ο Καμπράλ, η μικροαστική τάξη όφειλε να «αποκηρύξει την ταξική θέση που κατέχει στην κοινωνική ζωή» και να «ενσωματωθεί στις λαϊκές δυνάμεις —δηλαδή στους εργάτες και τους αγρότες». Με άλλα λόγια, να εγκαταλείψει εκούσια τα προνόμια της ως ενδιάμεση τάξη, να πάψει να αποτελεί μια κοινωνική κατηγορία διακριτή και χωριστή από τον λαό και να ταυτιστεί πλήρως με τις λαϊκές δυνάμεις, στο πλαίσιο ενός σχεδίου εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης.
Η προδοσία της επανάστασης —η άλλη εκδοχή αυτού του διλήμματος— συντελείται όταν η αστική τάξη διατηρεί την ταξική της ύπαρξη και τα ενδιάμεσα προνόμιά της μέσω της υποταγής στον ιμπεριαλισμό. Δεν αποκηρύσσει τη θέση της, δεν ταυτίζεται με τον λαό και δεν αποδομεί τα δίκτυα προνομίων της. Αντιθέτως, διαπραγματεύεται την εταιρική της επιβίωση με τον αντίπαλο, μετατρεπόμενη σε κομπραδόρικη αστική τάξη. Αυτή η προδοσία δεν είναι πάντοτε ρητή ή συνειδητή· συχνά εμφανίζεται ως «ρεαλισμός», «πραγματισμός» ή «τακτικισμός». Το αποτέλεσμά της όμως είναι πάντα το ίδιο: η εδραίωση της δομικής εξάρτησης και το μπλοκάρισμα κάθε χειραφετητικού εγχειρήματος που αποσκοπεί σε πραγματική κυρίαρχη ανεξαρτησία, αναγκαία προϋπόθεση για την αποδέσμευση από το ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Η θεωρία της «ταξικής αυτοκτονίας» έχει βαθιές μεθοδολογικές συνέπειες για την πολιτική ανάλυση. Πρώτον, θέτει ότι η εθνική απελευθέρωση δεν μπορεί να ηγηθεί από την εθνική αστική τάξη ή τη μικροαστική τάξη, εκτός εάν αυτές έχουν προηγουμένως προβεί σε ταξική αυτοκτονία. Δεύτερον, αποδεικνύει ότι η τυπική ανεξαρτησία δεν ταυτίζεται με την πραγματική απελευθέρωση, όταν η πολιτική ηγεσία διατηρεί τον χαρακτήρα μιας υποδεέστερης ενδιάμεσης τάξης. Τρίτον, επισημαίνει ότι η ταξική πάλη συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της επαναστατικής διαδικασίας και ότι η κύρια αντίφαση δεν είναι πάντοτε μόνο ανάμεσα στον λαό και την εξωτερική αποικιοκρατία, αλλά και ανάμεσα στον λαό και την ίδια του την ηγεσία, όταν αυτή αντιστέκεται στην προοπτική της ταξικής αυτοακύρωσης/ αυτοκτονίας.
Αυτό που διαφοροποιεί την περίπτωση της Βενεζουέλας είναι ότι η μικροαστική τάξη —είτε με προδοτικό είτε με συνθηκολόγο χαρακτήρα— δεν είναι η παραδοσιακή αποικιακή τάξη που ανέλυσε ο Καμπράλ, αλλά μια γραφειοκρατική αστική τάξη που διαμορφώθηκε μέσα στην ίδια τη διαδικασία της επαναστατικής αλλαγής. Κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών του Τσαβισμού, η τάξη αυτή συσσώρευσε εμπειρία στη διοίκηση του κράτους, συγκρότησε αυτόνομα δίκτυα εξουσίας, ανέπτυξε διακριτή εταιρική ταυτότητα και δημιούργησε μια κοινωνική βάση στήριξης.
Η ταξική αυτοκτονία, σε αυτό το πλαίσιο, θα σήμαινε την αποκήρυξη αυτής της ιστορικής συσσώρευσης, τη διάλυση μέσα στις λαϊκές μάζες και την ανασυγκρότηση του εγχειρήματος εκ θεμελίων, μέσω ευθυγράμμισης με το προλεταριάτο και το κοινοτικό κοινοτικό/λαϊκό μοντέλο οργάνωσης. Η προδοσία, αντιθέτως, επιτρέπει τη διατήρηση των γραφειοκρατικών και πελατειακών δομών εξουσίας, προσαρμόζοντάς τες στο νέο πλαίσιο υποταγής. Μια γραφειοκρατική αστική τάξη που ελέγχει το κράτος και τα έσοδα από το πετρέλαιο έχει τα δικά της υλικά συμφέροντα, τα οποία ενδέχεται να συγκρούονται με μια άμεση αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό.
Υπό το πρίσμα των ταχύτατων και ριζικών αλλαγών που έχει επιφέρει η κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες, όπως έχουν ήδη περιγραφεί, διαπιστώνουμε με πικρία ότι η εθνική αστική τάξη έχει πάψει πλέον να διαχειρίζεται την ανεξαρτησία —τον αρχικό στόχο του τσαβικού εγχειρήματος— και έχει μετατραπεί σε διαχειριστή της εξάρτησης.
Όλα αυτά παρουσιάζονται, όπως αναμενόταν, υπό το πρόσχημα της μπολιβαριανής συνέχειας, της διατήρησης των συμβόλων και της ρητορικής περί ιστορικής ευθύνης, στοιχεία που λειτουργούν ως κάλυμμα για την εκχώρηση των πετρελαϊκών εσόδων στον ιμπεριαλιστικό έλεγχο, αποδομώντας ό,τι υπήρξε κάποτε ο θεμέλιος λίθος του κοινωνικού σχεδίου του Τσαβισμού.
Παράλληλα, παρατηρείται ρήξη ή εγκατάλειψη ιστορικών συμμαχιών, όπως με το Ιράν και την Κούβα, ενώ οι εθνικοί πόροι κατευθύνονται απρόσκοπτα προς τη σιωνιστική οντότητα, σε μια επαίσχυντη συνθηκολόγηση με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η μεταρρύθμιση του πετρελαϊκού τομέα το 2026 αποτελεί το κεντρικό στοιχείο αυτής της υποταγής: η κρατική ιδιοκτησία του πετρελαίου —θεμέλιος λίθος/πυλώνας του κυρίαρχου αναπτυξιακού σχεδίου— αποδομείται και αντικαθίσταται από τον εταιρικό έλεγχο, ενώ τίθεται υπό την επιτήρηση του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών. Πρόκειται για μια εκλεπτυσμένη μορφή νεοαποικιακής κυριαρχίας, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα αντίστασης απέναντι στην ωμή ιμπεριαλιστική ατζέντα. Πράγματι, οι λαϊκές τάξεις δεν βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν εχθρό που έχει τη μορφή ξένης κατοχής, αλλά με μια ελίτ που μιλά τη γλώσσα τους, οικειοποιείται τα σύμβολα και τη λαϊκή τους παράδοση και διατηρεί πατριωτική ρητορική, την ίδια στιγμή που αποδομεί συστηματικά τις θεμελιώδεις δομές που οικοδόμησε ο Τσαβισμός επί δεκαετίες στην προσπάθειά του για μια ιστορική ρήξη με την εξάρτηση.
Συμπέρασμα
Η ιστορία των απελευθερωτικών αγώνων μας διδάσκει ότι, εάν το επαναστατικό εγχείρημα αποτελεί τον φάρο, τότε η επαναστατική τάξη οφείλει να είναι ο χειριστής του. Ως εκ τούτου, η πορεία/ υπόθεσή του πρέπει να εδράζεται σε μια ιστορική στρατηγική ικανή να καθοδηγεί ακόμη και τις πιο δύσκολες τακτικές υποχωρήσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει τακτική υποχώρηση χωρίς στρατηγική, ούτε στρατηγική χωρίς τις υλικές προϋποθέσεις που τη στηρίζουν.
Η οικονομική ανεξαρτησία δεν αποτελεί απλώς ένα ιδεολογικό επίχρισμα/στολίδι της επαναστατικής διαδικασίας· είναι η ίδια η προϋπόθεση της δυνατότητάς της. Όταν οι πηγές πλούτου μιας χώρας παραδίδονται στη διαχείριση της αυτοκρατορίας, όταν τα έσοδα που τροφοδότησαν το κοινωνικό εγχείρημα τίθενται υπό εξωτερικό έλεγχο και όταν το κράτος εκχωρεί εκούσια τα εργαλεία που του επέτρεπαν να καθορίζει την ανάπτυξή του, δεν απομένει περιθώριο για μελλοντικούς στρατηγικούς ελιγμούς.
Αυτό που παρουσιάζεται ως σύνεση ή ρεαλισμός δεν είναι παρά, στην καλύτερη περίπτωση, η θεσμοποίηση της συνθηκολόγησης· στη χειρότερη, της προδοσίας.
Οι ίδιες οι διαδικασίες εθνικής απελευθέρωσης έχουν επίσης δείξει ότι καμία επανάσταση δεν έχει επιβιώσει χωρίς στελέχη διατεθειμένα να αναλάβουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η αντιπαράθεση με την ιμπεριαλιστική ισχύ. Οι επαναστατικοί ηγέτες δεν καλούνται απλώς να διαχειρίζονται δομές, αλλά να ενσαρκώνουν μια ιστορική βούληση ικανή να διατηρήσει τη σύγκρουση έως τις τελικές της συνέπειες.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου, καθώς ο κρατικός μηχανισμός της Βενεζουέλας σφράγιζε τη δέσμευσή του σε μια σχέση δουλικής διαπραγμάτευσης, εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να δώσουν τη ζωή τους για την υπόθεση αυτή ήταν οι Βενεζουελανοί στρατιώτες και οι 32 Κουβανοί διεθνιστές που έπεσαν υπερασπιζόμενοι την προεδρική κατοικία. Και σε αυτό το γεγονός, ταυτόχρονα ωμό και συμβολικό, συμπυκνώνεται η ουσία του διλήμματος που διατύπωσε ο Καμπράλ δεκαετίες νωρίτερα: απέναντι στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχει διαρκές ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην ταξική αυτοκτονία και την προδοσία.
Όλα τα υπόλοιπα —η ρητορική, τα σύμβολα, οι αναφορές στον τακτικισμό— δεν αποτελούν παρά παροδικούς τρόπους ονομασίας μιας απόφασης που, αργά ή γρήγορα, η ιστορία τελικά αποκαλύπτει.
Σημειώσεις
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στα ισπανικά στις 17 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα EL SALTO (https://www.elsaltodiario.com/venezuela/venezuela-intervencion-imperial-suicidio-clase). Στη συνέχεια, στις 24 Μαρτίου 2026 δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Venezuelanalysis με τίτλο «Venezuela: Between Imperial Intervention and Class Suicide». Εμείς το πήραμε από τον ιστότοπο του Venezuelanalysis. Βρίσκεται στη διεύθυνση … https://venezuelanalysis.com/opinion/venezuela-between-imperial-intervention-and-class-suicide/
Ο Χοάν Λόπες Φερνάντες (Joan López Fernández) και ο Αλεχάντρο Πεδρεγκάλ (Alejandro Pedregal) είναι μέλη του Anti-Imperialist Network (AIN), anti-imperialist.net (https://anti-imperialist.net/).
Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.
Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται.
Παραπομπές
[1] ΣτΜ. this ‘two-pronged approach’ := «διττή προσέγγιση», «προσέγγιση δύο αξόνων», «στρατηγική δύο πυλώνων» :≈ Η ταυτόχρονη ενεργοποίηση δύο θεσμικών πυλώνων για να διατηρηθεί η σταθερότητα και η συνέχεια του κράτους. Από τη μία η εκτελεστική εξουσία/κυβέρνηση (π.χ. αντιπρόεδρος ως μεταβατική προεδρία) και από την άλλη η θεσμική στήριξη (Ανώτατο Δικαστήριο + Εθνοσυνέλευση).
[2] ΣτΜ. strategic direction := στρατηγική κατεύθυνση :≈ Συνολικό πολιτικό σχέδιο και μακροπρόθεσμη στρατηγική συνέπεια;
[3] Venezuela Approves Pro-Business Oil Reform as Trump Issues New Sanctions Waiver
https://venezuelanalysis.com/news/venezuela-approves-pro-business-oil-reform-as-trump-issues-new-sanctions-waiver/
[4] ΣτΜ. Ο όρος Enabling Law αποδίδεται στα ελληνικά ως «εξουσιοδοτικός νόμος». Πρόκειται για ειδική νομοθετική πράξη μέσω της οποίας η Εθνοσυνέλευση μεταβιβάζει στον Πρόεδρο, για ορισμένο χρονικό διάστημα και σε συγκεκριμένους τομείς, την εξουσία έκδοσης νομοθετικών διαταγμάτων με ισχύ νόμου. Στην πράξη, ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει την προεδρική νομοθέτηση χωρίς την καθ’ έκαστον ψήφιση νόμων από το κοινοβούλιο. Στη Βενεζουέλα έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα, ιδίως από την κυβέρνηση Ούγκο Τσάβες (π.χ. το 2001 και το 2007), για την προώθηση ευρείας κλίμακας νομοθετικών μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως η οικονομία και ο πετρελαϊκός τομέας.
https://en.wikipedia.org/wiki/Enabling_law_in_Venezuela
[5] ΣτΜ. Η Petróleos de Venezuela, S.A. (PDVSA) είναι η κρατική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου της Βενεζουέλας. Δραστηριοποιείται στους τομείς της εξερεύνησης, της παραγωγής, της διύλισης και της εξαγωγής πετρελαίου, καθώς και της εξερεύνησης και της παραγωγής φυσικού αερίου. Από την ίδρυσή της την 1η Ιανουαρίου 1976, με την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, η PDVSA κυριαρχεί στον πετρελαϊκό κλάδο της Βενεζουέλας, ενός από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο.
https://en.wikipedia.org/wiki/PDVSA
[6] ΣτΜ. Oil & Gas Comparative Guide
https://www.mondaq.com/energy/1153362/oil-gas-comparative-guide
[7] US Sanctions Against the Venezuelan Oil Industry
https://venezuelanalysis.com/infographics/us-sanctions-against-the-venezuelan-oil-industry/
[8] ΣτΜ. Explainer: Why Chevron still operates in Venezuela despite US sanctions
https://www.euronews.com/business/2025/12/29/explainer-why-chevron-still-operates-in-venezuela-despite-us-sanctions
[9] ΣτΜ. Safeguarding Venezuelan Oil Revenue for the Good of the American and Venezuelan People, 2045-2047 [2026-00831]
https://regulations.justia.com/regulations/fedreg/2026/01/15/2026-00831.html
[10] ΣτΜ. Venezuela’s Hydrocarbons Law Reform: What Businesses Need to Know
https://www.bakermckenzie.com/en/insight/publications/2026/03/reform-organic-hydrocarbons-law-venezuela
[11] Trump Administration Mandates Venezuelan Oil Royalties, Taxes Be Paid to US-Run Accounts
https://venezuelanalysis.com/news/trump-administration-mandates-venezuelan-oil-royalties-taxes-be-paid-to-us-run-accounts/
[12] ΣτΜ. Οι ξένες εταιρείες λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς, με μεγάλη ελευθερία κινήσεων και με περιορισμένη υπαγωγή στη φορολογική και νομική κυριαρχία του κράτους υποδοχής. Ένα ειδικό καθεστώς που τις εξαιρεί σε μεγάλο βαθμό από την εθνική φορολογική και νομική δικαιοδοσία.
[13] Venezuela: Rodríguez Welcomes US Recognition, Trade Agreements
https://venezuelanalysis.com/news/venezuela-rodriguez-welcomes-us-recognition-trade-agreements/
[14] ΣτΜ. First Tricontinental Conference of the Peoples of Asia, Africa, and Latin America
[15] ΣτΜ. (1966) Amilcar Cabral, “The Weapon of Theory”
https://blackpast.org/global-african-history/1966-amilcar-cabral-weapon-theory/
[16] ΣτΜ. Cabral, Amílcar. Guinea-Bissau: An African Nation Forged in Struggle. Helsinki: Tammi Publishers, 1974.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου