Από την Ajithspage
Πέρα από την επιδίωξη ελέγχου του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας, η εισβολή του Τραμπ στόχευε κυρίως στην αποτροπή της διείσδυσης κινεζικών κεφαλαίων. Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα δεν αποτέλεσαν τον μοναδικό παράγοντα. Η Βενεζουέλα συγκαταλεγόταν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που αντιτάσσονταν στις πολιτικές του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και έτειναν προς σύμπλευση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Κίνας και της Ρωσίας. Η υπαγωγή της στον έλεγχο των ΗΠΑ λειτούργησε ως προειδοποίηση και προς άλλες χώρες της περιοχής. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε μήνυμα και προς την Κίνα και τη Ρωσία. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Λατινική Αμερική θεωρείται ιστορική σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών, στην οποία κανείς άλλος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει χωρίς την έγκρισή τους.
Η πολιτική αυτή δεν επινοήθηκε από τον Τραμπ. Θεσπίστηκε ήδη από το 1823 ως βασικό στοιχείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Γνωστή ως Δόγμα Μονρόε, διαμορφώθηκε από τον τότε πρόεδρο Τζέιμς Μονρόε (James Monroe). Σύμφωνα με αυτό το Δόγμα, κάθε επέμβαση ξένης δύναμης στο Δυτικό Ημισφαίριο, το οποίο περιλαμβάνει τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, θα θεωρούνταν εχθρική ενέργεια κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρουσιάστηκε με το επιχείρημα της προστασίας της ανεξαρτησίας των χωρών της Νότιας Αμερικής που είχαν αποτινάξει την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Στην πραγματικότητα, στόχευε στην εδραίωση της αμερικανικής κυριαρχίας στη θέση των παλαιών αποικιακών δυνάμεων.
Ο Τραμπ επανάφερε αυτή την πολιτική παρουσιάζοντας την δική του σύγχρονη εκδοχή, την οποία ονόμασε «Συμπλήρωμα Τραμπ»[1]. Ενώ το Δόγμα Μονρόε εστίαζε στις ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις, η εκδοχή του Τραμπ εκφράζει ανησυχία για την εισβολή [την επέκταση της επιρροής] των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Κίνας και της Ρωσίας. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν προκειμένου να την αναχαιτίσουν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη καταστήσει σαφή τον βίαιο χαρακτήρα αυτής της πολιτικής από το 1904. Ο τότε πρόεδρος, Θεόδωρος Ρούζβελτ (Theodore Roosevelt), διατύπωσε το δικό του συμπλήρωμα στο Δόγμα Μονρόε[2]. Διακήρυξε ότι, εάν κάποια χώρα της αμερικανικής ηπείρου διαπράξει «χρόνιο σοβαρό παράπτωμα» (‘chronic wrongdoing’), οι ΗΠΑ ενδέχεται να εξαναγκαστούν να ασκήσουν «διεθνή αστυνομική εξουσία».
Ως προς το τι θα μπορούσε να θεωρηθεί «σοβαρό παράπτωμα» και ποιος ανέθετε στις Ηνωμένες Πολιτείες την αρμοδιότητα να το κρίνουν, η απάντηση δεν ήταν άλλη από τη στρατιωτική τους ισχύ. Γι’ αυτό και, μετά την απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας κατά παράβαση κάθε διεθνούς δικαίου και σύμβασης, ο Τραμπ δήλωσε με αλαζονεία: «Το Δόγμα Μονρόε είναι κάτι σπουδαίο, αλλά έχουμε προχωρήσει πολύ πέρα από αυτό. Η αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο δεν θα τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση.»
Η πολιτική αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο έγγραφο «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας»[3] που δημοσιοποιήθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ τον Δεκέμβριο του 2025. Πρόκειται για έγγραφο που εκδίδεται με κάθε αλλαγή κυβέρνησης και αποτυπώνει τον προσανατολισμό του εκάστοτε νεοεκλεγέντος προέδρου. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο του εγγράφου του 2025 είναι η απόκλισή του από την πολιτική που είχε διατυπωθεί επί Τραμπ το 2017. Τότε, η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα χαρακτηρίζονταν ως στρατηγικοί αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο νέο κείμενο δεν υπάρχει αντίστοιχη αναφορά. Δεν γίνεται καν μνεία στη Βόρεια Κορέα.
Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι τα «βασικά» (‘core’) στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών επικεντρώνονται στο Δυτικό Ημισφαίριο (την αμερικανική ήπειρο), στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και «σε όλες τις κύριες θαλάσσιες οδούς».
Διακηρύσσεται ότι η μέχρι πρότινος κυρίαρχη θέση της Δυτικής Ασίας στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έχει λήξει. Προβάλλονται δύο λόγοι για αυτό. Πρώτον, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο «ανταγωνισμός υπερδυνάμεων» έχει δώσει τη θέση του σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο έχουν καταστεί αυτάρκεις στην παραγωγή πετρελαίου, αλλά έχουν μετατραπεί και σε εξαγωγέα. Η εξάρτησή τους από το πετρέλαιο της Δυτικής Ασίας έχει τελειώσει. Πάνω απ’ όλα, οι ΗΠΑ έχουν επιτύχει την κυριαρχία τους στην περιοχή. Αν και δεν επιδιώκουν πλέον την πρόσβαση στο πετρέλαιο για ίδιες ανάγκες, εξακολουθούν να επιδιώκουν τον έλεγχο αυτού του ενεργειακού πλούτου. Η αυξανόμενη παρουσία της Κίνας, η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στη σημαντική συμμαχία των BRICS, καθώς και η υποχώρηση του ρόλου του δολαρίου στις πετρελαϊκές συναλλαγές, εκλαμβάνονται ως απειλές προς αυτή την κατεύθυνση και θεωρείται ότι πρέπει να ανασχεθούν.
Η σφαγή στην Παλαιστίνη και ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτήν έχουν εντείνει τα αντιαμερικανικά αισθήματα στους αραβικούς πληθυσμούς, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκρηξη της λαϊκής οργής. Ως εκ τούτου, παρότι η πρωτεύουσα σημασία της περιοχής για την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει μειωθεί, η περιοχή εξακολουθεί να έχει στρατηγική σημασία.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του εγγράφου πολιτικής του 2025, και μάλιστα το πιο σημαντικό, είναι η μεταστροφή από την πολιτική που είναι γνωστή ως «στροφή προς την Ασία»[4]. Η ουσία αυτής της πολιτικής, η οποία ακολουθήθηκε ήδη από την εποχή του Μπαράκ Ομπάμα, ήταν η διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική περικύκλωση της Κίνας. Η επιλογή αυτή συνεπαγόταν τη μείωση της έμφασης στη Δυτική Ασία και την Ευρώπη και την επικέντρωση στην Ασία. Ωστόσο, δεν απέδωσε.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεπλάκησαν παρατεταμένα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, ενώ στη συνέχεια ο πόλεμος στην Ουκρανία τις υποχρέωσε να στρέψουν ξανά την προσοχή τους στην Ευρώπη. Η προσπάθεια οικονομικής ανάσχεσης της Κίνας μέσω περιορισμών στις εισαγωγές και στη μεταφορά τεχνολογίας επίσης απέτυχε. Η στρατηγική αυστηροποίησης των ελέγχων στη μεταφορά τεχνολογίας είχε μάλιστα αντίθετα αποτελέσματα. Το Πεκίνο αύξησε τις επενδύσεις στην εγχώρια επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία και σημείωσε σημαντική πρόοδο.
Παράλληλα, αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην κινεζική αγορά υπέστησαν μεγάλες απώλειες εσόδων. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη στροφή προς την Ανατολή και να προσανατολιστεί εκ νέου προς τη Δύση. Αυτή είναι η πολιτική κατεύθυνση του Τραμπ για το 2025.
Ωκεανοί και στις δύο πλευρές. Στα βόρεια και στα νότια, ο Καναδάς και το Μεξικό, χώρες που βρίσκονται υπό την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η γεωγραφική αυτή διάταξη προσφέρει στην αμερικανική ηγεσία σημαντικά περιθώρια διαχείρισης των διεθνών σχέσεων χωρίς έντονες γεωπολιτικές πιέσεις. Η κυριαρχία στην Κεντρική και Νότια Αμερική εκλαμβάνεται ως εγγύηση αυτής της κατάστασης.
Εάν ο κινεζικός σοσιαλιμπεριαλισμός[5] κατορθώσει να εδραιωθεί στην περιοχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απωλέσουν τη στρατηγική ελευθερία που απολάμβαναν επί αιώνες. Η Κίνα, ωστόσο, έχει επιτύχει αξιοσημείωτη πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση κατά την περίοδο της «στροφής» των ΗΠΑ «προς την Ασία». Σήμερα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ηπείρου. Επιπλέον, σημαντικά έργα υποδομής, όπως σιδηρόδρομοι, λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι κ.λπ., κατασκευάζονται από κινεζικές εταιρείες με κινεζικά κεφάλαια. Παράλληλα, ενισχύεται η παρουσία της Κίνας στην εξόρυξη σπάνιων γαιών και άλλων ορυκτών. Αυξάνεται επίσης ο ρόλος ενός ηλεκτρονικού χρηματοπιστωτικού συστήματος που στηρίζεται σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως και των συναλλαγών σε κινεζικό νόμισμα, το γουάν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ διατύπωσε το δικό του «συμπλήρωμα» στο Δόγμα Μονρόε. Το έθεσε με ιδιαίτερα ευθύ τρόπο:
«Ποια είναι τα βασικά συμφέροντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής; … Θέλουμε ένα Ημισφαίριο που θα παραμένει απαλλαγμένο από εχθρικές εξωτερικές παρεμβάσεις ή έλεγχο στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων, και που θα στηρίζει κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες· επιδιώκουμε επίσης να διασφαλίσουμε τη συνεχή πρόσβασή μας σε καίριες στρατηγικές τοποθεσίες. Με άλλα λόγια, θα αξιώσουμε και θα επιβάλουμε ένα «Συμπλήρωμα Τραμπ» (“Trump Corollary”) στο Δόγμα Μονρόε… Μετά από χρόνια αμέλειας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν το Δόγμα Μονρόε, ώστε να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να προστατεύσουν την επικράτειά μας, καθώς και την πρόσβασή μας σε στρατηγικά σημαντικές περιοχές σε ολόκληρη την περιοχή.
Θα στερήσουμε από τους ανταγωνιστές που δεν ανήκουν στο Ημισφαίριό μας τη δυνατότητα να αναπτύσσουν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές ικανότητες, ή να κατέχουν και να ελέγχουν στρατηγικής σημασίας περιουσιακά στοιχεία σε αυτό. Το «Συμπλήρωμα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε συνιστά μια ρεαλιστική και ισχυρή αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος και των προτεραιοτήτων της, σε συμφωνία με τα συμφέροντα ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών… Καθώς εμβαθύνουμε τις συνεργασίες μας με χώρες με τις οποίες ήδη διατηρούμε στενές σχέσεις, οφείλουμε να επεκτείνουμε το δίκτυό μας στην περιοχή. Στόχος μας είναι τα άλλα κράτη να μας θεωρούν εταίρο πρώτης επιλογής και θα (με διάφορα μέσα) αποθαρρύνουμε τη συνεργασία τους με άλλους… Οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να διατηρούν την υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο ως προϋπόθεση της ασφάλειας και της ευημερίας τους —προϋπόθεση που τους επιτρέπει να προβάλλουν με αυτοπεποίθηση την ισχύ τους όπου και όποτε απαιτείται στην περιοχή. Οι όροι των συμμαχιών μας και οι όροι υπό τους οποίους παρέχουμε οποιασδήποτε μορφής βοήθεια πρέπει να εξαρτώνται από τον περιορισμό και τη σταδιακή εξάλειψη της επιρροής εξωτερικών ανταγωνιστικών δυνάμεων —από τον έλεγχο στρατιωτικών εγκαταστάσεων, λιμένων και κρίσιμων υποδομών έως την απόκτηση στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων με την ευρεία έννοια… Κάθε αξιωματούχος των Ηνωμένων Πολιτειών που δραστηριοποιείται στην περιοχή ή ασχολείται με αυτήν οφείλει να έχει πλήρη εικόνα των επιζήμιων εξωτερικών επιρροών, ενώ ταυτόχρονα να ασκεί πιέσεις και να παρέχει κίνητρα προς τις χώρες-εταίρους, για την προστασία του Ημισφαιρίου μας.»
Το κλειδί για την ασφάλεια και την ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι «η υπεροχή τους στο Δυτικό Ημισφαίριο», δηλαδή η ικανότητα να επιβάλλουν τη βούλησή τους «όπου και όποτε απαιτείται» στην περιοχή. Αυτό είναι που βλέπουμε να εκτυλίσσεται στην περίπτωση της Βενεζουέλας. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε εξωτερικές δυνάμεις να «κατέχουν και να ελέγχουν» περιουσιακά στοιχεία στη Λατινική Αμερική, ενώ κάθε εξωτερική «επιρροή» πρέπει να αποτρέπεται.
Αξίζει να δοθεί προσοχή σε αυτή τη διατύπωση. Δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η αγορά πρώτων υλών από την ήπειρο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο έλεγχος και η ιδιοκτησία. Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι θα αρχίσει να διοχετεύει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου της Βενεζουέλας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν γίνεται για εσωτερική κατανάλωση. Μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις θα αποδίδεται στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, εφεξής, όποιος επιθυμεί να προμηθευτεί πετρέλαιο Βενεζουέλας θα πρέπει να απευθύνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο έλεγχος, αυτό είναι το καίριο ζήτημα. Εφόσον εξασφαλιστεί, θα υπάρχει και η δυνατότητα, στο μέλλον, να αποφασίζεται η μη διάθεση αυτού του πετρελαίου σε οποιαδήποτε χώρα. Προς το παρόν, κάτι τέτοιο δεν αναμένεται να συμβεί. Η διεθνής συγκυρία, που καθιστά αναγκαίο το «Συμπλήρωμα Τραμπ», θέτει ταυτόχρονα όρια στον τρόπο και στο εύρος εφαρμογής του, όπως φαίνεται στην περίπτωση αυτή.
Η πρόοδος της Κίνας στον οικονομικό τομέα, σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αξιοσημείωτη. Αναφέρεται ότι προηγείται σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι επικοινωνίες, οι σύγχρονες μέθοδοι κατασκευής, η ρομποτική, οι ηλεκτρικές μπαταρίες και η «πράσινη» ενέργεια. Έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε πολλούς κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε βρίσκονται πολύ πίσω από την Κίνα είτε θα βρεθούν σύντομα σε τομείς όπως τα παγοθραυστικά, ο εξοπλισμός εξόρυξης σε βαθιά ύδατα, τα συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών, η εξερεύνηση της Σελήνης και άλλες διαστημικές τεχνολογίες. Επιπλέον, η Κίνα προηγείται σημαντικά στην απόκτηση νέων πατεντών.
Παρότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν προβάδισμα σε τομείς όπως τα εμβόλια και οι κβαντικοί υπολογιστές, οι κρατικά υποστηριζόμενες στρατηγικές καινοτομίας της Κίνας συνιστούν σημαντική πρόκληση ακόμη και σε αυτούς τους τομείς.
Η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη στον στρατιωτικό τομέα. Για οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την Κίνα, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα χρειάζονταν μεγάλα αποθέματα πυρομαχικών, ανταλλακτικών, ιατρικού εξοπλισμού και άλλων υλικών υποστήριξης. Υπάρχει σημαντική έλλειψη διαφόρων τύπων πυραύλων.
Μια απόρρητη έκθεση του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, η οποία διέρρευσε από την εφημερίδα New York Times, προειδοποιούσε ότι οι ΗΠΑ θα έχαναν έναν πόλεμο με την Κίνα. Η Κίνα έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή/αξιοθαύμαστη (formidable) στρατιωτική δύναμη και, σε βασικούς τομείς, παράγει όπλα πέντε έως έξι φορές γρηγορότερα από τις ΗΠΑ. Χρησιμοποιώντας την «πολιτική στρατιωτικής-πολιτικής ενοποίησης» (‘military-civilian integration policy’) για να συνδέσει στενά τον πολιτικό τομέα με τις στρατιωτικές ανάγκες, η Κίνα έχει ενθαρρύνει την ταχεία ανάπτυξη και εφαρμογή νέων τεχνολογιών για την εθνική άμυνα και τους στρατηγικούς της στόχους.
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα είναι που οδηγεί το νέο έγγραφο πολιτικής να δηλώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρίπτουν την «ατυχή ιδέα της παγκόσμιας κυριαρχίας». Οι λέξεις αυτές αντικατοπτρίζουν την επίγνωση ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό στη σημερινή συγκυρία. Το έγγραφο σημειώνει επίσης ότι, αν κάποιος άλλος επιχειρήσει να εδραιώσει κυριαρχία, οι ΗΠΑ θα το αποτρέψουν. Ωστόσο, προς το παρόν δεν διαθέτουν αυτή τη δυνατότητα. Στόχος τους τώρα είναι να επανακτήσουν την πρωτοκαθεδρία στην τεχνολογική υπεροχή και την στρατιωτική ικανότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πολιτική της «εδραίωσης παγκόσμιας κυριαρχίας», μια πολιτική που οι ΗΠΑ ακολουθούν εδώ και πολλά χρόνια και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να υφίσταται (οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η μόνη χώρα με στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο), καθίσταται «ατυχής» για τον Τραμπ.
Σημειώστε πώς ο Τραμπ εξηγεί την αλλαγή της πολιτικής του:
«Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι ελίτ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έπεισαν τους εαυτούς τους ότι η μόνιμη αμερικανική κυριαρχία σε ολόκληρο τον κόσμο εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της χώρας μας. Ωστόσο, τα ζητήματα άλλων χωρών μας αφορούν μόνο αν οι δραστηριότητές τους απειλούν άμεσα τα συμφέροντά μας. Οι ελίτ μας υπολόγισαν λανθασμένα την προθυμία της Αμερικής να επωμίζεται επ’ άπειρον παγκόσμια βάρη, τα οποία ο αμερικανικός λαός δεν έβλεπε να συνδέονται με το εθνικό συμφέρον. Υπερεκτίμησαν την ικανότητα της Αμερικής να χρηματοδοτεί, ταυτόχρονα, ένα εκτεταμένο κράτος πρόνοιας και ρυθμιστικής-διοικητικής παρέμβασης, παράλληλα με έναν ευρύ μηχανισμό στρατιωτικής ισχύος, διπλωματίας, υπηρεσιών πληροφοριών και εξωτερικής βοήθειας… Επέτρεψαν στους συμμάχους και τους εταίρους να μετακυλήσουν το κόστος της άμυνάς τους στον αμερικανικό λαό και, μερικές φορές, να μας παρασύρουν σε συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις που ήταν κεντρικές για τα δικά τους συμφέροντα, αλλά περιφερειακές ή άσχετες με τα δικά μας.»
Η διοίκηση Τραμπ πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επανακτήσουν την κυριαρχία τους χωρίς να απαλλαγούν από αυτό το βάρος. Είναι η βία στη Βενεζουέλα μια εξαίρεση; Αποτελεί αυτό παραβίαση της υπόσχεσης του Τραμπ ότι η κυβέρνησή του δεν θα εμπλακεί σε ξένους πολέμους και επεμβάσεις, όπως υποστήριζε όταν προσπαθούσε να επιστρέψει στην εξουσία με την υποστήριξη του κινήματος Make America Great Again[6]; Οι υποστηρικτές του MAGA γνωρίζουν καλά ότι η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ ήταν αυτό που την έκανε «μεγάλη». Ξέρουν επίσης ότι, εάν εγκαταλείψει αυτή την κυριαρχία οριστικά, κάθε «υπεροχή» θα χαθεί.
Ο Τραμπ δεν σχεδιάζει να εγκαταλείψει τα ηγεμονικά συμφέροντα· επιχειρεί απλώς να τα θεμελιώσει εκ νέου. Εν τω μεταξύ, ενδέχεται να υπάρξουν και κινήσεις ηγεμονικής φύσης, όπως είδαμε στη Βενεζουέλα. Το νέο έγγραφο πολιτικής το καθιστά σαφές: «Για μια χώρα της οποίας τα συμφέροντα είναι τόσο πολυάριθμα και ποικίλα όσο τα δικά μας, η αυστηρή προσήλωση στον μη‑επεμβατισμό δεν είναι εφικτή.» Εφόσον δεν υπάρχει παρατεταμένη στρατιωτική ανάπτυξη και οι σχετικές υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται, η συντριπτική πλειονότητα των υποστηρικτών του MAGA δεν θα αντιταχθεί σε αυτό.
Το βάρος του να λειτουργούν ως «παγκόσμιος χωροφύλακας» πρέπει να μειωθεί, η αντιπαράθεση με την Κίνα και τη Ρωσία να εξομαλυνθεί και η στρατιωτική ανάπτυξη να αναδιαταχθεί ώστε να αντιμετωπίζει τις άμεσες απειλές στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Στο πλαίσιο επίτευξης του πρώτου στόχου, οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν αναγκαστεί να δαπανήσουν περισσότερα χρήματα στο ΝΑΤΟ. Για τον ίδιο λόγο οι ΗΠΑ επιμένουν ώστε η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στην αντιμετώπιση της Κίνας στη Βορειοανατολική Ασία μέσω της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ θα μειωθούν. Ο Τραμπ επιδιώκει να τις αυξήσει σημαντικά προκειμένου να βελτιώσει τις στρατιωτικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα, θα αναδιατάξει στρατιωτικούς πόρους και δυνάμεις με βάση ό,τι οι ΗΠΑ θεωρούν στρατηγικές τους ανάγκες στο Δυτικό Ημισφαίριο. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στο ζήτημα της Γροιλανδίας.
Καθώς οι πάγοι στην Αρκτική έχουν αρχίσει να λιώνουν λόγω της κλιματικής αλλαγής, η ναυτιλία σε αυτήν την περιοχή έχει αυξηθεί. Η Κίνα και η Ρωσία προπορεύονται σε αυτόν τον τομέα. Σε σύγκριση με τη θαλάσσια διαδρομή μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, η μεταφορά εμπορευμάτων από κινεζικά λιμάνια σε ευρωπαϊκά μέσω του Βόρειου Πόλου διαρκεί τον μισό χρόνο.
Ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι ρωσικά και κινεζικά πολεμικά πλοία και υποβρύχια περιπολούν γύρω από τη Γροιλανδία είναι αβάσιμος/παράλογος (absurd). Ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της Δανίας ξεκαθάρισε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ωστόσο, οι ΗΠΑ ανησυχούν ότι η μεγάλη και απότομη αύξηση στις μεταφορές εμπορευμάτων μέσω του Αρκτικού Ωκεανού θα διευκολύνει αυτές τις χώρες να αναπτύξουν τις ναυτικές τους δυνάμεις στην περιοχή.
Η Γροιλανδία βρίσκεται στη θαλάσσια οδό που συνδέει την περιοχή αυτή με τον Ατλαντικό Ωκεανό. Εκτός από τη στρατηγική της θέση, έχει και οικονομική σημασία.
Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2025, η αξία των γνωστών σπάνιων ορυκτών και ενεργειακών πόρων της Γροιλανδίας υπερβαίνει τα 4,4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Με βάση την τεχνολογία του σήμερα, είναι αδύνατη η εξαγωγή του συνόλου αυτών των πόρων. Ωστόσο, η αξία των πόρων που μπορούν να αξιοποιηθούν ακόμη και σήμερα εκτιμάται σε 186 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αυστραλιανή εταιρεία εξορύξεων Energy Transition Minerals (ETM) είχε προηγουμένως αποκτήσει άδεια για έρευνα στην περιοχή. Η περιοχή που επέλεξε εκτιμάται ότι περιέχει πάνω από 11 εκατομμύρια τόνους σπάνιων γαιών και μεγάλες ποσότητες ουρανίου. Θα αποτελούσε το μεγαλύτερο παγκοσμίως κοίτασμα θορίου, το δεύτερο μεγαλύτερο κοίτασμα ουρανίου και το τρίτο μεγαλύτερο κοίτασμα σπάνιων γαιών.
Όμως, το 2021, μετά από εκλογική νίκη στην οποία η εξόρυξη αποτέλεσε κεντρικό ζήτημα, το κόμμα Ataqatigiit των ιθαγενών Ινουίτ (Inuit) απαγόρευσε την εξόρυξη. Η αιτιολογία ήταν ότι η ραδιενεργή μόλυνση από το ορυχείο θα κατέστρεφε τα μέσα βιοπορισμού των Ινουίτ, οι οποίοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και την αλιεία. Πρόκειται για μια νίκη των ιθαγενών πληθυσμών.
Η εταιρεία ETM έχει καταθέσει αγωγή[7] σύμφωνα με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Διεκδικεί αποζημίωση ύψους 11,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που υπερβαίνει κατά τέσσερις φορές το ΑΕΠ της Γροιλανδίας. Κατά αναλογία προς τον ισχυρισμό των ΗΠΑ ότι η Βενεζουέλα έκλεψε τα περιουσιακά τους στοιχεία, η ETM υποστηρίζει ότι η Γροιλανδία κατάσχεσε τα περιουσιακά της στοιχεία μπλοκάροντας την εξόρυξη.[8]
Η Γροιλανδία, πατρίδα των Ινουίτ, είναι αυτόνομο έδαφος υπό την κυριαρχία της Δανίας. Σύμφωνα με την αμυντική συνθήκη του 1951 μεταξύ των ΗΠΑ και της Δανίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκτεταμένα στρατιωτικά δικαιώματα στη Γροιλανδία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίδρυσης στρατιωτικών βάσεων. Δίκτυο αμερικανικών βάσεων και ραντάρ υπήρχε σε όλη τη Γροιλανδία. Όταν όμως έληξε ο Ψυχρός Πόλεμος, διατηρήθηκε μόνο μία, ενώ οι υπόλοιπες έκλεισαν.
Η υπάρχουσα βάση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην παρακολούθηση πιθανών πυραύλων που προσεγγίζουν μέσω του Βόρειου Πόλου. Η συνθήκη ανανεώθηκε το 2004 ώστε να αντικατοπτρίζει τη νέα πολιτική κατάσταση της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβάνοντας επισήμως και την κυβέρνηση της Γροιλανδίας. Η πρόσθετη συμφωνία για τη μοναδική εναπομείνασα αμερικανική βάση ορίζει ότι το νησί αποτελεί «ισότιμο τμήμα του Βασιλείου της Δανίας». Οι ΗΠΑ οφείλουν να διαβουλεύονται/συζητούν όχι μόνο με τη Δανία, αλλά και με τις αρχές της Γροιλανδίας πριν προβούν σε «σημαντικές αλλαγές» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται εκεί.
Η Δανία και η Γροιλανδία έχουν δηλώσει ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία. Οι ηγέτες της Γροιλανδίας έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι είναι ανοιχτοί σε ξένες επενδύσεις και επιχειρηματικές συνεργασίες, μεταξύ άλλων και από αμερικανικές εταιρείες. Ωστόσο, ο Τραμπ υποστηρίζει ότι αυτό δεν αρκεί. Απαιτείται κυριότητα[9]. Η Γροιλανδία πρέπει να προσαρτηθεί και να ενσωματωθεί στις ΗΠΑ. Όταν ερωτήθηκε αν τα δικαιώματα που παρέχει η συμφωνία του 1951 δεν επαρκούν, ο Τραμπ απάντησε: «Η κυριότητα σου προσφέρει πράγματα και στοιχεία που δεν μπορείς να αποκτήσεις απλώς υπογράφοντας ένα έγγραφο ότι μπορείς να έχεις μια βάση».
Η πλειοψηφία των κατοίκων της Γροιλανδίας έχει επανειλημμένα εκφράσει σε δημοψηφίσματα ότι επιθυμεί την ανεξαρτησία από τη Δανία. Αυτή είναι η θέση τους και όσον αφορά τις ΗΠΑ. Θέλουν τη Γροιλανδία για τους ίδιους και δεν επιθυμούν να αποτελεί τμήμα οποιασδήποτε άλλης χώρας. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν είναι διατεθειμένος να το αποδεχθεί. Απειλεί ότι, εάν χρειαστεί, θα επιδιώξει τον στόχο του δια της βίας.
Ο πρωθυπουργός της Δανίας είχε προειδοποιήσει ότι, αν ένα μέλος του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση από τις ΗΠΑ, η ίδια η συμμαχία θα καταρρεύσει. Η απάντηση του Τραμπ ήταν: «ας γίνει», οι ΗΠΑ δεν την χρειάζονται πραγματικά. Υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ είναι πιο σημαντικό για τις ευρωπαϊκές χώρες παρά για τις ΗΠΑ.
Το ίδιο το νέο έγγραφο πολιτικής ξεκαθαρίζει ότι οι προοπτικές για το ΝΑΤΟ είναι περιορισμένες. «Μακροπρόθεσμα, είναι περισσότερο από πιθανό ότι, το αργότερο μέσα σε λίγες δεκαετίες, ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ θα γίνουν στην πλειονότητά τους μη-ευρωπαϊκά[10]. Ως εκ τούτου, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο θα θεωρούν τη θέση τους στον κόσμο ή τη συμμαχία τους με τις ΗΠΑ με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνοι που υπέγραψαν την ιδρυτική συνθήκη του ΝΑΤΟ.»
Ο Τραμπ απηχεί τις ανησυχίες των ακραίων ρατσιστών[11] στην Ευρώπη σχετικά με τη δημογραφική αλλαγή που μπορεί να προκαλέσει η μετανάστευση από την Ασία και την Αφρική. Δηλώνοντας ανοιχτά ότι το ΝΑΤΟ είναι μια συμμαχία ακραίων ρατσιστών Ευρώπης και ΗΠΑ, έχει αποκαλύψει άθελά του την κενότητα/υποκρισία (hollowness) της προπαγάνδας που το παρουσιάζει ως «φύλακα της δημοκρατίας».
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη υποκύψει/συμμορφωθεί με την επιμονή του Τραμπ για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5%. Ακόμη και έτσι, οι ΗΠΑ δεν έχουν ικανοποιηθεί· τώρα επικεντρώνονται στο να ελαχιστοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις υποχρεώσεις τους προς το εξωτερικό, διασφαλίζοντας παράλληλα τη στρατηγική ασφάλεια και διαμορφώνοντας συνθήκες για μελλοντικό όφελος[12].
Η κίνηση του Τραμπ στη Γροιλανδία αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής. Μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Γαλλία, η Νορβηγία και η Δανία, έχουν αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις εκεί για να αντισταθμίσουν την αμερικανική κίνηση. Ο Τραμπ ενδέχεται τελικά να είναι έτοιμος να καταλήξει σε μια συμφωνία που θα δώσει στις ΗΠΑ περισσότερα στρατιωτικά και μεταλλευτικά δικαιώματα, αντί να προχωρήσει σε βίαιη προσάρτηση της Γροιλανδίας.
Σε κάθε περίπτωση, το ΝΑΤΟ δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Τα ευρωπαϊκά μέλη του έχουν πλέον αναγκαστεί να αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα, στην οποία θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της δικής τους άμυνας. Είτε οι ΗΠΑ αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας είτε όχι, θα μειώσουν σε κάποιο βαθμό τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται ο ρόλος τους ως δύναμης παγκόσμιας αστυνόμευσης.
Ο Τραμπ προσπαθεί να εξομαλύνει τις αντιφάσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Γι’ αυτό επιδιώκει να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, αποδεχόμενος σε μεγάλο βαθμό τους ισχυρισμούς του Πούτιν. Αυτό δεν έχει επιτευχθεί λόγω της αντίστασης των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της στήριξής τους στον Ζελένσκι. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ έχει επιτύχει σε μεγάλο βαθμό να καθιερώσει ότι αυτή η σύγκρουση είναι δικό τους ζήτημα και ότι αυτοί θα πρέπει να επωμιστούν το βάρος.
Το μήνυμα προς τη Ρωσία ότι οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται για αυτόν τον πόλεμο είναι σαφές στο νέο έγγραφο πολιτικής. Αναφέρει ότι:
«Αποτελεί βασικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών η διαπραγμάτευση για άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών στην Ουκρανία, προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι ευρωπαϊκές οικονομίες, να αποτραπεί η ανεπιθύμητη κλιμάκωση ή επέκταση του πολέμου και να αποκατασταθεί η στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία, καθώς και να καταστεί δυνατή η μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Ουκρανίας ώστε να εξασφαλιστεί η επιβίωσή της ως βιώσιμου κράτους.»
Το έγγραφο επισημαίνει παράλληλα μια παράδοξη κατάσταση, όπου Ρωσία και Κίνα επωφελούνται σε βάρος της Ευρώπης από τον πόλεμο: «Σήμερα, γερμανικές εταιρείες χημικών κατασκευάζουν στην Κίνα μερικά από τα μεγαλύτερα εργοστάσια επεξεργασίας στον κόσμο, χρησιμοποιώντας ρωσικό φυσικό αέριο που δεν μπορούν να προμηθευτούν στην πατρίδα τους.»
Πέρα από την ειρωνεία αυτής της κατάστασης, το έγγραφο πολιτικής του Τραμπ επικρίνει και τους ευρωπαίους ηγέτες που επιμένουν να συνεχίζεται ο πόλεμος, γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να νικήσουν. Αναφορικά με τις ανησυχίες της Ρωσίας για την επέκταση και τον κλοιό του ΝΑΤΟ, δηλώνει ότι μία από τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής πολιτικής των ΗΠΑ είναι η «άρση της αντίληψης και η αποτροπή της πραγματικότητας ενός ΝΑΤΟ που επεκτείνεται διαρκώς».
Επιπλέον, αναφέρει ότι θα βελτιώσει περαιτέρω το δικό του πυρηνικό οπλοστάσιο, εκφράζοντας παράλληλα τη διάθεση για αποκατάσταση της στρατηγικής σταθερότητας με τη Ρωσία στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων.
Αφού αρχικά αύξησε τους δασμούς και διαπίστωσε ότι αυτό δεν απέδιδε, η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί πλέον μια προσέγγιση βελτίωσης των σχέσεων με την Κίνα. Τώρα υποστηρίζει ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να κάνουν ένα βήμα παραπέρα και να ενώσουν δυνάμεις για την αντιμετώπιση παγκόσμιων προκλήσεων. Καθ’ οδόν προς τη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε πέρυσι στη Μπουσάν (Busan) της Νότιας Κορέας, ο Τραμπ έγραψε στο Twitter: «Το G2 θα συναντηθεί σύντομα!» Το G2 αναφέρεται στην ομάδα των δύο χωρών, των ΗΠΑ και της Κίνας. Η φράση υποδηλώνει ότι από εδώ και στο εξής αυτή η συνεργασία θα είναι καθοριστική. Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανέδειξαν ιδιαίτερα τη δήλωση του Τραμπ προς τον Σι Τζινπίνγκ (Xi Jinping): «Οι δύο χώρες μας μπορούν να κάνουν μαζί πολλά σπουδαία πράγματα για τον κόσμο», με τον Σι να απαντά: «Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά σπουδαία πράγματα για τον κόσμο».
Η προσέγγιση του Τραμπ στο ζήτημα της Ταϊβάν διαφέρει από αυτήν που είχαν υιοθετήσει μέχρι σήμερα οι ηγέτες των ΗΠΑ. Το έγγραφο πολιτικής του αναφέρει: «…η αποτροπή μιας σύγκρουσης για την Ταϊβάν, ιδανικά διατηρώντας την στρατιωτική υπεροχή, αποτελεί προτεραιότητα». Επιπλέον:
«Μια σχετική πρόκληση για την ασφαλεία είναι η πιθανότητα οποιουδήποτε ανταγωνιστή να αποκτήσει τον έλεγχο της Νότιας Σινικής Θάλασσας (South China Sea). Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει σε μια δυνητικά εχθρική δύναμη να επιβάλει σύστημα διοδίων σε μια από τις πιο ζωτικές εμπορικές οδούς του κόσμου ή —ακόμη χειρότερα— να την κλείνει και να την ανοίγει κατά βούληση. Οποιοδήποτε από αυτά τα δύο αποτελέσματα θα ήταν επιζήμιο για την οικονομία των ΗΠΑ και τα ευρύτερα συμφέροντά τους. Πρέπει να αναπτυχθούν ισχυρά μέτρα, μαζί με την αποτροπή που απαιτείται για να παραμείνουν αυτές οι θαλάσσιες οδοί ανοικτές, χωρίς ‘διόδια’ και χωρίς να υπόκεινται σε αυθαίρετο κλείσιμο από μία χώρα. Αυτό θα απαιτήσει όχι μόνο περαιτέρω επενδύσεις στις στρατιωτικές μας δυνατότητες —ιδιαίτερα στις ναυτικές— αλλά και ισχυρή συνεργασία με κάθε χώρα που ενδέχεται να υποστεί ζημιά, από την Ινδία έως την Ιαπωνία και πέραν αυτών, εάν το πρόβλημα δεν αντιμετωπιστεί».
Ο Τραμπ έχει επίσης προμηθεύσει την Ταϊβάν με όπλα αξίας 1,1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Ωστόσο, έχει αρνηθεί να διευκρινίσει εάν οι ΗΠΑ θα αναπτύξουν στρατεύματα σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης, έχοντας παράλληλα καταστήσει σαφές ότι αυτό είναι υπόθεση της Κίνας.
Όταν ρωτήθηκε αν η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα θα ενθάρρυνε την Κίνα να επιτεθεί στην Ταϊβάν, απάντησε: «Αυτός (ο Σι Τζινπίνγκ) τη θεωρεί μέρος της Κίνας, και εναπόκειται σε αυτόν να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτήν».
Ορισμένες διπλωματικές πηγές έχουν επισημάνει ότι αυτή η αλλαγή προσέγγισης φαίνεται και στη διατύπωση που χρησιμοποιείται στο νέο έγγραφο πολιτικής των ΗΠΑ όσον αφορά την Ταϊβάν. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ότι θα διατηρήσουν την προηγούμενη πολιτική τους επί του θέματος, η διατύπωση έχει αλλάξει· πλέον λέγεται ότι «δεν υποστηρίζουν» καμία μονομερή αλλαγή στο «στάτους κβο»[13], αντί της προηγούμενης έκφρασης ότι θα «αντιταχθούν» σε μια τέτοια αλλαγή. Η πρώτη υποδηλώνει παθητική αποδοκιμασία χωρίς δέσμευση για δράση, ενώ η δεύτερη συνεπάγεται ενεργή αντίσταση. Δηλαδή, για την κυβέρνηση Τραμπ, η Ταϊβάν δεν είναι μια χώρα που πρέπει να προστατεύεται πάση θυσία. Ο κύριος στόχος δεν είναι η προστασία της «δημοκρατίας» της Ταϊβάν, αλλά η αποτροπή της Κίνας από το να καταλάβει αυτό το νησί, το οποίο είναι σημαντικό για την άμυνα των ΗΠΑ στον Ειρηνικό Ωκεανό, και από το να ελέγξει τη Νότια Σινική Θάλασσα.[14] Απλώς ένα από τα πολλά στοιχεία της διαμάχης με την Κίνα.
Η πολιτική του Τραμπ για την Ταϊβάν αποκαλύπτει την πραγματική φύση του ισχυρισμού του ότι δεν επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία. Οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές δεν έχουν γίνει ειρηνοποιοί. Η προσπάθεια δεν συνίσταται στην εγκατάλειψη της αντιπαράθεσης, αλλά στην όσο το δυνατόν πιο ήπια διαχείρισή της στη δεδομένη κατάσταση. Οι τρέχουσες δυνατότητες των ΗΠΑ δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τον κινεζικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Αμερικανοί αναλυτές γράφουν ανοιχτά στα μέσα ενημέρωσης ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν τους πόρους για να αστυνομεύουν μόνιμα την Κίνα στη Νότια Σινική Θάλασσα». Ωστόσο, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να αδρανήσει. Πρέπει να ενισχυθεί για να ανακτήσει την κυριαρχία του και ταυτόχρονα να αναχαιτίσει την πρόοδο της Κίνας, που αποτελεί τη βασική/κύρια πρόκληση (main challenge).
Για να κερδίσει χρόνο και χώρο ώστε να υλοποιήσει όλα αυτά, οι σχέσεις με τους Κινέζους και Ρώσους ιμπεριαλιστές πρέπει να εξομαλυνθούν. Αυτό είναι ο νόημα των λόγων του Τραμπ: «Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά καλά για τον κόσμο». Επισημαίνοντας ότι «η συντριπτική επιρροή των μεγαλύτερων, πλουσιότερων και ισχυρότερων χωρών αποτελεί διαχρονική αλήθεια στις διεθνείς σχέσεις», στο έγγραφο πολιτικής του, ο Τραμπ καθορίζει σαφώς τους όρους της ανακωχής που επιθυμεί —η καθεμιά μπορεί να εξουσιάζει[15] τους άλλους στην δική της σφαίρα επιρροής. Τα όρια πρέπει να γίνονται σεβαστά.
Ο Τραμπ στοχεύει σε κάτι ανάλογο με την «Ύφεση»[16] που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον τη δεκαετία του 1970 με τον Σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλιστή ηγέτη Μπρέζνιεφ. Η Ύφεση ήταν μια πολιτική μείωσης των εντάσεων μεταξύ του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλιστικού μπλοκ. (Ο όρος προέρχεται από τα γαλλικά και χρησιμοποιείται στη διπλωματία για την έννοια της χαλάρωσης των εντάσεων μεταξύ κρατών.) Και τα δύο μπλοκ συμφώνησαν σε ορισμένα μέτρα, όπως ο έλεγχος του πυρηνικού εξοπλισμού. Παρά τη μείωση της έντασης, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους δεν έληξε. Στη δεκαετία του 1980, η συμφωνία άρχισε να εξασθενεί και το 1983 ο Ρόναλντ Ρέιγκαν αποχώρησε επισήμως από αυτήν. Αν και δεν κράτησε ούτε δεκαπέντε χρόνια, οι ΗΠΑ μπόρεσαν να βελτιώσουν τη θέση τους, αξιοποιώντας την ανάπαυλα που προσέφερε, αλλά και τις εξελίξεις όπως η αποκατάσταση του καπιταλισμού στην Κίνα και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Ο Τραμπ θεωρεί ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να επαναληφθεί, αν και για πολλούς λόγους δεν είναι βέβαιο ότι θα εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο.
Σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση εκείνης της εποχής, η Κίνα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ΗΠΑ είναι οικονομικά και στρατιωτικά ισχυρή, και η δύναμή της αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Από την άλλη, η κατάσταση των ΗΠΑ δεν είναι τόσο καλή. Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες μείωσαν τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενώ το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο κατευθύνθηκε προς χώρες όπως η Κίνα. Η Κίνα αναπτύχθηκε βιομηχανικά εκμεταλλευόμενη αυτή την κατάσταση. Σήμερα, που τα κινεζικά προϊόντα κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά, οι αμερικανικές εταιρείες αδυνατούν να ανταγωνιστούν.
Γι’ αυτό, η αποκατάσταση της βιομηχανικής ισχύος των ΗΠΑ με κάθε κόστος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του Τραμπ, όπως δηλώνει και το νέο έγγραφο πολιτικής. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια επιχειρείται σε ένα πλαίσιο όπου η οικονομική ύφεση που ξεκίνησε το 2008 εξακολουθεί να υφίσταται. Όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με εξαίρεση την Κίνα, έχουν στραφεί στον προστατευτισμό αντί για το ελεύθερο εμπόριο.
Λόγω αυτών των συνθηκών, η ικανότητα του Τραμπ να αντιμετωπίσει την πρόκληση που θέτει η Κίνα, αξιοποιώντας τις ευρωπαϊκές δυνάμεις με τρόπο ανάλογο της στρατηγικής που εφαρμόστηκε κατά του σοβιετικού μπλοκ στον Ψυχρό Πόλεμο, είναι περιορισμένη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πολιτική του Τραμπ: «πρώτα το συμφέρον μας, και τις ανάγκες της συμμαχίας θα τις εξετάσουμε αργότερα». Ωστόσο, αυτή η στρατηγική θα δημιουργήσει νέες επιπλοκές, τα πρώτα σημάδια των οποίων έχουν ήδη εμφανιστεί.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εκφράσει σοβαρή ανησυχία σχετικά με την Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ για το 2025. Οι ηγέτες της περιέγραψαν ορισμένα σημεία της ως «απαράδεκτα» και προειδοποίησαν ότι η Ευρώπη θα πρέπει πλέον να «προστατευτεί ακόμη και από συμμάχους που την αψηφούν». Αυτό φαίνεται καθαρά στην υπόθεση της Γροιλανδίας. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, και η Ιταλίδα πρωθυπουργός, Τζόρτζια Μελόνι, έχουν ήδη ζητήσει την επανενεργοποίηση των σχέσεων με τη Ρωσία. Η Μελόνι μάλιστα πρότεινε την τοποθέτηση ειδικού εκπροσώπου της ΕΕ για τον σκοπό αυτό.
Επιπλέον, έχει ανακύψει και το ζήτημα του αγωγού Nord Stream, που είχε κατασκευαστεί για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τη Ρωσία στη Γερμανία και σαμποταρίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία. Υπάρχουν μάλιστα εικασίες ότι η Γερμανία και η Ρωσία εξετάζουν το ενδεχόμενο αναβίωσης αυτού του έργου. Παράλληλα, ο Καναδάς και η Κίνα κατέληξαν σε συμφωνία για μείωση των δασμών. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ (Mark Carney) επαίνεσε τη στρατηγική εταιρική σχέση με την Κίνα ως την αρχή μιας «νέας παγκόσμιας τάξης».
Οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ανησυχούν ότι θα περιοριστούν σε απλούς θεατές στο πλαίσιο του σχεδίου του Τραμπ να ελέγξει τον κόσμο μέσω μιας συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας. Τους προβληματίζει ότι θα πρέπει να περιοριστούν σε ό,τι επιτρέπεται από αυτή την τριάδα. Είναι πιθανό κάποιοι από αυτούς να θεωρήσουν ότι θα ήταν προτιμότερο να συνάψουν δικές τους συμφωνίες με την Κίνα και τη Ρωσία. Πολλές από τις χώρες που σήμερα ανήκουν στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο (πρώην «Τρίτος Κόσμος») μπορεί να ακολουθήσουν αυτήν την οδό.
Για τις άρχουσες τάξεις αυτών των χωρών, που υπόκεινται σε ιμπεριαλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση με διάφορους τρόπους, ένας πολυπολικός κόσμος με πολλαπλά κέντρα εξουσίας είναι προτιμότερος από έναν κόσμο με μία υπερδύναμη. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενισχύει τη διαπραγματευτική τους ισχύ. Από την άλλη, αν ο ανταγωνισμός αυτός ενταθεί, θα αναγκαστούν να ενταχθούν σε κάποιο από τα μπλοκ. Ο χώρος ελιγμών τους θα περιοριστεί. Το ίδιο θα συμβεί και στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία καταλήξουν σε συμφωνία και αρχίσουν να επιβάλλουν την επιρροή τους στις δικές τους σφαίρες, όπως προτείνει ο Τραμπ. Για τον λόγο αυτό, οι χώρες του Τρίτου Κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, παρακολουθούν τη νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με ανησυχία.
Οι Κινέζοι ηγέτες προσπαθούν να αξιοποιήσουν αυτήν την ανησυχία προς όφελός τους. Αν και δεν έχουν απαντήσει επίσημα στην πρόταση του Τραμπ για το G2, κορυφαίοι πολιτικοί παρατηρητές εκεί έχουν υποδείξει/δηλώσει (indicated) ότι δεν την υποστηρίζουν. Κατά την άποψή τους, «το G2, που φαίνεται να είναι ένα μοντέλο ισότητας, στην πραγματικότητα είναι ένα σύστημα όπου οι ΗΠΑ θέτουν τους κανόνες και η Κίνα τους ακολουθεί».
Η Κίνα επιβάλλει την παρουσία της σε διεθνή φόρουμ, ακόμη και όταν οι ΗΠΑ αποσύρονται από πολλά από αυτά. Εκτός από την Πρωτοβουλία Παγκόσμιας Ανάπτυξης[17] και την Πρωτοβουλία Παγκόσμιας Ασφάλειας[18] που εισήχθησαν πριν από μερικά χρόνια, έχει τώρα προωθήσει μια πολιτική με την ονομασία Πρωτοβουλία Παγκόσμιας Διακυβέρνησης[19]. Στόχος αυτής της πρωτοβουλίας, που προτάθηκε το 2025, είναι η «μεταρρύθμιση των διεθνών θεσμών για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων όλων των χωρών, ιδιαίτερα των αναπτυσσόμενων».
Πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου ανησυχούν ότι η Κίνα σκοπεύει να εδραιώσει τη θέση της ως μεγάλη παγκόσμια δύναμη, ακόμη και ενώ επιδεικτικά υποστηρίζει τις φιλοδοξίες για έναν πολυπολικό κόσμο. Ωστόσο, στο πλαίσιο των μονομερών και επιθετικών κινήσεων των ΗΠΑ, η αποδοχή της Κίνας αυξάνεται. Οι περισσότερες χώρες στον κόσμο συμμετέχουν ήδη στην πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», τον παγκόσμιο εμπορικό και βιομηχανικό διάδρομο του κινεζικού ιμπεριαλισμού. Με λίγα λόγια, δεν θα είναι εύκολο για τις ΗΠΑ να επαναλάβουν ό,τι πέτυχαν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν ανέκτησαν το πάνω χέρι μέσω της πολιτικής της Ύφεσης (Detente).
Η παγκόσμια ιμπεριαλιστική κρίση πλήττει βαθιά όχι μόνο τους λαούς σε όλο τον κόσμο αλλά και τον ίδιο τον αμερικανικό λαό. Μια εκρηκτική κατάσταση μαζικής δυσαρέσκειας και οργής βράζει και εκδηλώνεται επανειλημμένα με έντονες διαδηλώσεις. Αυτή η κατάσταση αποτελεί επίσης εμπόδιο στην ομαλή υλοποίηση των σχεδίων του Τραμπ. Αυτό φαίνεται και στην αποφυγή ανατροπής του καθεστώτος των Τσαβιστών στη Βενεζουέλα, δεδομένου ότι για να γίνει αυτό πραγματικότητα θα χρειαζόταν η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος, κάτι που θα συναντούσε σφοδρή εθνική αντίσταση.
Η ίδια ανησυχία αναγκάζει το καθεστώς της Ντέλσι Ροντρίγκες (Delcy Rodrigues) να συνεχίζει να διακηρύσσει τη διατήρηση της κυριαρχίας της Βενεζουέλας ενώ ταυτόχρονα εξάγει πετρέλαιο προς τις ΗΠΑ, όπως διέταξε ο Τραμπ, μια ενέργεια που έρχεται σε αντίθεση με τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Φοβάται [το καθεστώς] την επερχόμενη έκρηξη λαϊκής οργής μόλις η αλήθεια γίνει γνωστή.[20]
Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να χαλαρώσουν κάποιες πτυχές της πολιτικής εάν έρθουν στην εξουσία στο μέλλον. Για παράδειγμα σε σχέση με τους ευρωπαίους συμμάχους. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει θεμελιώδης αλλαγή στην πολιτική που προτείνει ο Τραμπ. Πρόκειται για μια πολιτική που θα έχει μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση/διαμάχη μπορεί να μετριαστεί προσωρινά, αλλά όσο το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα παραμένει, δεν θα εκλείψει ποτέ. Ακόμη και όταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις συνεργάζονται με αμοιβαία κατανόηση, θα συνεχίσουν να παρεμβαίνουν στις σφαίρες επιρροής των αντιπάλων τους. Όπως φαίνεται στο Ιράν, θα προσπαθήσουν να επηρεάσουν τις μαζικές διαδηλώσεις, είτε άμεσα είτε κρυφά. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα μια επικίνδυνη πρόκληση για τους λαούς. Ωστόσο, ταυτόχρονα, προσφέρει και ορισμένες ευνοϊκές ευκαιρίες, τις οποίες οι λαοί πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιήσουν χωρίς να εγκαταλείψουν την ανεξαρτησία τους και παραμένοντας αποφασισμένοι ως προς τους στόχους τους.
Υστερόγραφο
Πριν από λίγες ημέρες, ο Τραμπ ανακοίνωσε τη συγκρότηση μιας Εθνικής Επιτροπής για τη Διαχείριση της Γάζας (NCAG, National Committee for the Administration of Gaza), στο πλαίσιο της Δεύτερης Φάσης του σχεδίου του για την ειρήνη στη Γάζα. Ισχυρίστηκε ότι αυτό ευθυγραμμίζεται με την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η οποία ενέκρινε το σχέδιο αυτό. Η Επιτροπή πρόκειται να εποπτεύεται από ένα Συμβούλιο Ειρήνης. Αρχικά προτάθηκε ως ένα μικρό σώμα υπό την ηγεσία του Τραμπ, αλλά πλέον έχει διευρυνθεί σημαντικά. Μέχρι σήμερα, έχουν αποσταλεί προσκλήσεις σε περισσότερες από πενήντα χώρες.
Επιπλέον, στο καταστατικό της δεν γίνεται καμία αναφορά στη Γάζα. Η επιτροπή επιδιώκει να αυτοπαρουσιαστεί ως μόνιμο διεθνές όργανο, παράλληλο με τον ΟΗΕ ή ακόμη και ως πιθανός διάδοχός του στο μέλλον. Παρουσιάζεται ως «ένας διεθνής οργανισμός που επιδιώκει… τη διασφάλιση διαρκούς ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις. Το Συμβούλιο Ειρήνης θα αναλαμβάνει ανάλογα καθήκοντα οικοδόμησης της ειρήνης σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και όπως εγκρίνονται σύμφωνα με το παρόν Καταστατικό…».
Ο Πρόεδρός της, ο Τραμπ, αποφασίζει ποιοι θα συμμετέχουν σε αυτήν. Μεγάλο μέρος της εξουσίας θα συγκεντρωθεί στα χέρια του. Αυτά όσον αφορά την «ατυχή ιδέα της παγκόσμιας κυριαρχίας»[21].
Σημειώσεις
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 21 Ιανουαρίου 2026 στην ινδική ιστοσελίδα ajith's page με τίτλο «Trump’s Foreign Policy» στη διεύθυνση …https://ajithspage.in/wp/pages/lekhanam-essay/english/trump-policy-eng/
Η ιστοσελίδα φέρεται να απηχεί τις απόψεις και δημοσιεύει τα κείμενα του Murali Kannamballi, γνωστού ως συντρόφου Ajith, ηγετικής φυσιογνωμίας του μαοϊκού κομμουνιστικού κινήματος στην Ινδία
Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.
Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται
Παραπομπές
[1] ΣτΜ. ‘Trump Corollary’ := «Συμπλήρωμα Τραμπ» :≈ Το “corollary” σημαίνει «συμπλήρωμα» ή «επέκταση» μιας ήδη υπάρχουσας πολιτικής (εδώ του Δόγματος Μονρόε).Ο συγγραφέας παρουσιάζει την πολιτική του Trump ως σύγχρονη εκδοχή μιας παλιάς αμερικανικής στρατηγικής.
[2] ΣτΜ. Theodore Roosevelt's Corollary to the Monroe Doctrine (1905)
https://www.archives.gov/milestone-documents/roosevelt-corollary
[3] ΣτΜ. The 2025 United States (US) National Security Strategy (NSS)
https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf
[4] ΣτΜ. «pivot to Asia» := «στροφή προς την Ασία» :≈ Η στρατηγική που ακολούθησε η αμερικανική πολιτική από την κυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα και μετά, με κύριο στόχο να μετατοπιστεί η αμερικανική προσοχή και στρατηγική έμφαση προς την Ασία, περιλαμβάνοντας: Διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική πίεση στην Κίνα, μείωση της στρατηγικής προσοχής στη Δυτική Ασία και την Ευρώπη, ενίσχυση της παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή γύρω από τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό.
[5] ΣτΜ. Ο όρος σοσιαλιμπεριαλισμός (social imperialism) χρησιμοποιείται εδώ μάλλον για να περιγράψει τη στρατηγική επέκτασης και επιρροής της Κίνας με οικονομικά και πολιτικά κυρίως μέσα, όχι απλώς ως «κανονικό» κράτος αλλά ως μια μορφή ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Αυτό όμως αφήνει να εννοηθεί ότι ο ιμπεριαλισμός είναι μια πολιτική, μια συμπεριφορά, και όχι όπως είναι στην πραγματικότητα: μια φάση, ένα στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μια οικονομική αναγκαιότητα δηλαδή. (βλέπε Λένιν, «Ιμπεριαλισμός ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού»).
“Σημειώσεις – Αναφορές πάνω σε ζητήματα της παλινόρθωσης”
https://kkeml.gr/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CE%B5-%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%B8%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82/
[6] ΣτΜ. «Να κάνουμε την Αμερική ξανά σπουδαία» ή «Να ξανακάνουμε την Αμερική μεγάλη/ισχυρή όπως παλιά».
[7] ΣτΜ. Εναντίον της κυβέρνησης της Γροιλανδίας και των αρχών της Δανίας
[8] ΣτΜ. Η ETM επιχειρεί να υποστηρίξει ότι η απόφαση του κοινοβουλίου της Γροιλανδίας, με την οποία απαγορεύτηκε η εξόρυξη ουρανίου στο πλαίσιο περιβαλλοντικών περιορισμών, προκάλεσε οικονομική βλάβη στην εταιρεία και ότι η απαγόρευση ισοδυναμεί με κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων.
https://www.theguardian.com/environment/2025/mar/05/greenland-mining-energy-transition-minerals-environmental-laws-uranium-rare-earth-toxic-waste-investor-state-dispute-settlement-isds-aoe
[9] ΣτΜ. ownership := (επίσημο) κυριότητα, ιδιοκτησία.
[10] ΣτΜ. Εννοεί ότι σε ορισμένες χώρες του NATO, στο μέλλον, η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν θα έχει ευρωπαϊκή καταγωγή.
[11] ΣτΜ. white supremacist := ακραίων ρατσιστών, υπέρμαχων/ υποστηρικτών της υπεροχής των λευκών.
[12] ΣτΜ. future exploitation := μελλοντική εκμετάλλευση/αξιοποίηση, μελλοντικά οφέλη :≈ Υπονοεί μια πιο ωφελιμιστική/ρεαλιστική προσέγγιση ισχύος.
[13] ΣτΜ. “status quo” := στάτους κβο :≈ Η ισχύουσα πολιτική, οικονομική, στρατιωτική, κοινωνική κτλ. κατάσταση.
[14] ΣτΜ. Αυτή η αλλαγή στην ορολογία θεωρείται ένδειξη μιας σχετικής χαλάρωσης στη δέσμευση των ΗΠΑ στο θέμα και δημιουργεί μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών στις σχέσεις με την Κίνα, χωρίς όμως να σημάνει άρνηση της πολιτικής αποτροπής συνολικά.
https://www.taipeitimes.com/News/taiwan/archives/2025/12/07/2003848470
[15] ΣτΜ. lord over := εξουσιάζω, διαφεντεύω, κυριαρχώ.
[16] ΣτΜ. ‘Detente’ := «ύφεση», «κατευνασμός» :≈ Η όρος αναφέρεται στην περίοδο χαλάρωσης της έντασης στον Ψυχρό Πόλεμο όπου οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση μείωσαν τη ρητορική σύγκρουσης, υπέγραψαν συμφωνίες για περιορισμό των πυρηνικών όπλων και άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας.
[17] ΣτΜ. Η Παγκόσμια Πρωτοβουλία για την Ανάπτυξη (GDI, Global Development Initiative) προτάθηκε από τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ κατά τη γενική συζήτηση της 76ης συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2021. Στόχος της είναι η συνένωση των προσπαθειών για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, την προώθηση της ανάκαμψης μετά την πανδημία του COVID-19 και την αξιοποίηση των ευκαιριών, ώστε να ανοίξει ένα λαμπρό μέλλον για την επίτευξη της κοινής βιώσιμης ανάπτυξης και την οικοδόμηση μιας παγκόσμιας κοινότητας ανάπτυξης.
https://en.chinadiplomacy.org.cn/gdi/index.shtml
[18] ΣτΜ. Η Παγκόσμια Πρωτοβουλία για την Ασφάλεια (GSI, Global Security Initiative) είναι μια πρωτοβουλία που πρότεινε ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ κατά τη διάρκεια του ετήσιου Φόρουμ του Μποάο στις 21 Απριλίου 2022. Επισήμως, η πρωτοβουλία αποσκοπεί στο να «υπερασπιστεί την αρχή της αδιαίρετης ασφάλειας, να οικοδομήσει μια ισορροπημένη, αποτελεσματική και βιώσιμη αρχιτεκτονική ασφάλειας και να αντιταχθεί στην οικοδόμηση της εθνικής ασφάλειας με βάση την ανασφάλεια σε άλλες χώρες».
https://en.wikipedia.org/wiki/Global_Security_Initiative
https://www.iiss.org/research-paper/2024/10/the-global-security-initiative-chinas-international-policing-activities/
https://en.chinadiplomacy.org.cn/pdf/The_Global_Security_Initiative_Concept_Paper.pdf
[19] ΣτΜ. Η πρωτοβουλία αυτή (GGI, Global Governance Initiative), η οποία ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 κατά τη συνάντηση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), αποτελεί την πιο πρόσφατη και ολοκληρωμένη πρωτοβουλία. Στόχος της: Να ενισχυθεί η φωνή του Παγκόσμιου Νότου στις διεθνείς υποθέσεις, ιδίως στις μεταρρυθμίσεις του ΟΗΕ, του ΔΝΤ και του ΠΟΕ. Βασικές αρχές της: Κυρίαρχη ισότητα (όλα τα κράτη θεωρούνται ίσα μεταξύ τους), διεθνές κράτος δικαίου (οι διεθνείς σχέσεις πρέπει να βασίζονται σε κανόνες και νόμους), «αληθινή» πολυμέρεια (συνεργασία μεταξύ πολλών χωρών με πιο ισότιμη συμμετοχή όλων), ανθρωποκεντρική προσέγγιση (η πολιτική πρέπει να επικεντρώνεται στους ανθρώπους και τις ανάγκες τους όχι μόνο στα κράτη ή στις ελίτ) και προσανατολισμός στη δράση/στα αποτελέσματα (δεν αρκούν οι δηλώσεις και οι θεωρίες πρέπει να υπάρχουν πρακτικά αποτελέσματα και εφαρμογή πολιτικών). Σημασία της: Λειτουργεί ως το «γενικό λειτουργικό σύστημα» για τις άλλες πρωτοβουλίες. Εκτός των τριών πρωτοβουλιών που αναφέρθηκαν υπάρχει και η Πρωτοβουλία για τον Παγκόσμιο Πολιτισμό (GCI, Global Civilization Initiative) – 2023. Η GCI δίνει έμφαση στις πολιτισμικές ανταλλαγές και απορρίπτει την ιδέα ενός ενιαίου, καθολικού μοντέλου πολιτισμού.
https://www.fmprc.gov.cn/eng/wjb/wjbz/jh/202510/t20251027_11741537.html
https://en.chinadiplomacy.org.cn/2025-09/09/content_118069040.shtml
https://en.wikipedia.org/wiki/Global_Governance_Initiative
[20] ΣτΜ. https://www.wsws.org/en/articles/2026/03/07/reiq-m07.html
[21] ΣτΜ. Ο Trump (όπως περιγράφεται στο κείμενο) ισχυρίζεται ότι δεν επιδιώκει παγκόσμια κυριαρχία ή έλεγχο. Όμως, η δημιουργία ενός οργανισμού με παγκόσμιο ρόλο, που μοιάζει να ανταγωνίζεται τον ΟΗΕ και συγκεντρώνει εξουσία στα χέρια του δείχνει το αντίθετο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου