Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύσκεψη Ταξικής Πορείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύσκεψη Ταξικής Πορείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Πώς θα εμπνευστεί ξανά ο κόσμος της δουλειάς στην πάλη του ενάντια στον ταξικό εχθρό;

0

 Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας.

Η διαδικασία της επαναθεμελίωσης της προοπτικής της συλλογικής πάλης στη συνείδηση των εργαζομένων, πρέπει να λάβει υπόψη την αντίστοιχη διαδικασία αποστοίχισής τους από τα σωματεία και τη μαζική πάλη. Η διαδικασία αυτή ήταν πολύχρονη και πολυεπίπεδη και συνέβη σε παγκόσμια κλίμακα. Μια προσπάθεια απάντησης αυτού του ζητήματος με αποσπασματικό τρόπο, εστιάζοντας π.χ. μόνο σε πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας, είναι καταδικασμένη πολιτικά. Το κύριο πολιτικό ζήτημα που καθόρισε την αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος του εργατικού κινήματος, υπήρξε η οπισθοχώρηση και τελικά η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο υπήρξε ο κορμός για την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Η εξέλιξη αυτή έχει δημιουργήσει συγκεκριμένα δεδομένα στο επίπεδο του οράματος για μια άλλη κοινωνία, όπου η εργατική τάξη θα έχει ηγεμονικό ρόλο, άρα και κατ’ επέκταση στην τωρινή δυνατότητα της εργατικής τάξης να θέτει πολιτικούς στόχους. Θεωρούμε ότι αυτό το πολιτικό δεδομένο θα βαραίνει τις προσπάθειές μας για μια ολόκληρη ιστορική φάση που έχουμε προσδιορίσει ως «φάση της ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης ως τάξη για τον εαυτό της». Αυτή είναι μια βασική θέση που δίνει πολιτικό περιεχόμενο στις όποιες επισημάνσεις θα κάνουμε στη συνέχεια, αλλιώς αυτές οι επισημάνσεις θα βρίσκονται στον αέρα.

Σκοπός ύπαρξης του εργατικού κινήματος, λοιπόν, δεν είναι με χυδαίο τρόπο απλώς η «εκπροσώπηση» των εργαζομένων μέσα στο εκμεταλλευτικό σύστημα και η «βελτίωση» των όρων ζωής τους μέσα σε αυτό. Άλλωστε, είδαμε και όλους αυτούς που προπαγάνδιζαν την αποπολιτικοποίηση προς όφελος της «άμεσης βελτίωσης των όρων ζωής», πόσο τελικά έχουν βελτιώσει τους όρους ζωής των εργαζομένων, και πού τους οδήγησαν. Σκοπός του εργατικού κινήματος είναι «και αυτά» (η βελτίωση των όρων ζωής), αλλά «και μέσα από αυτά», η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης στο γιατί υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, πώς θα αυτή θα ανατραπεί και ποια είναι η θέση εργατικής τάξης μέσα σε αυτή την πορεία. Εν τέλει, η συγκρότηση της εργατικής τάξης περνάει μέσα από τη συνειδητοποίηση της ιστορικής της κοινωνικής αποστολής.

Άλλο τόσο όμως, τα παραπάνω μένουν κενό γράμμα αν εκφυλιστούν σε ένα αναμάσημα, μια ανούσια διάλεξη, αν δεν μεταφραστούν σε συγκεκριμένα πολιτικά και συνδικαλιστικά καθήκοντα, σε στόχους πάλης. Το πρωταρχικό καθήκον που πρέπει να μπει στις διαδικασίες των εργαζομένων είναι η αναγνώριση της πραγματικής κατάστασης, του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων, εν τέλει της ίδιας της πραγματικότητας, χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι διαισθητικά και εμπειρικά πολύ καλά καταλαβαίνουν αυτό το ζήτημα. Οι ηγεσίες σκόπιμα περιγράφουν μια εικονική κατάσταση, όπου πηγαίνουμε ως κίνημα «από νίκη σε νίκη», «αφήνουμε τους νόμους στα χαρτιά», σχεδιάζουμε «μεγαλεπήβολες προτάσεις»… Η οπορτουνιστική αυτή πολιτική που γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον κόσμο της δουλειάς γίνεται σκόπιμα, προκειμένου να μην αναγνωρίσει το κίνημα τα βασικά του καθήκοντα, και να μην απολογηθούν οι ηγεσίες απέναντι σε αυτά. «Δείξαμε τη δύναμή μας» (λες και αυτό είναι ο στόχος ενός αγώνα), και πάμε παρακάτω! Αυτή η πρακτική είναι εμπεδωμένη στο σύνολο του εργατικού κινήματος, όχι μόνο σε μία παράταξη. Βασικό σημερινό καθήκον για το εργατικό κίνημα είναι η αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου και η διεκδίκηση βασικών δικαιωμάτων που έχουν χαθεί. Η περιγραφή μιας εικονικής κατάστασης «αντεπίθεσης» των εργαζομένων στην πράξη τούς απομακρύνει από τους στόχους πάλης τους, και αυξάνει την ανεμπιστοσύνη τους. Ακόμα περισσότερο, η περιγραφή από τις αστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες μιας πραγματικότητας όπου οι εργαζόμενοι έχουν να κερδίσουν μπαίνοντας στον θεσμικό διάλογο με την εργοδοσία απονεκρώνει εντελώς οποιαδήποτε διαδικασία πάλης.

Δεύτερο ζήτημα, είναι οι διαδικασίες και η ζωή των σωματείων, η δημοκρατική τους λειτουργία. Αυτό το ζήτημα είναι κεφαλαιώδες. Πλην όμως, συνδέεται καθοριστικά με το πρώτο. Γιατί άλλου είδους λειτουργία απαιτεί από τα μέλη ενός σωματείου ένας αγώνας περιορισμένου ορίζοντα, ή μια απεργία «για τα μάτια του κόσμου», και άλλου είδους λειτουργία απαιτεί ο προσδιορισμός ενός στόχου πάλης και η υλοποίησή του. Γι’ αυτό οι στόχοι πάλης πρέπει να είναι ξεκάθαροι, κατανοητοί και να γίνεται απολογισμός πάνω στο τι ορίζει ένα σωματείο ως στόχο, και στο αποτέλεσμα που καταφέρνει. Οι διαδικασίες όπου η συζήτηση εκφυλίζεται, χάνεται το κύριο ζητούμενο, πολλές φορές τα ζητήματα δεν τίθενται καν σε ψηφοφορία, και οι εργαζόμενοι δεν κατανοούν τι εν τέλει αποφασίζεται, ή ακόμα χειρότερα η ηγεσία τραμπουκίζει, αποκλείει και φιμώνει την «ενοχλητική» μειοψηφία, είναι επίτηδες φτιαγμένες έτσι. Προκειμένου οι εργαζόμενοι να νιώθουν ότι είναι μάταιη η συμμετοχή τους στη διαδικασία και να την παραδίδουν από μόνοι τους σε χέρια ενός μηχανισμού μυημένων.

Η συμμετοχή, η πρωτοβουλία, η οργάνωση από τα κάτω, η ακόμα και προσωπική ευθύνη των μελών απέναντι στις αποφάσεις του σωματείου, είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να σπάσει η ανάθεση και να επανεκπαιδευτούν οι εργαζόμενοι στις συλλογικές διαδικασίες. Είναι ταυτόχρονα και όρος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί μέσα στα σωματεία. Και εδώ βρίσκεται και ο δικός μας ρόλος. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα σωματεία και τις κινητοποιήσεις τους ως αμετακίνητους βράχους μηχανισμών. Πολλές φορές συναγωνιστές ή φίλοι μας αναρωτιούνται «τι νόημα έχει» η συμμετοχή σε ένα σωματείο με μια τέτοια εκφυλισμένη λειτουργία. Αυτό ακριβώς το νόημα έχει: ότι η μη συμμετοχή εργαζομένων με ταξική συνείδηση σε αυτές τις διαδικασίες, διαιωνίζει αυτόν τον εκφυλισμό και «κάνει τη χάρη» στις ηγεσίες να «παίζουν μπάλα μόνες τους». Πολλές φορές συναγωνιστές και φίλοι αναρωτιούνται «ποιο είναι το νόημα» της συμμετοχής μας σε μια κινητοποίηση που έχει ως σκοπό την αποκλιμάκωση. Αυτό ακριβώς το νόημα έχει: τη συσπείρωση δυνάμεων που θέλουν να πάνε ένα βήμα παραπέρα.

Συνεπώς, η ανάκτηση του κύκλου «ορίζω το στόχο πάλης – αποφασίζω τα μέσα πάλης και συμμετέχω στη δράση – κάνω απολογισμό», είναι καθοριστικό ζητούμενο προκειμένου ο εργαζόμενος να μετατραπεί ξανά σε υποκείμενο οργάνωσης της πάλης του, από το να είναι απλώς ένας ακολουθητής που σηκώνει το χέρι του και επικυρώνει με την παρουσία του ένα προαποφασισμένο σχέδιο.

Το τρίτο επίπεδο, αφορά την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα πάλης του εργατικού κινήματος. Αυτή η διαδικασία δεν είναι μονόπλευρη. Πηγαίνει χέρι-χέρι με την απόρριψη των βαθιά εμπεδωμένων αυταπατών για τη φύση του αστικού κράτους, των μηχανισμών και των θεσμών του. Όταν οι ίδιες οι ηγεσίες των σωματείων προπαγανδίζουν την αξία: του «διαλόγου πάνω στα καλά σημεία του νόμου», των «καλών ευρωπαϊκών οδηγιών που περιέχουν θετικά στοιχεία», των «προτάσεων νόμου», των «συναντήσεων με την εργοδοσία», των «νομικών ρωγμών που πρέπει να αξιοποιούμε» (ανεβάζοντας επίτηδες τις προσδοκίες των εργαζομένων για τις δικαστικές αποφάσεις)… Ή ακόμα χειρότερα, όταν οι ηγεσίες αποκρύπτουν επίτηδες το περιεχόμενο των αστικών νόμων και των επιπτώσεών τους, λέγοντας ότι «η μορφή πάλης που επιλέξαμε είναι νόμιμη», ή ότι «αυτός ο νόμος δεν θα εφαρμοστεί», ή ότι «να μην μιλάμε γι’ αυτό το ζήτημα για να μην τρομοκρατείται ο κόσμος» ή «θα ανοίξουμε μια ηλεκτρονική κάλπη για 15 λεπτά ως ελιγμό αντεπίθεσης»… Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η απονεύρωση της εγρήγορσης των εργαζομένων, η καλλιέργεια αυταπατών, η απομάκρυνση από τα «κλασσικά μέσα πάλης» προς μια ευκολότερη και ανώδυνη επιλογή, και ύστερα στην πράξη η απογοήτευση και η μοιρολατρία ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», η τρομοκράτηση από την «ξαφνική» επίθεση του ταξικού εχθρού, όταν έρχεται η αναπόφευκτη σύγκρουση. Από τη στιγμή της προετοιμασίας ενός αγώνα, και σε κάθε στροφή του, χρειάζεται συστηματική αποκάλυψη των αυταπατών, επαναφορά της συζήτησης στα βασικά, και επιχειρηματολόγηση ότι οι εργαζόμενοι και το κεφάλαιο είναι τάξεις εχθρικές που βρίσκονται σε ανειρήνευτο ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Τέταρτο ζήτημα, είναι η ανατροπή των συσχετισμών μέσα στα σωματεία. Χωρίς την αμφισβήτηση των κυριάρχων αστικών και ρεφορμιστών ηγεσιών στα σωματεία, χωρίς τον κλονισμό του ελέγχου που ασκούν σε αυτά, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να παράξει τις νίκες εκείνες που θα επαναθεμελιώσουν τη συλλογική οργανωμένη πάλη στα μάτια των μαζών. Όμως, η ανατροπή των συσχετισμών δεν μπορεί να είναι απλώς μια εκλογική καταγραφή (θα χρειαστεί κι αυτό κάποια στιγμή). Είναι όλα τα παραπάνω. Χωρίς τη μεγαλύτερη και συστηματικότερη εμπλοκή των δικών μας δυνάμεων μέσα σε κάθε πτυχή της λειτουργίας των σωματείων, χωρίς το κέρδισμα πρωτοπόρων στοιχείων της εργατικής τάξης στο πλευρό της δικής μας αντίληψης, η σκόνη από τις κινητοποιήσεις θα κατακάθεται και θα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο. Οι δικές μας δυνάμεις πρέπει να αναλάβουν ευθύνη. Δεν είμαστε μια δύναμη περιγραφής της κατάστασης. Είμαστε μια δύναμη με πολιτική-συνδικαλιστική γραμμή, η οποία πρέπει να θέσει ζητήματα, για τον στόχο πάλης, για το σύνθημα πάλης, για το μέσο πάλης, για τον απολογισμό. Πρέπει να γίνουμε αυστηροί με τον εαυτό μας, και θα θέτουμε το στόχο τμήματα των εργαζομένων να έρχονται κοντά στην άποψή μας πολιτικά και οργανωτικά. Και αυτό πρέπει να μπαίνει στο ζύγι του απολογισμού.

Συνοψίζοντας. Το εργατικό κίνημα θα πυκνώσει τις γραμμές του και θα ανακτήσει τον ρόλο του στα μάτια των πλατιών εργαζόμενων μαζών όταν ανακτήσει τη δυνατότητα του να πετυχαίνει νίκες απέναντι στην πολιτική του συστήματος, να ανατρέπει την επίθεση του κεφαλαίου, να κερδίζει πίσω κατακτήσεις και να βελτιώνει τη ζωή των εργαζομένων. Στη συγκεκριμένη φάση που βρισκόμαστε, το εργατικό κίνημα πρέπει να απαντήσει όλες τις πολιτικές, οργανωτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για μια τέτοια πορεία.


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

10 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Υποταγή στην αστική νομιμότητα ή ταξική πάλη;

0

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας.

 …Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ’ ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος. Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία. Γι’ αυτό, στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας παρουσιάζεται σαν πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας –πάλη ανάμεσα στο συνολικό κεφαλαιοκράτη, δηλαδή την τάξη των κεφαλαιοκρατών, και στο συνολικό εργάτη, δηλαδή την εργατική τάξη…

Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, σελ. 246

Το δίκιο της αστικής τάξης, των κεφαλαιοκρατών και των αστών είναι κατοχυρωμένο στην καπιταλιστική κοινωνία. Εφαρμόζεται με τους αστικούς νόμους και διεκπεραιώνεται από τα όργανα επιβολής του κράτους. Στη σημερινή κοινωνία και στον δοσμένο ταξικό συσχετισμό, το αστικό δίκαιο έχει κάνει βήματα επιβολής της ταξικής κυριαρχίας του και της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Παράλληλα ο ίδιος ταξικός συσχετισμός και η υποχώρηση του εργατικού κινήματος ξεδιπλώνουν όλη τη «λαιμαργία» του κεφαλαίου να χτυπήσει ακόμα περισσότερο την οργάνωση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Η αστική τάξη έχοντας εξασφαλίσει την κυριαρχία της στο κράτος, το χρησιμοποιεί σαν δύναμη κρούσης για να καταστείλει την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους, τους πρωτοπόρους αγωνιστές και τα σωματεία που επιμένουν να αγωνίζονται. Στη χώρα μας οι αντεργατικοί νομοί που έχουν περάσει είναι διαδοχικοί και στοχεύουν στην καθυπόταξη της οργανωμένης πάλης, την υποταγή και τον ασφυκτικό έλεγχο των σωματείων.

Τα πρόσφατα μόνο παραδείγματα είναι πολλά. Από τον νόμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ του 2016 που καθιέρωνε το λοκ άουτ των εργοδοτών και άλλαζε το καθεστώς απόφασης για απεργία από τα σωματεία (50%+1), μέχρι τους νόμους Χατζηδάκη-Γεωργιάδη που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον χτυπώντας τη συνδικαλιστική δράση, υποχρεώνοντας τα σωματεία να μπουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ για να είναι νόμιμα, επιβάλοντας τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, νομιμοποιώντας και διευκολύνοντας την απεργοσπασία κ.ά. Πλάι σε αυτούς τους νόμους πρέπει να προσθέσουμε τον νόμο 4703/2020 του Χρυσοχοΐδη για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, ο οποίος ψηφίστηκε εν μέσω της πανδημίας του Covid-19. Ειδική μνεία πρέπει να κάνουμε στον νόμο για την αξιολόγηση στο δημόσιο αλλά και το νέο πειθαρχικό που εφαρμόζεται από τη νέα χρονιά. Με πρώτο στόχο τους εκπαιδευτικούς και στη συνέχεια τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση προωθεί ένα ασφυκτικό και αυταρχικό πλαίσιο ευθυγράμμισης και υποταγής στα κελεύσματα του κεφαλαίου. Πειθαρχικές ποινές, πρόστιμα, μειώσεις αποδοχών και φυσικά απολύσεις περιμένουν τους εργαζόμενους που δεν ευθυγραμμίζονται και διαφωνούν με την αξιολόγηση. Έχοντας προσπαθήσει να χτίσει όλο το προηγούμενο διάστημα τον μύθο της αξιοκρατίας και λοιδορώντας τους δημοσίους υπαλλήλους σαν τεμπέληδες και υψηλόμισθους, τα χρησιμοποιεί σαν ιδεολογικό προκάλυμμα για να χτυπήσει το δικαίωμα στην εργασία και την αξιοπρεπή ζωή. Με βάση αυτά έχει προχωρήσει σε πογκρόμ διώξεων και απολύσεων, με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες του κλάδου να «σφυρίζουν αδιάφορα» και να μην αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους απέναντι στους εργαζόμενους.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο σε αυτή τη φάση νομοθετεί και υπερασπίζεται την εκμετάλλευση των εργαζομένων και ποινικοποιεί κάθε τους προσπάθεια να οργανωθούν και να διεκδικήσουν. Εργαλείο σε αυτή την κατεύθυνση έχει όλο το νομικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο το οποίο έχει εξαπολύσει απέναντι στην εργατική τάξη. Έτσι λοιπόν κόβει και ράβει τους νόμους στα μέτρα του, ώστε οι αντιδράσεις των εργαζομένων ει δυνατόν να βγαίνουν στην παρανομία εν τη γενέσει τους και να μπορεί ανενόχλητο να προωθεί την πολιτική του στους εργασιακούς χώρους. Σύμμαχος σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, οι οποίες δίνουν διαπιστευτήρια υποταγής στην αστική νομιμότητα κάθε φορά που εγκαλούνται από το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση, και μάλιστα πολλές φορές έχουν βρεθεί απέναντι στους εργαζόμενους επικαλούμενες την αστική νομιμότητα και το αστικό σύνταγμα. Από δίπλα και οι δυνάμεις του ρεφορμισμού, οι οποίες παρά τις αγωνιστικές κορόνες που κατά καιρούς ξεστομίζουν ενάντια στην κυβέρνηση και το κεφάλαιο, καλλιεργούν και αυτές ακριβώς την ίδια υποταγή με τους εργατοπατέρες. Φανερό παράδειγμα η στάση όλων των συστημικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων μπροστά στο νόμο Χατζηδάκη και την εφαρμογή του. Για τους εργατοπατέρες και τα σωματεία που ελέγχουν δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα. Έτρεξαν χωρίς καν να τους ζητηθεί (πολλές φορές) να γράψουν τα σωματεία που ελέγχουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ, να στήσουν ηλεκτρονικές κάλπες σε αυτά και τις ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα που ελέγχουν και βέβαια να το δικαιολογήσουν σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Από δίπλα και οι ρεφορμιστές του ΠΑΜΕ-ΚΚΕ οι οποίοι αφού διακήρυσσαν σε κάθε τόνο ότι ο νόμος Χατζηδάκη «θα μείνει στα χαρτιά» και «δεν θα εφαρμοστεί» και τον κατακεραύνωναν σαν αντεργατικό, έγραψαν σωματεία που ελέγχουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ και βρήκαν τη φαεινή να στήσουν ηλεκτρονικές κάλπες σε όποιες αρχαιρεσίες προέκυπταν αλλά να μην τις κοινοποιούν στους εργαζόμενους.

Ίδια περίπου κατάσταση και με την εφαρμογή της αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς. Η συνδικαλιστική ηγεσία των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ-ΣΥΝΕΚ έχει ανοίξει τον δρόμο για το πέρασμα της αξιολόγησης (άλλωστε πότε δεν είπαν πραγματικά ότι διαφωνούν) αφήνοντας έκθετους τους εργαζόμενους, και το ΠΑΜΕ στην εκπαίδευση, μαζί με κομμάτι των Παρεμβάσεων, με τα «Ενιαία Κείμενα» (το αντίστοιχο «κόλπο» των ηλεκτρονικών καλπών που δεν ανακοινώνονται), αποδέχονται την αξιολόγηση και διαφεύγουν από την πραγματική αναγκαιότητα του αγώνα. Σε μια αντισυνδικαλιστική-δεξιά λογική, το ΠΑΜΕ χρησιμοποιεί επιχειρήματα «Γεωργιάδη», λέγοντας ότι δεν εμποδίζουμε αξιολογήσεις για εκπαιδευτικούς που έχουν πει ότι «θέλουν να αξιολογηθούν». Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό σε συνθήκες απειλών για απολύσεις και πειθαρχικά, σημαίνει επί της ουσίας διάλυση του μετώπου του αγώνα. Αναφέρουμε αυτά τα 2 χαρακτηριστικά παραδείγματα (και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και αλλά) για να δείξουμε ότι δεν είναι εξαίρεση η κατάσταση στο δημόσιο με την αξιολόγηση ή με την εφαρμογή του νόμου Χατζηδάκη. Είναι η κυρίαρχη κατάσταση που αναπαράγεται με κάθε αφορμή και κάθε εφαρμογή κάποιου αντεργατικού νόμου ή μέτρου. Από τη μία οι δυνάμεις του συστήματος και του εργοδοτικού συνδικαλισμού που τρέχουν να εφαρμόσουν τους νόμους και από πίσω οι παρατρεχάμενοί τους (οι δυνάμεις του ρεφορμισμού) που τους εφαρμόζουν με διάφορα τερτίπια και πάντα με πολλές αγωνιστικές και ταξικές κορόνες.

Το βασικό πρόβλημα και ζήτημα που προκύπτει είναι ότι κανείς από όλους αυτούς δεν προτάσσει σε καμία από τις περιπτώσεις τη γραμμή της κεντρικής μάχης-αντιπαράθεσης με τη γραμμή της επίθεσης η οποία εξελίσσεται. Όχι μόνο λοιπόν δεν κάνουν αυτό, αλλά σαμποτάρουν και λοιδορούν με τον χειρότερο τρόπο αυτούς που βάζουν αυτή τη γραμμή. Αναφερόμαστε στο παράδειγμα του ΣΕΤΗΠ (Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής) όπου η πλειοψηφία του σωματείου (ΠΑΜΕ) αποφάσισε να εφαρμόσει τις ηλεκτρονικές κάλπες χωρίς να τις ανακοινώσει αλλά και χωρίς καν να ενημερώσει τους συναδέλφους στη Γενική Συνέλευση και το ΔΣ. Στην καταγγελία της Ταξική Πορείας για αποχή από τις κάλπες που εισάγουν στο σωματείο την εφαρμογή του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκη απάντησε με τραμπουκισμούς, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις του σωματείου (εξωκοινοβούλιο και αυτονομία) συμμετείχαν. Αντίστοιχα και με μεγαλύτερη ένταση στο ζήτημα της αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς. Η απολυμένη εκπαιδευτικός συναγωνίστρια Χ. Χοτζόγλου η οποία διώκεται για συνδικαλιστική δράση ενάντια στην αξιολόγηση, είναι όνομα ξεχασμένο και διαγραμμένο από τις ανακοινώσεις του ΠΑΜΕ στην εκπαίδευση. Όχι μόνο αυτό, αλλά και στο ίδιο της το σωματείο η στάση είναι εχθρική και πολεμική και πάντα οι δυνάμεις αυτές ψάχνουν διέξοδο… διαφυγής με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στις όποιες διαδικασίες δια αντιπροσώπων χωρίς ουσιαστικά να στηρίζουν την επαναφορά της στο σχολείο.

Πιο ξεκάθαρα τέθηκαν τα ζητήματα την περίοδο της πανδημίας και των απαγορεύσεων. Για το κεφάλαιο ήταν χρυσή ευκαιρία να περάσει ό,τι αντεργατικό και αντιδημοκρατικό μέτρο μπορούσε εκείνη την περίοδο. Το βασικό του ατού ήταν η τρομοκρατία και ο φόβος που υπήρχε σε όλο τον λαό για την εξάπλωση του ιού. Αν και τα μέτρα που παίρνονταν παρουσιάζονταν σαν μέτρα που ενίσχυαν την ασφάλεια, η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Ενισχύθηκε η καταστολή στην κοινωνία, την ώρα που στα εργοστάσια και σε άλλους χώρους δουλειάς (τηλεφωνικά κέντρα, σούπερ μάρκετ), η καραντίνα και οι αποστάσεις ήταν ανέκδοτο, τα μέσα ατομικής προστασίας ανύπαρκτα, τα ωράρια αόριστα και απεριόριστα. Πάνω σε αυτό πάτησε και κήρυξε απαγορεύσεις, πρόστιμα και καταστολή σε όποιον αντιδρούσε. Για τις δυνάμεις του εργατοπατερισμού δεν τέθηκε κανένα ζήτημα, υποτάχθηκαν πλήρως στα κυβερνητικά μέτρα και κήρυξαν παύση κινήματος. Όχι μόνο αυτό, αλλά ενίσχυσαν την τρομοκρατία και την κινδυνολογία και κατηγόρησαν όποιον κινητοποιούταν μέσα στις απαγορεύσεις σαν απερίσκεπτο και επιτήδειο. Από την άλλη, οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, απέναντι στη σφοδρή επίθεση, έδιναν τη γραμμή της συμβολικής απάντησης, δηλαδή καμίας απάντησης. Ενδεικτική η στάση τους στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς, τις συγκεντρώσεις έξω από τα νοσοκομεία, τις απεργίες και τις συγκεντρώσεις που έγιναν εκείνη την περίοδο. Τα εκατοντάδες σωματεία και συνδικάτα που ανήκουν στο ΠΑΜΕ και κηρύσσουν την αντεπίθεση «κατέβασαν ρολά» για μήνες και θέση πήραν οι ολιγομελείς αντιπροσωπείες που πόζαραν έξω από το υπουργείο Εργασίας και τα συμβολικά σόου την Πρωτομαγιά στο Σύνταγμα, που πήραν τα εύσημα από όλο το σύστημα για την «υπεύθυνη στάση» τους. Αυτή η ευθυγράμμιση στις επιταγές τις αστικής νομιμότητας από την πλειοψηφία των δυνάμεων του συνδικαλιστικού κινήματος με πρόσχημα τις ιδιαίτερες συνθήκες είναι απόδειξη ότι αυτές οι δυνάμεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε «έκτακτες» ή «κανονικές» συνθήκες, δεν θέλουν και δεν μπορούν να πάνε κόντρα στους νόμους και τα μέτρα του αστικού κράτους. Είναι θα λέγαμε δυνάμεις υποταγής «παντός καιρού», που αντί να προωθούν την πάλη των εργαζομένων, τους υπενθυμίζουν ανοιχτά ή συγκαλυμμένα ότι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα γιατί το κράτος και το κεφάλαιο δεν το επιτρέπει.

Για το κράτος, τα σωματεία πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες που θέτει αυτό και κάτω από τον δικό του έλεγχο. Επειδή όμως το κράτος και οι μηχανισμοί του δεν είναι ανεξάρτητα όργανα, αλλά όργανα που ελέγχονται από την αστική τάξη και τους κεφαλαιοκράτες. Σε κάθε περίοδο, τα σωματεία, οι ομοσπονδίες, τα εργατικά κέντρα έχουν περισσότερους ή λιγότερους «βαθμούς ελευθερίας» ανάλογα με τον ταξικό συσχετισμό αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις-αντιλήψεις που κυριαρχούν σε αυτά. Στα συνδικαλιστικά όργανα αυτό που κυριαρχεί είναι η λειτουργία σύμφωνα με τον συνδικαλιστικό νόμο 1264/1982 και τις αλλαγές που έφεραν οι πιο πρόσφατοι νόμοι. Νόμοι που βάζουν βαθειά το κρατικό χέρι στον έλεγχο των σωματείων και το φακέλωμα των μελών τους, εποπτεύουν και επικυρώνουν τις διαδικασίες τους και κατευθύνουν τη δράση τους (στις εκλογές στα σωματεία, ο δικαστικός αντιπρόσωπος επικυρώνει τα αποτελέσματα σαν εκπρόσωπος του κράτους και της αστικής νομιμότητας). Ενδεικτικά ένα πρωτοβάθμιο σωματείο δεν μπορεί να προκηρύξει απεργία να δεν την προ-αναγγείλει, αν δεν συμμετέχουν στην απόφαση γι’ αυτήν το 50% των μελών του και αν δεν προστατεύει τους μη απεργούς (απεργοσπάστες). Είναι φανερό πως με βάση αυτό αλλά και όλο το υπόλοιπο νομοθετικό πλαίσιο που υπάρχει σήμερα, ένα σωματείο μπορεί πολύ δύσκολα να προκηρύξει απεργία αν δεν την επικυρώσει ο ταξικός του αντίπαλος. Επίσης μέσα στις ίδιες τις διαδικασίες των σωματείων, η υποταγή στην αστική νομιμότητα είναι γραμμή και κατεύθυνση η οποία εξαπολύεται ενάντια στις δυνάμεις του αγώνα. Οι αρχαιρεσίες των σωματείων, των εργατικών κέντρων και των ομοσπονδιών γίνονται με βάση τον 1264, ο οποίος είναι καλπονοθευτικός και αποκλείει τις μικρότερες δυνάμεις και την πολυφωνία στα ΔΣ και τα όργανα. Με βάση την ενισχυμένη αναλογική οι δυνάμεις των ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΜΕ κ.ά. αποκλείουν τις υπόλοιπες δυνάμεις από την εκπροσώπηση στα συνδικαλιστικά όργανα και δημιουργούν μια δομή βαθειά υποταγμένη και ελεγχόμενη.

Η γραμμή λοιπόν της υποταγής στην αστική νομιμότητα είναι η κυρίαρχη. Μπλοκάρει τους εργατικούς αγώνες και στοχοποιεί όποιον αγωνίζεται και οργανώνεται. Σημαίνει αυτό πως από εδώ και πέρα οι εργατικοί αγώνες θα βγαίνουν παράνομοι και το σύστημα θα ξεμπερδεύει με τις όποιες αντιδράσεις; Σε καμία περίπτωση. Πρώτα και κύρια γιατί τα σωματεία, όσο κι αν έχουν διαβρωθεί από τις δυνάμεις και τις αντιλήψεις που κυριαρχούν σε αυτά, δεν παύουν να αντιπροσωπεύουν την αναγκαιότητα υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων και διεκδικήσεων. Αποτελούν έκφραση δηλαδή του ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλον τρόπο να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στο κεφάλαιο και την εργοδοσία από το να συνενωθούν, να περιορίσουν τους ανταγωνισμούς τους και να σταθούν συλλογικά. Τα σωματεία, όμως, για να μπορέσουν να αγωνιστούν για τα συμφέροντα των εργαζομένων, πρέπει να είναι εργαλεία στα χέρια τους. Πρέπει μέσα σε αυτά να ξεκαθαρίζουν οι αντιλήψεις που υπάρχουν και οι εργαζόμενοι να συντάσσονται με τη γραμμή της ταξικής πάλης και σύγκρουσης (με τους νόμους και τις κατευθύνσεις των αφεντικών) και όχι με αυτή της υποταγής στην αστική νομιμότητα και την ταξική συνεργασία.

Μπορεί να ξεπεραστεί η τρομοκρατία του συστήματος και των δυνάμεων της υποταγής, που κατηγορούν τους αγώνες και τις διαδικασίες με τις οποίες δεν συμφωνούν σαν «παράνομες»; Ναι μπορεί και έχει ξαναγίνει. Με τη μαζικότητα και την πλατιά αλληλεγγύη των εργαζομένων οι οποίοι είναι πεισμένοι ότι πρέπει να παλέψουν και ότι το μόνο όπλο που έχουν είναι η ενότητα και η οργάνωσή τους. Μπροστά σε ένα τέτοιο ρεύμα αντίστασης και διεκδίκησης μπορεί μόνο να υποχωρήσει η εργοδοτική και αστική τρομοκρατία και να υπάρξουν σήμερα νίκες. Ακόμη το γεγονός πως η επίθεση στα εργασιακά προχωράει σαν οδοστρωτήρας, δημιουργεί και τους ίδιους τους όρους μαζικών ξεσπασμάτων και αντιστάσεων από τους εργαζόμενους. Γι’ αυτόν τον λόγο, όποτε τους δίνεται η ευκαιρία οι εργαζόμενοι βγαίνουν μαζικά στον δρόμο του αγώνα. Αυτό που τους αποτρέπει να συνεχίσουν είναι η μη ύπαρξη πραγματικής και μαζικής, αγωνιστικής διεξόδου στους χώρους δουλειάς και στα σωματεία τους.

Αντίθετα, για να αποτραπεί η μαζική έκφραση των εργαζομένων, αυτό που μπαίνει μπροστά είναι η γραμμή της συνδιαλλαγής με το κεφάλαιο και της αστικής νομιμότητας. Πόσες φορές εργαζόμενοι που ξεκίνησαν έναν αγώνα ενάντια στις απολύσεις (ΛΑΡΚΟ, Μαλαματίνα), για να μονιμοποιηθούν (βλέπε ΌΤΑ) ή για τα δεδουλευμένα τους, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες (αστικές ή ρεφορμιστικές) δεν τους έσυραν σε ατέλειωτες δικαστικές διαμάχες επικαλούμενοι τα αστικά δικαστήρια σαν τη… μητέρα των μαχών, βάζοντας στην άκρη τους απεργιακούς αγώνες και την οργάνωση της μάχης; Είναι ή δεν είναι αυτή η γραμμή, γραμμή υποταγής στην αστική νομιμότητα και παραγκωνισμός της ταξικής γραμμής της διεκδίκησης και της δημιουργίας όρων πραγματικού αγώνα; Πόσες φορές σε κεντρικούς νόμους της κυβέρνησης, δεν κυριάρχησε η γραμμή της «μη εφαρμογής» και η γραμμή της ανατροπής κριτικαρίστηκε σαν ανεδαφική και ουτοπική από όλους αυτούς (εργατοπατέρες και ρεφορμιστές);

Είναι ή δεν είναι αυτές οι δύο πλευρές έκφραση αυτής της «αντινομίας» και των «δύο δικαίων» που αναφέρει ο Μαρξ στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή; Από τη μία το δίκιο της εργατικής τάξης, να οργανώνεται συλλογικά και να διεκδικεί, και έτσι να πουλάει την εργατική δύναμη της με καλύτερους όρους για αυτήν. Από την άλλη το αστικό κράτος, σαν έκφραση του κεφαλαίου, να νομοθετεί την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, αλλά και να βγάζει παράνομη την όποια προσπάθεια των εργαζομένων να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό που μας αντιστοιχεί και αυτό που λείπει σήμερα από το εργατικό κίνημα είναι η γραμμή της μη συμμόρφωσης και της αντιπαράθεσης με τα αντεργατικά μέτρα και την αστική νομιμότητα. Αυτή σήμερα είναι η γραμμή που πρέπει να στηριχτεί στο εργατικό κίνημα, να κερδίσει έδαφος και να δημιουργήσει ένα μαζικό μπλοκ αντίστασης και διεκδίκησης. Αυτή τη γραμμή πρέπει να υπηρετήσουμε αν θέλουμε σήμερα να έχουμε νίκες και τα πράγματα να πάνε αλλιώς για τους εργαζόμενους.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

09 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Η κυριαρχία των ρεφορμιστικών απόψεων και του εικονικού συνδικαλισμού έρχεται από το παρελθόν

0

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας.

Η κατάσταση οπισθοχώρησης και αποσυγκρότησης του εργατικού κινήματος που διανύουμε σήμερα έχει βάθος και ιστορία. Οι δυνάμεις του ρεφορμισμού στη χώρα έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση της ήττας και της απογοήτευσης. Πάντα σε ρόλο συμπληρωματικό στις επίσημες αστικές και κυβερνητικές δυνάμεις, στο όνομα «των εργατικών διεκδικήσεων» και με μπόλικη «φασαρία» συνέβαλαν τα μέγιστα στην οπισθοχώρηση, την αποσυγκρότηση και τη γενικευμένη αποστασιοποίηση των μαζών από τα όργανα πάλης τους.

Τα τελευταία 10-15 χρόνια, το κεφάλαιο και η αντεργατική πολιτική των κυβερνήσεων έχουν καταφέρει τεράστιες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις. Η σύγχρονη εργασιακή βαρβαρότητα για να εφαρμοστεί χρειάστηκε την αμέριστη βοήθεια των κάθε λογής ψεύτικων φίλων. Οι επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) και ο αστικός συνδικαλισμός, έχοντας τον ρόλο του επίσημου κυβερνητικού συνομιλητή, αποτέλεσαν τον βασικό συνοδοιπόρο της αντεργατικής επίθεσης. Η «εργασιακή ειρήνη», η κατεύθυνση της «ταξικής συνεργασίας/συνδιαχείρισης/συνεννόησης» αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη βασική γραμμή ενσωμάτωσης των εργατικών αντιστάσεων και διεκδικήσεων. Αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το βασικό όχημα καθυπόταξης των εργατικών μαζών στις επιλογές του κεφαλαίου και της αντεργατικής επίθεσης.

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ μέσα σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια της σκληρής ταξικής αναμέτρησης, επέλεξαν και συνεχίζουν να επιλέγουν να κινούνται στα πλαίσια της παραπάνω λογικής, της ταξικής ενσωμάτωσης. Η προσπάθεια ισορροπίας στο τεντωμένο σχοινί της επίθεσης είναι πρακτικά αδύνατη και αποτυπώνεται στη συστηματική αποφυγή της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης με τις αστικές πολιτικές και την υπόκλιση στη νομιμότητα και τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Αποτυπώνεται με την επένδυση στην εικονική αγωνιστικότητα, τη δημιουργία εντυπώσεων, τη «φασαρία» και τις «έντονες αγωνιστικές κορώνες» σε περιόδους νηνεμίας. Αντίθετα σε περιόδους που διαφαίνονται ή κυοφορούνται τοπικά ή κεντρικά ξεσπάσματα, κυριαρχεί η απροθυμία, η απαξίωση και η ανεμπιστοσύνη/φόβος στις δυνάμεις των εργαζόμενων μαζών. Στις περιπτώσεις που οι εξελίξεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο των δυνάμεών τους, η λάσπη, η ανοιχτή υπονόμευση έως και οι τραμπουκισμοί μπαίνουν σε πλήρη εφαρμογή.

Αποθέωση της αστικής νομιμότητας

Όσο κι αν προσπαθούν να βαφτίσουν το κρέας ψάρι, είναι δύσκολο να ξεχαστεί η κατάπτυστη στάση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ γύρω από την ψήφιση και εφαρμογή του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκη (4808/2021), που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ήταν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ μαζί με τον επίσημο υποταγμένο συνδικαλισμό της ΑΔΕΔΥ που, σύμφωνα με την υπόδειξη της ΓΣΕΕ, πήραν πίσω και ακύρωσαν τη διαφαινόμενη μαζική απεργία στις 3 του Ιούνη 2021, πριν την ψήφιση του νόμου. Ήταν οι ίδιες δυνάμεις που μετά την ψήφιση, πρωτοστάτησαν στην ενσωμάτωση των αγωνιστικών διαθέσεων επιβάλλοντας την εργασιακή ειρήνη μέσα από το σύνθημα «ο νόμος θα μείνει στα χαρτιά». Σήμερα η κυβέρνηση και το κεφάλαιο εφαρμόζουν κατά ριπάς και επεκτείνουν τις πτυχές του νόμου που σχετίζονται με τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, την επιχείρηση κρατικού ελέγχου των συλλογικών οργάνων και την ποινικοποίηση της συνδικαλιστική δράσης. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ είτε σφυρίζουν αδιάφορα και επιλέγουν να μην εμπλακούν σε κινήσεις που δεν μπορούν να ελέγξουν (βλέπε διώξεις εκπαιδευτικών και αξιολόγηση) ή, σε κάποιες περιπτώσεις, επιλέγουν να είναι ο βασικός φορέας εφαρμογής της νομιμότητας (βλέπε εφαρμογή των ηλεκτρονικών καλπών). Αν σε κάποιους προκαλεί γέλια η ευφάνταστη ατάκα της ΕΣΑΚ στο ΣΜΤ Μακεδονίας ότι η εφαρμογή των ηλεκτρονικής κάλπης στις πρόσφατες εκλογές του σωματείου αποτελεί «ελιγμό αντεπίθεσης», στην πραγματικότητα καταδεικνύει πόσο κατάφορα κυνικοί μπορούν να γίνουν όταν ΠΡΕΠΕΙ να επιβάλουν τη νομιμότητα.

Το ζήτημα της «νομιμότητας/νομιμοφροσύνης», σε όλες τις εκφάνσεις του, για τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, αποτέλεσε και αποτελεί ίσως μια από τις σημαντικότερες κόκκινες γραμμές που ΔΕΝ μπορούν να ξεπεραστούν. Η όλη συζήτηση γύρω από τη νομιμότητα, τα όριά της και τη στάση της κάθε πολιτική και συνδικαλιστικής δύναμης παίρνει νέες διαστάσεις όσο η αντεργατική πολιτική επεκτείνεται και η εργασιακή βαρβαρότητα γίνεται όλο και πιο «νόμιμη». Επίσης για το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο «περίπλοκα» ή -πιο σωστά- πιεστικότερα, όσο οι επίσημες συνδικαλιστικές δυνάμεις εντός των εργασιακών χώρων υποχωρούν και ο ρεφορμισμός διεκδικεί για τον εαυτό του αναβαθμισμένο ρόλο «νέου» επίσημου συνομιλητή.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η γραμμή της ταξικής ειρήνης επιβάλει κατευθύνσεις και όρια στις διεκδικήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με την απογείωση των δικαστικών αγώνων και της νομικής οδού όπου τα σωματεία και οι εργατικοί αγώνες λειτουργούν συμπληρωματικά και σαν κομπάρσοι. Για να φτάσουμε στο σημείο οι δυνάμεις του ρεφορμισμού να αποτελούν τους βασικούς θεματοφύλακες της νομιμότητας μέσα στους εργασιακούς χώρους. Η απαρέγκλιτη στοίχιση πίσω από την εφαρμογή του αντιδραστικού πλαισίου ελέγχου των σωματείων του νόμου 1264/1982 (ανοιχτή υπεράσπιση των καλπονοθευτικών διατάξεων) έρχεται σταδιακά να δώσει τη θέση της στο ανανεωμένο πλαίσιο ελέγχου του νόμου Χατζηδάκη 4808/2021.

Κοινοβουλευτικές αυταπάτες, αποφυγή της μάχης και αναζήτηση «ευκαιριών»

Καθοριστικό ρόλο στην πολιτική που ασκεί το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ αποτελεί η στάση «υπεύθυνης κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης». Οι «ολοκληρωμένες» και «υπεύθυνες» προτάσεις, οι προγραμματικές θέσεις μιας «άλλης» διαχείρισης, μιας «άλλης» οικονομίας, που βέβαια σύμφωνα πλέον με το ΚΚΕ θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και άμεσα από μια άλλη κυβέρνηση, βάζουν το εργατικό κίνημα σε ρόλο κομπάρσου, κλακαδόρου της επίσημης κοινοβουλευτικής πάλης. Τι άλλα χαρακτηριστικά θα μπορούσε να έχει η πρόσφατη (Δεκέμβρης 2024) πρόταση νόμου του ΚΚΕ για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, την οποία στήριξαν και υπέγραψαν 627 συνδικαλιστικές οργανώσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα; Με την πρόταση νόμου «καταργούνται όλες οι αντεργατικές διατάξεις» των εργασιακών νόμων από τα μνημόνια μέχρι σήμερα, «διασφαλίζονται πλήρως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις», «αποκαθίσταται ο 13ος και 14ος μισθός στο δημόσιο» και άλλα παρόμοια. Όσο το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ καταργούσε την επίθεση «με έναν νόμο και ένα άρθρο», η κυβέρνηση προωθούσε το νομοσχέδιο για τον κατώτατο μισθό χωρίς υπαρκτές αντιδράσεις, «χωρίς να ανοίξει ρουθούνι».

Σε συνέχεια της ίδιας λογικής και με δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση και το κεφάλαιο προωθούν τη διάλυση των ωραρίων, την κατάργηση του οχταώρου και την επέκταση του εργάσιμου χρόνου ως και τις 13 ώρες τη μέρα, οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, όπως επίσης και το σύνολο των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προωθούν ως κεντρικό αίτημα τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, το 7ωρο-35ωρο. Σε εργασιακούς χώρους όπως αυτοί της κατασκευής και ενώ η εργοδοσία του κλάδου έχει από καιρό καθιερώσει τις 10-12 ώρες τη μέρα και τις 6 μέρες την εβδομάδα, η ομοσπονδία οικοδόμων διεκδικεί 7ωρο-35ωρο. Πόσο μακριά άραγε μπορεί να βρίσκεται το «αίτημα» από την πραγματική διεκδικητική δυνατότητα ενός κλάδου; Πού αλήθεια αποσκοπεί η παραπάνω πολιτική ακροβασία; Θα λέγαμε πως μια τέτοια τακτική εξυπηρετεί τη ζύμωση και προπαγάνδα γενικώς δίκαιων αιτημάτων χωρίς συγκεκριμένα και άμεσα καθήκοντα. Αιτήματα που κουμπώνουν «φούστα-μπλούζα» με την αποφυγή της σύγκρουσης και τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των προτάσεων νόμων που καταργούν την επίθεση και την εργασιακή βαρβαρότητα.

Οι ιδεολογικές αναφορές στο ζήτημα της «επιλογής» αιτημάτων δεν θα μπορούσαν να λείπουν, τόσο σε σχέση με το ίδιο το αίτημα και την προέλευσή του (βλέπε τη σχέση της μείωσης εργάσιμου χρόνου με τη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων), όσο και σε σχέση με το πώς το κάθε αίτημα συμβάλει ή όχι στην όξυνση αντιθέσεων αλλά και στην ενίσχυση, ενεργοποίηση, μαζικοποίηση του μπλοκ αγώνα σε ενεστώτα χρόνο.

Η υπόθεση των ΣΣΕ και ο χαρακτήρας της πάλης των σωματείων τα τελευταία χρόνια για την επανακατάκτησή τους έχει έντονα στοιχεία της παραπάνω παραδοχής. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, που εμφανίζονται να πρωτοστατούν σε ένα τέτοιο αγώνα, για άλλη μια φορά κινούνται με χαρακτηριστικά γενικής ζύμωσης και προπαγάνδας, χωρίς στην πραγματικότητα να επιδιώκουν ή να μπορούν να διαμορφώσουν όρους αντιπαράθεσης που να μπορούν έστω να κατορθώσουν σε κάποιους κλάδους να υπογραφούν ΣΣΕ με αυξήσεις στους μισθούς και διεύρυνση δικαιωμάτων. Είναι βέβαιο ότι η συντονισμένη επανεκκίνηση ανάδειξης του ζητήματος των ΣΣΕ τα τελευταία χρόνια από δυνάμεις όπως αυτές του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ μετά τις τεράστιες ανατροπές των μνημονίων, δεν συνέπεσε τυχαία με την πρωτοβουλία της Ε.Ε. και κατά συνέπεια της κυβέρνησης να ανακατέψει ξανά την τράπουλα. Η ευρωπαϊκή οδηγία για τις ΣΣΕ, που αποτέλεσε τη βάση για τον νόμο για τον κατώτατο μισθό και για το νομοσχέδιο που ετοιμάζεται στο έδαφος της «κοινωνικής συμφωνίας» για τις ΣΣΕ ώστε να εξυπηρετήσει ξανά την αντεργατική επίθεση, δημιούργησε βλέψεις «ευκαιρίας» έως και αυταπάτες για πιθανές θετικές πλευρές.

Εικονικοί αγώνες και εικονικές ανατροπές

Γράφουμε συχνά ότι οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ επενδύουν στην «φασαρία» προσπαθώντας να διαμορφώσουν μια εικονική αγωνιστικότητα που τις περισσότερες φορές βρίσκεται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μας, είναι εντελώς διαφορετικό να βλέπεις τα γεγονότα με αισιοδοξία και να τονίζεις τη δυναμική της κάθε κίνησης ή πρωτοβουλίας και άλλο να προωθείς μια εντελώς εικονική πραγματικότητα που αργά ή γρήγορα θα προσκρούσει στον πραγματικό συσχετισμό με πολύ αρνητικές συνέπειες για κάθε εμπλεκόμενο. Το βασικό πρόβλημα της παραπάνω τακτικής όμως δεν βρίσκεται στο πόσο μισοάδειο ή μισογεμάτο βλέπει ο καθένας το ποτήρι. Βρίσκεται στο ότι η «φασαρία» και η «εικονική αγωνιστικότητα» είναι οι «έξοδοι κίνδυνου» μιας κατεύθυνσης που δεν θέλει να συγκρουστεί τόσο με τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης, όσο και με την αντεργατική επίθεση.

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την προώθηση του νέου αντεργατικού νόμου Κεραμέως, που πέρασε για άλλη μια φορά με μικρές ή και ελάχιστες αντιδράσεις δείχνουν εμφατικά του λόγου το αληθές. Οι δύο απεργίες και το ένα απογευματινό συλλαλητήριο μέσα σε περισσότερους από έξι μήνες όπου η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει τις αντεργατικές της προθέσεις βρίσκονται πολύ μακριά από τις πραγματικές απαιτήσεις μιας δύσκολης κατά γενική ομολογία μάχης. Ωστόσο οι ανταποκρίσεις της περιόδου, οι βαρύγδουπες ανακοινώσεις νίκης και αγωνιστικής αδιαλλαξίας όταν δεν συνοδεύονται από πραγματική οργάνωση και κίνηση των εργαζομένων μέσα από τα εργαλεία πάλης τους μόνο αυταπάτες και απογοήτευση μπορούν να παράξουν.

Σε ένα τέτοιο κλίμα, ένα νέο ερώτημα πλανάται στο εργατικό κίνημα: Οι πρωτιές του ΠΑΜΕ στην ΑΔΕΔΥ, το ΕΚΑ, το ΕΚΠ και άλλα εργατικά κέντρα ή ομοσπονδίες υποδηλώνουν θετικές ποιοτικές μεταβολές στο εργατικό κίνημα ή όχι; Αν μετρούσαμε τη δυναμική του εργατικού κινήματος με συνέδρους και αντιπροσώπους, όχι ότι δεν έχει και αυτό τη σημασία του, θα λέγαμε πως μπορεί κάτι να αλλάζει. Μια πιο προσγειωμένη ανάγνωση όμως θα αποκάλυπτε πως η σημαντική οπισθοχώρηση των αστικών δυνάμεων εντός των εργασιακών χώρων έχει αφήσει κενά που αναζητούν συμπλήρωση. Κενά που κατά βάση αφορούν τις ισορροπίες της «εργασιακής ειρήνης» και της διαμεσολάβησης ανάμεσα στην εργοδοσία και τις εργαζόμενες μάζες. Αντίστοιχα στο κεντρικό επίπεδο, η απόλυτη στοίχιση της ΓΣΕΕ με την κυβερνητική πολιτική και την επίθεση έχει αφήσει και εδώ παρόμοια κενά διαμεσολάβησης που ψάχνουν τρόπο να καλυφθούν. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, με επίκεντρο τις οργανωτικές τους δυνατότητες, έχουν αρπάξει την «ευκαιρία» και πορεύονται. Ωστόσο η επόμενη ημέρα της πρωτιάς στην ΑΔΕΔΥ με την πρώτη απεργία χωρίς απεργιακή συγκέντρωση δίνει το στίγμα για τη συνέχεια.

Τα βασικά ζητήματα του εργατικού κινήματος που βρίσκονται στη βάση, τις εργαζόμενες μάζες, τα εργαλεία πάλης και την προοπτική ανατροπής της υποχώρησης, της απαξίωσης και της αποσυγκρότησης, συνεχίζουν να μένουν αναπάντητα. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ ούτε θέλουν ούτε μπορούν να κινηθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση. Αποτελούν βασικούς φορείς της ανάθεσης μέσα στα σωματεία, στηρίζουν και προωθούν τη λογική των σωματείων-σφραγίδα, χωρίς γενικές συνελεύσεις και πολιτική λειτουργία, με επίκεντρο τα ΔΣ και τους εκλεγμένους συνδικαλιστές στην καλύτερη των περιπτώσεων και τη βάση στη γωνία, παρακολουθητή εξελίξεων και αποφάσεων. Αποτελούν φορείς μπλοκαρίσματος σημαντικών αγωνιστικών πρωτοβουλιών. Όποια κίνηση δεν εντάσσεται στο οργανωτικό και πολιτικό πλαίσιο του ΠΑΜΕ θεωρείται αντιπαραθετική και ξένη. Η περιχαράκωση και ο ηγεμονισμός δεν οφείλεται στο αίσθημα οργανωτικής υπεροχής, αλλά αποτελεί στοιχείο φόβου μπροστά σε ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει.

Η επίδραση των ρεφορμιστικών απόψεων

Την ίδια στιγμή μπορεί να βρει κανείς κοντινές ή και ίδιες αντιλήψεις τόσο σε οργανωτικά, όσο και σε πολιτικά ζητήματα στο σύνολο των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που παρεμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους. Οι ηγεμονισμοί στα πλαίσια των διάφορων «συντονισμών» και της κοινής δράσης συνεχίζουν να κυριαρχούν παρά τη σημαντική υποχώρηση των δυνατοτήτων τους να παράγουν πολιτικά γεγονότα. Ταυτόχρονα με το ανέβασμα των τόνων της αντιπαράθεσης προς τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ συνυπάρχει και ένα εμφανές δέος, που συχνά αποτυπώνεται με έναν πολιτικό και οργανωτικό ετεροκαθορισμό.

Στο επίπεδο της κατεύθυνσης, τα «συνολικά» πλαίσια πάλης, που αναπαράγουν ολόκληρο το πρόγραμμα της αντίστοιχης πολιτικής δύναμης, συνεχίζουν να αποτελούν προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε κίνηση. Μπορεί τα μεταβατικά προγράμματα και οι μεταβατικές κυβερνήσεις να προσέκρουσαν με φόρα στην πραγματικότητα της «πρώτη φορά αριστεράς», όμως τα στοιχεία που τα συνθέτουν (εθνικοποιήσεις, εργατικός έλεγχος, λιγότερη δουλειά-δουλειά για όλους) συνεχίζουν να σπέρνουν αυταπάτες για τον ρόλο του κράτους και τα χαρακτηριστικά του αγώνα για την ανατροπή της επίθεσης.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

08 Φεβρουαρίου 2026

Καλαμάτα: Εξόρμηση μπροστά στην Πανελλαδική Σύσκεψη της Ταξικής Πορείας

0

Το Σάββατο 7 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκε εξόρμηση στην Καλαμάτα, με το 4σελιδο, το εφημεριδάκι και την αφίσα, ενόψει της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής Πορείας στις 14 και 15 Φλεβάρη, στην Αθήνα. Η εξόρμηση ξεκίνησε απ' την κεντρική λαϊκή αγορά της Καλαμάτας, που βρίσκονταν σε ώρα αιχμής. Εκεί, η ανταπόκριση του κόσμου στο να πάρει τα έντυπα που μοιράζονταν, ήταν ιδιαίτερα καλή, ενώ με ευκολία ανοίγονταν και συζητήσεις. Ενδεικτικά σημεία του προβληματισμού και της έκφρασης αρκετών ανθρώπων που συναντήσαμε: Το ερώτημα του "τι να κάνουμε" απέναντι στη μαυρίλα που ζούμε. Το αν και τι μπορεί να κάνει ο λαός, αλλά και, γενικά, οι λαοί, απέναντι σ' αυτή την κατάσταση. Η χλεύη απέναντι στον Παναγόπουλο και στους εργατοπατέρες. Το αν και σε τι φάση βρίσκεται η πολιτική συγκρότηση/ανασυγκρότηση του ρεύματος απ' το οποίο προήλθε η Ταξική Πορεία. Πολλά και κρίσιμα ερωτήματα και ζητήματα, που αναδείχθηκαν σε μια απλή επαφή με τον λαϊκό κόσμο!

Η εξόρμηση συνεχίστηκε στους κεντρικούς δρόμους της Καλαμάτας, με μοίρασμα του 4σελιδου και αφισοκόλληση, με γενικά ευμενή ανταπόκριση.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

07 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Πώς βλέπουν οι εργαζόμενοι τα σωματεία

0

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας.

Η προσπάθεια ανασύστασης των σωματείων απαιτεί την ανατροπή της αντίληψης που κυριαρχεί στους
εργαζόμενους για τα σωματεία και την εμπλοκή τους με αυτά.

Προφανώς και η εικόνα που περιγράφει το πώς αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι τα σωματεία δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι ενιαία. Παρ’ όλα αυτά, μια «γενική» εικόνα αναγκαστικά έχει τη σφραγίδα του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες και τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της αστικής τάξης. Με αυτή την έννοια, οι νίκες του συστήματος έχουν κατορθώσει σε μεγάλο βαθμό να υιοθετούνται συστημικές απόψεις για το τι είναι συνδικαλισμός. Είναι απόλυτα εξηγήσιμη -σε συνθήκες άγριας επίθεσης και δεξιάς μετατόπισης του πολιτικού σκηνικού, κυριαρχίας ιδεολογικών αφηγημάτων για τη ματαιότητα του συνδικαλισμού που χτίζεται με μπόλικο αντικομμουνισμό- η μη εμπλοκή της πλατιάς μάζας των εργαζομένων με τα συνδικάτα.

Η πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός σωματείων

Μία μικρή μειοψηφία (20%-25%) εργαζομένων είναι γραμμένη σε καταλόγους σωματείων. Διαφορετική είναι η εικόνα στα σωματεία του δημοσίου λόγω των μικρότερων «προς ώρας» επιπτώσεων για τους εργαζόμενους, της πορείας συγκρότησής τους, των σχέσεων των συνδικάτων με το κράτος. Η εικόνα όμως είναι κοινή και για τους δύο χώρους αν εξετάσουμε όχι απλά την καταγραφή σε καταλόγους, αλλά την πραγματική έννοια του εργαζόμενου-μέλους που συνδικαλίζεται. Η πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός σωματείων και, από τη μια οι όροι της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής πραγματικότητας τη σπρώχνουν να ενωθεί και να οργανωθεί, αλλά από την άλλη, πρέπει να ανατρέψει τις απόψεις που λοιδορούν τα συνδικάτα και τα θεωρούν εμπόδια στο «στρώσιμο» της ζωής ενός εργαζόμενου. Ιδιαίτερα αυτού που κάνει τα πρώτα βήματα και δεν έχει κινηματικές προσλαμβάνουσες λόγω ηλικίας και αρνητικού πολιτικού συσχετισμού. Ιδιαίτερα οι νέοι εργαζόμενοι που βρίσκονται σε εργασιακή περιπλάνηση στην προσπάθεια να επιτύχουν καλύτερες συνθήκες μέσα στον εργασιακό μεσαίωνα, αντιμετωπίζουν με μεγάλη καχυποψία τα σωματεία και όσους συνδικαλίζονται.

Όσο πιο μαζικός και με στοιχεία μονιμότητας είναι ένας εργασιακός χώρος, τόσο πιο εύκολα κατανοείται η αναγκαιότητα συσπείρωσης των εργαζομένων. Είναι λογικό η θέση στην παραγωγή και οι όροι εργασίας (επισφάλεια, όχι μονιμότητα, ημιαπασχόληση κτλ.) να επιδρούν καταλυτικά στον τρόπο που βλέπουν οι εργαζόμενοι την εργασία και κατά συνέπεια τον τρόπο που υπερασπίζονται το δικαίωμα σε αυτήν και παλεύουν για τη βελτίωσή της. Παρ’ όλο λοιπόν που εργαζόμενοι με χρόνια προϋπηρεσίας έχουν εμπειρίες από αγώνες, η χειροτέρευση των όρων επιβίωσης για την εργατική τάξη δημιουργεί αίσθηση ματαιότητας για κάθε προσπάθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης και πάλης.

Αν και τα παραπάνω είναι πολύ αρνητικά δεδομένα, θα πρέπει να συμπληρωθούν από το εξής: Ο κάθε εργαζόμενος, είτε είναι μέλος σωματείου είτε δεν έχει γραφτεί ποτέ του, αντιλαμβάνεται ότι η εργοδοσία βλέπει εχθρικά την ίδρυση σωματείου εκεί που δεν υπάρχει. Ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις που η εργοδοσία συμβάλλει στην ύπαρξη εργοδοτικών σωματείων, οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται ότι η έννοια του σωματείου είναι ξένη προς το κεφάλαιο.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο που είναι συνυφασμένη με το καπιταλιστικό σύστημα, η επίθεση στο σύνολο των εργαζομένων, τους σπρώχνει σε αναζήτηση δρόμων αντίστασης και διεκδίκησης. Σημαντικό στοιχείο της περιόδου που διανύουμε είναι η ένταση με την οποία η κυβέρνηση για λογαριασμό του συστήματος χτυπάει τα σωματεία σφίγγοντας πάνω τους τη θηλιά του κράτους με συνεχείς νόμους και διώξεις, που στόχο έχουν τον περιορισμό της δράσης των σωματείων. Αυτό είναι κάτι που καταγράφεται, επίσης, στα μάτια των εργαζομένων.

Σε απόσταση από τα σωματεία τα μέλη τους

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα κομμάτι εργαζομένων που βρίσκεται καταγεγραμμένο σε σωματεία. Αντιλαμβάνεται τη σχέση του με αυτά από «αρκετά μακριά» (με εξαιρέσεις περιόδους που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις). Η σχέση είναι τόσο «μακρινή» εξαιτίας της πολύ περιορισμένης δράσης των συνδικάτων. Δράση που οι εργαζόμενοι δεν μαθαίνουν από τη δική τους συμμετοχή, αλλά από ενημερώσεις των διοικήσεών τους.

Σε χώρους δημοσίου, οι εργαζόμενοι σε μη κινηματικές περιόδους αντιμετωπίζουν τις διοικήσεις ως γραμματείες ενημέρωσης για τους νόμους και τους κανονισμούς γύρω από συντάξεις και διάφορα άλλα εργασιακά δικαιώματα. Φυσικά αυτό μεταφράζεται και στον τρόπο συμμετοχής-παρατήρησης των αραιών συνελεύσεων, αλλά και στον τρόπο που συμμετέχουν στη βασική σωματειακή λειτουργία η οποία είναι η ίδια στον δημόσιο όπως και στον ιδιωτικό τομέα, οι εκλογές.

Η υποχώρηση της πολιτικής προσέγγισης μεταφράζεται σε μια ψήφο-σχέση που, στην καλύτερη, ο εργαζόμενος βλέπει το σωματείο ως δυνατότητα να εκφράζεται μέσα από κάποιους εκπροσώπους που θα έχουν τον νου τους και θα ενημερώνουν, θα προσπαθούν να βελτιώνουν τις συνθήκες, θα αναλαμβάνουν να εκφράζουν αυτοί τις επιδιώξεις των υπολοίπων εργαζομένων. Με μια αναλογία στον ιδιωτικό τομέα, που συχνά η εμπλοκή είναι ακόμη πιο «από μακριά», τα συνδικάτα αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως γραφεία εργατολόγων.

Μια σημαντική υπενθύμιση για την παραπάνω εικόνα είναι πως αυτά τα στοιχεία σε καμία περίπτωση δεν είναι ιδιοτροπίες της εργατικής τάξης που επιδιώκει να λύσουν άλλοι τα ζητήματά της, αλλά αποτυπώματα της κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας που μεταφέρεται στους χώρους δουλειάς είτε «άμεσα» μέσω του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, είτε «έμμεσα» μέσω της σφραγίδας του ρεφορμισμού κυρίως (ΠΑΜΕ).

Ενδεικτικό στοιχείο του πώς αποτυπώνεται αυτή η σχέση των εργαζομένων με τα συνδικάτα, είναι η οικονομική συνδρομή των μελών. Η χρηματοδότηση των συνδικάτων δείχνει τον βαθμό αυτονομίας από το κράτος, όμως εδώ αυτό που βασικά μας απασχολεί είναι πως είναι σχεδόν ανύπαρκτα τα σωματεία που ζουν από τις συνδρομές των μελών τους. Η συνδρομή αντιμετωπίζεται με μία «τακτοποίηση» που στην καλύτερη περίπτωση γίνεται στις εκλογές των σωματείων ή στη χειρότερη ποτέ.

Στους αγώνες χτίζονται τα όργανα των εργαζομένων

Σε σωματεία που κινητοποιούνται, οι εργαζόμενοι τροποποιούν την εικόνα τους γι’ αυτά. Επίσης, ένα προοδευτικό δυναμικό εργαζομένων και σε περιόδους ύφεσης παλεύει να ενεργοποιήσει, να ζωντανέψει τις διαδικασίες, να τροποποιήσει την έννοια του σωματείου και κατ’ επέκταση την αντανάκλαση στα μάτια των υπόλοιπων εργαζομένων. Η δύναμη της συλλογικής μαζικής κινητοποίησης σε χώρους βελτιώνει την εμπλοκή, την οργάνωση, τη λειτουργία των σωματείων, τροποποιεί ακόμα και την εικόνα που αποκρυσταλλώνεται στις διοικήσεις. Cosco, efood, Μαλαματίνα και πολλοί μικροί και μεγάλοι αγώνες, αποδεικνύουν τα παραπάνω.

Το σημαντικό κομβικό πολιτικό στοιχείο είναι πως ακόμη και σε όλους αυτούς τους αγώνες, κάποια σοβαρά αρνητικά δεδομένα, όπως η λογική της ανάθεσης, επιβιώνουν και αναπαράγονται ακόμη και μέσα σε μαζικούς και μαχητικούς αγώνες, ως αποτέλεσμα της χρόνιας κυριαρχίας του ρεφορμιστικού και αστικού προσανατολισμού και περιεχομένου της πάλης.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η έννοια του μέλους ενός συνδικάτου συνδέεται με τις πολιτικές αντιλήψεις που κυριαρχούν. Αυτές είναι που καθορίζουν τους στόχους του και τον τρόπο που λειτουργεί και κινείται. Η «από τα μακριά» σχέση που επικρατεί τόσο στους εργαζόμενους που είναι μέλη σε κάποιο σωματείο όσο και (πολύ περισσότερο) σε αυτούς που δεν είναι, διαιωνίζεται στη βάση της κυριαρχίας των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων, που θέλουν τα συνδικαλιστικά όργανα στην υπηρεσία του συστήματος και των πολιτικών-κομματικών τους σχεδιασμών, όχι όργανα οργάνωσης και αγώνα των εργαζομένων. Είναι ενδεικτικό της κατάστασης αποσυγκρότησης το γεγονός ότι ακόμη και στις εκλογές, που είναι η κατεξοχήν επαφή κάποιου με το συνδικάτο του, παραμένει ανοιχτό το ποιος είναι μέλος, μέχρι πότε είναι αν απολυθεί κ.ο.κ.

Στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση βρίσκεται η προοπτική για τους εργαζόμενους. Για να ανατραπεί η κυρίαρχη αντίληψη των εργαζομένων για τα σωματεία, πρέπει αυτά να γίνουν όργανα δικά τους, με ουσιαστική λειτουργία και με στόχο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και τη συγκρότηση των αγώνων τους. Αλλά και αντίστροφα: για να μπορεί ένα σωματείο να λειτουργεί και να υπηρετεί τις ανάγκες των εργαζομένων, χρειάζεται την ενεργή συμμετοχή τους. Μια διαδικασία που μπορεί να αναπτυχθεί μόνο στη βάση της πάλης ενάντια στην εργοδοσία και την αντεργατική πολιτική.

  

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

04 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Η κατάσταση των συνδικάτων

0

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας. 

Η περίοδος που διανύουμε, με βάση τις εξελίξεις, είναι τέτοια που απαιτείται η συζήτηση γύρω από την κατάσταση των σωματείων. Οι απαντήσεις σε ζητήματα που υπάρχουν γύρω από αυτή την κατάσταση, μπορούν να ενισχύσουν ένα ολόκληρο δυναμικό εργαζομένων που στις άγριες σημερινές εργασιακές συνθήκες αποφασίζει τίμια και με ανιδιοτέλεια να κάνει συνδικαλιστικά βήματα συγκρότησης.

Είναι σημαντικό αυτό γιατί τα συνδικάτα που συναντά ο εργαζόμενος που «κάνει το βήμα», απέχουν πολύ στην πράξη απ’ το να αποτελούν τη συγκρότηση που γεννήθηκε απ’ την ανάγκη της εργατικής τάξης να διαπραγματευτεί με το κεφάλαιο καλύτερους όρους δουλειάς και ζωής. Απέχουν πολύ στην πράξη απ’ το να θυμίζουν όργανα πάλης και μάλιστα συλλογικής και όχι ατομικής διεκδίκησης.

Αν θέλαμε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, οφείλουμε να έχουμε ως δεδομένο ότι η κατάσταση των συνδικάτων σήμερα, αλλά και πάντα, ήταν, είναι και θα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κατάσταση του εργατικού κινήματος και τον βαθμό συγκρότησης της εργατικής τάξης. Η κατάσταση και η ισχύς τους είναι αντανάκλαση του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας, της αστικής τάξης, και τις δυνάμεις της εργατικής τάξης και των εργαζομένων συνολικά.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

01 Φεβρουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Το νέο τοπίο για τους εργαζόμενους στην Περίθαλψη

0

 Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας. 

 

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι των δημόσιων νοσοκομείων αποτελούν σημαντικό τμήμα των εργαζομένων
του δημόσιου τομέα και βιώνουν την επίθεση του συστήματος με αντίστοιχο τρόπο αλλά και με τις ιδιαιτερότητες που διαμορφώνονται από το ότι στον χώρο δουλειάς τους ο λαός αναζητά την περίθαλψή του. Ως εργαζόμενοι βρίσκονται μπροστά στις συνέπειες της επίθεσης στα εργασιακά τους δικαιώματα, όσο και στο χτύπημα στο δικαίωμα του λαού για ίση πλήρη και δωρεάν περίθαλψη. Επίθεση διμέτωπη, που εκφράζεται ενιαία ως σύμπλοκο και παράγει άλυτες έξω από την πάλη αντιθέσεις που επιδεινώνουν τους όρους δουλειάς και ζωής των υγειονομικών εργαζομένων.

Παρά την ένταση της επίθεσης και τις επιτυχίες της, καθώς και την επί του παρόντος αδυναμία των εργαζομένων συγκρότησης ικανών όρων αντίστασης σε αυτή, είναι σημαντικό ότι, αναφορικά με τα εργασιακά δικαιώματα στα δημόσια νοσοκομεία, η μόνιμη και σταθερή δουλειά αποτελεί δεδομένο και σημείο αναφοράς των εργασιακών όρων. Όπως επίσης η παροχή περίθαλψης σε αυτά, παρά τις εκτεταμένες και διευρυνόμενες «αιρέσεις», παραμένει με σημείο αναφοράς το ΔΩΡΕΑΝ δικαίωμα. Αυτά τα σημεία αναφοράς στην παρούσα φάση της διαμόρφωσης της εργασιακής ζούγκλας, της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και της προσαρμογής στις απαιτήσεις που επιβάλλει ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός με εκτίναξη, μεταξύ άλλων, των πολεμικών εξοπλισμών, βρίσκονται αμφότερα στο στόχαστρο της επίθεσης του συστήματος αποτελώντας ουσιαστικά «ξένα σώματα» στη φύση του και τις ανάγκες του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μπορεί εύκολα να ξεμπερδεύει με αυτά έχοντας να διαχειριστεί τη δυσφορία των «από κάτω» αλλά και τις συνέπειες της γενικότερης όξυνσης των αντιθέσεων που παράγει στο σύνολό της η πολιτικής του συστήματος.
Συνεχής επιδείνωση στα δημόσια νοσοκομεία

Με μια σειρά νόμων, η κυβέρνηση της ΝΔ, προχωρώντας την πολιτική της επίθεσης, αναδιαμορφώνει συνεχώς τα δημόσια νοσοκομεία σε μια συνεχή επιδείνωση των εργασιακών όρων των υγειονομικών και των όρων περίθαλψης του λαού. Η χρόνια αδιοριστία, η καθήλωση των μισθών μπροστά στην ακρίβεια, η στέρηση του 13ου και 14ου μισθού, η εφαρμογή της αξιολόγησης, ο νόμος για τον «προσωπικό γιατρό», ο νόμος για τα απογευματινά χειρουργεία, η λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», η επέκταση των εργολαβιών, η παύση των δευτερογενών διακομιδών από το ΕΚΑΒ, η αλλαγή του συστήματος των εφημεριών στην Αττική, ο υγειονομικός χάρτης του μοντέλου κόμβος-ακτίνα, η εφαρμογή των ηλεκτρονικών συστημάτων ενοποιημένων νοσηλίων (DRG), το βραχιολάκι των ΤΕΠ, το νέο πειθαρχικό καθώς και η επιρροή των κεντρικών αντεργατικών νόμων, όλα, ανεξάρτητα της έκτασης και του βάθους της επιρροής και «επιτυχίας» τους, συνέβαλαν σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Το αφήγημα της κυβέρνησης για την αύξηση της χρηματοδότησης, των καινοτομιών των ηλεκτρονικών συστημάτων, των ανακαινίσεων των ΤΕΠ και των από ετών αναμενόμενων νοσοκομείων δωρεάς ιδρύματος Νιάρχου, προσπαθεί να συγκαλύψει ακριβώς αυτή την πολιτική της επίθεσης την ίδια στιγμή που ταΐζει ημέτερους εργολάβους, χτυπάει δικαιώματα, εντείνει τη φασιστικοποίηση και προετοιμάζει το πεδίο συνέχισης των επιδιώξεών της. Η όποια αύξηση χρηματοδότησης, που διατυμπανίζει ο υπουργός Γεωργιάδης, αφορά απορρόφηση κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και χρηματοδότησης εργολαβιών που χρησιμεύουν στην εντατικοποίηση των εργαζομένων και τον κεντρικό έλεγχο του υπουργείου και μετατρέπουν τα νοσοκομεία σε ιδρύματα λειτουργίας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ενώ παράλληλα μειώνονται οι δαπάνες για προσωπικό. 

Οι όροι δουλειάς

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι δουλεύουν σε ένα εντατικοποιημένο περιβάλλον εργασίας ως αποτέλεσμα της υποστελέχωσης. Καλύπτουν διπλά και τριπλά πόστα ανά βάρδια, απανωτές βάρδιες πρωί-νύχτα, εφημερίες χωρίς ρεπό, έχοντας δεκάδες ωφελούμενα ρεπό και άδειες. Το μαστίγιο της αξιολόγησης και το αφήγημα «να βγει το πρόγραμμα» επιβάλλει αυτούς τους όρους, με τις μετακινήσεις να είναι το στοιχείο που προστέθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία. Οι μισθοί εξανεμίζονται από την ακρίβεια, στοιχείο που και το ίδιο το υπουργείο έχει αναγκαστεί να αναγνωρίσει επίσημα. Ο Γεωργιάδης παραδέχθηκε δημόσια ότι οι μισθοί των νοσηλευτών είναι πολύ χαμηλοί. Οι οποίοι, ωστόσο, είναι από τους υψηλότερους στον χώρο, αφού οι τραυματιοφορείς, οι εργαζόμενοι στη σίτιση, στη διανομή, στην καθαριότητα, στη φύλαξη, όντας συμβασιούχοι ή εργολαβικοί, λαμβάνουν πολύ λιγότερα, με πολλούς από αυτούς να εργάζονται και σε δεύτερο εργοδότη για να συμπληρώσουν εισόδημα επιβίωσης. Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι, χωρίς να είναι ενταγμένοι στα «βαρέα και ανθυγιεινά», βρίσκονται σε υγειονομικά επισφαλή χώρο εργασίας και αυτό αφορά όλους όσοι εργάζονται στον χώρο ανεξαρτήτως ειδικότητας. Την ίδια στιγμή, ο χαρακτήρας της εργασίας τους και οι συνθήκες που επικρατούν δεν εκθέτουν σε κίνδυνο μόνο τους ίδιους τους εργαζόμενους αλλά και τους ασθενείς που δέχονται τις υπηρεσίες. Τον τελευταίο χρόνο, από πλευράς υπουργείου με όχημα το αφήγημα της «ατομικής ευθύνης» και για να αποπροσανατολίσουν από τις ευθύνες της πολιτικής τους, έχει ξεκινήσει μια κατεύθυνση διώξεων και ενοχοποίησης των εργαζομένων για τα «λάθη» που γίνονται στη δουλειά. Η τάση αυτή πήρε νέες διαστάσεις με τις διώξεις που υφίστανται οι ψυχίατροι για τη διαχείριση των «εισαγγελικών», που έφτασαν να προσάγονται την ώρα της εφημερίας. Επικρατούν, στο σύνολό τους, συνθήκες που απέχουν πολύ από τις «ήρεμες συνθήκες εργασίας» για τις οποίες φημιζόταν το δημόσιο και που, από την πανδημία και μετά, οδηγούν σταθερά ένα διακριτό σε πλήθος κομμάτι των εργαζομένων σε παραίτηση. Κάτω από τον ίδιο χώρο συνυπάρχουν η μονιμότητα με τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας, με τους συμβασιούχους και εργολαβικούς εργαζόμενους να ξεπερνούν το ¼ του συνόλου. Η πολιτική του συστήματος έχει επενδύσει στην πολυδιάσπαση των εργαζομένων ακόμη και εντός της ίδιας ειδικότητας, ώστε να υπονομεύεται η αντίληψη της κοινή μοίρας μεταξύ των εργαζομένων και η προοπτική κοινού αγώνα.

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι φορτώνονται δουλειά από την πλευρά της διοίκησης-εργοδοσίας και με την πίεση που δημιουργεί η ίδια η περίθαλψη. Στο έδαφος δηλαδή της πίεσης της υποστελέχωσης, του μαστιγίου της αξιολόγησης, της γραφειοκρατίας των διαδικασιών που υπηρετούν τη λειτουργία με λογική «εσόδων-εξόδων», την τρομοκρατία της «ατομικής ευθύνης», προστίθεται η επίκληση στο φιλότιμο της υπηρεσίας απέναντι στον πάσχοντα που ταλαιπωρείται. Γιατί η επίθεση στο δικαίωμα στην περίθαλψη έχει φτάσει οι υγειονομικοί να έχουν απέναντί τους ασθενείς που βασανίζονται με ώρες αναμονής στα επείγοντα, διακομίζονται από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, νοσηλεύονται σε ράντζα στους διαδρόμους με τους συγγενείς τους να αναλαμβάνουν χρέη νοσηλευτών και το πιθανότερο είναι η περίθαλψή τους να παραμείνει ανολοκλήρωτη και να εξέλθουν με οδηγίες για εξετάσεις ιδιωτικά για όποιον έχει να πληρώσει. Η συνθήκη αυτή φέρνει τον υγειονομικό να παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στην κούραση της δουλειάς και την αλληλεγγύη στον ασθενή. Συνθήκη εν πολλοίς άλυτη στη βάση των όρων που έχει επιβάλει το σύστημα, που όμως τροφοδοτεί σειρά αντιδραστικών αφηγημάτων που πριμοδοτούνται από το ίδιο. Όσο δεν κερδίζει έδαφος η γραμμή της αντίστασης, οι εργαζόμενοι παραμένουν επιρρεπείς σε απόψεις που βλέπουν τους ασθενείς σαν βάρος. «Έρχονται στο νοσοκομείο χωρίς λόγο» ή «οι συγγενείς είναι πρόβλημα όταν δεν φροντίζουν αυτοί τον ασθενή» ή «να πάρει εξιτήριο να αδειάσει το κρεβάτι», ως και την αποδοχή της ποινικοποίησης των επιθετικών συμπεριφορών αγανακτισμένων ασθενών και συγγενών από τις πολύωρες αναμονές στα επείγοντα. Τα φαινόμενα βίας που παρατηρήθηκαν ανάμεσα σε υγειονομικούς και ασθενείς είναι αποτέλεσμα της βίας του συστήματος και της πολιτικής του, που είναι πραγματικά υπεύθυνο για τις συνθήκες εργασίας και περίθαλψης.

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες υπονομεύουν την αναγκαία πάλη

Η διέξοδος και απάντηση στις ανάγκες των εργαζομένων για δουλειά με ανθρώπινους όρους και μισθούς που να καλύπτουν το κόστος ζωής, καθώς και για διεκδίκηση, στο πλάι του λαού, πλήρους και δωρεάν περίθαλψης για όλους, βρίσκεται στην οργάνωση της πάλης τους και του κινήματός τους στην κατεύθυνση της αντίστασης στην πολιτική του συστήματος. Ενός κινήματος που απαιτεί τη μαζική εμπλοκή των εργαζομένων, με ανάληψη της αρμοδιότητας από τους ίδιους μέσα από τα σωματεία τους και με απεργιακούς αγώνες για να αναμετρηθούν με την πολιτική της επίθεσης. Ουσιαστικά απαιτείται κεντρική πολιτική μάχη του κλάδου για τα ζητήματα αιχμής, που ωστόσο η οικοδόμησή της απαιτεί ξεπέρασμα όλων εκείνων που αποπροσανατολίζουν ή υπονομεύουν συνειδητά για λογαριασμό του συστήματος αυτή την κατεύθυνση.

Οι αγώνες των υγειονομικών μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν όρους ικανούς για την προοπτική αναμέτρησης. Ακόμη και η πανδημία που «έριξε τα φώτα» στα δημόσια νοσοκομεία δεν λειτούργησε σαν προωθητικό στοιχείο των αγώνων, αλλά αποτέλεσε καταλύτη της επίθεσης. Οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και ιδιαίτερα η ΠΟΕΔΗΝ με τη διακήρυξη της παύσης αγώνων αποτέλεσε όπλο στα χέρια της κυβέρνησης. Η κατάσταση που επικρατεί στα συνδικαλιστικά όργανα, με τον αστικό συνδικαλισμό (ΠΑΣΟΚ) να έχει το πάνω χέρι, αποτελεί βασικό ανάχωμα του συστήματος. Έχουν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον αποπροσανατολισμό και την απογοήτευση των εργαζομένων καθώς και στην αποσυγκρότηση αγωνιστικών διαδικασιών του κινήματος. Υπάρχουν και αναπαράγονται ως συνομιλητές με το σύστημα διεκδικώντας ρόλο σε κάθε φάση της επίθεσης για τον εαυτό τους και ξεπουλώντας τα δικαιώματα των εργαζομένων. Κατά καιρούς, όπως στην πανδημία με τις απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών, έγιναν και λαγοί της κυβερνητικής πολιτικής. Η τακτική τους συγκροτείται από μιντιακό κινιματισμό, γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, υπονόμευση των απεργιακών αγώνων και διασπαστικές κινήσεις συντεχνιακών διεκδικήσεων στις οποίες αυτοί πάντα βρίσκονται ως εκπρόσωποι και διαμεσολαβητές των εργαζομένων με το υπουργείο. Μπροστά στην ένταση της επίθεσης, την υποχώρηση των μαζικών αγώνων του κλάδου που χρησιμοποιούν ως διαπραγματευτικό χαρτί τους με την κυβέρνηση, και την πίεση που δέχονται και οι ίδιοι ως «σώμα» από την κυβέρνηση ακόμη και με διώξεις, έχουν λάβει το μήνυμα ότι το σύστημα δεν θα ανεχτεί στην παρούσα φάση οποιαδήποτε κινητοποίηση μπορεί να συμβάλει στην αστάθειά του. Αυτό έχει οδηγήσει τις ηγεσίες σε θέσεις ανοιχτής υποστήριξης της κυβερνητικής πολιτικής σε διάφορες πλευρές της, από την αξιολόγηση μέχρι τη στήριξη του Ισραήλ, δίνοντας την άνεση στον υπουργό να τους κερνάει γλυκά σε μέρα απεργίας. Η πρωτοκαθεδρία του αστικού συνδικαλισμού αναπαράγεται διατηρώντας μια κατάσταση στα σωματεία που εξυπηρετεί ακριβώς αυτό: τον παροπλισμό τους ως όργανα πάλης των εργαζομένων και την αναπαραγωγή των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Σε μικρούς συλλόγους νοσοκομείων κυρίως της περιφέρειας, ουσιαστικά πριμοδοτείται η πλήρης απραξία του σωματείου και η διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων ότι δεν έχουν να περιμένουν κάτι από αυτό. Στα μεγάλα νοσοκομεία, ο αστικός συνδικαλισμός διατηρεί δίκτυο ελέγχου-επιρροών στον χώρο δουλειάς λειτουργώντας ουσιαστικά ως το μακρύ χέρι της διοίκησης. Καταφέρνει μ’ αυτόν τον τρόπο να αναπαράγει και στο συνδικαλιστικό πεδίο αυτές τις σχέσεις, με χαρακτηριστική έκφραση τη μαζική συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες των σωματείων ενώ η συμμετοχή στις άλλες διαδικασίες τους είναι μικρή.

Ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός του ΚΚΕ, από την πλευρά του, δεν έχει κανέναν σκοπό να διαταράξει αυτή τη συνθήκη προς την κατεύθυνση της οργάνωσης του κινήματος των υγειονομικών εργαζομένων. Διεκδικεί καλύτερες θέσεις για τον ίδιο στο ίδιο καθεστώς αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης, χωρίς αυτό να έχει κάποια διαφοροποίηση στη «βάση» δηλαδή στην κατάσταση που βρίσκονται τα σωματεία, στην εμπλοκή και συμμετοχή των εργαζομένων, στην κατάσταση του κινήματος συνολικά. Το έχει καταφέρει με την πρωτοκαθεδρία του στην ΟΕΝΓΕ, όπου παρά τις χιλιάδες ψήφους που έλαβε πανελλαδικά και ιδιαίτερα στην ΕΙΝΑΠ, αυτό καμία σχέση δεν έχει με τις δυνατότητες των εργαζομένων να παλέψουν ενάντια στην κυβερνητική πολιτική. Ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός τα τελευταία χρόνια επένδυσε στην μιντιακή αντιπαράθεση με τον υπουργό Γεωργιάδη. Μια αντιπαράθεση που πραγματοποιείται από τα μέλη του ΚΚΕ-ΠΑΜΕ από τη μια και τον ανεκδιήγητο υπουργό από την άλλη και πάντα φυσικά μπροστά στις κάμερες ή τα social media. Μία τακτική που ωφέλησε αμφότερους να συσπειρώσουν το ακροατήριό τους. Ουσιαστικότερο είναι το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης, που ανακυκλώνεται γύρω από το αν το ΕΣΥ καταρρέει ή εκσυγχρονίζεται. Μια συζήτηση που από τη φύση της αφήνει τους εργαζόμενους αδρανείς και που ο ρόλος τους είναι να επιλέξουν με την ψήφο τους τον καλύτερο διαχειριστή του ΕΣΥ και του συστήματος συνολικά. Σε επίπεδο βάσης-σωματείου, είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάσταση δεν διαφοροποιείται σημαντικά όπου υπάρχουν συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕ. Σε κάποια σωματεία που έχει την πρωτοκαθεδρία, παρουσιάζει ως «μεγάλες νίκες» ό,τι προκύπτει μετά από συνεννόηση με τη διοίκηση, ενώ όπου έχει λίγες δυνάμεις υπονομεύει κάθε αγωνιστική κίνηση προτάσσοντας το «συνολικό» μοντέλο-πρόταση διαχείρισης της «αποκλειστικά δημόσιας δωρεάν υγείας».

Η υπεράσπιση του ΕΣΥ είναι το πεδίο που κινούνται και οι λοιπές ρεφορμιστικές δυνάμεις των μεταβατικών προγραμμάτων. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις τους από το ΚΚΕ, φέρουν την ίδια πλατφόρμα αντιλήψεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση του ΕΣΥ ως σύστημα και η βελτίωσή του όπως το φαντάζεται ο καθένας, είναι το έδαφος που συναντιέται ο ρεφορμιστικός με τον αστικό συνδικαλισμό και, κατά συνέπεια, με την ίδια την κυβέρνηση και το σύστημα. Η συζήτηση γύρω από το ΕΣΥ, πέραν του ότι συγκαλύπτει την ύπαρξη εργοδοσίας μέσα σε αυτό και την επίθεση που εξελίσσεται στο πλαίσιό του όπως περιγράφτηκε αρχικά, υπονομεύει και την αναγκαία ενεργοποίηση των ίδιων των εργαζομένων ως υποκείμενο στη διεκδίκησή των δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα που καθόλου δεν είναι εξασφαλισμένα στο πλαίσιο οποιουδήποτε ΕΣΥ. Η καταγωγή αυτών των ρεφορμιστικών αντιλήψεων βρίσκεται στη θεώρηση του κράτους σαν πεδίο ταξικής πάλης και στην υποστήριξη δυνατότητας ύπαρξης πιο «φιλολαϊκού» -αστικού- κράτους. Μπροστά στην ένταση της επίθεσης και τη φασιστικοποίηση που εξελίσσεται και με την αναδιαμόρφωση του κράτους άρα και του δημόσιου τομέα (διώξεις-πειθαρχικά-απολύσεις), οι δυνάμεις αυτές βερμπαλίζουν ενώ βρίσκονται εντελώς στον αέρα την ίδια ώρα που τσακίζονται δικαιώματα. Οι εκλογές του συστήματος είναι το πεδίο που ευελπιστούν όλες αυτές οι απόψεις να ενισχυθούν, άσχετα από την απόσταση που τις χωρίζει από την πραγματικότητα και τις ανάγκες των εργαζομένων.

Ανάγκη η συγκρότηση αντιστάσεων και όρων κεντρικής πολιτικής μάχης

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι της Ταξικής Πορείας, στους χώρους δουλειάς οφείλουν να παλεύουν την κατεύθυνση συμβολής στην οργάνωση της αντίστασης των εργαζομένων στην επίθεση του συστήματος, της υπεράσπισης και διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Κατανοώντας τη φύση και την ένταση της επίθεσης τόσο ως μέρους της συνολικής πολιτικής του συστήματος στο έδαφος του κλιμακούμενου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και της ταξικής επίθεσης του εξαρτημένου καπιταλισμού της χώρας μας, όσο και το πώς εξειδικεύεται στον χώρο σε κάθε στιγμή. Έχοντας καθαρή άποψη για τις συνθήκες που επικρατούν και τις δυνάμεις που ηγούνται στην παρούσα φάση στα συνδικαλιστικά όργανα και για τις επιδιώξεις και την αντιδραστική συμβολή των ρεφορμιστών στην ανάπτυξη της πάλης. Έχοντας αποσαφηνίσει τις ιδεολογικές γραμμές που συνδέονται με τα διάφορα αφηγήματα, συστημικά και ρεφορμιστικά, που υπάρχουν στον χώρο. Έχοντας εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του μαζικού εργατικού κινήματος και την πολιτικοποίησή του μέσα από πολύμορφες διαδικασίες, που δεν αφορούν μόνο τις κλαδικές συνδικαλιστικές διεκδικήσεις και το επίπεδο της ανάπτυξής τους. Πάνω από όλα, έχοντας αντικειμενική ανάγνωση της πραγματικότητας και των συνθηκών της ταξικής πάλης, να μετράμε τα όρια των δικών μας δυνατοτήτων. Ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί και να διευρύνουμε αυτές τις δυνατότητες. Βρισκόμαστε στη φάση που, την ίδια στιγμή που η πολιτικοσυνδικαλιστική δουλειά χρειάζεται να δίνει την κόντρα με τις συστημικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις για την υπεράσπιση της γραμμής της αντίστασης και της ανάγκης συγκρότησης όρων κεντρικής πολιτικής μάχης, οφείλει ταυτόχρονα να χτίζει τις εστίες αντίστασης που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης. Σε μια τέτοια συγκρότηση στην παρούσα φάση καμία άλλη διακριτή δύναμη δεν θέλει ούτε μπορεί να συμβάλει.

Παρεμβαίνουμε στους χώρους δουλειάς τις υπερασπιζόμενοι τους βασικούς άξονες της πάλης μας και ειδικά για τα νοσοκομεία:

  • Χαρακτηρισμό του χώρου ως ανθυγιεινού με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Με την αντίληψη ότι:
    • αποτελεί δικαίωμα όλων των εργαζομένων στον χώρο και στοιχείο ενιαιοποίησής τους
    • δεν αφορά ένα επίδομα αλλά το σύνολο των ζητημάτων που συνδέονται με την επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων εξαιτίας των συνθηκών στις οποίες εκτίθενται (όρια συνταξιοδότησης, ωράρια, ρυθμοί, χρόνοι ανάπαυσης κ.ά.)
    • είναι ζήτημα της πάλης των εργαζομένων και όχι πεδίο διαπραγμάτευσης-συνδιαλλαγής ή αναγνώρισης της «προσφοράς» ή αναπλήρωσης της «αδικίας» αναφορικά με την ύπαρξη του δικαιώματος στον ιδιωτικό τομέα
  • Κανένα κλείσιμο νοσοκομείου - Καμία συγχώνευση υγειονομικής μονάδας-κλινικής
  • Ίση Πλήρη Δωρεάν περίθαλψη για όλο τον λαό

 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

30 Ιανουαρίου 2026

Reel για την Πανελλαδική Σύσκεψη της Ταξικής Πορείας - 14 & 15 Φεβρουαρίου 2026.

0

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - 14 & 15 Φεβρουαρίου 2026.
 
Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ κάνει ανοιχτό κάλεσμα σε όλους τους εργαζόμενους, όλους τους ταξικούς αγωνιστές που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σαν κομμάτι της λύσης απέναντι στο πρόβλημα που λέγεται «καπιταλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση», να συμμετάσχουν στην Πανελλαδική Σύσκεψη που διοργανώνει το Σαββατοκύριακο 14-15 Φεβρουαρίου στην Αθήνα.
 
Τους καλούμε να συμμετάσχουν και να συμβάλουν στον διάλογο που θα ανοίξει ενόψει της σύσκεψης στην ιστοσελίδα της Ταξικής Πορείας (taxikiporeia.blogspot.com), προκειμένου να μοιραστούν την άποψή τους και τους προβληματισμούς τους.
 
Το πρόγραμμα της Σύσκεψης
 
14 Φεβρουαρίου (Έναρξη 14:00 μμ)
Το νέο τοπίο που έχει διαμορφώσει η επίθεση
στα εργατικά δικαιώματα
 
15 Φεβρουαρίου (Έναρξη 10:00 πμ)
Σε ποια βάση θα γίνει η ταξική ανασυγκρότηση
του εργατικού κινήματος;
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

29 Ιανουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη Ταξικής Πορείας - Εισηγητικό κείμενο: Η κατάσταση των εργαζομένων στο δημόσιο

0

 Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισηγητικό κείμενο της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής πορείας η  οποία θα πραγματοποιηθεί στις 14 & 15 Φεβρουαρίου, στην Αθήνα (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τίτλο "Μπροστά στην ανάγκη ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, κάθε εργαζόμενος κομμάτι της απάντησης". ΕΔΩ βρίσκονται τα εισηγητικά κείμενα της Σύσκεψης και παράλληλα, ανοίγει η διαδικασία διαλόγου. Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενα συμβολής σας στον διάλογο στο email taxikiporeia@gmail.com με την ένδειξη "Διάλογος". Τα κείμενα του διαλόγου θα δημοσιεύονται στον χώρο διαλόγου της ιστοσελίδας. 

Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση στους χώρους δουλειάς του δημοσίου έχει δραματικά επιδεινωθεί.

Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι πάνω από μια δεκαετία, με μικρά διαλείμματα δυο εφάπαξ

αυξήσεων, 70 ευρώ από 1/1/2024, και 30 ευρώ, περίπου, από 1/4/2025 λόγω της εφαρμογής του νόμου για τον κατώτατο μισθό. Κατά τα λοιπά, ισχύει το «ενιαίο» μισθολόγιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που παγίωσε τη μισθολογική κατάσταση φτώχειας και περικοπών των μνημονίων. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι νεοδιόριστοι αμείβονται με μισθό, που, ακόμα και στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, δεν ξεπερνά τα 700 ευρώ καθαρά.

Όσον αφορά στη διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού, η κυβέρνηση δηλώνει ανυποχώρητη και το θέμα έχει παραπεμφθεί στις αίθουσες των δικαστηρίων, εν αναμονή της απόφασης του ΣτΕ επί της περίφημης «πρότυπης» δίκης.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η διεκδίκηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, για το οποίο ειδική επιτροπή, εδώ και 7 χρόνια, εξετάζει τα σχετικά αιτήματα, και αποφαίνεται με φειδώ και «σαλαμωτά». Κι ενώ αυτά ισχύουν για την πλειοψηφία, το «ενιαίο» μισθολόγιο δεν εμποδίζει την κυβέρνηση να δίνει επιδόματα και αυξήσεις στους ένστολους και να προπαγανδίζει τα περίφημα μπόνους για λίγους πρόθυμους, πάντα σε εκβιαστική σύνδεση με την αξιολόγηση-στοχοθεσία και με αντάλλαγμα την επιβολή της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής και της αξιολόγησης.

Το προσωπικό είναι γερασμένο και κουρασμένο

Οι ελάχιστες, κάτω των αναγκών, προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και οι αντιασφαλιστικοί νόμοι όλων των κυβερνήσεων έχουν αποτέλεσμα το 67,74% των δημοσίων υπαλλήλων να είναι ηλικίας 41-60 ετών. Και, βέβαια, δεν υποτιμάμε τη συζήτηση που, κατά καιρούς, ανοίγει για ενδεχόμενη επιπλέον αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Οι χαμηλοί μισθοί δε, σε συνδυασμό με το αντεργατικό νομικό οπλοστάσιο που προβλέπει μέχρι και 13ωρο, έχουν οδηγήσει χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους σε δεύτερες δουλειές, παγιώνοντας το αδιανόητο του να μην μπορεί ένας εργαζόμενος να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του.

Το γερασμένο και κουρασμένο, λοιπόν, προσωπικό του δημοσίου, σε συνδυασμό με τις ελλιπείς και απαρχαιωμένες υποδομές και την αδιαφορία, τελικά, του κράτους για τους εργαζόμενους και τις συνθήκες εργασίας τους, έχει οδηγήσει, κατ’ αρχάς, σε ραγδαία αύξηση των εργατικών ατυχημάτων. Ενδεικτικά η ΠΟΕ-ΟΤΑ ανακοίνωσε, για την περίοδο 2024-2025, 91 θανάτους και 214 τραυματίες, με τα θύματα να αυξάνονται δραματικά κάθε μέρα.

Επίσης, έχει οδηγήσει σε σοβαρή υποβάθμιση του επιπέδου των υπηρεσιών που παρέχονται στον λαό, ειδικά σε τομείς που έχουν να κάνουν με δικαιώματα και κατακτήσεις του (παιδικοί σταθμοί στους δήμους, καθαριότητα κ.ά.), φέρνει εντατικοποίηση στους χώρους δουλειάς, αύξηση των «λαθών», με δεκάδες πειθαρχικές διώξεις και συχνά περιστατικά βίας μεταξύ πολιτών και εργαζομένων.

Πολυδιάσπαση, κατακερματισμός και τρομοκρατία


Επικρατεί η πολυδιάσπαση και ο κατακερματισμός, σε όλα τα επίπεδα, στους χώρους δουλειάς του δημοσίου.

Πολυδιάσπαση στις εργασιακές σχέσεις, με πάνω από 20% του προσωπικού να εργάζεται με κάθε είδους μορφές ελαστικής απασχόλησης, και το ποσοστό αυτό να φτάνει ή και να ξεπερνάει το 40% στους δήμους. Μια κατάσταση που διαιωνίζει η κυβέρνηση με μια σειρά από νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως η περίφημη «διάταξη Βορίδη», και δεκάδες δικαστικές αποφάσεις, προκειμένου να κόψει τελείως τον δρόμο σε κάθε προσπάθεια μονιμοποίησης. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της μονιμότητας, εκτός του ότι βάλλεται ανοιχτά πλέον από την κυβέρνηση, έχει ήδη υπονομευθεί στην πράξη, τόσο με την είσοδο και ραγδαία επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, όσο και με το νέο πειθαρχικό που προβλέπει την ποινή της οριστικής παύσης για μια σειρά παραπτώματα, με αποκορύφωμα τη μη συμμετοχή στην αξιολόγηση.

Πολυδιάσπαση και στις αμοιβές, όπου η οικονομική ψαλίδα μεταξύ «παλιών» και «νέων» εργαζομένων είναι μεγάλη. Αν υπολογίσουμε και την τεράστια οικονομική διαφορά του επιδόματος ευθύνης, που αφορά σε 1 στους 10 «εκλεκτούς», η ψαλίδα φτάνει σε ποσοστό 30%. Συν βέβαια τις διαχωριστικές γραμμές, που τεχνηέντως δημιουργούνται, μεταξύ υπαλλήλων διαφορετικών κατηγοριών, αρμοδιοτήτων κλπ., που οξύνονται κάτω από συνθήκες εντατικοποίησης και έλλειψης προσωπικού και αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση και την διοίκηση.

Μια κατάσταση κατακερματισμού, λοιπόν, που έχει πολλαπλές συνέπειες. Θέτει σε ομηρία τους εργαζόμενους, υπονομεύει το ενιαίο των διεκδικήσεών τους και, απουσία κινήματος, ενισχύει τις πελατειακές σχέσεις εξάρτησης αφήνοντας περιθώριο στην εκάστοτε διοίκηση, συχνά σε αγαστή συνεργασία με τις κυρίαρχες συνδικαλιστικές ηγεσίες που θέλουν να διατηρούν την πελατεία και τις θέσεις τους, να παρεμβαίνει σπέρνοντας υποσχέσεις και αυταπάτες.

Και, βέβαια, δεν θα μπορούσε να παγιωθεί όλο αυτό χωρίς την τρομοκρατία που η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει στους χώρους δουλειάς: με τα δεκάδες πειθαρχικά για συνδικαλιστικούς και πολιτικούς λόγους, σε όλο το δημόσιο, που στοχεύουν σε όποιον αντιστέκεται, και το νέο πειθαρχικό που επιταχύνει τις πειθαρχικές διαδικασίες και προβλέπει την ποινή της οριστικής παύσης-απόλυσης για πλήθος πειθαρχικών παραπτωμάτων. Καθόλου τυχαία, η πλειοψηφία των πειθαρχικών διώξεων αφορά συνδικαλιστές, ακόμα και προέδρους σωματείων, και τιμωρούν κυρίως έκφραση γνώμης και δημοσιοποίηση προβλημάτων και ελλείψεων στους χώρους δουλειάς. Η κυβέρνηση θέλει τους εργαζόμενους στο δημόσιο σε καθεστώς… ομερτά, πειθαρχημένους και διαλυμένους, τον έναν κόντρα στον άλλο, χωρίς δικαιώματα και, κυρίως, χωρίς φωνή.

Οι δυνάμεις που παρεμβαίνουν στα σωματεία


Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση έντασης της επίθεσης, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις Δ.Α.Κ.Ε. (ΝΔ), ΔΗ.ΣΥ.Π. (ΠΑΣΟΚ), ΣΥΝ.ΑΝ. (ΠΑΣΟΚ στην ΠΟΕ-ΟΤΑ) και Ε.Α.ΕΚ. (ΣΥΡΙΖΑ) όχι μόνο σιωπούν, αλλά υπονομεύουν και σαμποτάρουν κάθε προσπάθεια αντίστασης. Οι συνδικαλιστές τους είναι έξω, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από τους χώρους δουλειάς και τα προβλήματά τους. Επιλέγουν να κατεβαίνουν στα σωματεία με διάφορα «θολά» ονόματα και συμμετέχουν σε ενιαία ψηφοδέλτια «κολυμπήθρες» προκειμένου να μπερδεύουν τον κόσμο, διατηρώντας δήθεν αποστάσεις από τις κυβερνητικές πολιτικές. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διατυπώνουν αντιδραστικό λόγο και έχουν δεξιά τοποθέτηση. Η μη συμμετοχή των εργαζομένων στα σωματεία τούς βολεύει, αφού δεν θέτει σε αμφισβήτηση την κυριαρχία τους. Ίσα-ίσα την αναπαράγουν και, εν τέλει, τη φορτώνουν στους ίδιους τους εργαζόμενους με λογικές όπως «ο κόσμος δεν τραβάει». Αποθεώνουν την ανάθεση και, είτε συνεργάζονται μεταξύ τους, όπως έγινε στην τελευταία συγκρότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, όπου, πολύ άνετα, τρία μέλη που εκλέχθηκαν στο Γενικό Συμβούλιο με την Ε.Α.ΕΚ. μεταπήδησαν στη ΣΥΝ.ΑΝ., είτε συναλλάσσονται με κυβερνητικά στελέχη και στελέχη της διοίκησης, δήθεν διαπραγματευόμενοι τα αιτήματα των εργαζομένων. Εξ ου και υποστηρίζουν την «επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων», ζηλεύοντας από τη… δόξα της ΓΣΕΕ! Στα σοβαρά ζητήματα, όμως, όπως οι αυξήσεις στους μισθούς, η μονιμότητα, το πειθαρχικό και η αξιολόγηση, αναζητούν «εφικτές» προτάσεις και συμμερίζονται πολύ περισσότερο τις δυσκολίες της κυβέρνησης, με την οποία νιώθουν πιο κοντά, από ό,τι τους εργαζόμενους και τις ανάγκες τους. Ενδεικτική της στάσης αυτών των δυνάμεων είναι η εξέλιξη της διεκδίκησης του 13ου και 14ου μισθού και η «απάντηση» στο νέο πειθαρχικό που δεν δόθηκε ποτέ.

Η Δ.Α.Σ. (ΠΑΜΕ), διαγκωνίζεται να βρεθεί στην πρώτη θέση, χωρίς καμία διάθεση κίνησης του κόσμου. Στηρίζει και στηρίζεται στην ανάθεση για να την πιστώσει στον… εαυτό της ως «η μόνη αγωνιστική δύναμη». Υπονομεύει κάθε κινητοποίηση που κινείται έξω από το πλαίσιο της νομιμότητας, αποθεώνει τους νόμους και τους κανονισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στάση της απέναντι στον ν.1264/1982 και, παρά τους αγωνιστικούς βερμπαλισμούς, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνδιαλέγεται με κυβερνητικούς παράγοντες. Ενδεικτική ήταν η στάση της στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, τον Δεκέμβρη του 2025. Έκανε… εμφάνιση νικητή, επιχείρησε να αποκλείσει όσους δεν ήταν «δικοί της», ως πρώτη δύναμη εξήγγειλε απεργία στις 16/12/2025 με κάλεσμα στο απογευματινό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ και καταψήφισε την απόφαση για επαναπροκήρυξη της απεργίας- αποχής από την αξιολόγηση επικαλούμενη νομικίστικα τερτίπια. Συνδικαλισμός στα όρια της νομιμότητας χωρίς καμία διάθεση σύγκρουσης με την κυβερνητική πολιτική.

Οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ, εκμεταλλευόμενες την αγωνία των εργαζομένων για αγωνιστική απάντηση στην επίθεση, αυτοανακηρύσσονται ως «οι μόνοι αγωνιστές». Πίσω από ετερόκλητες και εφήμερες εκλογικίστικες συγκολλήσεις, διαγκωνίζονται με την Δ.Α.Σ. σε ιδιοκτησιακές λογικές και αγωνιστικές κορώνες που καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κοινός τόπος η ανεμπιστοσύνη στις δυνατότητες που έχουν οι εργαζόμενοι, με ακτιβισμούς και «παραδειγματικές ενέργειες» εκτόνωσης, και η αποθέωση της ανάθεσης με παραγοντισμό. Όσον αφορά δε στα σοβαρά ζητήματα, οι πραγματικές αυξήσεις τιμολογούνται σε 1200 ευρώ(!), η πάλη ενάντια στην αξιολόγηση περιορίζεται στο «να σταματήσει κάθε πειθαρχική δίωξη για συμμετοχή στην απεργία-αποχή», διεκδικούν και αυτές «ΣΣΕ εφ’ όλης της ύλης», καλούν σε «απειθαρχία στην εφαρμογή» των νόμων Γεωργιάδη, Χατζηδάκη, Αχτσιόγλου και Κεραμέως και, βεβαίως, διεκδικούν κατάργηση του ΦΠΑ, του ΕΝΦΙΑ, επιστροφή των κλεμμένων στα ασφαλιστικά ταμεία, 35ωρο και κρατικοποίηση των δημόσιων αγαθών. Ρεφορμιστικές τοποθετήσεις που δείχνουν ότι δεν έχουν εκτίμηση του χαρακτήρα, του βάθους και της έντασης της αντεργατικής επίθεσης. Και όλα αυτά με τους εργαζόμενους αποσυγκροτημένους και στο περιθώριο.

Η κατάσταση στα σωματεία

Οι 714.039 (στοιχεία 2023) εργαζόμενοι στο δημόσιο είναι εγγεγραμμένοι σε 1.040 πρωτοβάθμια σωματεία και 36 ομοσπονδίες. Παρά την ύπαρξη, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, συνδικαλιστικών δομών στις οποίες είναι σχεδόν όλοι εγγεγραμμένοι, οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, στην πραγματικότητα, είναι μόνοι τους απέναντι στην επίθεση. Η πλειοψηφία των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργάνων δεν λειτουργούν, παρά μόνο σε επίπεδο Δ.Σ. Πραγματοποιούν μόνο τα ελάχιστα προβλεπόμενα στα καταστατικά τους και δεν έχουν συλλογικές διαδικασίες. Δεν γίνονται συνελεύσεις και, κυρίως, δεν υπάρχει εμπλοκή των εργαζομένων, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και τη μη εκπροσώπησή τους στον δρόμο. Εξ ου και στις απεργίες της ΑΔΕΔΥ τα σωματεία που στηρίζουν τις συγκεντρώσεις είναι μετρημένα στα δάκτυλα, δεν εμφανίζονται καν όλα τα μέλη των Δ.Σ. και, το χειρότερο, οι εργαζόμενοι δεν κάνουν καν απεργία, αλλά με την επίκληση κυρίως του οικονομικού, που όντως είναι σοβαρό αλλά δεν είναι το κρίσιμο, επιλέγουν να βάλουν άδεια και, κυρίως, να μην ενισχύσουν τις απεργιακές συγκεντρώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό είναι ότι οι εργαζόμενοι νιώθουν ανεμπιστοσύνη στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, δεν πιστεύουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν και να κερδίσουν, δεν πιστεύουν στις δυνάμεις τους και δεν πείθονται ότι με τις απεργίες της ΑΔΕΔΥ, τον διεκπεραιωτικό τρόπο που τις εξαγγέλλει και τις υλοποιεί, το πώς δεν τις στηρίζει, θα καταφέρουν κάτι. Μια κατάσταση που, σε συνδυασμό με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος και την ανεμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις, σπέρνει την απογοήτευση στους εργαζόμενους.

Η παρέμβαση της Ταξικής Πορείας και των σχημάτων στα οποία συμμετέχει

Η δουλειά μας στα σωματεία δεν είναι εύκολη. Απέναντί μας βρίσκεται το κράτος-εργοδότης με το νομικό του οπλοστάσιο και την αστική δικαιοσύνη στην υπηρεσία του. Απέναντί μας βρίσκονται οι μηχανισμοί της διοίκησης και τα πειθαρχικά όργανα, που καραδοκούν με διώξεις για όποιον αντιστέκεται και αγωνίζεται.

Απέναντί μας βρίσκεται και η απαξίωση, με ευθύνη των κυρίαρχων παρατάξεων, του συνδικαλισμού στα μάτια των εργαζομένων, γεγονός που τους κάνει δύσπιστους απέναντι στα συνδικαλιστικά τους όργανα και καθιστά δύσκολο να εμπιστευτούν την οργανωμένη δράση, τον συλλογικό αγώνα και τις δυνάμεις τους.

Για μας η διέξοδος βρίσκεται μόνο στους πραγματικούς αγώνες, στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος σε επαναστατική κατεύθυνση, με όπλο τη συλλογική οργάνωση και δράση. Στο να γίνουν τα προβλήματα αντικείμενο συλλογικής πάλης και διεκδίκησης, και τα σωματεία όργανα των εργαζομένων. Το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι αγεφύρωτες και η νίκη, ή η ήττα, των εργαζομένων είναι ζήτημα ταξικών συσχετισμών. Ο μόνος φραγμός που μπορεί να μπει στην πολιτική της άγριας επίθεσης του συστήματος στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων είναι η δική τους οργάνωση, η δημιουργία εστιών αντίστασης σε κάθε χώρο δουλειάς, η μαζικοποίηση και το ζωντάνεμα των σωματείων σε αγωνιστική κατεύθυνση, η μαζικοποίηση των απεργιών και των διεκδικήσεων στον δρόμο.

Βασικοί άξονες της πάλης μας είναι:Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους
Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων
Πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς που να καλύπτουν το κόστος της ζωής
Όχι στον νόμο για τον κατώτατο μισθό
Όχι στην αξιολόγηση
Όχι στο νέο πειθαρχικό
Να παρθούν πίσω όλες οι πειθαρχικές διώξεις για συνδικαλιστικούς λόγους
Κατάργηση των αντιασφαλιστικών και αντεργατικών νόμων όλων των κυβερνήσεων


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ