Έπειτα από μόλις έξι μήνες στην εξουσία, η κυβέρνηση του κεντροδεξιού προέδρου της Βολιβίας, Ροδρίγο Παζ Περέιρα (Rodrigo Paz Pereira), βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Πέντε εβδομάδες αποκλεισμών και απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν ουσιαστικά παραλύσει τη χώρα. Οδοφράγματα, που οργανώνονται από εκατομμύρια αγρότες[1] —στην πλειονότητά τους αυτόχθονες— έχουν περικυκλώσει τη Λα Πας (La Paz) και εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ σε πέντε από τα εννέα διοικητικά διαμερίσματα της Βολιβίας: τη Σάντα Κρους, το Ορούρο, την Ποτοσί, τη Τσουκισάκα και την Κοτσαμπάμπα. Σε απεργία βρίσκονται επίσης οι εκπαιδευτικοί, μαζί με τους μεταλλωρύχους, τους εργάτες της βιομηχανίας, τους εργαζομένους στις μεταφορές και τις επιτροπές γειτονιάς (FEJUVE)[2] του Ελ Άλτο[3], της αδελφής πόλης της Λα Πας. Χτισμένο στο χείλος του υψιπέδου που δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα, το Ελ Άλτο συνδέει τη Λα Πας με την υπόλοιπη περιοχή των Άνδεων της Βολιβίας. Με περισσότερους από 900.000 κατοίκους —στη μεγάλη τους πλειονότητα μετανάστες, μέλη της εργατικής τάξης και αυτόχθονες— η πόλη έχει αναδειχθεί στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων, συνδεόμενη με τα δυτικά υψίπεδα και τις ορεινές κοιλάδες, όπου κατοικεί η πλειονότητα των 11,4 εκατομμυρίων κατοίκων της Βολιβίας.
Το άμεσο αίτημα των διαδηλωτών είναι η παραίτηση του προέδρου. Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο, ο Παζ έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τη βαθιά κρίση ακρίβειας και τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό που πλήττουν τη Βολιβία μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, μείωσης των επιδοτήσεων στα καύσιμα και εκποίησης κρατικών επιχειρήσεων, εγκαταλείποντας στην πράξη το πρόγραμμα του «καπιταλισμού για όλους»[4]. Αποκαθιστώντας τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στράφηκε προς τον Τραμπ και έθεσε σε προτεραιότητα τα συμφέροντα των μεταλλευτικών, ενεργειακών, χρηματοπιστωτικών και αγροτοβιομηχανικών ομίλων. Από τις αρχές Μαΐου, αποκλεισμοί οδών και διαδηλώσεις άρχισαν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη τη χώρα. Οι διαμαρτυρόμενοι ζητούν να τερματιστεί η διακυβέρνηση μέσω αντισυνταγματικών προεδρικών διαταγμάτων και να αποσυρθούν τα σχέδια ποινικοποίησης της κοινωνικής διαμαρτυρίας· να μην προχωρήσει η ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, όπως οι υπηρεσίες ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, ούτε η αύξηση των τιμολογίων· να απορριφθούν τα δάνεια που συνδέονται με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής — μια προεκλογική δέσμευση από την οποία ο Παζ έχει πλέον υπαναχωρήσει· να διατεθούν καύσιμα που δεν προκαλούν ζημιές στα οχήματα, αντί του «χαμηλής ποιότητας καυσίμου» που, σύμφωνα με τους επικριτές της κυβέρνησης, διανεμήθηκε για να καλυφθούν οι ελλείψεις, καθώς και να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες για τις σχετικές βλάβες· να διατηρηθούν οι επιδοτήσεις στα καύσιμα και στο ψωμί και να ελεγχθούν οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής· και, τέλος, να μην υιοθετηθούν νέες νομοθετικές ρυθμίσεις που εκχωρούν δικαιώματα επί ορυκτών πόρων και γαιών μέσω αδιαφανών συμφωνιών με ξένες κυβερνήσεις και πολυεθνικές εταιρείες.
Οι εργαζόμενοι στις μεταφορές εξακολουθούν να πραγματοποιούν απεργία αορίστου χρόνου στη Λα Πας, ως αντίδραση στις χρόνιες ελλείψεις καυσίμων. Στην πρωτεύουσα δεν κυκλοφορούν ούτε λεωφορεία ούτε μικρά λεωφορεία δημόσιας χρήσης ούτε ταξί, ενώ η πόλη είναι ουσιαστικά διχοτομημένη από τα οδοφράγματα που αποκόπτουν τις βόρειες συνοικίες και το κέντρο από την εύπορη νότια ζώνη (zona sur). Ακόμη και όσοι καταφέρνουν να εξασφαλίσουν καύσιμα δεν μπορούν να μετακινηθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Με εξαίρεση έναν οδικό άξονα προς τις υποτροπικές κοιλάδες της Γιούνγκας[5] στα βορειοανατολικά, ο οποίος ανοίγει κατά διαστήματα, καθώς και μία ακόμη δίοδο που άνοιξαν στις 6 Ιουνίου η αστυνομία και ο στρατός στην περιοχή Ρίο Αμπάχο (Río Abajo) της νότιας ζώνης, μέσω της οποίας φθάνουν φρούτα και λαχανικά στην πόλη, ο αποκλεισμός έχει αποκόψει πλήρως τη Λα Πας από την υπόλοιπη χώρα. Χιλιάδες φορτηγά παραμένουν ακινητοποιημένα στους αυτοκινητοδρόμους, με τους οδηγούς να κοιμούνται στα οχήματά τους και να μαγειρεύουν συλλογικά. Τα νωπά προϊόντα σπανίζουν και οι τιμές έχουν εκτοξευθεί ακόμη και για βασικά είδη, όπως οι πατάτες, το αλεύρι, το ψωμί, το γάλα και τα αυγά. Οι κάτοικοι περιμένουν επί ώρες σε ουρές για καύσιμα ή για κοτόπουλο, πριν εξαντληθούν τα διαθέσιμα αποθέματα. Η τιμή του κιμά έχει φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα. Τα νοσοκομεία αντιμετωπίζουν ελλείψεις οξυγόνου και φαρμάκων, ενώ τα φαρμακεία δυσκολεύονται να εκτελέσουν συνταγές. Το Εθνικό Ταμείο Υγείας έχει προειδοποιήσει ότι, εάν δεν αρθεί ο αποκλεισμός, τα ιατρικά εφόδια ενδέχεται σύντομα να εξαντληθούν. Τα ασθενοφόρα —τα οποία στο παρελθόν είχαν χρησιμοποιηθεί από κυβερνήσεις για τη μεταφορά όπλων και μονάδων της στρατιωτικής αστυνομίας— δεν επιτρέπεται να περάσουν από τα οδοφράγματα
Οι περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από τους αποκλεισμούς βρίσκονται στις περιοχές όπου κυριαρχούν οι γλώσσες Κέτσουα και Αϊμάρα[6], οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στην εκλογική νίκη του Παζ. Σε μεγάλο βαθμό χάρη στη λαϊκιστική εκστρατεία του αντιπροέδρου Έντμαντ Λάρα (Edmand Lara) —τον οποίο περιθωριοποίησε στη συνέχεια— ο Παζ επικράτησε με άνεση στο Ελ Άλτο, καθώς και στα δυτικά υψίπεδα και τις ορεινές κοιλάδες. Σήμερα, πολλοί από εκείνους τους ψηφοφόρους αισθάνονται προδομένοι. Στα μάτια όσων διαδηλώνουν και βρίσκονται στα οδοφράγματα, αυτοί ήταν που έφεραν τον Παζ στην εξουσία και τώρα έχει έρθει η ώρα να τον απομακρύνουν. Γιος του πρώην προέδρου Χάιμε Παζ Σαμόρα (Jaime Paz Zamora, 1989–1993), ο Παζ σπούδασε στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και έχει στελεχώσει την κυβέρνησή του με πρόσωπα του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, τα οποία απέκτησαν την εμπειρία τους σε διεθνείς οργανισμούς και στον ιδιωτικό τομέα. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, στην κυβέρνησή του δεν συμμετέχουν εκπρόσωποι των κινημάτων των αυτοχθόνων, αγροτικών οργανώσεων ή μεταλλευτικών συνδικάτων, ενώ η παρουσία γυναικών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Αυτό που διακυβεύεται στην παρούσα αναμέτρηση είναι το ίδιο το νόημα της «δημοκρατίας», το μέλλον του πολυεθνικού κράτους της Βολιβίας, η κυριαρχία επί της γης, του ορυκτού πλούτου και των φυσικών πόρων, καθώς και η εφαρμογή του Συντάγματος. Τα διακυβεύματα δεν είναι μόνο εσωτερικά αλλά και γεωπολιτικά. Όπως δήλωσε ένας συνδικαλιστής ηγέτης από το Ορούρο, κατηγορώντας τον Παζ ότι κυβερνά προς όφελος των «εύπορων τάξεων» (las clases pudientes), «δεν πρόκειται να γίνουμε αποικία των Ηνωμένων Πολιτειών».
Οι κινητοποιήσεις οργανώνονται από μακρόβιες αγροτικές και εργατικές ομοσπονδίες. Η CSUTCB[7], που ιδρύθηκε το 1979, οργανώνει τους campesinos σε διαδοχικά επίπεδα εκπροσώπησης: ανά γεωγραφική περιφέρεια —δυτικά υψίπεδα, κοιλάδες και ανατολικές πεδινές περιοχές—, ανά διαμέρισμα, επαρχία, καντόνι και δήμο. Βασική οργανωτική μονάδα αποτελούν τα ayllus, δηλαδή οικισμοί που περιβάλλονται από αγροκτηνοτροφικές κοινότητες των Άνδεων και λειτουργούν ταυτόχρονα ως αγροτικά συνδικάτα (sindicatos agrarios). Οι ηγέτες συναντώνται με τα μέλη σε συνελεύσεις, όπου συζητούνται και καθορίζονται η στρατηγική και οι μορφές δράσης του κινήματος. Η λογοδοσία τους στη βάση είναι άμεση: οφείλουν να εκφράζουν τα αιτήματα των μελών και μπορούν να ανακληθούν από τη θέση τους εάν χάσουν την εμπιστοσύνη τους. Οι αποφάσεις της εκτελεστικής επιτροπής δημοσιοποιούνται, συζητούνται και εφαρμόζονται σε κάθε βαθμίδα της οργανωτικής δομής. Παρόμοια οργανωτική διάρθρωση και σύστημα ηγεσίας ακολουθεί και η COB (Central Obrera Boliviana), η συνομοσπονδία εργατικών συνδικάτων που ιδρύθηκε το 1952. Στην περίοδο της ακμής της, από τη δεκαετία του 1950 έως και τη δεκαετία του 1980, λειτούργησε ουσιαστικά ως ο κατεξοχήν εκφραστής της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών. Αν και έκτοτε η δύναμή της έχει περιοριστεί —κυρίως εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων και της αποβιομηχάνισης που ξεκίνησαν επί της προεδρίας του Βίκτορ Παζ Εστενσόρο (Víctor Paz Estenssoro), θείου του Παζ Περέιρα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και συνεχίστηκαν υπό τον Χάιμε Παζ Σαμόρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990— εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πολιτικό και κοινωνικό παράγοντα.
Οι κινητοποιήσεις κατά της σημερινής κυβέρνησης ξεκίνησαν ήδη από τον Ιανουάριο, ως απάντηση στην ψήφιση «έκτακτης» νομοθεσίας, η οποία αποσκοπούσε στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων μέσω της δραστικής απορρύθμισης καίριων τομέων της οικονομίας και της χορήγησης εκτεταμένων φορολογικών απαλλαγών, μεταξύ άλλων ιδιαίτερα αντιδημοφιλών μέτρων, όπως η κατάργηση των επιδοτήσεων στα καύσιμα. Ύστερα από τρεις εβδομάδες κινητοποιήσεων, ο Παζ υπέγραψε συμφωνία με την COB και την CSUTCB, δεσμευόμενος να τροποποιήσει τη νομοθεσία. Στις αρχές Απριλίου, ωστόσο, επιχείρησε να προωθήσει μια αμφιλεγόμενη αγροτική μεταρρύθμιση —τον Νόμο 1720— η οποία θα παρέδιδε τις γαίες των αυτοχθόνων και των αγροτικών κοινοτήτων στις επιχειρήσεις. Έναν μήνα αργότερα, στις 13 Μαΐου, η μεταρρύθμιση ανακλήθηκε, μετά την πορεία προς τη Λα Πας εργαζομένων από τις βόρειες διοικητικές περιφέρειες της Βολιβίας που ανήκουν στη λεκάνη του Αμαζονίου, το Μπένι (Beni) και το Πάντο (Pando ), στους οποίους προσχώρησαν η συνδικαλιστική ομοσπονδία των μεταλλωρύχων (FSTMB, Federación Sindical de Trabajadores Mineros de Bolivia) και εκπρόσωποι της CSUTCB.
Τον Απρίλιο, η ηγεσία της CSUTCB συγκάλεσε γενική συνέλευση, κατά την οποία εγκρίθηκε σειρά αποφάσεων και απεστάλη στον Παζ υπόμνημα με τα αιτήματα και τις διαμαρτυρίες της οργάνωσης, στο οποίο περιλαμβάνονταν και προεκλογικές δεσμεύσεις που παρέμεναν ανεκπλήρωτες. Παράλληλα, του δόθηκε προθεσμία τριών εβδομάδων για να απαντήσει. Ανάλογη στάση υιοθέτησε και η COB. Με πρωτοβουλία της FSTMB, η συνομοσπονδία συνέβαλε στην έναρξη των κινητοποιήσεων της 1ης Μαΐου, μαζί με τη Συνομοσπονδία Τούπακ Κατάρι[8], τη ριζοσπαστική περιφερειακή οργάνωση της CSUTCB που εκπροσωπεί τις είκοσι επαρχίες του διαμερίσματος της Λα Πας. Στις 18 Μαΐου, δεκάδες χιλιάδες συνδικαλισμένοι αυτόχθονες αγρότες διαδήλωσαν από κοινού με μεταλλωρύχους από το Ορούρο, την Ποτοσί και τη Λα Πας, καθώς και με τις περιφερειακές εργατικές συνομοσπονδίες (COR, Central Obrera Regional) του Ελ Άλτο και της Λα Πας. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν με δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες. Σε απάντηση, οι διαδηλωτές επιχείρησαν να διασπάσουν τον αστυνομικό κλοιό που προστάτευε το Παλάθιο Κεμάδο[9], με στόχο να εξαναγκάσουν τον Παζ σε παραίτηση, χωρίς όμως να διαθέτουν την απαιτούμενη αριθμητική δύναμη. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και στις 22 Μαΐου.
Έπειτα από δύο εβδομάδες αποκλεισμών, ο Παζ μετέφερε αεροπορικώς δέκα τόνους κοτόπουλου από τη Σάντα Κρους (Santa Cruz) στη Λα Πας, χρησιμοποιώντας αεροσκάφος που του παραχώρησε ο πρόεδρος της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι (Javier Milei). Την επόμενη εβδομάδα, εβδομήντα βυτιοφόρα με φυσικό αέριο κατάφεραν να περάσουν από το Ελ Άλτο προς την πρωτεύουσα. Οι κυβερνήσεις του Περού, της Χιλής και της Βραζιλίας προσφέρθηκαν επίσης να μεταφέρουν αεροπορικώς «ανθρωπιστική βοήθεια» —τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα— στη Λα Πας, τη Σάντα Κρους και κυρίως στο Μπένι, όπου ο περιφερειάρχης έχει κηρύξει κατάσταση ανθρωπιστικής έκτακτης ανάγκης. (Παρόμοια γενναιοδωρία, ωστόσο, δεν έχει επιδειχθεί απέναντι στην Κούβα, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται[10] τον αμερικανικό αποκλεισμό.) Στις 20 Μαΐου, ο Παζ ανακοίνωσε ότι δεν προτίθεται να παραιτηθεί ούτε να ξεκινήσει διάλογο με τους διαδηλωτές όσο οι κινητοποιήσεις και οι αποκλεισμοί συνεχίζονται, καθώς, όπως υποστήριξε, «οι αποκλεισμοί ισοδυναμούν με θάνατο». Αντ’ αυτού, υποσχέθηκε ανασχηματισμό της κυβέρνησης, δήλωσε πρόθυμος να μειώσει τον δικό του μισθό και εκείνους των υπουργών του και πρότεινε τη σύσταση ενός «Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου», μέσω του οποίου θα θέτει σε δημόσια διαβούλευση σε μηνιαία βάση τις μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζει να εφαρμόσει, επιδιώκοντας την ενσωμάτωση «όλων των κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων» στο κυβερνητικό του εγχείρημα.
Στο μεταξύ, στις 25 Μαΐου, ο ξάδελφος του Παζ και υπουργός Δημοσίων Έργων, Μαουρίσιο Σαμόρα (Mauricio Zamora), ηγήθηκε μιας «ανθρωπιστικής αποστολής» υπό τη διεύθυνση του στρατού και της αστυνομίας, η οποία, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αποσκοπούσε στο άνοιγμα του οδικού άξονα μεταξύ Λα Πας και Ορούρο, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά οξυγόνου, φαρμάκων και τροφίμων. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ο Βίκτορ Κρους Κίσπε (Víctor Cruz Quispe), εικοσιτετράχρονος πατέρας δύο παιδιών και μέλος μιας κοινότητας των Αϊμάρα από μια μικρή κωμόπολη νότια της Λα Πας, δέχθηκε πυροβολισμό και σκοτώθηκε. Αρχικά, η κυβέρνηση αρνήθηκε ότι είχε σημειωθεί θάνατος. Αργότερα, η αστυνομία δημοσιοποίησε έκθεση σύμφωνα με την οποία ο θάνατός του πιθανότατα οφειλόταν σε φίλια πυρά. Σε απάντηση, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυσαν το κέντρο της Λα Πας, καταφθάνοντας κατά κύματα από το Ελ Άλτο και από τις συνοικίες Ρίο Αμπάχο και Τσασκιπάμπα (Chasquipampa) της νότιας ζώνης (zona sur). Επανέλαβαν το αίτημά τους για την παραίτηση του Παζ και απαίτησαν δικαιοσύνη για τη χήρα και τα παιδιά του Κρους Κίσπε. Οι διαδηλωτές περικύκλωσαν το Παλάθιο Κεμάδο, χωρίς ωστόσο να επιχειρήσουν έφοδο εναντίον του.
Σε απάντηση, η αστυνομία πραγματοποίησε εφόδους στις κατοικίες και στους ξενώνες στελεχών των κοινωνικών κινημάτων, ιδίως στο Ελ Άλτο, παρά το αίτημα του αντιπροέδρου Λάρα να ακυρωθούν οι επιχειρήσεις αυτές. Η απελευθέρωση των κρατουμένων και η άρση των ενταλμάτων σύλληψης έχει εξελιχθεί σε ένα ακόμη βασικό αίτημα των διαδηλωτών· σύμφωνα με την ηγεσία της CSUTCB, σχεδόν 500 άτομα κρατούνται αυτή τη στιγμή. Τα μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές έχουν χάσει τη ζωή τους, ένας κατά τη διάρκεια συγκρούσεων, ενώ οκτώ ακόμη πέθαναν επειδή τα οδοφράγματα εμπόδισαν την πρόσβασή τους σε ιατρική περίθαλψη. Τουλάχιστον δεκατέσσερις αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί στις συγκρούσεις· δεν υπάρχει σαφής εικόνα για τον αριθμό των τραυματιών μεταξύ των διαδηλωτών.
Ο Παζ επιμένει ότι δεν προτίθεται να ιδιωτικοποιήσει κρατικές επιχειρήσεις ούτε να επιβάλει προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής με αντάλλαγμα δάνεια του ΔΝΤ. Ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν φαίνεται να βρίσκουν ανταπόκριση. Μέχρι στιγμής, μοναδική ομάδα που έχει αναστείλει τις κινητοποιήσεις είναι οι συνεταιριστικοί μεταλλωρύχοι από το Ορούρο, την Ποτοσί και τη Λα Πας. Όταν εκπρόσωποι της ένωσης μεταναστών Κέτσουα-Αϊμάρα των υψιπέδων της Γιούνγκας συναντήθηκαν με τον Παζ στις 26 Μαΐου, η βάση των μελών συγκάλεσε συνέλευση, απέρριψε την εκπροσώπησή τους και προχώρησε στην επιβολή αποκλεισμού.
Για την κυβέρνηση Παζ, η σημερινή κινητοποίηση έχει σαφή ιστορικά προηγούμενα. Το 2003 και το 2005, δύο διαδοχικοί πρόεδροι ανατράπηκαν, όταν —έπειτα από δεκαετίες νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων— λαϊκές εξεγέρσεις παρέλυσαν τη χώρα. Τόσο τότε όσο και σήμερα, πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι ενώσεις γειτονιάς FEJUVE του Ελ Άλτο, η COB και κυρίως η CSUTCB. Το 2003, τα βασικά αιτήματα ήταν η παραίτηση του προέδρου Σάντσες ντε Λοσάδα (Sánchez de Lozada), η κατάργηση νόμου που ποινικοποιούσε την κοινωνική διαμαρτυρία, η αναστολή της σχεδιαζόμενης εξαγωγής βολιβιανού φυσικού αερίου μέσω Χιλής, η κατάργηση του νόμου περί υδρογονανθράκων του 1996 με στόχο τη διευκόλυνση της επανακρατικοποίησης, η μη συμμετοχή στη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής[11] και η σύγκληση συντακτικής συνέλευσης. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν η στρατιωτικοποίηση και η κρατική καταστολή, με 67 νεκρούς. Ο Σάντσες ντε Λοσάδα κατέφυγε στη συνέχεια στις ΗΠΑ, αφήνοντας ως υπηρεσιακό πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Κάρλος Μέσα (Carlos Mesa). «Αν δεν υλοποιήσω τις δεσμεύσεις μου, μπορείτε να με ρίξετε», είχε υποσχεθεί ο Μέσα. Το 2005, τα οργανωμένα λαϊκά κινήματα το έπραξαν πράγματι —μέσω εξέγερσης.
Ο Έβο Μοράλες (Evo Morales) ανήλθε στην εξουσία στον απόηχο αυτών των εξεγέρσεων. Ηγέτης του Movimiento al Socialismo (MAS), μιας συμμαχίας συνδικάτων και κοινωνικών κινημάτων που συγκροτήθηκε το 1997, υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία της Βολιβίας που αυτοπροσδιορίστηκε ως αυτόχθονας. Το 2006 εξελέγη με ποσοστό 54% —το πρώτο απόλυτο πλειοψηφικό αποτέλεσμα για οποιονδήποτε υποψήφιο— με προεκλογικές δεσμεύσεις την εθνικοποίηση του βολιβιανού φυσικού αερίου και τον τερματισμό των υποστηριζόμενων από την Ουάσιγκτον εκστρατειών εκρίζωσης της κόκας. Η θητεία του επέφερε πρωτοφανή πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη μέχρι την περίοδο 2014–15, όταν η κατάρρευση των τιμών των εξαγωγών φυσικού αερίου προκάλεσε οικονομική ύφεση. Αφού έχασε το 2016 το δημοψήφισμα για συνταγματική τροποποίηση που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει τέταρτη θητεία, ο Μοράλες έθεσε εκ νέου υποψηφιότητα, υπονομεύοντας σημαντικά τη νομιμοποίησή του. Κέρδισε με 47% των ψήφων, αποτέλεσμα που δεν έγινε αποδεκτό από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (OAS), τις ΗΠΑ και το αντι-MAS μπλοκ, το οποίο αρχικά είχε συγκροτηθεί από τα μεσαία στρώματα στη Λα Πας και άλλες πόλεις και αργότερα πέρασε υπό την ηγεσία της άκρας δεξιάς στις ανατολικές πεδινές περιοχές. Το 2019, ένα πραξικόπημα βασισμένο σε ψευδείς ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας ανάγκασε τον Μοράλες να εγκαταλείψει τη χώρα και έφερε στην εξουσία μια ακροδεξιά κυβέρνηση υπό την πρόεδρο Ζανίν Ανιές (Jeanine Añez) —μια μέχρι τότε άγνωστη γερουσιαστή από το Μπένι, η οποία μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στη φυλακή εν αναμονή δίκης για την έγκριση της καταστολής που οδήγησε στη σφαγή δεκάδων άοπλων, κυρίως αυτόχθονων διαδηλωτών στη Σενκάτα (Senkata) στο Ελ Άλτο και στη Σακάμπα (Sacaba) στην Κοτσαμπάμπα το 2019, στο πλαίσιο κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Η επιρροή του Μοράλες έχει περιοριστεί μετά το 2019, εκτεινόμενη πλέον ελάχιστα πέρα από το Τσαπάρε (Chapare) και τη συνδικαλιστική ομοσπονδία των καλλιεργητών κόκας στις τροπικές πεδινές περιοχές της Κοτσαμπάμπα. Ωστόσο, οι εκλογές του 2020 έφεραν νέα νίκη του MAS, με τον πρώην υπουργό Οικονομικών του Μοράλες, Λουίς Άρσε (Luis Arce), να αναλαμβάνει την προεδρία και επιτρέποντας την επιστροφή του Μοράλες στη Βολιβία. Οι σχέσεις τους, όμως, επιδεινώθηκαν γρήγορα[12], οδηγώντας σε βαθύ ρήγμα στο κόμμα μεταξύ «αρσίστας» και «εβίστας»[13], με καταστροφικές συνέπειες. Ο Μοράλες απομάκρυνε τον Άρσε από το κόμμα το 2023, ενώ ο Άρσε επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το Σύνταγμα για να εμποδίσει την επιστροφή του Μοράλες στην εξουσία. Ένταλμα σύλληψης εις βάρος του Μοράλες με κατηγορίες για φερόμενο βιασμό και εμπορία ανθρώπων τον οδήγησε να αποσυρθεί στις τροπικές περιοχές της Κοτσαμπάμπα, όπου και παραμένει υπό την προστασία υποστηρικτών του. Τα οικονομικά προβλήματα της Βολιβίας συνεχίστηκαν υπό τον Άρσε, επιδεινωμένα από την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία. Το 2024 σημειώθηκε νέα απόπειρα πραξικοπήματος, η οποία φέρεται να οργανώθηκε από τον ίδιο τον Άρσε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενίσχυσης της λαϊκής του στήριξης —φήμη που προώθησαν έντονα ο Μοράλες και οι υποστηρικτές του. Η πολιτική αυτή θύελλα υπονόμευσε περαιτέρω τη νομιμοποίηση του MAS, το οποίο, έπειτα από δύο δεκαετίες στην εξουσία, έχασε όλες τις έδρες του στη Γερουσία στις εκλογές του 2025[14]. Η «μικρή εμφύλια σύγκρουση» μεταξύ Μοράλες και Άρσε άνοιξε τον δρόμο για έναν δεύτερο γύρο προεδρικών εκλογών μεταξύ του κεντροδεξιού στρατοπέδου, που εκπροσωπήθηκε από το δίδυμο Παζ–Λάρα, και της άκρας δεξιάς, με επικεφαλής τον φιλοτραμπικό και φιλοΔΝΤ πρώην πρόεδρο Χόρχε «Τούτο» Κιρόγα (Jorge ‘Tuto’ Quiroga). Μετά τη νίκη του Παζ, ο Άρσε συνελήφθη με κατηγορίες διαφθοράς.
Ευρύτερα τμήματα του αστικού πληθυσμού έχουν ταχθεί στο πλευρό του Παζ, όπως και οι ανατολικές περιοχές που είχαν πρωταγωνιστήσει στις μαζικές αντικινητοποιήσεις του 2003–2005. Όπως και το 2019, Επιτροπές της τοπικής ελίτ[15] σε Λα Πας, Κοτσαμπάμπα, Ορούρο, Σούκρε, Ταρίχα και Ποτοσί —με επικεφαλής κατά τόπους τα εμπορικά επιμελητήρια, καθώς και συμφέροντα της κτηματαγοράς και των κατασκευών, δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους και τοπικούς επιχειρηματίες— βρίσκονται σε κινητοποίηση. Βαθιά κοινωνικά, εθνοτικά και δημογραφικά ρήγματα διαχωρίζουν αυτές τις ομάδες αντιδιαδηλωτών από τα εκατομμύρια αγροτών και εργατών που ηγούνται της πολιορκίας. Συχνά, οι κινητοποιήσεις αυτές φέρουν έντονο ρατσιστικό φορτίο, εν μέρει λόγω της ηγεσίας της Σάντα Κρους και του ρόλου της ως κέντρου οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, όπου ο αντι-αυτοχθονικός ρατσισμός αποτελεί κεντρικό στοιχείο της περιφερειακής ταυτότητας τύπου «camba»[16], που συνδέεται με την επιχειρηματική ελίτ και τις αντιλήψεις περί «ανάπτυξης» και «προόδου». Η πολιορκία της Λα Πας το 1781, υπό την ηγεσία του Αϊμάρα ηγέτη Τούπακ Κατάρι, εξακολουθεί να στοιχειώνει τις φαντασιώσεις τόσο των ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας όσο και μερίδας της εργατικής τάξης, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως υπερασπιστές του έθνους απέναντι σε αυτό που θεωρούν βίαιες και παράλογες ορδές (irrational hordes) της αυτόχθονης αγροτιάς.
Η κυβέρνηση Παζ και τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης έχουν επιχειρήσει να στιγματίσουν την εξέγερση συνδέοντάς την με τον Μοράλες, υποστηρίζοντας επίσης ότι χρηματοδοτείται από διακίνηση ναρκωτικών και τρομοκρατία. Μεμονωμένα περιστατικά βίας έχουν επίσης διογκωθεί ώστε να απονομιμοποιηθεί το κίνημα. Στις 18 Μαΐου, διαδηλωτές κατά της κυβέρνησης αφαίρεσαν ξύλινες πόρτες και σειρές από καρέκλες από ένα κτίριο γραφείων, προκειμένου να στήσουν οδοφράγματα στους δρόμους κάτω από την Πλάσα Μουρίγιο (Plaza Murillo). Το υλικό κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ τηλεοπτικοί σχολιαστές, ακολουθώντας την επίσημη γραμμή, έδωσαν έμφαση σε πράξεις βανδαλισμού και βίας. Δύο άνδρες που ξυλοκόπησαν έναν αστυνομικό συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν.
Το επόμενο βράδυ, στην εύπορη νότια ζώνη της Λα Πας[17], κυκλοφόρησαν αβάσιμες φήμες ότι «Ινδιάνοι» από το Ρίο Αμπάχο και το Τσασκιπάμπα κατευθύνονταν για λεηλασίες και κλοπές (ενώ υπονοούνταν και βιασμοί και δολοφονίες). Οι ίδιες φήμες είχαν κυκλοφορήσει και το 2019 και το 2003. Ωστόσο, τότε όπως και τώρα, οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα: οι κινητοποιήσεις χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό πειθαρχίας και αυστηρό έλεγχο. Η κατάληψη της πρωτεύουσας στις 25 Μαΐου πραγματοποιήθηκε με ελάχιστα επεισόδια· το ίδιο ίσχυσε και για την πορεία των γυναικών με άδειες κατσαρόλες («empty pots») την επόμενη ημέρα, η οποία είχε στόχο να αναδείξει τις δραματικές οικονομικές συνθήκες.
Εκκλήσεις προς τον Παζ να επιβάλει κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχουν διατυπωθεί από τον Κιρόγα, αντίπαλό του στις εκλογές του 2025, καθώς και από τον Στέλλο Κοτσαμανίδη (Stello Cochamanidis), επικεφαλής της Επιτροπής της τοπικής ελίτ της Σάντα Κρους, ο οποίος έχει απαιτήσει «σκληρή γραμμή» (‘firm hand’) για τον τερματισμό της εξέγερσης —αίτημα που υιοθετήθηκε και από τον νέο αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, ο οποίος το υποσχέθηκε δημοσίως. Οι θέσεις αυτές ενισχύονται από τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης. Στις 26 Μαΐου, η Βουλή των Αντιπροσώπων κατήργησε τον νόμο 1341, που είχε ψηφιστεί το 2020 και έθετε περιορισμούς στα προεδρικά διατάγματα κατάστασης έκτακτης ανάγκης καθώς και στη χρήση θανατηφόρας βίας από τον στρατό. Σε συνεδρίαση του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του[18], από το οποίο απουσίαζαν όλα τα κρίσιμα στελέχη των κοινωνικών κινημάτων, ο Παζ προειδοποίησε ότι θα επιβάλει την «συνταγματική τάξη» διά της βίας, εφόσον δεν τερματιστεί ο αποκλεισμός.
Στις 3 Ιουνίου, ο υπουργός Άμυνας και ο υπουργός Παιδείας παραιτήθηκαν χωρίς εξήγηση, εν μέσω εικασιών ότι οι ΗΠΑ επιχειρούσαν να πιέσουν για την κήρυξη στρατιωτικού νόμου. Στις 8 Ιουνίου, μετά την έγκριση της Πολυεθνικής Συνέλευσης, ο Παζ υπέγραψε νομοθεσία που προετοιμάζει το έδαφος για την επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η οποία θα αναστέλλει συνταγματικά δικαιώματα και θα εξουσιοδοτεί τον στρατό να απομακρύνει τα οδοφράγματα· οι διαδηλωτές δηλώνουν ότι θα απαντήσουν με πολιτική ανυπακοή και αντίσταση για να υπερασπιστούν το μέλλον των παιδιών και των εγγονιών τους. Είναι έτοιμοι, όπως λένε, να πεθάνουν αν χρειαστεί.
Υπάρχουν ενδείξεις κλιμάκωσης. Στις 7 Ιουνίου, κοινή στρατιωτικο-αστυνομική επιχείρηση το Σάββατο για το άνοιγμα των δρόμων στη Σαν Χουλιάν (San Julián) της Σάντα Κρους χρησιμοποίησε μέλη της παραστρατιωτικής «Νεολαίας της Κοτσαμπάμπα» (Cochabamba Youth Union) με μοτοσικλέτες· ένας αστυνομικός τραυματίστηκε στο κεφάλι από σφαίρα (πιθανότατα από φίλια πυρά), έξι ακόμη τραυματίστηκαν, μαζί με τριάντα πολίτες. Η αστυνομία τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Την ίδια ημέρα, εθνικοί συνδικαλιστικοί ηγέτες από τους τομείς της μεταλλουργίας, της μεταποίησης, των κατασκευών και της εκπαίδευσης απήχθησαν στο Ελ Άλτο από μασκοφόρους με πολιτικά και μεταφέρθηκαν στα κεντρικά της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών. Στις 10 Ιουνίου, ο Βισέντε Σαλασάρ (Vicente Salazar), επικεφαλής της Συνομοσπονδίας Τούπακ Κατάρι της CSUTCB, συνελήφθη στο κέντρο της Λα Πας· η τύχη του δεν κατέστη άμεσα δυνατό να επιβεβαιωθεί.
Ενώ οι εξεγέρσεις πριν από δύο δεκαετίες σημειώθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου κύματος της λεγόμενης ροζ παλίρροιας[19], σήμερα φυσούν ισχυροί αντίθετοι άνεμοι από την άκρα δεξιά. Ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Αργεντινής, την οποία συνυπέγραψαν η Χιλή, η Παραγουάη, η Γουατεμάλα, η Κόστα Ρίκα, το Ελ Σαλβαδόρ, ο Ισημερινός και το Περού, καταδίκασε τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της «δημοκρατικής τάξης» —δηλαδή του στρατιωτικοποιημένου νεοφιλελευθερισμού υπό αμερικανική ηγεσία. Στις 21 Μαΐου, και η «Ασπίδα της Αμερικής», η νέα στρατιωτική συμμαχία που συγκρότησε ο Τραμπ, εξέδωσε καταδίκη των διαδηλωτών. Ο Παζ έχει επίσης την υποστήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ και του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS, Organization of American States), το οποίο επαναλαμβάνει τον ρόλο που είχε διαδραματίσει διευκολύνοντας το πραξικόπημα του 2019. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Κρίστοφερ Λάνταου (Christopher Landau) καταδίκασε την κινητοποίηση ως «συνεχιζόμενο πραξικόπημα», ενώ ο Μάρκο Ρούμπιο (Marco Rubio) υποστήριξε ότι «δεν θα επιτρέψουμε σε εγκληματίες και διακινητές να ανατρέψουν δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες στο ημισφαίριό μας». Στις 4 Ιουνίου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Παζ, ο Ρούμπιο ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν την παροχή έκτακτης βοήθειας για την αντιμετώπιση ελλείψεων σε τρόφιμα και ιατρικό υλικό. Το μήνυμα του Πιτ Χέγκσεθ (Pete Hegseth) προς τους διαδηλωτές ήταν: «Σας παρακολουθούμε».
Οι ΗΠΑ έχουν επιστρέψει δυναμικά (σαν να ζητούσαν ρεβάνς) στη Βολιβία. Η DEA και η CIA δραστηριοποιούνται ξανά στην περιοχή του Τσαπάρε, τη γενέτειρα του Μοράλες, από την οποία είχαν εκδιωχθεί την περίοδο 2008–2009. Τον Μάρτιο, με τη συναίνεση του Παζ, οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον Ουρουγουανό διακινητή ναρκωτικών Σεμπαστιάν Μαρσέτ (Sebastián Marset) στη Σάντα Κρους και τον εξέδωσαν στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η σχέση της κυβέρνησης με το ζήτημα των ναρκωτικών παραμένει, το λιγότερο, αδιαφανής. Στα τέλη Νοεμβρίου, η Λάουρα Ρόχας (Laura Rojas), πρώην βουλευτής και στενή συνεργάτιδα του Παζ, έφθασε στη Σάντα Κρους από το Λος Άντζελες με ιδιωτικό τζετ, μεταφέροντας 32 βαλίτσες με μετρητά. Οι βαλίτσες κατασχέθηκαν από τις τελωνειακές αρχές, αλλά στη συνέχεια «εξαφανίστηκαν» από αποθήκη στην οποία είχαν ανατεθεί για φύλαξη. Η αποθήκη συνδέεται με μεγάλη επιχείρηση κατά των ναρκωτικών (η Ρόχας βρίσκεται επί του παρόντος εν αναμονή δίκης). Οι διαδηλωτές υποστηρίζουν ότι οι προσπάθειες των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Βολιβίας να τους συνδέσουν με χρήματα από ναρκωτικά αποτελούν μέρος μιας προσπάθειας συγκάλυψης του δικτύου σχέσεων μεταξύ κυβέρνησης, DEA και διακινητών. Και, όπως λένε, έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα.
Εξαίρεση αποτελεί η Κολομβία. Ο πρόεδρος Γουστάβο Πέτρο (Gustavo Petro) έχει εκφράσει τη στήριξή του στα δικαιώματα των διαδηλωτών, χαρακτηρίζοντας τις κινητοποιήσεις «λαϊκή εξέγερση» και επιμένοντας ότι υπερασπίζονται την «λατινοαμερικανική αξιοπρέπεια». Η κυβέρνηση του Παζ υποστήριξε ότι οι δηλώσεις αυτές συνιστούν «επίθεση κατά της δημοκρατίας» και προχώρησε στην απέλαση του Κολομβιανού πρέσβη. Ωστόσο, ο Πέτρο σύντομα αποχωρεί από την εξουσία, ενώ ο πιθανός διάδοχός του, Ιβάν Σεπέδα (Iván Cepeda), κατέλαβε τη δεύτερη θέση στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, πίσω από τον ακροδεξιό λαϊκιστή δικηγόρο με διασυνδέσεις με τη μαφία, Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια (Abelardo de la Espriella). Δυστυχώς, ανάλογη επίδειξη αλληλεγγύης δεν έχει υπάρξει από τη Βραζιλία, όπου ο Λούλα ντα Σίλβα (Lula da Silva) έχει ευθυγραμμιστεί με την επίσημη γραμμή, ζητώντας τον τερματισμό των αποκλεισμών και την έναρξη διαπραγματεύσεων (ενώ παράλληλα φέρεται να εξετάζει την παραχώρηση των σπάνιων γαιών της Βραζιλίας στον Τραμπ, σε συνεργασία με έναν από τους πιο αντιδραστικούς κυβερνήτες της χώρας). Το Μεξικό, που παραδοσιακά υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία —συμπεριλαμβανομένης της Κούβας—, βρίσκεται ωστόσο αντιμέτωπο με πιέσεις στη δική του κυριαρχία, με πιο πρόσφατη την έκδοση δύο κυβερνητών του κυβερνώντος κόμματος Morena από τον Τραμπ.
Ωστόσο, ο χρόνος φαίνεται να τελειώνει για τον Παζ. Μέρος της στήριξής του στη μεσαία τάξη των πόλεων έχει αρχίσει να διαβρώνεται· το ίδιο και στο άκρο δεξιό φάσμα. Δύο πολιτικοί του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος του Παζ προχώρησαν στις 28 Μαΐου σε απεργία πείνας, ζητώντας από τον Παζ να βρει λύση· την ίδια ημέρα, εκείνος δεν εμφανίστηκε σε συνάντηση με την Επιτροπή της τοπικής ελίτ της Σάντα Κρους, η οποία απαιτεί ένα «Εθνικό Σχέδιο Σωτηρίας». Ο Μοράλες κάλεσε σε εκλογές εντός 90 ημερών —πρόταση που χαρακτηρίστηκε «υποκινητική» από τον υπουργό της Προεδρίας, Χοσέ Λουίς Λούπο (José Luis Lupo). Άλλοι ζητούν συνταγματική διαδοχή, στα πρότυπα του 2003 και του 2005. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο αντιπρόεδρος Λάρα θα αναλάμβανε προσωρινά την προεδρία και, πιθανότατα, θα προκήρυσσε νέες εκλογές. Οι Κιρόγα και ο κεντροδεξιός αντίπαλός του, Σαμουέλ Ντόρια Μεδίνα (Samuel Doria Medina), θα ήταν οι επικρατέστεροι σε μια τέτοια εκδοχή. Ο Παζ, ασφαλώς, θυμάται την ταπεινωτική φυγή του Λοσάδα προς τις ΗΠΑ το 2003· ηγέτες όπως ο Σεβέρο Μάρκα (Severo Marca) της αγροτικής συνομοσπονδίας CSUTCB έχουν απευθύνει προειδοποιήσεις προς τον Παζ να παραιτηθεί όσο υπάρχει ακόμη χρόνος, ώστε να αποφύγει ένα παρόμοιο τέλος.
Στις προηγούμενες εξεγέρσεις, ο Μοράλες και το MAS συνέβαλαν στη διαμεσολάβηση των συμφωνιών που οδήγησαν στη συνταγματική διαδοχή, υπολογίζοντας —ορθά— ότι θα ερχόταν η σειρά του Μοράλες στη συνέχεια. Όμως, με το MAS ευρέως αντιδημοφιλές, ακόμη και σε μεγάλο μέρος των διαδηλωτών, και με εκκρεμή εντάλματα σύλληψης εις βάρος του Μοράλες, μια τέτοια επιλογή θεωρείται πλέον απίθανη. Άλλοι θεσμοί διαμεσολάβησης —κυρίως η Καθολική Εκκλησία, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή και η Μόνιμη Συνέλευση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων— είτε απουσιάζουν είτε παραμένουν αναποτελεσματικοί. Δυσφημισμένοι από τα γεγονότα του 2019, αποτελούν πλέον σκιά των ρόλων που είχαν διαδραματίσει την περίοδο 2003–2005. Ο αντιπρόεδρος Λάρα επιχείρησε να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, προσκαλώντας τον Παζ σε συνάντηση με εκπροσώπους της Πολυεθνικής Νομοθετικής Συνέλευσης[20] στις 9 Ιουνίου, όμως εκείνος δεν εμφανίστηκε, ενώ άλλα μέλη της κυβέρνησης τον κατηγόρησαν ως «υποκινητή στάσης» λόγω των επαφών του με ηγετικά στελέχη των κινημάτων.
Παραμένει ασαφές ποια μπορεί να είναι η διέξοδος από το αδιέξοδο. Τη Δευτέρα πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη πορεία από την έναρξη της εξέγερσης, καθώς αγρότες από τη βόρεια Ποτοσί, το Ορούρο και την Κοτσαμπάμπα κατέβηκαν προς τη Λα Πας από το Ελ Άλτο, μαζί με δεκάδες χιλιάδες ακόμη διαδηλωτές, υπό τον ήχο των pututus[21].
Αυτό που θεωρούν βέβαιο οι διαδηλωτές συνοψίζεται στο σύνθημα:
«fusil, metralla, el pueblo no se calla!» («Τουφέκι, πολυβόλο, ο λαός δεν σωπαίνει!»)[22
Σημειώσεις
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 11 Ιουνίου 2026 στο Sidecar, το ιστολόγιο της New Left Review.
Βρίσκεται στη διεύθυνση … https://newleftreview.org/sidecar/posts/bolivian-uprising
Συγγραφέας του άρθρου είναι ο Φόρεστ Χίλτον (Forrest Hylton).
Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.
Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται.
Παραπομπές
[1] [ΣτΜ.] campesinos: ισπανικός όρος που σημαίνει «αγρότες», αλλά στη Λατινική Αμερική χρησιμοποιείται ευρύτερα για να περιγράψει μικροκαλλιεργητές και αγροτικούς πληθυσμούς, συχνά αυτόχθονης ή μεικτής καταγωγής, που ζουν και εργάζονται σε κοινοτικές ή ημι-αυτοσυντηρούμενες αγροτικές οικονομίες.
[2] [ΣτΜ.] FEJUVE: ακρωνύμιο του Federación de Juntas Vecinales (Ομοσπονδία Συνοικιακών Επιτροπών). Πρόκειται για οργανώσεις βάσης στις γειτονιές (ιδίως στο Ελ Άλτο), που συντονίζουν τοπικά αιτήματα και λειτουργούν ως συλλογικά όργανα γειτονικής αυτοοργάνωσης και πολιτικής κινητοποίησης
[3] [ΣτΜ.] Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας και η υψηλότερη μητρόπολη παγκοσμίως (μέσο υψόμετρο 4.150 μ.). Λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής του θέσης στο οροπέδιο Αλτιπλάνο, το Ελ Άλτο (El Alto) ελέγχει όλες τις βασικές οδικές αρτηρίες και την τροφοδοσία προς τη διοικητική πρωτεύουσα Λα Πας, καθώς και το διεθνές αεροδρόμιο της περιοχής. Με έναν συμπαγή, οργανωμένο πληθυσμό ιθαγενών (κυρίως Αϊμάρα) και ισχυρά συνδικάτα, η πόλη αποτελεί το πιο δυναμικό κέντρο κοινωνικού και πολιτικού ακτιβισμού στη Βολιβία, έχοντας διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε ιστορικές λαϊκές εξεγέρσεις (όπως ο «Πόλεμος του Φυσικού Αερίου» το 2003) και στην ανατροπή κυβερνήσεων.
[4] [ΣτΜ.] “capitalism for all” agenda: πολιτικό σύνθημα που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Παζ για να περιγράψει το κυβερνητικό του αφήγημα περί ενός «καπιταλισμού για όλους», το οποίο υποσχόταν ευρύτερη πρόσβαση στην οικονομική ανάπτυξη μέσω μεταρρυθμίσεων· στο κείμενο παρουσιάζεται ως ρητορικό πλαίσιο που στη συνέχεια υπονομεύεται από την εφαρμοζόμενη πολιτική λιτότητας και απορρύθμισης.
[5] [ΣτΜ.] Yungas: ορεινή-υποτροπική περιοχή στις ανατολικές πλαγιές των Άνδεων στη Βολιβία και το Περού, που λειτουργεί ως μεταβατική ζώνη ανάμεσα στα υψηλά οροπέδια (Altiplano) και τη λεκάνη του Αμαζονίου. Χαρακτηρίζεται από απότομο ανάγλυφο, υγρό κλίμα και έντονη αγροτική παραγωγή (ιδίως καλλιέργεια κόκας και τροπικών καλλιεργειών).
[6] [ΣτΜ.] Quechua (Κέτσουα): ιθαγενής λαός της περιοχής των Άνδεων στη Νότια Αμερική, με παρουσία κυρίως στο Περού, τη Βολιβία και τον Ισημερινό, καθώς και η ομώνυμη γλωσσική οικογένεια που ομιλείται ευρέως στην περιοχή.
Aymara (Αϊμάρα): ιθαγενής λαός των υψιπέδων των Άνδεων, με κύρια παρουσία στη Βολιβία, το Περού και τη Χιλή, καθώς και η αντίστοιχη γλώσσα τους, που είναι μία από τις επίσημες γλώσσες της Βολιβίας.
[7] [ΣτΜ.] CSUTCB: ακρωνύμιο του Confederación Sindical Única de Trabajadores Campesinos de Bolivia (Ενιαία Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία Αγροτικών Εργαζομένων της Βολιβίας). Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες οργανώσεις βάσης των αγροτικών και αυτόχθονων κοινοτήτων στη Βολιβία, με ισχυρή παρουσία στα υψίπεδα των Άνδεων και κεντρικό ρόλο στις κοινωνικές και πολιτικές κινητοποιήσεις της χώρας.
[8] [ΣτΜ.] Túpac Katari Confederation: συνομοσπονδία αγροτικών και ιθαγενικών οργανώσεων στη Βολιβία, που φέρει το όνομα του ηγέτη των εξεγέρσεων των Αϊμάρα Τούπακ Κατάρι (Túpac Katari, 18ος αιώνας). Αποτελεί περιφερειακή/ριζοσπαστική πτέρυγα του αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, με ισχυρή παρουσία κυρίως στο διαμέρισμα της Λα Πας, και συνδέεται ιστορικά με κινητοποιήσεις των αυτόχθονων και αγροτικών κοινοτήτων των υψιπέδων.
[9] [ΣτΜ.] Palacio Quemado: («Καμένο Παλάτι») ιστορική προεδρική κατοικία της Βολιβίας στη Λα Πας, που χρησίμευε ως επίσημη έδρα της εκτελεστικής εξουσίας μέχρι την κατασκευή και λειτουργία του προεδρικού συγκροτήματος Casa Grande del Pueblo. Το όνομά του προέρχεται από πυρκαγιά που υπέστη το 19ο αιώνα.
[10] https://newleftreview.org/sidecar/posts/stranglehold
[11] [ΣτΜ.] Free Trade of the Americas Agreement (FTAA): προτεινόμενη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου για την Αμερικανική ήπειρο, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1990–2000, με στόχο τη δημιουργία ενιαίας ζώνης ελεύθερου εμπορίου από τον Καναδά έως τη Νότια Αμερική. Το σχέδιο συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις από αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής και τελικά δεν υλοποιήθηκε.
[12] https://newleftreview.org/sidecar/posts/mutiny-in-bolivia
[13] [ΣτΜ.] arcistas / evistas: πολιτικοί χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται στη Βολιβία για να περιγράψουν τις δύο βασικές πτέρυγες του κυβερνώντος κόμματος MAS μετά τη ρήξη μεταξύ του προέδρου Λουίς Άρσε (arcistas, υποστηρικτές του Άρσε) και του πρώην προέδρου Έβο Μοράλες (evistas, υποστηρικτές του Μοράλες). Οι δύο όροι δεν αποτελούν επίσημες οργανωτικές ονομασίες, αλλά πολιτικές ετικέτες εσωκομματικής πόλωσης.
[14] https://www.lrb.co.uk/blog/2025/october/capitalism-for-all
[15] [ΣτΜ.] Comité Cívico (Civic Committee): ιδιότυπος θεσμός της βολιβιανής πολιτικής ζωής που συγκεντρώνει εκπροσώπους επιχειρηματικών, επαγγελματικών, πανεπιστημιακών και άλλων τοπικών φορέων με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων μιας περιφέρειας ή πόλης. Αν και δεν αποτελεί εκλεγμένο κρατικό όργανο, ασκεί συχνά σημαντική πολιτική επιρροή και λειτουργεί ως κέντρο περιφερειακής κινητοποίησης και διαπραγμάτευσης.
[16] [ΣτΜ.] camba: τοπικός όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στην ανατολική Βολιβία (ιδίως στη Σάντα Κρους) για να περιγράψει τους κατοίκους των πεδινών, χαμηλού υψομέτρου περιοχών της χώρας. Συνδέεται με μια περιφερειακή ταυτότητα που συχνά αντιπαρατίθεται στην ταυτότητα των ιθαγενών και αγροτικών πληθυσμών των υψιπέδων (Andes), και μπορεί να φέρει τόσο ουδέτερες όσο και έντονα πολιτικοποιημένες ή και ρατσιστικά φορτισμένες χρήσεις, ανάλογα με το πλαίσιο.
[17] [ΣτΜ.] Zona Sur: η νότια και πιο εύπορη ζώνη της Λα Πας, σε χαμηλότερο υψόμετρο, που κατοικείται κυρίως από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα και διαθέτει πιο ανεπτυγμένες υποδομές και υπηρεσίες. Συχνά αντιπαραβάλλεται κοινωνικά και πολιτικά με το El Alto, στο οποίο κατοικούν κυρίως εργάτες και ιθαγενείς, με ισχυρή παρουσία λαϊκών και συνδικαλιστικών κινημάτων.
[18] [ΣτΜ.] Αναφέρεται στην κυβερνητική πρωτοβουλία για θεσμοθετημένο διάλογο με «όλους τους τομείς» της κοινωνίας.
[19] [ΣτΜ.] first wave of the pink tide: περίοδος πολιτικής στροφής προς την Αριστερά στη Λατινική Αμερική, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν σειρά κυβερνήσεων με «προοδευτικό» ή «σοσιαλιστικό» προσανατολισμό ανέλαβαν την εξουσία (π.χ. Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ, Βραζιλία, Αργεντινή). Ο όρος «ροζ παλίρροια» (pink tide) χρησιμοποιείται για να διαφοροποιήσει αυτές τις κυβερνήσεις από πιο ριζοσπαστικές επαναστατικές αριστερές εμπειρίες, υποδηλώνοντας έναν ευρύτερο, εκλογικό και θεσμικό μετασχηματισμό της πολιτικής ισορροπίας στην ήπειρο.
[20] [ΣτΜ.] Plurinational Assembly: το εθνικό κοινοβούλιο της Βολιβίας, που θεσπίστηκε με το Σύνταγμα του 2009 στο πλαίσιο της ανακήρυξης της χώρας ως «Πολυεθνικού Κράτους» (Estado Plurinacional). Αποτελείται από δύο σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, και αποτυπώνει συνταγματικά την αναγνώριση των πολλών ιθαγενικών εθνών και λαών που συγκροτούν τη βολιβιανή κοινωνία.
[21] [ΣτΜ.] pututus: κεράτινα ή κοχυλένια πνευστά όργανα των Άνδεων που χρησιμοποιούνται σε τελετουργίες και κινητοποιήσεις.
[22] [ΣτΜ.] Δήλωση ότι ακόμη και απέναντι σε καταστολή, στρατό ή βία, ο λαός δεν θα φιμωθεί ούτε θα υποχωρήσει. Σε ελεύθερη απόδοση «ό,τι κι αν χρησιμοποιήσετε εναντίον μας (όπλα, καταστολή), εμείς δεν θα σιωπήσουμε»,







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου