Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλευτικες 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλευτικες 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Ιουλίου 2012

Ανακοίνωση της Εκλογικής Συνεργασίας ΚΚΕ(μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ

2
Οι δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις του περασμένου Μάη και Ιούνη έδωσαν σε γενικές γραμμές τα αποτελέσματα που αναλογούν στους δοσμένους ταξικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς ανάμεσα στο λαό και τους εργαζόμενους, από τη μια μεριά, και την ελληνική ολιγαρχία και τους ιμπεριαλιστές, από την άλλη. Ιδιαίτερα τα εκλογικά αποτελέσματα της 17ης Ιούνη αποτύπωσαν όχι μόνο τους εκβιασμούς και το φόβο που εξαπέλυσαν συντονισμένα ελληνικά και ξένα κέντρα ενάντια στο λαό αλλά –και αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση της πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας– και το αληθινό επίπεδο της λαϊκής συνείδησης, της κοινωνικής δυναμικής του εργατικού και λαϊκού κινήματος και τις σημαντικές αδυναμίες που υπάρχουν από την αρχή της μάχης ενάντια στα Μνημόνια και την αντιλαϊκή καταιγίδα. Αδυναμίες που έχουν να κάνουν με τον προσανατολισμό των αγώνων, την οργάνωση και τη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης, την έλλειψη μιας ορατής αγωνιστικής και ανατρεπτικής διεξόδου. Συνολικά, με το συσχετισμό δύναμης στο έδαφος μιας σκληρής, ιστορικής, ταξικής αναμέτρησης που, για να κερδηθεί στο μέλλον, απαιτεί μεγάλες και επίπονες προσπάθειες στην κατεύθυνση της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των λαϊκών και εργαζόμενων μαζών.

Η ελληνική ολιγαρχία με τη συνδρομή των ξένων αφεντικών-προστατών της πέτυχε μια προσωρινού χαρακτήρα σταθεροποίηση με την ανάδειξη μιας αντιδραστικής δεξιάς κυβέρνησης η οποία στηρίζεται, πέρα από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, και στο ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη. Από την πρώτη στιγμή αποδείχθηκε -τόσο από τη σύνθεσή της, με τα πρωτοπαλίκαρα των Μνημονίων, όσο και από τις αποφάσεις της- πως θα συνεχίσει, πιο σκληρά και αποφασιστικά, την υλοποίηση όλων των δεσμεύσεων των Μνημονίων και των αντιλαϊκών και αντεργατικών πολιτικών. Θα προχωρήσει στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, στην πλήρη κατάργηση των κοινωνικών παροχών και σε νέα μέτρα φοροληστείας, ανεργίας και φτώχειας. Παράλληλα, θα θωρακίσει πιο αντιδραστικά την πολιτική της αντιλαϊκής βίας και καταστολής και θα προσπαθήσει να κτυπήσει κάθε λαϊκή αντίσταση.

Η πετυχημένη εκλογική εμφάνιση κομμάτων απορρόφησης της λαϊκής οργής και αναχωμάτων, για να μην στραφεί αυτή σε πιο ριζοσπαστικές κατευθύνσεις, ήταν ακόμη ένα αρνητικό χαρακτηριστικό των δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Στην κατηγορία αυτή, χαρακτηριστική περίπτωση είναι το κόμμα του Καμμένου, που εκφράζει στην ουσία αντιδραστικές πολιτικές. Τα ίδια και χειρότερα σημαίνει και η σημαντική παρουσία σε ψήφους και βουλευτές της Χρυσής Αυγής, μιας βαθύτατα αντιδραστικής, φασιστικής δύναμης που αποτελεί δύναμη του συστήματος και του βαθέος αστικού κράτους. Η Χρυσή Αυγή, στο βαθμό που θα χρειαστεί, θα χρησιμοποιηθεί ενάντια στο λαϊκό και εργατικό κίνημα, ενάντια στους αγώνες και την Αριστερά, ως εφεδρεία του καπιταλιστικού συστήματος.

Η πολύ σημαντική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ που έσπευσε να προσαρμοστεί και να δώσει διαπιστευτήρια υποταγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ και να αναπαράξει τη φενάκη της αναδιαπραγμάτευσης, δείχνει τα σοβαρά ελλείμματα και τις αδυναμίες που υπάρχουν στο επίπεδο της λαϊκής συνείδησης και οργάνωσης. Αποτυπώνουν την κυριαρχία των αυταπατών, που έχουν καλλιεργήσει δεκαετίες οι ρεφορμιστές, για μια λύση των λαϊκών προβλημάτων με κοινοβουλευτικό και εύκολο τρόπο, με λογικές ανάθεσης που σπρώχνουν το λαό και το κίνημα στη γωνία. Αυτή η κατάσταση υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά τη μικρή επιρροή των αγωνιστικών και επαναστατικών ιδεών, την έλλειψη πίστης στη δυναμική των ταξικών αγώνων, το χαμηλό επίπεδο συνειδητότητας και οργανωτικότητας της εργατικής τάξης και των πλατιών λαϊκών μαζών. Γι’ αυτήν την κατάσταση, που αποτυπώνει τη χρόνια κυριαρχία του ρεφορμισμού-ρεβιζιονισμού στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, σοβαρές ευθύνες φέρνουν και οι εκάστοτε ηγεσίες του ΚΚΕ που, με διαφορετικά προσωπεία και πολιτικές, υπονόμευσαν συστηματικά την ανάπτυξη των λαϊκών, αντιιμπεριαλιστικών αγώνων, την επαναστατική διέξοδο και προπτική. Η εκλογική ήττα του ΚΚΕ είναι αποτέλεσμα κυρίως της πολιτικής του, με βάση την οποία απέφυγε συστηματικά και επίμονα να ανακατευτεί με την οργή και τις αντιστάσεις του λαού και, ουσιαστικά, τον άφησε έρμαιο σε ποικίλες σοσιαλδημοκρατικές και ρεφορμιστικές επιρροές.

Αποτιμώντας την πολιτική μάχη που έδωσαν από κοινού το ΚΚΕ(μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ θεωρούμε πως σωστά συμμετείχαν και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, παρά τις δύσκολες συνθήκες και τις μικρές δυνάμεις τους. Ειδικά για τις εκλογές της 17ης Ιούνη το μήνυμα που προσπάθησαν να διαδώσουν μπορεί να μην καρποφόρησε άμεσα, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο πως θα είναι χρήσιμο για τις μελλοντικές εξελίξεις. Η μόνη μάχη που είναι χαμένη είναι αυτή που δεν δίνεται και, από αυτήν τη σκοπιά, τα μέλη, τα στελέχη και οι φίλοι των δύο οργανώσεων έδωσαν μια μάχη που έθεσε παρακαταθήκες για τα αυριανά πραγματικά διλήμματα και τις ανάγκες του κινήματος.

Οι δύο οργανώσεις, με αυτήν την ευκαιρία, θέλουν να χαιρετίσουν όσους στήριξαν με τη δράση και την ψήφο τους την κοινή προσπάθεια, άντεξαν σε ποικίλες πιέσεις και εκβιασμούς, υπεράσπισαν έμπρακτα το δρόμο της ταξικής αναμέτρησης, το μοναδικό ρεαλιστικό δρόμο για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες για το λαό μας. Αλλά και σε όσους έκαναν άλλες επιλογές στις δύο εκλογές, αυτό που θα αποδειχθεί πολύ γρήγορα, για μια ακόμη φορά, είναι πως η πορεία των πραγμάτων θα κριθεί στους αγώνες. Και σε αυτούς, οι δύο οργανώσεις θα βρεθούν μαζί τους και πάλι.

Εκεί θα κριθεί και το μέλλον των λαών συνολικά στην ΕΕ, και ιδιαίτερα των λαών του ευρωπαϊκού νότου. Οι μεγαλειώδεις λαϊκές κινητοποιήσεις στήριξης των Ισπανών ανθρακωρύχων και αντίστασης στα βάρβαρα αντιλαϊκά-αντεργατικά μέτρα της κυβέρνησης Ραχόι είναι ένα ελπιδοφόρο μήνυμα και απόδειξη του ότι απέναντι στη βαρβαρότητα της ιμπεριαλιστικής-καπιταλιστικής κρίσης οι λαϊκές μάζες επιλέγουν το δρόμο της αντίστασης και του αγώνα.

Οι εκλογές ήδη αποτελούν παρελθόν . Αυτό που είναι μπροστά μας και μας καλεί επιτακτικά σε εγρήγορση και προετοιμασία είναι η οργάνωση του λαού για την ταξική αναμέτρηση που διεξάγεται και τις νέες κορυφώσεις της που ξαναπλησιάζουν γοργά. Τα αστικά και ξένα ιμπεριαλιστικά επιτελεία ετοιμάζονται να ξαναχυμήξουν στη λαϊκή πλειοψηφία και στους εργαζόμενους με μια νέα καταιγίδα μέτρων και πολιτικών. Φοροληστεία, νέα χαράτσια, νέα κύματα απολύσεων και ανέργων, μεροκάματα και μισθοί πείνας, κόψιμο επιδομάτων, ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, είναι ήδη αποφασισμένα. Πόλεμος ενάντια στο λαό στο εσωτερικό, αλλά και σύννεφα πολέμου στη γειτονιά μας, στην ανατολική Μεσόγειο, εξαιτίας του σκληρού ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών για τον έλεγχο των σφαιρών επιρροής και των πηγών ενέργειας. Η ελληνική ολιγαρχία είναι μπλεγμένη και στα δύο πολεμικά μέτωπα και γι’ αυτήν ο λαός αντιμετωπίζεται σαν εχθρός και αντίπαλος.

Δεν υπάρχει χρόνος για ανάπαυλα και αναμονή. Ούτε λεπτό χαμένο μπροστά στις μεγάλες μάχες που έρχονται. Το ΚΚΕ(μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ, με τη συνδρομή και την υποστήριξη ανένταχτων αγωνιστών, αριστερών και κομμουνιστών, διατύπωσαν πριν τις εκλογές την πρόταση για την Πρωτοβουλία της Αριστερής Αντιιμπεριαλιστικής Συνεργασίας πάνω στη βάση πολιτικών θέσεων, στόχων πάλης και ενός ευρύτερου προσανατολισμού ενάντια στην ιμπεριαλιστική υποδούλωση και το καθεστώς της ξένης εξάρτησης, για τη δημιουργία ενός μαχητικού, συντονισμένου κινήματος αντίστασης στην άγρια αντιλαϊκή επίθεση. Με πρωτοβουλίες από τα πάνω και τα κάτω, αυτή η πρόταση είναι επείγον να πάρει σάρκα και οστά. Να προωθηθεί στην πράξη στο μαζικό κίνημα, στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα και τους συλλόγους, στις λαϊκές γειτονιές, στους χώρους της εκπαίδευσης, στους δρόμους και στις πλατείες. Στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, αλλά και στις αυθόρμητες λαϊκές αντιστάσεις. Η πείρα από την εργατική και λαϊκή αντίσταση στα βάρβαρα μέτρα του Μνημονίου έχει επιβεβαιώσει πως η ανάπτυξη των μαζικών λαϊκών αγώνων είναι ο μοναδικός δρόμος που μπορεί να υψώσει εμπόδια και να γίνει φραγμός στην πολιτική της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ. Η διεύρυνση αυτού του δρόμου μετεκλογικά με την αναζωογόνηση και το ξεδίπλωμα μεγάλων απεργιακών αγώνων και παλλαϊκών κινητοποιήσεων πρέπει να μπει στην πρώτη γραμμή της ημερήσιας διάταξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Χρειάζεται με όλες μας τις δυνάμεις να συμβάλουμε στην οικοδόμηση του πανεργατικού, παλλαϊκού μετώπου αντίστασης ενάντια στα βάρβαρα μέτρα του Μνημονίου, ενάντια στην πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας, της υποτέλειας,, ενταγμένα σε μια ευρύτερη προοπτική για την ταξική και αντιιμπεριαλιστική αναμέτρηση, για την ανατροπή της διπλής κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας . Σε αυτήν την προσπάθεια καλούμε κάθε αγωνιστή, κάθε εργαζόμενο, άνεργο και νέο, κάθε αριστερό και κομμουνιστή, να πάρουν ενεργά και ισότιμα μέρος, να σταθούν δίπλα μας και να συμβάλουν με τις ιδέες και τις προτάσεις τους. Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι δύο οργανώσεις, στα πλαίσια της Πρωτοβουλίας για Αριστερή Αντιιμπεριαλιστική Συνεργασία, στη βάση του ευρύτερου πολιτικού προσανατολισμού που έχει διακηρύξει, προγραμματίζουν για το Σεπτέμβρη σειρά πρωτοβουλιών και συσκέψεων στην Αθήνα και πανελλαδικά με στόχο την επικαιροποίηση του πολιτικού πλαισίου της Πρωτοβουλίας και τη συζήτηση πάνω στα ιδιαίτερα μέτωπα πάλης και τις κινηματικές ανάγκες της επόμενης περιόδου. Αυτός ο προγραμματισμός θα αφορά και την παρουσία της Πρωτοβουλίας στις κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια της φετινής ΔΕΘ.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

09 Ιουλίου 2012

Οι εκλογές και τι δεν άλλαξε

0
Οι εκλογές έγιναν. Εδωσαν τα αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε. Το σύστημα, παρ’ όλη τη φθορά που υπέστησαν οι δυνάμεις που το εκφράζουν, παρ’όλο το χτύπημα που δέχτηκαν στις εκλογές της 6ης Μάης, κατόρθωσε ως ένα βαθμό να ανασυνταχθεί. Να επιβάλει τελικά τη δική του κυβερνητική λύση. Σίγουρα όχι μακράς πνοής με βάση τα δεδομένα. Ωστόσο, τόσο ώστε να μπορεί να απαντήσει στα πιο άμεσα των προβλημάτων του. Στο σχηματισμό κυβέρνησης. Στην προώθηση της πολιτικής του. Στο κέρδισμα χρόνου, ώστε να επιχειρήσει σε μια πορεία μια συνολικότερη αναδιοργάνωσή του. Διέθετε πάντα άλλωστε και ισχύ και μηχανισμούς και εφεδρείες. Από την άλλη μεριά, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υποδέχτηκε με ικανοποίηση την ανάδειξή του σε αξιωματική αντιπολίτευση. Ταυτόχρονα, με έκδηλη την ανακούφιση για το ότι «έχασε» την πρώτη θέση. Σημεία των καιρών. Οσο για το ΚΚΕ, είδε τα εκλογικά του ποσοστά να καταρρέουν. Το ότι αυτό απλώς επιβεβαιώνει τις εδώ και χρόνια εκτιμήσεις μας μόνο ικανοποίηση δεν μας προκαλεί. Οσο μας αφορά και ανεξάρτητα από την άποψή μας για την ηγεσία του ΚΚΕ, έχουμε επίγνωση της πραγματικότητας. Οτι στις συνειδήσεις όχι μόνο των μελών του αλλά και ενός ευρύτερου κόσμου του ΚΚΕ θεωρείται ότι εκπροσωπεί την κομμουνιστική άποψη. Αυτό είναι που χτυπήθηκε και αυτό είναι που θεωρούμε ολότελα αρνητικό. Στον αντίποδα, η σταθεροποίηση των εκλογικών ποσοστών της Χρυσής Αυγής. Η ενθάρρυνση της μαύρης εφεδρείας του συστήματος. Αυτής που συντηρείται για να χρησιμοποιείται ως παρακρατικός βραχίονας προώθησης αντιλαϊκών στόχων ή ακόμη και σκοτεινών επιχειρήσεων. Τα αποτελέσματα αυτά μόνο τυχαία δεν προέκυψαν. Σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να τα ερμηνεύσει κανείς με βάση το γεγονός ότι το σύστημα κατόρθωσε να επιβάλει τελικά τη δική του ατζέντα. Τα δικά του «διλήμματα». Να επιβάλει την άποψη της παραμονής σε ΟΝΕ-ΕΕ σαν «σωτηρία» και σαν καταστροφή κάθε άλλη επιλογή. Να διευκολυνθεί σε αυτό από το ότι οι πολιτικές δυνάμεις που πρόβαλαν σαν υποτιθέμενη εναλλακτική πολιτική λύση ούτε ήθελαν ούτε μπορούσαν να θέσουν στην ημερήσια διάταξη πραγματικά, ουσιαστικά και υπεύθυνα μια άλλη πορεία, μια άλλη προοπτική. Με αυτούς τους όρους, αυτό που πρόβαλε σαν εκλογικό δίλημμα ήταν το ποια δύναμη θα αναλάβει την «αναδιαπραγμάτευση» των συμφωνιών με τους «εταίρους μας». Η κεντροδεξιά ή η κεντροαριστερά. Ενα δίλημμα που μικρή σχέση είχε με τα πραγματικά προβλήματα του λαού και τις προσδοκίες του.

Το πρόβλημα και οι αιτίες του
Και εδώ είναι που αναδεικνύεται το πραγματικό πρόβλημα. Το ότι ο λαός δεν ήταν σε θέση να θέσει τα δικά του διλήμματα. Με τους δικούς του όρους. Να επιχειρήσει τις δικές του απαντήσεις. Συνακόλουθα και τα ερωτήματα. Πώς και γιατί φτάσαμε στο να τίθενται τα ζητήματα με αυτόν τον τρόπο. Θα μπορούσε άραγε να συμβαίνει διαφορετικά; Υπό ποιους όρους και προϋποθέσεις; Πρόκειται για σημαντικά ερωτήματα που οφείλουμε να τα απαντήσουμε αν δεν θέλουμε να βρισκόμαστε ξανά και ξανά στην ίδια θέση. Να ανακυκλωνόμαστε στα ίδια αδιέξοδα. Αν θέλουμε να ανοίξουμε τους δικούς μας δρόμους. Να θέσουμε τα δικά μας διλήμματα.

Να βρούμε τις δικές μας απαντήσεις.  
Στα πολλά και σημαντικά ζητήματα που θέτει μια τέτοια αναγκαιότητα δεν θα αναφερθούμε σ’ αυτό το κείμενο. Εδώ μόνο μερικές βασικές επισημάνσεις και μόνο για να δώσουμε ένα σύντομο περίγραμμα της οπτικής μας.  Το πρώτο που είναι αναγκαίο να τεθεί είναι ο προσδιορισμός της πραγματικότητας την οποία βιώνουμε. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μία και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μια αναμέτρηση που εξελίσσεται εδώ και χρόνια, που θα συνεχιστεί για όλο το επόμενο διάστημα και θα καθορίσει τη μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο. Στην αναμέτρηση αυτή οι δυνάμεις του συστήματος -παρά τις μεταξύ τους οξύτατες αντιθέσεις- προσέρχονται ενιαία. Ακριβώς επειδή έχουν πλήρη συνείδηση του τι διακυβεύεται και γι’ αυτό την αντιμετωπίζουν με τον πιο συγκροτημένο, αποφασιστικό και ανελέητο τρόπο και με το σύνολο των μέσων, μηχανισμών και δυνατοτήτων που διαθέτουν.  Δεν συμβαίνει το ίδιο και στην άλλη πλευρά. Οι λαϊκές δυνάμεις δεν βρίσκονται στο επίπεδο που είναι αναγκαίο ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης αποτελεσματικά και προοπτικά νικηφόρα. Οι αιτίες γι’ αυτό συνδέονται κατ’ αρχάς με τους αρνητικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί με βάση την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και την παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Ταυτόχρονα ωστόσο συντηρούνται και αυταπάτες μέσα από την κυριαρχία ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων και πολιτικών που παρεμποδίζουν το ξεπέρασμά τους. Αντιλήψεις που αντιμετωπίζουν το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα σαν τη «μοναδική πραγματικότητα» για το ορατό ιστορικό μέλλον και συνεπώς μόνο στο πλαίσιο αυτής της «πραγματικότητας» μπορούν και οφείλουν να κινηθούν. Αυτή η θεώρηση αποτελεί τη βάση των προσανατολισμών και της πολιτικής τους, τον αφετηριακό πυρήνα του συνόλου των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων που «συνοδεύουν» και στηρίζουν πολύμορφα αυτές τις κατευθύνσεις. Σ’ αυτή τη βάση αντιμετωπίζουν το σύστημα σαν έναν οργανισμό που μπορεί να αυτομεταρρυθμίζεται με βάση τις δικές του εσωτερικές λειτουργίες και δυνάμεις που αναπτύσσει. Συνεπώς, σε αυτές τις λειτουργίες οφείλουν να στηριχτούν, αυτές τις δυνάμεις να αναζητήσουν, να τις ενισχύσουν και να ενισχυθούν από αυτές.  Αντιλήψεις των οποίων οι φορείς αρνούνταν την πραγματικότητα, «δεν έβλεπαν» την επίθεση του συστήματος παρ’ ότι αυτή αναπτύσσεται εδώ και δεκαετίες. Και όταν επιτέλους εδέησαν να τη «δουν», έσπευσαν να την «ερμηνεύσουν» σαν συγκυριακή «παρεκτροπή» η οποία μπορεί να «διορθωθεί». Με τον ίδιο τρόπο εθελοτυφλούν μπροστά στην αναμέτρηση που εξελίσσεται μπροστά τους και ακριβώς για να μη βρεθούν αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις που μια αναμέτρηση τέτοιου χαρακτήρα θέτει. Επιμένουν να αναζητούν λύσεις στο πλαίσιο και με τους όρους του συστήματος, αναπαράγοντας κάθε είδους αυταπάτες. Στο όνομα αυτών των επιλογών και ιεραρχήσεων αντιτίθενται, παρεμποδίζουν και υπονομεύουν συστηματικά τη μόνη κατεύθυνση που μπορεί να διαμορφώσει προϋποθέσεις και όρους απάντησης. Την κατεύθυνση ολόπλευρης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα των απαιτήσεων που θέτει μια τέτοια αναμέτρηση. Οφείλουμε να έχουμε καθαρό ένα πράγμα. Ενόσω αυτό το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται, ενόσω οι λαϊκές δυνάμεις εμφανίζονται απροετοίμαστες, ασυγκρότητες και αποδυναμωμένες, το σύστημα θα κατορθώνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να επιβάλλει τους όρους και να προωθεί την πολιτική του.

Η επίθεση στο λαό θα συνεχιστεί
Εδώ είμαστε, λοιπόν, και έπειτα από αυτές τις εκλογές. Τα προβλήματα για το λαό παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα όπως πριν. Τα ερωτήματα αλλά και οι απαντήσεις σε αυτά συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και το προηγούμενο διάστημα. Οι δρόμοι και οι τρόποι για να τις βρούμε και να τις κάνουμε πράξη δεν έχουν αλλάξει. Τα ζητήματα με τα οποία έχουμε να αναμετρηθούμε εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας. Αυτά δεν σημαίνουν ότι παρακάμπτουμε ή υποτιμούμε τα όσα έχουν μεσολαβήσει. Φυσικά και έχουν τη σημασία τους και οι εκλογές που έγιναν και τα αποτελέσματα που έδωσαν. Το βάρος και τις επιδράσεις τους στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο ωστόσο βάρος και σημασία έχει η πραγματικότητα που θα αντιμετωπίσουμε. Οι απαντήσεις που θα απαιτηθούν. Το αν και πόσο θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε αυτές. Για να είμαστε συγκεκριμένοι. Εχουμε πλέον μια «νέα» (τρόπος του λέγειν) κυβέρνηση. Η οποία αναδείχτηκε προτάσσοντας σαν βασικό, υποτίθεται, έργο που έχει να επιτελέσει την αναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών με τους «εταίρους μας». Μόνο που τέτοιο ζήτημα όσον αφορά την ουσία και τα βασικά του στοιχεία στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Βεβαίως οι δυνάμεις του συστήματος (εντός και εκτός Ελλάδος) παίρνουν υπ’όψιν τους την οργή του κόσμου που δεν πρόκειται να καταλαγιάσει. Εχουν επίγνωση των γενικότερων προβλημάτων και κινδύνων που συνολικά το σύστημα αντιμετωπίζει. Από την άποψη αυτή, είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων η πιθανότητα να προχωρήσουν σε ορισμένες ρυθμίσεις και σε σχέση με ένα κυρίως ζήτημα. Τη στήριξη του κυβερνητικού σχήματος που έστησαν ακριβώς για να μπορέσει αυτό να σταθεί και να προωθήσει τους βασικούς στόχους και επιδιώξεις τους. Στόχους και επιδιώξεις που δεν τους αλλάζουν ούτε τους διαπραγματεύονται. Επειδή αυτήν την κυβέρνηση τη θέλουν να προωθήσει αυτήν την πολιτική και σε αυτήν και μόνο σε αυτήν τη βάση θα τη στηρίξουν (αν, όσο και για όσο). Αυτά είναι που έχουμε μπροστά μας στις σημερινές συνθήκες.  Αυτά ισχύουν ανεξάρτητα από το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο σοβαρών πολιτικών αναδιαμορφώσεων και ανακατατάξεων. Μια εξέλιξη που αφορά το σύνολο των δυνάμεων όλου του πολιτικού φάσματος και όχι μόνο ελλαδικά. Οι εκλογές έδωσαν δείγματα και τάσεις, αλλά το ζήτημα θα κριθεί σε μια πορεία και ανεξάρτητα από το πόσο αυτή θα διαρκέσει. Το βέβαιο είναι ότι τις καθοριστικές επιδράσεις θα τις έχουν τα δεδομένα της σημερινής και αυριανής πραγματικότητας. Ο τρόπος που θα σταθούν απέναντί τους και θα τα αντιμετωπίσουν οι πολιτικές δυνάμεις.  Ανεξάρτητα πάντως από μορφές και σχήματα που θα προβάλουν στον πολιτικό ορίζοντα, εκείνο που δεν πρόκειται να αλλάξει είναι η διάταξη δυνάμεων. Οι σχέσεις και οι αντιθέσεις που θα τις χαρακτηρίζουν. Τα μέτωπα που θα τις αντιπαραθέτουν. Το ότι θα συνεχίσουν να παίρνουν τη θέση της η καθεμία σ’ αυτήν ή την άλλη πλευρά αυτής της αναμέτρησης που θα συνεχίζεται και θα οξύνεται ολοένα και περισσότερο. Μιας αναμέτρησης τις απαιτήσεις της οποίας οι λαϊκές δυνάμεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν όντας αφοπλισμένες ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά.  Από την άποψη αυτή έχει καθοριστική σημασία στις σημερινές συνθήκες να ξεκαθαριστεί ότι δεν υπάρχει «επιστροφή». Οτι δεν έχουν καμία υπόσταση οι αυταπάτες που πλασάρονται από το σύστημα πως η πολιτική, τα μέτρα, οι θυσίες στις οποίες υποβάλλουν το λαό έχουν σαν στόχο να αποκαταστήσουν την οικονομία και τη συνολική κατάσταση στα προηγούμενα, αν όχι καλά, τουλάχιστον ανεκτά στάνταρ. Αλλο τόσο δεν έχουν υπόσταση οι αυταπάτες που σερβίρονται από ρεφορμιστικές πλευρές που νανουρίζουν τον κόσμο σερβίροντας εύκολες, γρήγορες και ανώδυνες «λύσεις». Οι απαντήσεις ούτε εύκολες είναι ούτε «πίσω» βρίσκονται. Βρίσκονται μπροστά και θα σχηματίζονται σε πλήρη συνάρτηση με τους όρους και τους συσχετισμούς που θα διαμορφώνονται καθημερινά στο πλαίσιο αυτής της αναμέτρησης και με τους δικούς της όρους.

Οι απαντήσεις βρίσκονται στην πάλη
 Απέναντι σε αυτές τις αποπροσανατολιστικές λογικές οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε και να προωθήσουμε την κατεύθυνση της ολόπλευρης (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Επειδή μόνο σε τέτοια βάση μπορεί ο λαός να αντιμετωπίσει την επίθεση και την πολιτική του συστήματος. Επειδή μόνο έτσι μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτής της αναμέτρησης που έτσι ή αλλιώς υπάρχει και εξελίσσεται καθημερινά, διαμορφώνοντας όρους και συσχετισμούς. Μια συγκρότηση που μπορεί να πραγματοποιείται μόνο μέσα στην πάλη, από την πάλη και με όρους πάλης. Που συνδέεται διαλεκτικά και υπηρετείται από την κατεύθυνση της «εκ νέου» συγκρότησης της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της. Από την αναγκαιότητα της ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος ως όρου για τη νικηφόρο έκβαση της λαϊκής πάλης. Μια συγκρότηση που θα ακουμπάει στα προβλήματα του λαού, θα στηρίζεται στο λαό και θα αναπτύσσεται και θα ισχυροποιείται στον αγώνα ενάντια στους εχθρούς του. Την ντόπια κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία και τους επικυρίαρχους ιμπεριαλιστές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Αποφασιστική σημασία σε μια τέτοια κατεύθυνση έχει η ανάδειξη, υπεράσπιση και διεκδίκηση των λαϊκών δικαιωμάτων και κατακτήσεων. Η επίμονη, μαχητική προώθησή τους στην πρώτη γραμμή της ταξικής πάλης. Καθοριστικό ρόλο έχει σ’ αυτό η προσπάθεια, η πάλη για την ανασυγκρότηση, αναζωογόνηση των εργατικών συνδικάτων και οργανώσεων. Αλλο τόσο η υποστήριξη, ανάπτυξη, ο πολλαπλασιασμός των εστιών αντίστασης που καθημερινά ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά της χώρας μας.  Στη φάση αυτή δευτερεύουσα σημασία έχουν αδυναμίες, λάθη, ανεπάρκειες αυτών των ομαδοποιήσεων. Το ζητούμενο σήμερα είναι μια πορεία συγκρότησης λαϊκών οργανώσεων ανεξάρτητων από το σύστημα, που να συνδέονται με το λαό και να στηρίζονται σε αυτόν. Η προώθηση της κοινής δράσης πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες και η νεολαία και με στόχο την οικοδόμηση ενός ευρύτερου και μαχητικού μετώπου αντίστασης και πάλης.  Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν στις μέρες μας με βάση και τις συγκεκριμένες εξελίξεις: η αντιμετώπιση μέσα από την κοινή δράση των αντιδημοκρατικών μέσων που σε όλο και ευρύτερη κλίμακα προωθεί το σύστημα για να στηρίξει την πολιτική του και να αντιμετωπίσει, καταστείλει τις δίκαιες αντιδράσεις και τους αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας. Η αντιμετώπιση σε πανδημοκρατική βάση της φασιστικής πρόκλησης που ενισχύεται και τροφοδοτείται από κέντρα του συστήματος για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στο λαό με όποιον τρόπο αυτά τα κέντρα επιλέξουν.  Μόνον έτσι, μόνο μέσα από τη διαρκή, επίμονη και αποφασιστική πάλη σε όλα τα μέτωπα μπορούν να διαμορφωθούν όροι και προϋποθέσεις συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σε όλο και ανώτερο επίπεδο και μόνο σε μια τέτοια βάση θα μπορέσει ο λαός να προωθήσει αποτελεσματικά και νικηφόρα τους στόχους και τις διεκδικήσεις του. Σ’ αυτό το πεδίο, σ’ αυτόν τον αγώνα θα κριθούμε όλοι και κυρίως σ’ αυτό θα κριθεί η πορεία των πραγμάτων, η μορφή του μέλλοντός μας.
Β.Σ.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

05 Ιουλίου 2012

Για το εκλογικό αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

5
Οι εκλογές της 17ης Ιούνη έφεραν ένα σημαντικά αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα για τις δυνάμεις της Αριστεράς του εξωκοινοβουλευτικού χώρου. Όσον αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η απώλεια ψήφων σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μάη ήταν ιδιαίτερα σημαντική και έφτασε στο 75%.
Ο χώρος αυτός υπέστη την πίεση του «αριστερού» κυβερνητισμού του ΣΥΡΙΖΑ και τη λογική της «χαμένης ψήφου» που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στον ευρύτερο αριστερό χώρο, και δυστυχώς συμβολή στη λογική αυτή είχε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έναντι άλλων αριστερών δυνάμεων στις εκλογές της 6ης Μάη, όταν κεντρικός στόχος της ήταν η είσοδος στη Βουλή.
Εδώ είναι απαραίτητο να ξαναπούμε ότι η αστική εκλογική διαδικασία γενικά αλλά και οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις αποτελούν ένα προνομιακό πεδίο για την αστική ολιγαρχία και τους ιμπεριαλιστές πάτρωνες. Ένα πεδίο στο οποίο ο λαός πάει με το όποιο πολιτικό φορτίο έχει συγκροτήσει το προηγούμενο διάστημα αλλά και αρκετά ευάλωτος στις πιέσεις, στους εκβιασμούς, στα τρομοκρατικά διλήμματα των αντιδραστικών δυνάμεων του συστήματος. Και όσο η Αριστερά δεν ξεκόψει από τις εκλογικές αυταπάτες και τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό, κάθε μορφής, κυβερνητικού ή άλλου χαρακτήρα, όπως η είσοδος στη Βουλή, τόσο θα μεγαλώνει μέσα στον λαό και στο κίνημα η σύγχυση για το πεδίο όπου μπορεί να δώσει νικηφόρες μάχες. Τόσο θα δυναμώνει η επιρροή του ρεφορμισμού μέσα στον λαό και στο κίνημα με τις δήθεν άμεσες λύσεις που μπορεί να προωθήσει, σπέρνοντας την απογοήτευση, την ηττοπάθεια, ενισχύοντας τη λογική της ανάθεσης από τη μια πλευρά και της αποσυγκρότησης από την άλλη των «βάσεων» του κινήματος.
Οι αυταπάτες δεν καλλιεργούνται σε ουδέτερο αλλά σε ένα «πρόσφορο» έδαφος πολιτικών αντιλήψεων και κατευθύνσεων που «κουμπώνουν» με τις εκλογικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες για «λύσεις», «ρήξεις» και «ανατροπές» εντός του παρόντος συστήματος. Και είναι οι εναλλακτικές προτάσεις και το λεγόμενο μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που ενισχύει και τις δύο πλευρές, και αυτής των αυταπατών αλλά κυρίως της «ευκολίας» προσέγγισης του κόσμου της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με τον ρεφορμισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορείς με  αντικαπιταλιστικές και επαναστατικές διακηρύξεις να καλύψεις αυτό που ο κόσμος αντιλαμβάνεται σαν «συγγενή» χώρο λόγω πολλών κοινών θέσεων, κοινών «επαφών» σε μία σειρά διεργασίες, από τους αριστερούς οικονομολόγους έως την ΕΛΕ (επιτροπή λογιστικού ελέγχου) αλλά και τις επιτροπές «δεν πουλάμε», «δεν χρωστάμε», «δεν πληρώνουμε», τον συντονισμό πρωτοβάθμιων σωματείων κ.ά. Το κοινό πλαίσιο να «πέσουν οι κατοχικές κυβερνήσεις» των μνημονίων, να «πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο», σε όλες τις παραλλαγές (φορολόγηση κ.λπ.), με την περιβόητη «αναδιανομή» του πλούτου υπέρ των εργαζομένων(!!!), την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των μεγάλων επιχειρήσεων, με εργατικό έλεγχο, διαμόρφωσε σε ένα ευρύτατο αγωνιστικό δυναμικό την πεποίθηση ότι οι αποστάσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τόσο μεγάλες. Και έχουν να κάνουν κυρίως με τα ζητήματα της ΕΕ και του ευρώ. Αλλά και στα ζητήματα αυτά από τη μεριά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν υπάρχει μία συνολική αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, όταν υποτιμάει σοβαρά την εξάρτηση σαν έναν κύριο παράγοντα των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων.
Όταν μέσα στην ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε στελέχη, υποψήφιους και μέλη οργανώσεων που τη συγκροτούν, αναπτύσσεται ένα ρεύμα ενίσχυσης κριτικής ή ολόπλευρης στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ, γίνεται κατανοητό ότι αυτό και με βάση τα προηγούμενα που αναφέρθηκαν για τις θέσεις και τις αυταπάτες λειτούργησε «πολλαπλασιαστικά» προς τον κόσμο που στήριξε το σχήμα στις εκλογές της 6ης Μάη. Αποκαλύπτοντας έτσι ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να εντοπιστεί σε αδυναμίες οργανωτικές ή «εκλαΐκευσης» και «βαθέματος» του προγράμματος αλλά στον πολιτικό χαρακτήρα και τις ενδογενείς αντιφάσεις που διαπερνούν τον χώρο αυτόν.
Στις δύο προτάσεις για κοινή εκλογική κάθοδο αλλά και σε γενικότερη προσπάθεια διαμόρφωσης όρων κοινής δράσης που απηύθυνε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πριν από τις εκλογές της 6ης Μάη αλλά και της 17ης Ιούνη στις οργανώσεις της συνεργασίας ΚΚΕ(μ-λ) και ΜΛ-ΚΚΕ, όπως και σε άλλες του εξωκοινοβουλευτικού χώρου, είχαμε απαντήσει στους συντρόφους και «διά ζώσης» αλλά και με κείμενα ότι μία τέτοια ανάγκη, όπως αυτή της κοινής δράσης σε μία ταξική, επαναστατική και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, δεν μπορεί να απαντηθεί μέσα σε προεκλογική περίοδο από τη μια, αλλά κυρίως δεν μπορεί να προχωρήσει με την επιμονή σε ένα πρόγραμμα που πολύ λίγο απέχει από τις ρεφορμιστικές κατευθύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό ισχύει και για την επόμενη, μετά τις εκλογές, περίοδο, με ακόμα πιο ισχυρά στοιχεία που προκύπτουν από την ανάδειξη του ρεφορμιστικού ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση στον «προθάλαμο» της κυβερνητικής εξουσίας. Δεν θέλουμε να γίνουμε «δωρητές σώματος» στον ρεφορμισμό και πολύ περισσότερο δεν θέλουμε να συμβάλουμε σε μια μαζική και «σταθερή» πολιτική μετατόπιση ενός ευρύτατου αγωνιστικού δυναμικού προς αυτή την κατεύθυνση. Από αυτή την άποψη, θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για τη δημιουργία του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ αλλά και θα επιμείνουμε στην ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ με στόχους ΠΑΛΗΣ που θα ανοίγουν δρόμο για τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις και δεν θα τον κάνουν κυβερνητικό «μονόδρομο» διαχείρισης της κρίσης του συστήματος.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

04 Ιουλίου 2012

Για το εκλογικό αποτέλεσμα της εκλογικής συνεργασίας
ΚΚΕ(μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ

80
Όπως συνήθως για διευκόλυνση της συζήτησης βάζω την ανάρτηση ξανά στην κορυφή!

Σημαντικές ήταν οι απώλειες σε ψήφους της εκλογικής συνεργασίας των δύο οργανώσεων, που έφτασαν στο 50% σε σχέση με τις εκλογές της 6ης Μάη, κάνοντας έτσι φανερό στον καθένα ότι δεν αρκεί η συγκρότηση ενός συνεργατικού εγχειρήματος από δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς και αυτό θα «λειτουργήσει» από μόνο του με μαζικό τρόπο μέσα στο λαό και ιδιαίτερα στους αγωνιστές της Αριστεράς. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η ξέφρενη αντικομμουνιστική προπαγάνδα του συστήματος στους εργαζόμενους, τη νεολαία και όλο το λαό «πιάνει τόπο» στο έδαφος της αντεργατικής – αντιλαϊκής επίθεσης και των αδιεξόδων επιβίωσης για μεγάλα τμήματα των λαϊκών ανθρώπων. Εξάλλου, τα πρώτα «μηνύματα» είχαν έρθει από τα αποτελέσματα των εκλογών της 6ης Μάη όπου, παρά την τεράστια λαϊκή αποστοίχιση από τα κόμματα του κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, μόνο ένα πολύ μικρό μέρος στράφηκε, εκλογικά, προς δυνάμεις της Αριστεράς με κομμουνιστική αναφορά.
Η προβοκάτσια που έχει δεχτεί το κομμουνιστικό κίνημα και η υπόθεση της σοσιαλιστικής προοπτικής τόσο από την ήττα και την παλινόρθωση όσο και από τις ρεβιζιονιστικές δυνάμεις που επιμένουν «κομμουνιστικά», μέσα στο λαό, αποκαλύπτεται με οδυνηρό τρόπο σε μια περίοδο κρίσης και επίθεσης όπως η σημερινή. Σε αντίθεση με μια προηγούμενη περίοδο όπου, μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης κινηματικής ανόδου και έμπρακτης αμφισβήτησης του συστήματος, χωρίς όμως τις άμεσες συνέπειες του ξεσπάσματος της κρίσης και των πολιτικών των μνημονίων, υπήρξαν περιπτώσεις μαζικής εκλογικής ενίσχυσης των οργανώσεων που κάλυπτε η εκλογική συνεργασία.
Το εκλογικό αποτέλεσμα, για παράδειγμα, του 2007, όπου οι δύο οργανώσεις είχαν συγκεντρώσει περισσότερες από 25.000 ψήφους, φανερώνει την «απόσταση» που χωρίζει τις χρονικές περιόδους τού τότε και του σήμερα.
Ο προβληματισμός μεγαλώνει εάν πάρουμε υπόψη μας ότι όλο το προηγούμενο διάστημα οι οργανώσεις του ΚΚΕ(μ-λ) και του Μ-Λ ΚΚΕ συμμετείχαν ενεργά, πρωτοπόρα και με ανιδιοτελή προσφορά σε όλους τους αγώνες του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας ενάντια στην αντιδραστική επίθεση τόσο στις κεντρικές όσο και κατά χώρους και περιοχές κινητοποιήσεις, αποσπώντας την εκτίμηση αλλά και την πλατιά συστράτευση πολλών αγωνιστών σε μετωπικά σχήματα και πρωτοβουλίες. Με λίγα λόγια, οι οργανώσεις αυτές δεν ντύθηκαν το κομμουνιστικό τους «κοστούμι» και εμφανίστηκαν μπροστά στον κόσμο ζητώντας την εκλογική ενίσχυσή τους από το «πουθενά». Από την προηγούμενη δράση τους είχαν κάθε δικαίωμα να απευθυνθούν, όσο τους επέτρεπαν οι δυνάμεις τους, στο λαό και να ζητήσουν τη στήριξη αλλά και την αλληλοδέσμευση για την επόμενη μέρα. Ηταν οι οργανώσεις που με τη μεγαλύτερη συνέπεια αλλά και μοναδικά χτύπησαν τις εκλογικές, κοινοβουλευτικές και κυβερνητικές αυταπάτες που κυριάρχησαν στην Αριστερά και στον κόσμο της, προβάλλοντας το δρόμο της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ και της ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ, το δρόμο της ΠΑΛΗΣ ενάντια στην ΕΞΑΡΤΗΣΗ σαν το «μονόδρομο» του κινήματος του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας.
Μια κατεύθυνση η οποία μέσα στην κλιμάκωση του κινήματος μπορεί να κερδίζει έδαφος και αγωνιστές, αλλά κρίνεται «ανεπαρκής» για να ενισχυθεί στην εκλογική διαδικασία.
Αποκαλύπτοντας έτσι και σε εμάς ότι το πεδίο των εκλογών παραμένει πεδίο εχθρικό για τις λαϊκές δυνάμεις και ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η πίεση όλων των δυνάμεων του συστήματος πάνω στο λαό για να υποταχτεί σε «ρεαλιστικές» επιλογές είτε στο πλαίσιο της εξάρτησης είτε «τουλάχιστον» σε υπεύθυνες διαχειριστικές «αριστερές» επιλογές είναι ασφυκτική.
Ο κόσμος που ενίσχυσε την εκλογική συνεργασία στις 6 Μάη δέχτηκε και αυτός την ίδια πίεση με όλον τον υπόλοιπο λαό και «αντέδρασε» ανάλογα. Είναι φανερό ότι είμαστε μακριά ακόμα από τη διαμόρφωση και την πολιτική συγκρότηση ενός πλατιού αγωνιστικού δυναμικού που δεν θα υποκύπτει στις πιέσεις, τους εκβιασμούς και τα διλήμματα τόσο των αντιδραστικών δυνάμεων του συστήματος όσο και των ρεφορμιστικών δυνάμεων. Η υπόθεση αυτή απαιτεί πραγματική πολιτική σύνδεση με το λαό από τη μία αλλά κυρίως την επεξεργασία μιας μάχιμης πολιτικής γραμμής πάλης, σε επαναστατική κατεύθυνση, για το σήμερα αλλά και για την προοπτική και ταυτόχρονα το σχεδιασμό μιας τακτικής που να ανταποκρίνεται σε αυτό το πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί, όσο και εάν μας είναι ξεκάθαρο ότι «οι εκλογές δεν φέρνουν την αλλαγή», το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να το δούμε σαν μείωση της πολιτικής επιρροής του χώρου αυτού αλλά κυρίως σαν πολιτική μετατόπιση ενός αγωνιστικού δυναμικού προς «εφικτές» κατευθύνσεις - και αυτό είναι ένα σοβαρό ζήτημα με το οποίο θα βρεθούμε αντιμέτωποι την επόμενη περίοδο κατά την οποία η εξαθλίωση θα «σπάει κόκαλα» και οι αναζητήσεις διεξόδων επιβίωσης μεγάλων τμημάτων του λαού θα είναι άμεσες και εύκολη «λεία» είτε αντιδραστικών δυνάμεων του συστήματος είτε κυβερνητικών «αριστερών».
Από την άποψη αυτή, η μετωπική συγκρότηση που ξεκίνησε με τη δημιουργία της Πρωτοβουλίας για μια Αριστερή Αντιιμπεριαλιστική Συνεργασία πρέπει να πάρει άμεσο χαρακτήρα και να ξαναγίνει υπόθεση ενός ευρύτερου αγωνιστικού δυναμικού που έχει τις ίδιες ανησυχίες, προβληματισμούς αλλά και κατευθύνσεις και να γίνει και δική του υπόθεση. 
πηγή: Προλεταριακή Σημαία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Προσωρινή ανακούφιση για το σύστημα
Καμιά ανακωχή με τη νέα κυβέρνηση των Μνημονίων και της επίθεσης

0
Ανάμικτα και αντιφατικά συναισθήματα προκάλεσαν τα αποτελέσματα των εκλογών της 17ης Ιούνη στους κυρίαρχους κύκλους και στα κέντρα εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδoς.
Πρωτίστως και κυρίως ανακουφίστηκαν που η όλη τους εκβιαστική εκστρατεία, και πριν αλλά κυρίως μετά τις 6 Μάη, κατάφερε να περιορίσει αισθητά τις απώλειες γι’ αυτούς. Είναι οπωσδήποτε επιτυχία για την ΕΕ, το ΔΝΤ, τους ιμπεριαλιστές και την ντόπια αστική τάξη που πήρε παράταση ζωής το σάπιο πολιτικό κατεστημένο, έστω «διασωληνωμένο» και κυρίως προσωρινά. Ο χώρος της σκληρής Δεξιάς ρετουσαρίστηκε και απέκτησε ισχυρές ακροδεξιές εφεδρείες, της φασιστικής Αυγής. Τα προκάτ αναχώματα επιβίωσαν εκλογικά και το βενιζελικό ΠΑΣΟΚ ανέκοψε (να δούμε μέχρι πότε) την «αιμορραγία».
Η επιτυχία (;) λοιπόν συνίσταται στο ότι το πλουτοκρατικό κατεστημένο της χώρας και οι πάτρωνές του κατάφεραν από τα ερείπια του προηγούμενου πολιτικού συστήματος να στήσουν με το ζόρι και το στανιό μια κυβέρνηση που θα σεβαστεί τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις απέναντι στους ιμπεριαλιστές. Μια κυβέρνηση που από άποψη προθέσεων είναι έτοιμη να συνεχίσει την άγρια καπιταλιστική επίθεση. Μια κυβέρνηση που θα είναι πρόθυμη να υπηρετήσει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια στη Μ. Ανατολή και να παραχωρήσει γη και ύδωρ στους ιμπεριαλιστές και τις πιθανές πολεμικές τυχοδιωκτικές τους εξορμήσεις. Μια κυβέρνηση που θα αναγορεύσει ξανά ως εγγυητές των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας τούς ιμπεριαλιστές της Δύσης.
Δημιουργήθηκε λοιπόν μια κυβέρνηση που δεν θα έχει πρόβλημα να δεχτεί κάποια ψίχουλα (τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης) για να κάνει τη βρόμικη δουλειά. Τα αντιφατικά συναισθήματα όμως που αναφέραμε έχουν να κάνουν με το αν το αυτοκίνητο που για πολλοστή φορά βγαίνει από το συνεργείο θα αντέξει και πόσο πριν ξαναδιαλυθεί. Γιατί καινούριο αυτοκίνητο δεν έγινε κατορθωτό να αγοραστεί και κανένας από τους «επισκευαστές» και «συγκολλητές» δεν μπορεί να εγγυηθεί πόσα χιλιόμετρα μπορεί να κάνει.
Οι ανησυχίες, λοιπόν, των κυρίαρχων προέρχονται από το ότι αυτή η κυβέρνηση δεν είναι τίποτε άλλο από προϊόν ανάγκης και αδυναμίας. Είναι λύση μονοκομματική, «ασθενική» και άρα καθόλου ισχυρή. Με ένα ΠΑΣΟΚ έτοιμο στην πρώτη δύσκολη στροφή να πηδήξει από το τρένο.
Ετσι όπως το κατ’ εξοχήν εργαλείο του συστήματος είναι στραπατσαρισμένο, οι ανησυχίες μεγαλώνουν γιατί μεγάλα τμήματα του λαού κράτησαν σοβαρές αντιστάσεις μπροστά και στις δεύτερες κάλπες, παρ’ όλο που διάλεξαν το «μικρότερο κακό» και εγκλωβίστηκαν σε λύσεις κυβερνητισμού.
Οσο λοιπόν και να είναι γεγονός ότι ο εκβιασμός του συστήματος πέρασε, οι φωτιές της οργής και της αγανάκτησης δεν έσβησαν μέσα στο λαό. Και, δυστυχώς για το σύστημα, όταν ξαναφυσήξουν οι άνεμοι της επίθεσης, οι φωτιές αυτές θα ξαναζωντανέψουν.
Διαβάσαμε αρκετές εκτιμήσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων. Αρκετές απ’ αυτές έπεφταν στο λάθος να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στις δικές τους ερμηνείες και στις πολιτικές τους προτεραιότητες. Από την ηγεσία του ΣΥΝ και τους παρατρεχάμενούς της ακούσαμε ότι το αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη ήταν προχώρημα και νίκη σε σχέση με τα αποτελέσματα της 6ης Μάη. Δεν έλειψαν και οι πολιτικές «κατινιές». Οτι οι δυνάμεις που δεν άφησαν να ολοκληρωθεί η νίκη ήταν οι υπόλοιπες αριστερές και κομμουνιστικές που αντιπολιτεύτηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Επί της ουσίας τώρα, μ’ αυτές τις τοποθετήσεις η ηγεσία του ΣΥΝ προσπαθεί να αποσείσει από πάνω της τις ευθύνες που δύο φορές μέσα σ’ ένα μήνα η γραμμή και η επιδίωξη της «κυβερνώσας Αριστεράς» δεν έγινε πράξη. Αντί να απολογηθεί, λοιπόν, και να εξηγήσει αυτοκριτικά η ηγεσία αυτή γιατί η γραμμή της δύο απανωτές φορές δεν δικαιώθηκε, κρύβεται πίσω από την αύξηση των ποσοστών της και επιχειρεί να φορτώσει τις ευθύνες της εδώ και εκεί.
Επί δύο μήνες η ηγεσία αυτή διατυμπάνιζε ότι και μπορεί και θέλει να βγει μπροστά. Διατυμπάνιζε ότι έχει πρόγραμμα, θέσεις και στελέχη για να καταφέρει τα ακατόρθωτα. Κυρίως άφηνε να ακούγεται σε όλους τους τόνους ότι έχει και το λαό μαζί της. Το αποτέλεσμα ποιο ήταν; Πριν καλά καλά φανεί το προβάδισμα της ΝΔ στις δεύτερες εκλογές, έσπευσε να συγχαρεί το νικητή και πήρε τη θέση της αντιπολίτευσης την οποία τόσο πολύ είχε καταδικάσει τους προηγούμενους μήνες.
Και ο λαός; Αυτός μπορεί να περιμένει (;) την ηγεσία του ΣΥΝ να κάνει υπεύθυνη αντιπολίτευση και εν τω μεταξύ να απολαμβάνει και να διαμοιράζει μαζί με τις υπόλοιπες συνιστώσες τα πλεονεκτήματα του να είσαι τόσο χωμένος στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Μέσα σε δύο μήνες οι ηγεσίες του ΣΥΝ και λοιπών αποδείχτηκαν πολύ λίγες και ανάξιες της λαϊκής εμπιστοσύνης. Φοβήθηκαν περισσότερο από τις λαϊκές μάζες τούς εκβιασμούς και τις απειλές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα στις δεύτερες εκλογές μεγάλα τμήματα του λαού να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο σαν έκφραση αντίστασης προς τους κυρίαρχους και με σαφώς ψαλιδισμένες τις ελπίδες σε σχέση με τις 6 Μάη.
Με την όλη της φιλολογία για νίκη του λαού (έστω ανολοκλήρωτη) η ηγεσία του «ΣΥΝ και λοιπών» προσπαθεί να αποκρύψει το ότι η δική της φιλοευρωπαϊκή ευθυγράμμιση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μερική αντιστροφή του πολιτικού κλίματος και στον περιορισμό μέσα στις μάζες της τάσης αμφισβήτησης της ΕΕ και της ΟΝΕ. Ουσιαστικά, η άρνηση, ο φόβος, η μη διάθεση της ηγεσίας του ΣΥΝ να ξεφύγει από το φιλοευρωπαϊκό της DNA συνέβαλε αρκετά στο να περάσει ο εκβιασμός μέσα στις μάζες. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ της 17 Ιούνη, αν και διευρυμένη από άποψη ποσοστών, ήταν σαφώς πιο απονευρωμένη από την ψήφο της 6ης Μάη.
Δεν λείπουν βέβαια και εκτιμήσεις που, στεκόμενες στον αντίποδα των προκάτ εκτιμήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, καταστροφολογούν για την τύχη που επιφύλαξαν οι κάλπες στις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις που για τους λόγους της η καθεμία θέλησε να κρατήσει την αυτοτέλειά της απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και να μην ευθυγραμμιστεί μαζί του. Αυτή η προσέγγιση βέβαια είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Χωρίς αμφιβολία, το εκλογικό αποτέλεσμα ανοίγει, όπως φαίνεται, όλο το ζήτημα της Αριστεράς με διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι παλιότερα αλλά και με κάποια κοινά στοιχεία.
Αν θέλουμε να συμβάλουμε σε μια τέτοια συζήτηση θα πρέπει κατ’ αρχάς να αφήσουμε το τσουβάλιασμα που με ευκολία δεν αναγνωρίζει διαφορές στους λόγους και τις αιτίες της εκλογικής αποδοκιμασίας για κάθε αριστερό φορέα. Μια τέτοια προσέγγιση τσουβαλιάσματος είναι προσέγγιση ήττας, που θεωρεί όλη την Αριστερά πέραν του τωρινού ΣΥΡΙΖΑ ένα ενιαίο μόρφωμα με ίδιες ευθύνες και ίδια βαρύτητα. ΟΧΙ! Εμείς δεν θα κάνουμε τέτοια προσέγγιση ούτε στην κριτική μας ούτε στην αυτοκριτική μας. Είναι ένα θέμα η σύγχυση και οι θολές παραστάσεις που κουβαλούν οι μάζες λόγω μικρής ή ανύπαρκτης συμμετοχής στο κίνημα και δεν μπορούν να διακρίνουν διαφορές, και άλλο η πραγματική βάση και αντίληψη της πανσπερμίας των αριστερών δυνάμεων όπως καταγράφονται στο κίνημα, στις αντιστάσεις, στις εξεγέρσεις. Αλλα συμπεράσματα βγάζουμε εμείς για τη δική μας εκλογική επίδοση, που καμία σχέση δεν έχουν με τους λόγους και τις αιτίες που αποδοκιμάστηκε η γραμμή του ΚΚΕ. Και αν αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για στρώματα που είναι μακριά (προς το παρόν) από την πάλη, ο κόσμος του κινήματος που έζησε έστω μόνο τα τρία τελευταία χρόνια της αφύπνισης δεν μπορεί να συγχέει τη γραμμή πλεύσης του ΚΚΕ(μ-λ) με αυτήν του ΚΚΕ.
Οι μικρές μας δυνάμεις δεν επέτρεψαν να αντιμετωπίσουμε την πόλωση, τους εκβιασμούς και τη «χαμένη ψήφο». Η εκλογική όμως αποδοκιμασία προς το ΚΚΕ έχει χαρακτηριστικά γενικότερης αποδοκιμασίας που δεν χαρακτηρίζουν τον ψηφοφόρο του ΚΚΕ(μ-λ) που αυτή τη φορά ψήφισε άλλο σχηματισμό. Και, στο κάτω κάτω, όλοι εκείνοι οι αναλυτές που ξέρουν πού πάει η κάθε ψήφος, πώς γνωρίζουν ότι η κατεύθυνση των ψήφων που έχασε η εκλογική συνεργασία δεν πήγαν προς την αποχή αλλά προς ΣΥΡΙΖΑ; (Περισσότεροι από 250.000 ψηφοφόροι απείχαν αυτή τη φορά σε σχέση με πριν).
Δεν θα καταλήξει το ΚΚΕ(μ-λ) ότι είχε πάρει λάθος δρόμους και προσανατολισμό επειδή είχε ένα άσχημο εκλογικό αποτέλεσμα. Δεν θα αποκηρύξει το σφυροδρέπανο γιατί δήθεν βρήκε τη λύση να συνδεθεί με τις μάζες. Οχι γιατί είμαστε ξεροκέφαλοι, αλλά γιατί για μας αλλού βρίσκονται οι αιτίες των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το αριστερό-κομμουνιστικό κίνημα και όχι στο ότι οι συνθήκες δεν το βοηθάνε να ανθίσει και να δυναμώσει.
Εχουμε εδώ και δεκαετίες απογαλακτιστεί από τη λογική του ΚΚΕ (πολύ πριν από το ’89) για να αισθανόμαστε είτε «σύμμαχοι» είτε «αλληλέγγυοι» προς την ηγεσία του ΚΚΕ που όπως έστρωσε κοιμήθηκε. Δεν είμαστε εμείς σαν τις τάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που είχε τόσες ωσμώσεις και επικοινωνίες με τους χώρους του ΣΥΡΙΖΑ και της σοσιαλδημοκρατίας, για να αποκτήσουμε υπαρξιακές αναζητήσεις μετά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ας σταθούμε λοιπόν στις σοβαρές μας ελλείψεις και αδυναμίες που μας χαρακτήρισαν στην οικοδόμηση των αντιστάσεων, στην πολιτική της κοινής δράσης, στη συμβολή μας για την επαναθεμελίωση του κομμουνιστικού κινήματος. Σ’ αυτά να σκύψουμε και να αναβαθμίσουμε με όλους τους πρόσφορους τρόπους τη δυνατότητά μας να συνδεόμαστε με τις μάζες, όχι για να εξαργυρώσουμε την ψήφο τους αλλά για να συγκεντρώσουμε δυνάμεις για τη μεγάλη αναμέτρηση.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν ο ταξικός αντίπαλος μπορεί να γιατρεύει τις πληγές του, να βρίσκει εφεδρείες όπως η φασιστική Αυγή, να χτίζει συμμαχίες και να βρίσκει στηρίγματα στον διεθνή ιμπεριαλισμό και το κεφάλαιο, εμείς ως επαναστάτες που θέλουμε να είμαστε πρέπει να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση όρων για οικοδόμηση ενός δυνατού ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ, ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ.
πηγή: Προλεταριακή Σημαία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

27 Ιουνίου 2012

από τις 6 στις 17: μπρος ή πίσω;

0
Εγώ επιμένω: Οι εκλογές δεν φέρνουν την αλλαγή. Οι εκλογές απλά αποτυπώνουν, «φωτογραφίζουν» τους συσχετισμούς, τις τάσεις και τις διαθέσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί στο «εκλογικό σώμα». Συσχετισμοί, τάσεις και διαθέσεις που διαμορφώθηκαν «στο δρόμο», στις κινητοποιήσεις και στις κινηματικές διεργασίες που έχουν προηγηθεί των εκλογών. Συσχετισμοί, τάσεις και διαθέσεις που έχουν διαμορφωθεί από τα πριν και που απλά στις εκλογές εκφράζονται, καταγράφονται και μετρούνται και μάλιστα μ’ ένα «στρεβλό» και συντηρητικό τρόπο, με «αφυδατωμένη» και στομωμένη την δυναμική τους. Γήπεδο του συστήματος είναι έτσι και αλλιώς οι εκλογές και όχι του λαού. Ένα επίσημο γκάλοπ, το πιο πανελλαδικό και το πιο έγκυρο. Και ταυτόχρονα μια βαλβίδα εκτόνωσης για το λαό, μια ψευδαίσθηση συμμετοχής και δημοκρατίας. Άλλωστε, αυτή καθαυτή η εκλογική διαδικασία, το «ένα λεπτό κάθε τέσσερα χρόνια», η μυστικότητα της γνώμης-ψήφου, η λογική της «ανάθεσης» και της «εκπροσώπησης», με το λαό στη γωνία σε ρόλο απλού ψηφοφόρου είναι λογικές συστημικές και συντηρητικές, λογικές δεξιές. Ότι έγινε λοιπόν στις 6 Μάη αλλά και στις 17 Ιούνη αποτελούν έκφραση και αποτύπωση των όσων προηγήθηκαν.
Στις 6 Μάη εκφράστηκε η αντίθεση του λαού στη βάρβαρη πολιτική. Εκφράστηκε η οργή και η αγανάκτησή του. Εκφράστηκαν σε επίπεδο ψήφου τα βήματα που έκανε ο λαός όλο το προηγούμενο διάστημα με τις κινητοποιήσεις του, τις απεργίες, τις «πλατείες», τις «παρελάσεις» κλπ. Εναντιώθηκε στα κόμματα της συγκυβέρνησης, εναντιώθηκε στα «έργα και ημέρες» του δικομματισμού, αποδεσμεύτηκε από την επιρροή τους. Ο θυμός και η οργή του ξεπέρασαν τις «νουθεσίες», τις απειλές και την τρομοκρατία των Μερκοζί και η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στις πολιτικές εξελίξεις ήταν αυτή που προκάλεσε πολιτική κρίση, που ανάγκασε σε «απόσυρση» την κυβέρνηση Παπανδρέου, που υποχρέωσε ΝΔ και ΛΑΟΣ να επιλέξουν στρατόπεδο (φανερά πλέον το μνημονιακό…), που δημιούργησε ανησυχία και αναστάτωση στα διάφορα κέντρα εξουσίας μέσα και έξω από την Ελλάδα. Η 6 Μάη ήταν μια επιτυχία μας. Χαμογελούσε ο κόσμος στις 7. Ήταν διάχυτη η ικανοποίηση. Ένοιωθες γύρω σου μια ευφορία. Άκουγες από πολλούς το «καλά να πάθουν»… Ακόμα και αυτοί οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ (όσοι απέμειναν και όσοι επέμειναν), παρότι είδαν τα κόμματά τους να καταποντίζονται, «δεν το πήραν κατάκαρδα». Αντίθετα έκρυβε και μια ανομολόγητη ικανοποίηση αυτό το «μπας και βάλουν μυαλό» που αντέτειναν στις συζητήσεις τους…
Αυτή την ευφορία και την ικανοποίηση δεν την είχε ο κόσμος τη Δευτέρα 18 του Ιούνη. Πολλά τα κατεβασμένα κεφάλια. Ένιωθες γύρω σου το σφίξιμο στο νου και στις καρδιές όλων. Νικητών και ηττημένων… Αγωνία και μαζί φόβος για το σήμερα, για το αύριο, για το χειμώνα που έρχεται… «Δεν βάζουμε μυαλό», «καλά να πάθουμε», «τα θέλουμε» άκουγες από πολλούς…
Τι έγινε λοιπόν στις 17; Πώς από το προθάλαμο της «κυβέρνησης της αριστεράς» φτάσαμε στη δεξιότερη από ποτέ δεξιά του Σαμαρά; Γιατί είχαμε αυτό το πισωγύρισμα; Που οφείλεται αυτή η αναδίπλωση; Να ψάξουμε για μυστικές και καταχθόνιες δυνάμεις; Για αντιλαϊκές συνομωσίες και σχέδια που εξύφαναν ξένα και ντόπια κέντρα;
Να ξαναεπιμείνω: Στις 17 έγινε ότι έγινε και στις 6. Δηλαδή, στο εκλογικό αποτέλεσμα απλά αποτυπώθηκε-«φωτογραφήθηκε» αυτό που είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί από πριν στο εκλογικό σώμα. Αποτυπώθηκαν οι συσχετισμοί, οι τάσεις, οι διαθέσεις που είχαν ήδη διαμορφωθεί στο μεσοδιάστημα των εκλογών. Από τις 6 μέχρι τις 17 πήγε πίσω ο λαός μας. Κιότεψε. Αναδιπλώθηκε. Ενισχύθηκαν τα συντηρητικά χαρακτηριστικά του. Όταν βομβαρδίζεται καθημερινά με απειλές, διλήμματα και εκβιασμούς για «ευρώ ή δραχμή», «ΕΕ ή χάος», «ΕΕ ή χρεοκοπία» κ.λπ., όταν από πρωταγωνιστής όπως ήταν στο δρόμο, στις απεργίες, και στις «πλατείες» μετατρέπεται σε θεατή που παρακολουθεί χειρισμούς κορυφών, διερευνητικές εντολές, πολιτικάντικα παιχνίδια και πολιτική καμαρίλα, όταν ο ρεαλισμός του κινήματος αντικαθίσταται από τον ρεαλισμό της «επαναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου» ή «αντικατάστασης του Μνημονίου με το Εθνικό Σχέδιο Ανόρθωσης», τότε είναι φυσιολογική και η συντηρητικοποίηση και η αναδίπλωση και το πισωγύρισμα. Ας μην ψάχνουμε λοιπόν για καταχθόνιες δυνάμεις και ας μην αναζητούμε θεωρίες συνωμοσίας. Δεν ευθύνονται μόνο οι δυνάμεις του συστήματος. Αυτοί τη δουλειά τους κάνουν. Βασικές ευθύνες έχουν και οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και που σ’ αυτό το εκλογικό μεσοδιάστημα χειρίστηκαν, ενσωμάτωσαν και τελικά εκτόνωσαν τις λαϊκές προσδοκίες και αναζητήσεις. Που άφησαν στη μέση τα βήματα της 6 Μάη, που δεν τα πήγαν παραπέρα, που τα πισωγύρισαν και τα εγκλώβισαν σε «λύσεις» «εντός της ΕΕ» και «εντός του Ευρώ».
Μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτιαξε λοιπόν τη κυβέρνησή του το σύστημα! Και πήρε όντως μια ανάσα. Μια ανάσα όμως που όλα δείχνουν ότι θάναι παροδική και σύντομη. Γιατί δεν θα αργήσει να ξαναβγεί ο λαός στους δρόμους και στις «πλατείες». Τον ωθεί η κατάσταση που βιώνει. Η ανεργία που αυξάνεται, τα μαγαζιά που κλείνουν, το εισόδημα που μειώνεται, τα χαράτσια που καλά κρατούν, η φοροεπιδρομή που έρχεται, η υγεία που νοσεί, η «δωρεάν παιδεία» που είναι πανάκριβη, οι καλοκαιρινές διακοπές που «αναβλήθηκαν», ο χειμώνας που προβλέπεται βαρύς… Είναι λοιπόν πολλοί οι λόγοι που μας «υποχρεώνουν» να συνεχίσουμε. Για να σταματήσουμε το πισωγύρισμα. Για να αναπληρώσουμε το χαμένο έδαφος. Για να καταγράψουμε πάλι επιτυχίες. Για να ξαναβγεί ο λαός στο προσκήνιο. Για να ανατρέψουμε τη βάρβαρη πολιτική. Με το μόνο τρόπο που ξέρουμε και μπορούμε, που αποδείχτηκε άλλωστε και ο μόνος που μπορεί να μας οδηγήσει και σε νίκες: Στο δρόμο!
πηγή: Εν Καρδίτση
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

26 Ιουνίου 2012

Χάσαμε παίζοντας εκτός έδρας, στο γήπεδο των εκλογών.
Να τους νικήσουμε στο γήπεδο μας, στους αγώνες!

0
Πιστεύω ότι κανένας αριστερός άνθρωπος δε νιώθει ευχάριστα μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, είτε επειδή είχε πιστέψει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να κυβερνήσει και είδε πάλι τους εκφραστές του Μνημονίου στις καρέκλες, είτε επειδή είδε την εκλογική επιρροή αριστερών δυνάμεων να μειώνεται κατά 50% τουλάχιστον, όπως συνέβη με το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) Μ-Λ ΚΚΕ, την οποία και υποστήριξα (και υποστηρίζω!) με πάθος.
Αν αφήσουμε κατά μέρος θυμικές αντιδράσεις του τύπου «φταίει ο λαός», «καλά να πάθουν οι χαζοί», «ας τους λουστούν τώρα να μάθουν» κι αφού ξεπεράσουμε αυτομαστιγώματα του τύπου «ο λαός μας γύρισε την πλάτη», «αποτύχαμε», «δεν περνάει η μπογιά μας» κτλ, θα πρέπει να δούμε νομίζω σοβαρά τι σηματοδοτούν αυτές οι εκλογές και τι μηνύματα πρέπει να μας αφήσουν.
Στη συζήτηση αυτή θέλω να συμβάλλω με το μικρό αυτό κείμενο, διατυπώνοντας κάποιες σκέψεις:
Πρώτον, εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι εκλογές δε μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλιώς θα ήταν παράνομες. Νομίζω μάλιστα ότι πρέπει να ξανά ανοίξει αυτή η κουβέντα στην αριστερά: Πότε και για ποιο λόγο παρεμβαίνουμε στις εκλογές;
Δεύτερον, ας μην τα ρίχνουμε όλα στα ξένα κέντρα, το ντόπιο κεφάλαιο, τα αστικά κόμματα, τα ΜΜΕ κτλ. Δεν αρνούμαι καθόλου τη συμβολή τους-το αντίθετο!-αλλά…τι περιμέναμε; Να μας στηρίξουν, να μας δώσουν βήμα λόγου, να μας προϋπαντήσουν; Αντίθετα, θα έπρεπε πιο έντονα να θυμηθούμε το ρόλο τους!
Τρίτον, είμαι κάθετα αντίθετος στις λογικές του τύπου «να ψηφίζατε όλοι ΣΥΡΙΖΑ», όπως θεωρούσα κι επικίνδυνες τις λογικές «Ένα ειν’ το Κόμμα» και «ψηφίστε ΠΑΣΟΚ για να φύγει η Δεξιά». Οι απόψεις και οι ιδέες ΔΕΝ τσουβαλιάζονται, ΔΕΝ κρύβονται κάτω από το χαλί, ΔΕΝ διαπραγματεύονται για λίγες ψήφους. Πώς πχ να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ, που σχεδόν εμφανίστηκε ως…σωτήρας της Ευρωζώνης, όταν στις 12 Φεβρουαρίου, στην τελευταία διαδήλωση πριν τις εκλογές, φωνάζαμε (μαζί με συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα) «εμπρός λαέ, έξω από την Ε.Ε»;
Τέταρτον, διαφωνώ στο ότι ο λαός μας γύρισε την πλάτη. Ποιος έλεγε με διάφορους τόνους και τρόπους ότι πρέπει να κατέβει ο δρόμος στο δρόμο, να παλέψει, να αντισταθεί, να ανατρέψει τα αντιλαϊκά μέτρα; Ποιος ήταν πρωτοπόρος σε όλους τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις, αν όχι η αριστερά; Και ο λαός τότε δεν κατέβαινε στους δρόμους με τα συνθήματα της; Τόσο εύκολα ξεχνιούνται όλα αυτά;
Πέμπτον, και κυριότερο, θεωρώ ότι η αριστερά θα πρέπει από εδώ κι εμπρός να κάνει αυτό που έπρεπε πάντα να κάνει! Να καλεί τον κόσμο να οργανωθεί, να ξεσκεπάζει λανθασμένες ή και επικίνδυνες ιδέες, να δημιουργεί συζητήσεις, στις οποίες θα ανθίζουν όλα τα λουλούδια, να βάζει φραγμούς και αντιστάσεις στην επίθεση που δεχόμαστε και θα δεχτούμε.
Κι εδώ νομίζω ότι βρίσκονται οι κύριες ευθύνες μας. Ότι τόσο καιρό έχουμε υστερήσει στον τομέα της οργάνωσης, της αλληλεγγύης και της αντίστασης. Εδώ βρίσκεται λαμπρό πεδίο δόξης, στο οποίο η αριστερά θα πρέπει να αγωνιστεί από αύριο κιόλας: Η δημιουργία Πρωτοβουλιών Αντίστασης σε κάθε χώρο και σε κάθε γειτονιά, η οργάνωση και η αλληλεγγύη, η ιδεολογική πάλη στις φασιστικές ιδέες, η εσωτερική συζήτηση στους κόλπους της για τους στόχους που πρέπει να βάζει, αλλά, κυρίως, η κατάθεση κάθε ικμάδας δύναμης στην υπεράσπιση του λαού ενάντια σε ξένους δυνάστες και ντόπιους (πολύ πρόθυμους αλήθεια!) υπηρέτες τους.
Εδώ βρίσκεται και η αληθινή δύναμη της Αριστεράς και όχι στην κάλπη…
Κώστας Μιχαλάκης,
Φιλόλογος-Ιστορικός.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

24 Ιουνίου 2012

ANAKOINΩΣH της KE του M-Λ KKE ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

0
Εγκλωβισμός σε πλαστά, εκβιαστικά διλήμματα και αυταπάτες
H νέα αντιδραστική κυβέρνηση της Δεξιάς με τη στήριξη του ΠAΣOK και της ΔHMAP ακροβολίζεται για σαρωτική αντιλαϊκή επίθεση
H δυσαρέσκεια και αγανάκτηση των εργαζομένων πρέπει να βρει ουσιαστική έκφραση και διέξοδο
1. Εξαπολύοντας μια πρωτοφανή τρομοκρατική επιχείρηση οι Eυρωπαίοι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι λακέδες τους με αιχμή του δόρατος τη Ν.Δ. κατάφεραν να επανασυσπειρώσουν τις δυνάμεις της δεξιάς παράταξης και με την απειλή της πείνας, του χάους και της καταστροφής να κάμψουν τις αντιστάσεις ενός τμήματος του λαού και να σχηματίσουν μια αντιδραστική κυβέρνηση της Δεξιάς με τη στήριξη του ΠΑΣOK και της ΔΗΜΑΡ, που θα συνεχίσει να εφαρμόζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς τη βάρβαρη και ξενόδουλη πολιτική των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου.
Μπροστά στα μάτια του λαού αποκαλύφθηκαν οι πιο ωμές και απροκάλυπτες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, οι αχαλίνωτοι εκβιασμοί, οι υπαγορεύσεις και τα ιμπεριαλιστικά τελεσίγραφα για έξοδο από την Ευρωζώνη και το ευρώ «αν δεν τηρηθούν οι δεσμεύσεις και δεν ψηφισθούν τα κόμματα του μνημονίου», προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναρρίχηση των ντόπιων λακέδων τους στην κυβερνητική εξουσία. Αποκαλύφθηκε για άλλη μια φορά πως ο ιμπεριαλισμός είναι το κύριο στήριγμα της ντόπιας ξενόδουλης μεγαλοαστικής τάξης για τη διασφάλιση των ταξικών συμφερόντων και της αντιλαϊκής εξουσίας της πάνω στο λαό.
Και αν αυτό συνέβη σε μια εκλογική αναμέτρηση μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί ποιος θα είναι ο χαρακτήρας των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αν απειληθούν πραγματικά ο κυρίαρχος ρόλος και τα συμφέροντά τους στη χώρα μας.
Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 17ης Ιούνη είναι αναμφίβολα δυσμενές για τα λαϊκά συμφέροντα και το λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα. Όχι μόνο γιατί σημειώνεται μετά από μια περίοδο εφαρμογής μιας βάρβαρης και υποτελούς πολιτικής των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου που τη διαδέχεται μια κυβέρνηση με διακηρυγμένη ίδια και χειρότερη πολιτική, αλλά γιατί διευκολύνει τα δύο κόμματα της οικονομικής ολιγαρχίας, τη ΝΔ και το ΠΑΣOK και το «αριστερό τους άλλοθι», τη ΔΗΜΑΡ, να μιλούν τώρα για «έγκριση» της αντιλαϊκής πολιτικής τους, για «νωπή λαϊκή εντολή» και επιτρέπει στη νέα δεξιά κυβέρνηση να σκληρύνει την αντιλαϊκή της πολιτική και να προχωρήσει «στην τήρηση των δεσμεύσεων της χώρας προς τους δανειστές» με τα νέα σκληρότερα μέτρα του μνημονίου, με το πετσόκομα των μισθών και συντάξεων, με νέα φοροληστρικά χαράτσια, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, το σάρωμα εργατικών δικαιωμάτων, με την ένταση της τρομοκρατίας και το δυνάμωμα των κατασταλτικών μηχανισμών για την «εμπέδωση του κλίματος ασφάλειας», με μια πολιτική υποτέλειας και υποδούλωσης στα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών στη χώρα μας και ευθυγράμμισης στην φιλοπόλεμη πολιτική τους στη Μ. Ανατολή, τη Συρία και το Ιράν.
Oι προεκλογικές υποσχέσεις για «επαναδιαπραγμάτευση» του μνημονίου θα αποδειχθούν μια σκέτη απάτη. Όλα τα βάρβαρα μέτρα και οι εφαρμοστικοί νόμοι που πέρασαν και δεσμεύτηκαν στα μεγάλα αφεντικά τους οι αρχηγοί της ΝΔ και του ΠΑΣOK θα εφαρμοσθούν απαρέγκλιτα, όπως προστάζουν σε όλους τους τόνους οι ξένοι και οι ντόπιοι δυνάστες. Αν θα δοθούν κάποια ψίχουλα με τη μορφή «επιμήκυνσης» και υποσχέσεις για «ανάπτυξη», αυτά θα είναι η χρυσόσκονη προκειμένου να περάσει με τις λιγότερες αντιστάσεις η βάρβαρη μνημονιακή πολιτική.
Τα προπαγανδιστικά επιτελεία της μεγαλοαστικής τάξης ξεκίνησαν ήδη να αξιοποιούν το εκλογικό αποτέλεσμα, προσπαθώντας να εμφανίσουν τη νέα κυβέρνηση σαν καρπό συνένωσης της «κεντροδεξιάς» και της «κεντροαριστεράς», αξιοποιώντας τα μέγιστα τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ για να της προσδώσουν «προοδευτικά» και «εθνικοενωτικά» χαρακτηριστικά, επιδιώκοντας να εδραιώσουν περισσότερο στη συνείδηση των λαϊκών μαζών τα αντιδραστικά τους ιδεολογήματα πως η πολιτική των μνημονίων, της Ε.Ε. και του ευρώ είναι «μονόδρομος για τη σωτηρία της χώρας», με σκοπό να υποσκάψουν και να παραλύσουν τις αντιδράσεις τους μπροστά στα νέα βάρβαρα μέτρα που έρχονται.
Ωστόσο, αν το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών παρουσιάζεται με αυτές τις αρνητικές συνέπειες δεν θα πρέπει η πρώτη βαριά του όψη να κρύψει την άλλη πλευρά του.
Ότι εμφανίζεται ως ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται σαφώς σε δυσαρμονία με την υπαρκτή, εκφρασμένη και διευρυμένη λαϊκή οργή και αγανάκτηση, με τους παρατεταμένους λαϊκούς αγώνες, τις μεγάλες απεργίες και τα παλλαϊκά συλλαλητήρια απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου και της συγκυβέρνησης Παπαδήμου που την έζησαν οι πλατιές λαϊκές μάζες στο πετσί τους και θα την αντιμετωπίσουν ξανά τώρα σε μια παραπλήσια εκδοχή της.
Αν στις εκλογές της περασμένης Κυριακής αυτό δεν εκφράστηκε στην έκταση και την ένταση που θα μπορούσε και υπήρξε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά θα πρέπει να βγει το συμπέρασμα ότι υποχώρησε ή έπαψε να υφίσταται η λαϊκή οργή και αγανάκτηση.
Εξάλλου, το εκλογικό αποτέλεσμα όχι μόνο δεν δικαιολογεί τις θριαμβολογίες της ΝΔ, αλλά πιστοποίησε για άλλη μια φορά πως τα κυρίαρχα αστικά κόμματα αδυνατούν να επανεγκλωβίσουν και να χειραγωγήσουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα που αποδεσμεύτηκαν από την εκλογική τους επιρροή.
Παρά την επανασυσπείρωση των δυνάμεων της Δεξιάς και τα τρομοκρατικά, εκβιαστικά διλήμματα που έθεσε η NΔ, το εκλογικό ποσοστό της βρίσκεται κάτω από το «ιστορικό χαμηλό» των εκλογών του 2009 και τα δύο εκατομμύρια διακόσιες χιλιάδες ψηφοφόροι τότε, μειώθηκαν τώρα ύστερα από τον «εκλογικό της θρίαμβο», στο ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες, είναι δηλαδή σήμερα κατά τετρακόσιες χιλιάδες λιγότεροι.
Και ακόμη, αθροιστικά, τα 5,2 εκατομμύρια που ψήφισαν ΠΑΣOK και ΝΔ στις εκλογές του 2009, τώρα μειώθηκαν στα 2,6 εκατομμύρια, έχουν χάσει δηλαδή τα δύο αστικά κόμματα το μισό της εκλογικής τους δύναμης συνολικά παρμένο.
Το μεγάλο στένεμα και η συρρίκνωση της εκλογικής βάσης των αστικών κομμάτων θα έχει σαν αποτέλεσμα να συνεχισθεί η πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα που θα ενταθεί από την εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής. Η «κυβέρνηση τετραετίας» που σχεδιάζουν δεν πρόκειται να μακροημερεύσει. Καμιά «τάξη» και καμιά πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί να στηριχθεί πάνω στην πείνα και την εξαθλίωση του λαού και στην υποδούλωση της χώρας. Στη βάση αυτή μόνο όξυνση της πολιτικής αντίδρασης και της ταξικής πάλης θα σημειωθεί.
Κάτω από τη σκιά του εκλογικού αποτελέσματος δεν πρέπει να ξεχαστεί πως η αντιλαϊκή πολιτική δεν αντιμετωπίζεται μέσα από τις κάλπες που στήνουν όποτε θέλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις, αλλά μέσα από τους μαζικούς, εξωκοινοβουλευτικούς αγώνες που μπορούν να αναπτύξουν οι λαϊκές μάζες. Και τέτοιοι αγώνες παρά την προσωρινή κάμψη και υποχώρησή τους, γρήγορα θα ξεσπάσουν.
Μια σημαντική μάζα ψηφοφόρων που στήριζε παλιότερα ΝΔ και ΛΑOΣ κατευθύνθηκε για δεύτερη φορά, σχετικά μειωμένα τώρα, προς τους «Ανεξάρτητους Έλληνες» του Καμμένου, ένα κόμμα βγαλμένο μέσα από τους πιο αντιδραστικούς, επικίνδυνους και τυχοδιωκτικούς κύκλους της Δεξιάς, που εμφανίζεται με αντιμνημονιακή προβιά και ακόμα χειρότερα κατευθύνθηκε προς τη «Χρυσή Αυγή» που σταθεροποιείται, επιτρέποντας σε μια φασιστική ομάδα να εξασφαλίζει για δεύτερη φορά κοινοβουλευτική παρουσία με την είσοδο στη Βουλή καθαρόαιμων ναζιφασιστών, υμνητών του Χίτλερ. Το πρόβλημα με τη «Χρυσή Αυγή» δεν είναι μόνο οι τραμπούκικες, δολοφονικές, φασιστικές επιθέσεις της, η σύμπλεξή της με τους κατασταλτικούς κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, αλλά η ανάδειξή της σε μια φασιστική πολιτική δύναμη κρούσης, που μπορεί αν χρειαστεί να αξιοποιηθεί από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις, πέρα από τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση του λαϊκού κινήματος, σαν πολιτικός μοχλός ανοιχτά αντιδημοκρατικών, αντικομμουνιστικών, φασιστικών εκτροπών και εξελίξεων.
2. Αφού πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 6ης Μάη να αναδειχθεί δεύτερο κόμμα, αποσπώντας πλατιές λαϊκές μάζες από την εκλογική επιρροή του ΠΑΣOK με δημαγωγικές υποσχέσεις για κατάργηση του μνημονίου και των εξοντωτικών μέτρων που έχουν οδηγήσει σε μια δραματική θέση εκατομμύρια εργαζόμενους και ανέργους, με τη δυναμική που απέκτησε, την οξύτατη πολιτική πόλωση που διαμορφώθηκε γύρω από το νέο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε να εγκλωβίσει ένα μεγάλο τμήμα του δημοκρατικού, προοδευτικού και αριστερού κόσμου στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής του, συγκεντρώνοντας στις εκλογές του Ιούνη ένα πολύ υψηλό εκλογικό ποσοστό. Τώρα από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης διακηρύσσει πως θα ασκήσει μια «υπεύθυνη» και «μαχητική» πολιτική και εμφανίζεται ως η επόμενη εναλλακτική κυβερνητική λύση του αστικού πολιτικού συστήματος. Για πρώτη φορά εμφανίζεται ένα κόμμα με την ταμπέλα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» να καταγράφει τόσο ψηλό εκλογικό ποσοστό και να διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, υποσχόμενο «κυβέρνηση της Αριστεράς».
Έχουμε χρέος να μιλήσουμε ανοιχτά και καθαρά στους εργαζόμενους, να αποκαλύψουμε τον ψευτοαριστερό, σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και να καταπολεμήσουμε τις επικίνδυνες αυταπάτες και τις ψεύτικες ελπίδες που καλλιεργεί στο λαό, μέσα από μια ολόπλευρη ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση αρχών.
Ένας φορέας που κυριαρχείται και καθοδηγείται από τον ΣΥΝ, από ένα κόμμα αποκομμουνιστικοποιημένο, δημιουργημένο δηλαδή από αποστάτες του κομμουνιστικού κινήματος, συγκροτημένο πάνω στην απόρριψη της επαναστατικής ιδεολογίας, στην ηττοπάθεια, τη συνθηκολόγηση και υποταγή στην πολιτική της αστικής τάξης, στην απάρνηση των μεγάλων εθνικοαπελευθερωτικών επαναστατικών αγώνων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος, όχι μόνο δεν μπορεί να εκφράσει και να υπηρετήσει τα συμφέροντα του λαού και την πάλη του για την αποτίναξη των μνημονίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, αλλά θα αξιοποιηθεί με την «υπεύθυνη» αντιπολίτευσή του σαν ο  κατάλληλος σοσιαλδημοκρατικός φορέας ανάσχεσης προκειμένου να ελέγξει και να ενσωματώσει τη λαϊκή αγανάκτηση και το λαϊκό ριζοσπαστισμό και να διαχειριστεί σε μια επόμενη φάση την οικονομική και πολιτική κρίση του καθεστώτος της εξάρτησης και της υποτέλειας προς όφελος της ντόπιας ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού.
Ένας φορέας που για δεκαετίες οι κυρίαρχες δυνάμεις που τον συγκροτούν ορκίζονται στο όνομα της ΕOK και της ΕΕ, της Ευρωζώνης και του ευρώ, και ταυτίστηκαν με τη στρατηγική της ντόπιας άρχουσας τάξης, δεν μπορεί και δεν θέλει να σταθεί αντιμέτωπος και να «καταγγείλει» την πολιτική που εκπορεύεται από την ΕΕ, που πεμπτουσία της είναι η βάρβαρη πολιτική των μνημονίων. Εξάλλου η βασική θέση που πρόβαλλε σε όλη την προεκλογική περίοδο απέναντι στις «κατηγορίες» ότι οδηγεί τη χώρα έξω από την ΕΕ, είναι πως με τη δική του πολιτική εξασφαλίζεται η σταθερή παραμονή της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.
Σε κάθε περίπτωση, ύστερα μάλιστα και από το εκλογικό αποτέλεσμα, οι κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις για έναν «παναριστερό πόλο», συγκροτημένο ή άτυπο, με κυρίαρχη δύναμη το ΣΥΡΙΖΑ θα ενταθούν και θα δυναμώσουν, δοκιμάζοντας τις πολιτικές αντιστάσεις και τις ιδεολογικές αντοχές όσων θέλουν να αγωνιστούν για την ανεξάρτητη πορεία του αριστερού και του ευρύτερου επαναστατικού κινήματος.
Θα πρέπει σταθερά και αδιάλλακτα να υψωθεί μέτωπο αντιπαράθεσης ενάντια στην ιδεολογικοπολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και την οππορτουνιστική θέση για την «ενότητα της αριστεράς», μια γραμμή που αν κυριαρχήσει θα επιτείνει τις αυταπάτες και τη σύγχυση μέσα στον αριστερό κόσμο, θα διαψεύσει οικτρά τις προσδοκίες του και θα οδηγήσει το κίνημα στα ίδια τραγικά αδιέξοδα, μετατρέποντας ξανά την Αριστερά σε σωσίβιο της αστικής τάξης για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Εξάλλου μια γεύση για το ρόλο και το χαρακτήρα της πολιτικής αυτών των δυνάμεων παίρνει ο προοδευτικός και αριστερός κόσμος από τη στάση της ΔΗΜΑΡ, που βγήκε ατόφια πριν δύο χρόνια από τους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Εκφράζοντας με «αυθεντικό» τρόπο την «κυβερνώσα αριστερά» που έχει σημαία της την ΕΕ, τώρα που οι πολιτικές ανάγκες της άρχουσας τάξης το απαιτούν προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της και γίνεται ένα αξιοθρήνητο κυβερνητικό δεκανίκι σε μια κυβέρνηση της Δεξιάς. Προχωρεί σε «προγραμματικές συμφωνίες» με τη ΝΔ και το ΠΑΣOK, με τα κόμματα-στυλοβάτες της μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, αποδεχόμενη τις «δεσμεύσεις της χώρας απέναντι στους εταίρους» και σκαρφίζεται «ισοδύναμα μέτρα» που θα εξωραΐζουν στα μάτια του λαού το υποδουλωτικό μνημόνιο. Προσφέρει έτσι «αριστερό» άλλοθι, και αναδεικνύεται τώρα σε βασικό σταθεροποιητικό παράγοντα για το σχηματισμό μιας αντιδραστικής κυβέρνησης, που θα δώσει χρόνο στις κυρίαρχες δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να οργανώσουν με καλύτερους όρους την αντιλαϊκή τους επίθεση.
3. Η ηγεσία του ΚΚΕ πλήρωσε για δεύτερη φορά μέσα σε σαράντα μέρες, όμως τώρα πολύ πιο βαριά, το αντίτιμο της γενικής ρεβιζιονιστικής πολιτικής και όλων εκείνων των θεωριών που καλλιέργησε χρόνια μέσα στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα, πολιτική και θεωρίες που έκαναν ευάλωτο τον κόσμο της Αριστεράς στις πιέσεις και στους εκβιασμούς της σοσιαλδημοκρατίας. Ό,τι συνέβη με το ΠΑΣOK στις αρχές της δεκαετίας του ’80, επαναλαμβάνεται σήμερα με το ΣΥΡΙΖΑ. Απλώς εκφράζεται με διαφορετική μορφή, με διαφορετικά εξωτερικά γνωρίσματα στην ασκούμενη πολιτική του ΚΚΕ, που έχει όμως τα ίδια ολέθρια αποτελέσματα και αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα. Tο αποτέλεσμα ήταν και τότε και τώρα, όχι μόνο να αδυνατεί να αποσπάσει δυνάμεις, δημοκρατικό και προοδευτικό κόσμο από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά αντίθετα με την ιδεολογικοπολιτική γραμμή του, να καθιστά ευάλωτο το δικό του κόσμο και να τον οδηγεί στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας. Τότε με μια δεξιά ρεφορμιστική πολιτική «αλλαγής» ή «πραγματικής αλλαγής» σύρθηκε στην ουρά του ΠΑΣOK αναζητώντας μια κυβερνητική συνεργασία μαζί του και παραδίδοντας στο ΠΑΣOK, σ’ ένα κόμμα της μεγαλοαστικής τάξης, την ηγεμονία πάνω στις πλατιές λαϊκές, προοδευτικές και αριστερές μάζες.
Αντί να αποκαλύψει τότε τον πραγματικό χαρακτήρα και το ρόλο του ΠΑΣOK καλλιέργησε ολέθριες αυταπάτες στον κόσμο της Αριστεράς και αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής του ήταν οι κυβερνητικές συνεργασίες του με τη ΝΔ και το ΠΑΣOK το 1989-90 που κατάφεραν ένα βαρύ πλήγμα στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα με μακροχρόνιες συνέπειες.
Τώρα ενώ σωστά απέρριψε κάθε πρόταση συμμετοχής σε μια ψευτοαριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την πρότασή του για «Ενότητα της Αριστεράς», με όλη την αλλοπρόσαλλη, σεχταριστική και ψευτοεπαναστατική πολιτική που εφάρμοσε η ηγεσία του KKE όλα τα προηγούμενα χρόνια και συνεχίζει να εφαρμόζει και σήμερα, παραδίδει την ηγεμονία των λαϊκών μαζών στο σοδιαλδημοκρατικό ΣΥΡΙΖΑ.
Τώρα και δύο χρόνια διακηρύσσει πως είναι ψεύτικο το δίλημμα μνημόνιο - αντιμνημόνιο και ότι είναι αποπροσανατολιστικός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές δυνάμεις και πως το πραγματικό ζήτημα είναι «αν θα περάσει ο πλούτος στα χέρια των εργατών». Αντί να μπει στο επίκεντρο της πάλης, όπως θα όφειλε να κάνει ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, ο στόχος της απόκρουσης των βάρβαρων και εξοντωτικών μέτρων του μνημονίου και να ξεσκεπαστεί ο κάλπικος χαρακτήρας του «αντιμνημονιακού αγώνα» του ΣΥΡΙΖΑ και κάθε αντιδραστικού, τυχοδιωκτικού μορφώματος, που εμφανίζονταν με αντιμνημονιακό μανδύα, η ηγεσία του ΚΚΕ διακήρυττε πως είναι ψευτοδίλημμα το μνημόνιο-αντιμνημόνιο και έτσι παραχωρούσε όλο το έδαφος σε αυτές τις δυνάμεις να δημαγωγούν ασύστολα και να εξαπατούν το λαό.
Και αυτή η κατεύθυνση ήρθε και δέθηκε με τη σεχταριστική και διασπαστική του πολιτική μέσα στο μαζικό κίνημα, με το ΠΑΜΕ, που τη συγκαλύπτει με κούφιες «αντεπιθέσεις» και «εντυπωσιακές ενέργειες» της στιγμής.
Όμως πίσω από τις κόκκινες σημαίες, τα θεόρατα πανό που κρεμούσε και τις «συμβολικές καταλήψεις» 20-30 ατόμων που επιχειρούσε, δεν υπήρχε η κατεύθυνση της πάλης για τα προβλήματα του λαού, αλλά αποτελούσαν το άλλοθι μιας κομματικής περιχαράκωσης και διασπαστικής πρακτικής στα συνδικάτα, στα κοινωνικά μέτωπα πάλης, σε κάθε μικρή και μεγάλη κινητοποίηση, που έκρυβε την έλλειψη πίστης στη δύναμη της μαζικής ενιαίας λαϊκής πάλης, τη βαθιά ηττοπαθή και συμβιβαστική αντίληψη ότι η εργατική τάξη και ο λαός δεν μπορούν να φρενάρουν την κυβερνητική επίθεση, τα εξοντωτικά μέτρα του μνημονίου και να προασπίσουν τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα και κατακτήσεις.
Όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έριξε το δόλωμα της «αριστερής κυβέρνησης», το ΚΚΕ αντί να ξεσκεπάσει την κάλπικη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και να καταδείξει στον κόσμο της Αριστεράς πως δεν πρόκειται για μια αριστερή, αλλά για ψευτοαριστερή κυβέρνηση-σωσίβιο της αστικής τάξης, προσπαθώντας να ξεφύγει από την πίεση άρχισε να διακηρύσσει εξωφρενικά πως το ΚΚΕ «δεν έχει καμιά σχέση με την Αριστερά», πως μια τέτοια κυβέρνηση δεν το αφορά, γιατί αυτοί «είναι κομμουνιστές, δεν είναι αριστεροί», σπρώχνοντας έτσι κατά χιλιάδες τον προοδευτικό και αριστερό κόσμο στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ.
Όταν και οι πάντες αντιλαμβάνονται πως η Ελλάδα μετατρέπεται σε προτεκτοράτο και το καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας παίρνει τη μορφή μιας απροκάλυπτης ξενοκρατίας, η ηγεσία του ΚΚΕ αντί να πρωτοστατήσει στον αγώνα για την απόκρουση των βάρβαρων μέτρων του μνημονίου και να τον εντάξει στο γενικότερο αγώνα για το σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας, στον αγώνα για τη διπλή ανατροπή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, όπως θα όφειλε να κάνει ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, η ηγεσία του ΚΚΕ περιφρόνησε από «ταξικές» θέσεις τον αγώνα ενάντια στο μνημόνιο και άνοιξε συστηματικό μέτωπο αντιπαράθεσης σε όσους πάλευαν ενάντια στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, θεωρώντας πως η μεγαλοαστική τάξη έχει καταστήσει τη χώρα κυρίαρχη και ανεξάρτητη και πως «δεν έχει κανένα νόημα ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία».
Και πέρα βέβαια απ’ όλα αυτά, η ηγεσία του ΚΚΕ εξακολουθεί να κουβαλά όλο το ρεβιζιονιστικό φορτίο και τη γραμμή που ευθύνεται για την ανυπολόγιστη ζημιά που προκλήθηκε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, ύστερα από το αντεπαναστατικό συνέδριο του ΚΚΣΕ και την περιβόητη 6η Oλομέλεια του ΚΚΕ, το Φλεβάρη και Μάρτη αντίστοιχα του 1956. Την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σ.Ε. και τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης και τη διάλυση των περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων στο διεθνές επίπεδο και στο εθνικό επίπεδο τη μετατροπή του ΚΚΕ, από κόμμα επαναστατικό, καθοδηγητή των ηρωικών αγώνων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, σε κόμμα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, όπως είναι πια σήμερα. Eίναι γνωστό πως ένα χρόνο τώρα οργάνωνε διαδηλώσεις και πίεζε να γίνουν εκλογές. Λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μάη πραγματοποίησε συλλαλητήριο και ζητούσε άμεση προκήρυξη των εκλογών και «διόρθωση της ψήφου» για το ΚΚΕ, λες και τα προβλήματα του λαού θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσα από τις κάλπες, από αυτούς ή τους άλλους κυβερνητικούς εντολοδόχους της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού που θα προέκυπταν, όπως τελικά προέκυψαν από τις εκλογές.
Το πραγματικό πρόβλημα που αναδεικνύεται μετά τις εκλογές με ακόμα πιο έντονο και επιτακτικό τρόπο είναι αν θα υπάρξει μια ανεξάρτητη, απέναντι στην κυρίαρχη τάξη, ισχυρή και αξιόπιστη Κομμουνιστική Αριστερά, σταθερός και ασυμβίβαστος υπηρέτης του λαού και των συμφερόντων του. Όχι μια κατ’ όνομα  Αριστερά,  προσαρμοσμένη στις πιέσεις, τις ανάγκες και τα συμφέροντα των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων, αλλά μια πραγματική κομμουνιστική Αριστερά, ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, που χωρίς την ύπαρξη, την οικοδόμηση και τη δράση τους, η εργατική τάξη και οι πλατιές λαϊκές μάζες θα παραμένουν αφοπλισμένες και αδύναμες και ο αγώνας τους θα μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια μιας νεόκοπης σοσιαλδημοκρατίας για να πλασαριστεί στο κυρίαρχο αστικό πολιτικό σκηνικό. Όσο οι διαθέσεις του κόσμου της Αριστεράς θα εγκλωβίζονται στα πλαίσια της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ, του ΚΚΕ, το λαϊκό και αριστερό κίνημα θα βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδα και η κρίση θα αναπαράγεται στις γραμμές του. Η κυριαρχία της συμβιβαστικής πολιτικής στο χώρο της Κομμουνιστικής Αριστεράς πρέπει να ανατραπεί και αυτό είναι το μεγάλο καθήκον στο οποίο οφείλουν να συστρατευθούν όλες οι πραγματικά αριστερές δυνάμεις, όλοι οι κομμουνιστές.
4. Η εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ έδωσε μέσα σε σαράντα μέρες μια διπλή σκληρή εκλογική μάχη. Όταν παίρναμε την απόφαση για συμμετοχή στις εκλογές της 17ης Ιούνη, είχαμε πλήρη συνείδηση των μεγάλων δυσκολιών που θα δημιουργούσε η οξύτατη πολιτική πόλωση ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ, τα εκβιαστικά διλήμματα και οι αυταπάτες για μια «αριστερή κυβέρνηση». Είχαμε επίγνωση πως στις συνθήκες που διαμορφώνονταν, το εκλογικό αποτέλεσμα της εκλογικής συνεργασίας θα μειωνόταν αισθητά. 
Χωρίς βέβαια να υποτιμούμε και να παραγνωρίζουμε τη σημασία ενός εκλογικού αποτελέσματος και τη σημαντική μείωσή του από τις 16.000 ψήφους το Μάη, στις 7.650 ψήφους τον Ιούνη, ο πρώτος και καθοριστικός παράγοντας που κυριάρχησε, και σωστά, ήταν η εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ να δηλώσει παρών  στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις, να μη λυγίσει μπροστά στις δυσκολίες, να απευθυνθεί στον κόσμο που τη στήριξε, στέλνοντας μήνυμα συνέχισης και προοπτικής της δράσης μας, θέτοντας παρακαταθήκες για τους αυριανούς αγώνες που έρχονται. Προφανώς το βασικότερο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η εκλογική συνεργασία στις 6 Μάη και πολλαπλασιαστικά στις 17 Ιούνη ήταν η πίεση και ο εκβιασμός της «χαμένης ψήφου» από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «αριστερή κυβέρνηση», οι μεγάλες προσδοκίες και αυταπάτες που καλλιεργούσε ότι υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού μιας κυβέρνησης που θα δώσει άμεσες απαντήσεις στα φλέγοντα προβλήματα των εργαζομένων.
Φυσικά πίσω από τις θεωρίες του «μικρότερου κακού», της «χαμένης» ή της «χρήσιμης» ψήφου, υπάρχει η πολύχρονη διαβρωτική επίδραση των ρεβιζιονιστικών αντιλήψεων, η καλλιέργεια κοινοβουλευτικών αυταπατών πως μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τις κάλπες τα προβλήματα των εργαζομένων που σε συνθήκες άμεσης επιβίωσης για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού δυνάμωναν κατακόρυφα.
Αν και βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής μάχης που δώσαμε η καταπολέμηση και ο περιορισμός όλων αυτών των αντιλήψεων, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να αντικρουστούν αποτελεσματικά στις διαμορφωμένες πολιτικές συνθήκες και στο σύντομο διάστημα της προεκλογικής περιόδου. Το ζήτημα αυτό συνδέεται με ένα σταθερό, πολύχρονο ιδεολογικοπολιτικό αγώνα αντιπαράθεσης απέναντι στην ψευτοαριστερή, σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και ενάντια στη ρεβιζιονιστική γραμμή του ΚΚΕ που θα φέρει στο προσκήνιο τον ανεξάρτητο ρόλο και τη δράση του κομμουνιστικού μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και την ξεχωριστή ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία του.
Από εκεί και πέρα, σε συνθήκες πόλωσης και εκβιαστικών διλημμάτων, όπως εκφράστηκαν στα πλαίσια της Αριστεράς, πέρα από τα εφόδια του γενικού πολιτικού προσανατολισμού και της αντιπαράθεσης με τα αντίπαλα ιδεολογικά ρεύματα, πρωταρχική σημασία έχει η παρουσία και δράση οργανωμένων δυνάμεων, η ύπαρξη σταθερών οργανωτικών και πολιτικών ερεισμάτων μέσα στους εργαζόμενους που εξασφαλίζει την άμεση επαφή και στήριξη του κόσμου, κάτι που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τη γενική προπαγανδιστική δουλειά. Τα πολιτικά και οργανωτικά ερείσματα είναι συγκριτικά περιορισμένα, οι δεσμοί με ευρύτερους κύκλους αγωνιστών και εργαζομένων είναι αδύναμοι. Όπου στοιχειωδώς έχει αντιμετωπιστεί αυτό το κρίσιμο ζήτημα, το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν θετικό.
Σε κάθε περίπτωση, το όποιο αριθμητικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επισκιάσει τη συνολική πολιτική δράση που ανέπτυξε όλο αυτό το διάστημα η εκλογική συνεργασία.
Πάνω από δύο μήνες, οι σύντροφοι και συναγωνιστές των δύο οργανώσεων κινητοποιήθηκαν ακούραστα, μεταφέροντας το αγωνιστικό μήνυμα της συνεργασίας σε χιλιάδες εργαζομένους, το μήνυμα της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στην πολιτική της εξάρτησης, της φτώχειας και ανεργίας, τον κοινό στόχο για την ανασυγκρότηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στο συμβιβασμό και τη συνθηκολόγηση.
Ποτέ σε όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν αναπτύχθηκε μια τόσο πλατιά, ενιαία κινητοποίηση των δυνάμεων του κινήματός μας από τη μια μεριά της χώρας μέχρι την άλλη, μέσα από δεκάδες συγκεντρώσεις, εξορμήσεις, αφισσοκολήσεις, μοίρασμα υλικού, συσκέψεις και συζητήσεις, προβάλλοντας μια ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση και απαντώντας θετικά στην αγωνιστική απαίτηση ενός ευρύτερου δυναμικού για μια σταθερή πορεία συνεργασίας και συσπείρωσης των δυνάμεών μας. Η κοινή προεκλογική μάχη έφερε πιο κοντά τον κόσμο των δύο οργανώσεων, επέτρεψε να γνωριστούν αγωνιστές ύστερα από πολλά χρόνια για πρώτη φορά σε τόση έκταση και βάθος. Αυτός ο κοινός βηματισμός «από τα πάνω και από τα κάτω» δημιουργεί τις βάσεις για τη στερέωση των συναγωνιστικών, συντροφικών δεσμών, αποτελεί κέρδος και κατάκτηση για την κοινή μας υπόθεση.
Όλα αυτά πιστεύουμε πως αποτελούν τα βασικά στοιχεία της προσπάθειάς μας, που αφήνουν πλούσια αγωνιστική παρακαταθήκη για την επόμενη περίοδο, για την πορεία του κομμουνιστικού μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος.
Η εκλογική συνεργασία των δύο οργανώσεων δεν αποτέλεσε τυχαία και ευκαιριακή συνεύρεση αλλά καρπό κοινών εκτιμήσεων και πολιτικών στόχων σε βασικά ζητήματα και ξεκάθαρη στάση στο αίτημα της πολιτικής συσπείρωσης και συνεργασίας ως απάντηση στην πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό.
Η μάχη των εκλογών, ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της πολιτικής πάλης τελείωσε και ξανοίγεται μπροστά μας ο αγώνας σε όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και ταξικά μέτωπα. O κοινός αγώνας που δόθηκε από τις δύο οργανώσεις αποτελεί ένα πρώτο βήμα σ’ ένα μακρύ, επίπονο αλλά ελπιδοφόρο δρόμο.
Oι αγωνιστές, οι αριστεροί που μας στήριξαν, αλλά και όσοι όλα αυτά τα χρόνια συγκρατήθηκαν στις όχθες του μαρξιστικού-λενινιστικού ρεύματος, υποδήλωσαν με την ψήφο τους πως το επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα είναι εδώ, κόντρα στις πιέσεις και τις σειρήνες των αστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων.
Αξιοποιώντας όλες τις υποδείξεις, βελτιώνοντας τις αδυναμίες μας, καταγράφοντας τις δυνατότητες, τις αντοχές αλλά και τις παραλείψεις μας, εργαζόμαστε για την επόμενη μέρα με τη βεβαιότητα πως η συνεργασία των δύο οργανώσεων εκφράζει ανάγκες της ταξικής πάλης, τις γνήσιες αγωνιστικές απαιτήσεις ενός ολόκληρου κόσμου και τη διάθεσή του να στρατευτεί και να παλέψει για μια πραγματική Κομμουνιστική Αριστερά.
Αυτό το μήνυμα πρέπει να μετουσιωθεί σε πράξη.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

18 Ιουνίου 2012

Ο εκβιασμός πέρασε. Να μην περάσει η επίθεση!

7
Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη, με βάση και τη διευρυμένη αποχή, χαρακτηρίζεται από την πολιτική αναδίπλωση πλατιών λαϊκών μαζών, αποτέλεσμα της μεγάλης εκβιαστικής, τρομοκρατικής εκστρατείας των ιμπεριαλιστών και των ντόπιων αντιδραστικών δυνάμεων.
Με αιχμή του δόρατος τη ΝΔ του Σαμαρά, με την υποστήριξη του Βενιζέλου και με τον Κουβέλη πάντα... έτοιμο για κυβερνητικά αξιώματα, ο λαός εκβιάστηκε να «διορθώσει» την ψήφο του, αποδεχόμενος το ασφυκτικό πλαίσιο της ΕΕ, της ΟΝΕ και του ΔΝΤ. Συμπαραστάτες στο έργο τους ο δήθεν αντιμνημονιακός Καμένος και το δήθεν αντισυστημικό νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής.
Η επιτυχία των αντιδραστικών δυνάμεων είναι προσωρινή. Σύντομα οι μάσκες θα πέσουν. Δεν θα αργήσει να ξεφτίσει το προσωπείο της “διαπραγμάτευσης”. Θα φανεί ότι οι δυνάμεις των μνημονίων, της εξάρτησης, της λιτότητας και της ανεργίας, με τις ευλογίες του Ομπάμα και του Γιούρογκρουπ, όχι μόνο θα σεβαστούν τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους στη τρόικα αλλά θα επιχειρήσουν, άμεσα, να επιβάλουν νέα αντιλαϊκά μέτρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη φιλο-ΕΕ στάση του και τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική του βοήθησε να περάσει ο εκβιασμός και να διαμορφωθούν οι όροι για τη συντηρητική αυτή εξέλιξη. Η προσπάθεια πλατιών λαϊκών μαζών «να αντισταθούν» υπερψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ θα αποδειχθεί ότι έχει πολύ κοντά ποδάρια. Άσφαιρη και αναποτελεσματική αποδείχθηκε και η πολιτική του ΚΚΕ, η οποία σαρώθηκε από τη μεγάλη πίεση του συστήματος και τη δημαγωγία του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι δυνάμεις του ΚΚΕ(μ-λ) και του Μ-Λ ΚΚΕ πήγαν κόντρα στο ρεύμα του «αριστερού» κυβερνητισμού και των εκβιασμών, έδωσαν μια σημαντική πολιτική μάχη για τα μέτρα τους, σε συνθήκες μεγάλης πολιτικής πόλωσης και θα συνεχίσουν αταλάντευτα τον αγώνα τους για την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων.
Έτσι όπως διαμορφώνονται οι πολιτικές εξελίξεις και με δεδομένο ότι η αβεβαιότητα και η ρευστότητα θα συνεχίσουν να τις χαρακτηρίζουν, ο λαός πρέπει να προσπαθήσει να ξαναβγεί στο προσκήνιο και να πάρει την πρωτοβουλία στα χέρια του. Μοναδική ελπίδα ένα διευρυμένο Μέτωπο Αντίστασης στην επίθεση που κλιμακώνεται. Μόνη προοπτική το χτίσιμο, μέσα στους αγώνες του αύριο, μιας επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς, έξω από τους μονόδρομους του καπιταλισμού, ενάντια στα βάρβαρα μνημόνια και στο καθεστώς της εξάρτησης και της υποτέλειας, για Ειρήνη, Δουλειά, Δημοκρατία, Εθνική Ανεξαρτησία, για τη μεγάλη υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού..

 http://mlekloges2012.blogspot.gr/
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

17 Ιουνίου 2012

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ

0
Στον αστερισμό της «αναδιαπραγμάτευσης»
Να ’μαστε λοιπόν ξανά μπροστά σε εκλογές. Εν όψει αυτών, ο Α. Σαμαράς καλεί σε πανστρατιά φιλοευρωπαϊκών κεντροδεξιών δυνάμεων για να «σώσει» τη χώρα από την απειλή του ΣΥΡΙΖΑ και της εν γένει Αριστεράς.
Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσει ότι θα καταγγείλει «πολιτικά» (μην το παρακάνουμε κιόλας) το Μνημόνιο και ότι θα διαπραγματευτεί «σκληρά» με στόχο την αναίρεση των πιο επαχθών ρυθμίσεων.
Από κοντά ο Βενιζέλος υπόσχεται αξιοποίηση του νέου «ευνοϊκού» ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ώστε να πετύχει καλύτερους όρους.
Πιο δίπλα ο Κουβέλης διαβεβαιώνει ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποκτήσει η χώρα κυβέρνηση -εννοείται- ευρωπαϊκού πάντα προσανατολισμού.
Λίγο πιο πέρα ο Καμμένος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αντιφατικότητα των επιλογών του και των πιέσεων που δέχεται για «εθνική υπευθυνότητα».
Κι έχουμε και το ΚΚΕ να μην ξέρει κατά πού να κάνει μπροστά στο πρόβλημα που η ίδια η πολιτική τής ηγεσίας του δημιούργησε.
Και στην αντίπερα όχθη το μαύρο χέρι του κεφαλαίου, η Χρυσή Αυγή, να επιχειρεί να ισχυροποιήσει τις μετοχές της πάνω στη δυστυχία μεταναστών και Ελλήνων.
Παρατηρώντας θέσεις, διακηρύξεις και προγράμματα των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων, αυτό που διακρίνεται σαν κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι στο σύνολό τους κινούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον αστερισμό της διαπραγμάτευσης (ή αναδιαπραγμάτευσης). Του Μνημονίου, της δανειακής σύμβασης, των όρων τους κ.λπ.
Από την άποψη αυτή θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτό που -κατ’ αρχάς τουλάχιστον- κρίνεται σ’ αυτές τις εκλογές είναι το ποια πολιτική δύναμη (ή συμμαχικό πολιτικό σχήμα) θα αναλάβει να διαπραγματευθεί με τους «εταίρους μας» τις τύχες του λαού και της χώρας.
Τι αλήθεια σημαίνει αυτό, πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, τι μπορεί να περιμένει ο λαός και πώς μπορεί να το αντιμετωπίσει;

Το πρόβλημα του λαού και οι στόχοι του συστήματος
Είναι εδώ και χρόνια που ο λαός μας (όπως άλλωστε συνολικά οι λαοί του κόσμου) αντιμετωπίζει τη συνεχώς εντεινόμενη επίθεση του συστήματος ενάντια στα πιο βασικά, στα πιο ζωτικά του δικαιώματα, κατακτήσεις και συμφέροντα. Μια επίθεση που ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια έχει πάρει εφιαλτικά χαρακτηριστικά και διαστάσεις.
Απέναντι σ’ αυτή την επίθεση οι εργαζόμενοι της χώρας μας και η νεολαία πρόβαλαν μια όλο και πιο οργισμένη αντίδραση, αναπτύσσοντας σειρά αγώνων και οικοδομώντας εστίες αντίστασης.
Ταυτόχρονα, όλο και ευρύτερες διαστάσεις έπαιρνε ένα φαινόμενο αποστοίχισης από την επιρροή και τις γραμμές των κομμάτων εξουσίας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) που όλο και περισσότερο απονομιμοποιούνταν, χρεοκοπούσαν στη συνείδηση των λαϊκών μαζών.
Ενα φαινόμενο που κορυφώθηκε στις τελευταίες εκλογές όπου τα κόμματα αυτά γνώρισαν μια πραγματική εκλογική συντριβή. Μια εξέλιξη που ταυτόχρονα αποτέλεσε ένα σοβαρό χτύπημα στην πολιτική συνολικά του συστήματος.
Ευνόητες συνεπώς οι ανησυχίες στα επιτελεία του συστήματος εντός και εκτός Ελλάδος. Πολύ περισσότερο που με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα αδυνατούσαν να δώσουν μια αξιόπιστη πολιτική λύση ικανή να προωθήσει αποτελεσματικά τους στόχους του συστήματος, καθιστώντας έτσι αναπόφευκτη την προσφυγή σε νέες εκλογές.
Αυτό που κατ’ αρχάς πρέπει να είναι καθαρό είναι πως η πολιτική και οι βασικοί στόχοι του συστήματος παραμένουν σταθεροί και αμετακίνητοι. Αυτό άλλωστε επιχειρούν να υπογραμμίσουν οι δηλώσεις, οι απειλές, οι πιέσεις και οι εκβιασμοί απ’ όλα τα κέντρα του συστήματος. Πάνω σ’ αυτό ας μην υπάρχουν αυταπάτες.
Ταυτόχρονα, αυτό που τους απασχολεί ιδιαίτερα είναι η διαμόρφωση όρων που θα καταστήσουν δυνατή τη διαμόρφωση πολιτικών κυβερνητικών λύσεων που να μπορούν να σταθούν και να προωθήσουν αυτούς τους στόχους. Σ’ αυτή τη βάση εμφανίζονται διατεθειμένες (κατ’ αρχάς σε επίπεδο δηλώσεων, στην πράξη θα δούμε) να χαλαρώσουν στοιχειωδώς το ασφυκτικό πλαίσιο που έχουν επιβάλει στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το ρόλο της ως φορέας του πλέγματος κυριαρχίας και των συνολικών επιδιώξεων του συστήματος.
Στην ίδια λογική αφήνουν να «αιωρείται» η εντύπωση (που αναπαράγεται μέσα από υποσχέσεις των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μας) ότι είναι πιθανή και μια κάποια λείανση των πιο άγριων και βάρβαρων μορφών της επίθεσης. Στόχος η -προσωρινή τουλάχιστον- εκτόνωση της οργής των λαϊκών μαζών, ο έλεγχος των αντιδράσεών τους ώστε να μπορέσουν να επανέλθουν δριμύτεροι στο συντομότερο δυνατό διάστημα.
Σ’ αυτή τη βάση επιχειρούν την άμεση και όσο γίνεται ευρύτερη ανασυγκρότηση των πολιτικών δυνάμεων του συστήματος. Κατά πρώτο λόγο και με κορμό τη ΝΔ επιχειρούν με πιέσεις και εκβιασμούς, εκκλήσεις και παροτρύνσεις να συστρατεύσουν τις όμορες πολιτικές δυνάμεις στον «ιερό σκοπό». Με προσπάθειες αναστήλωσης του ΠΑΣΟΚ (βλέπε και συνάντηση με Ολάντ κ.ά.) ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δύναμη στήριξης κεντροδεξιών ή και εν ανάγκη κεντροαριστερών πολιτικών λύσεων.
Ταυτόχρονα σε όλο αυτό το διάστημα ασκούνται συντονισμένες και ασφυκτικές πιέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ απ’ όλες τις πλευρές εντός και εκτός Ελλάδος να «ξεκαθαρίσει» θέσεις και προθέσεις. Πιέσεις που με βάση τις αντιφάσεις και τα καιροσκοπικά χαρακτηριστικά αυτού του οργανισμού έχουν αρχίσει να αποδίδουν καθώς όλο και περισσότερο διολισθαίνει στο πεδίο της αναδιαπραγμάτευσης.
Στο ίδιο διάστημα ασκούνται συνεχείς πιέσεις και εκβιασμοί στον ελληνικό λαό ώστε να αποφασίσει «ορθά» και ευρωπαϊκά. Πιέσεις που αναμένεται να ενταθούν αλλά που μέχρις ώρας έχουν αντιφατικές επιδράσεις καθώς από τη μια τρομάζουν έναν κόσμο και από την άλλη τον εξοργίζουν.

Ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα
Και εδώ αναδεικνύονται με όλα αυτά ορισμένα σοβαρά ζητήματα. Πρώτο, παρ’ όλο το χτύπημα που έδωσε ο λαός στις δυνάμεις του συστήματος, αυτό έχει ήδη σε σημαντικό βαθμό κατορθώσει να φέρει το ζήτημα στο δικό του πεδίο. Αυτό της «διαπραγμάτευσης».
Δεύτερο, παρ’ όλη την καθολική απαξίωσή τους και τη συντριπτική εκλογική ήττα που υπέστησαν οι έως χτες πολιτικοί διαχειριστές του συστήματος, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τους ξαναδούμε στο ρόλο αυτών που θα αναλάβουν (ως κυβέρνηση) να «ξανασώσουν» τη χώρα.
Τρίτο, ακόμη και στην εκδοχή του σχηματισμού κυβέρνησης από ΣΥΡΙΖΑ με ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ (ή και χωρίς ΠΑΣΟΚ), το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Το γεγονός ότι ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ προσανατολίζεται να κινηθεί στον καμβά της διαπραγμάτευσης προκαθορίζει λίγο πολύ την τροχιά των πραγμάτων. Απ’ εκεί και πέρα, το να λέγεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα διαπραγματευτεί καλύτερα από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ μάλλον δεν ανήκει σ’ εκείνα που μπορούμε να πάρουμε και πολύ στα σοβαρά. Αν με όλα αυτά υπάρχει κάτι που έχει κάποια βάση και σημασία είναι η πίεση που δημιουργεί η εκφρασμένη και εκλογικά οργή του κόσμου. Μια πίεση που εκ των πραγμάτων θα έχει τη σχετική επίδρασή της στις διαπραγματεύσεις και σε οποιαδήποτε από τις προηγούμενες περιπτώσεις. Αλλά μέχρις εκεί.
Σε σχέση λοιπόν με όλα τίθεται εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα και ορισμένα άλλα που συνδέονται μ’ αυτό. Αυτή είναι η μόνη επιλογή που έχει μπροστά του ο λαός (και γενικότερα οι λαοί); Σ’ αυτό το πλαίσιο και με αυτούς τους όρους μπορεί μόνο να κινηθεί και να κάνει τις όποιες επιλογές του; Και δεν εννοούμε απλώς και μόνο άμεσα-εκλογικά, μια και θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί κανείς ότι, όπως έχουν τα πράγματα, τα περιθώρια είναι στενά. Το ζήτημα έχει ευρύτερες διαστάσεις και αφορά το αν οι λαοί μπορούν -και υπό ποιους όρους- να θέσουν άλλου είδους απαντήσεις στην ημερήσια διάταξη. Και αν, όπως θεωρούμε, υπάρχει και άλλος δρόμος, ποιοι οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν ώστε να τίθενται σαν μοναδικές επιλογές οι διάφορες παραλλαγές της «αναδιαπραγμάτευσης»;

Για τις αφετηρίες ορισμένων πολιτικών επιλογών
Σε σχέση με αυτό μπορεί να αναφερθεί σειρά παραγόντων, με καθοριστικό κατά την άποψή μας τον αρνητικό συσχετισμό και όπως αυτός εκφράζεται παγκόσμια, ευρωπαϊκά και στη χώρα μας. Ενας συσχετισμός που διαμορφώθηκε στη βάση της ήττας του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και της παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Που βασικές της εκφράσεις αποτέλεσαν η αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, του κορμού ισχύος της λαϊκής πάλης. Η αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος. Η αποσάθρωση των μετώπων πάλης των λαών. Που συνέπειές του υπήρξαν το άνοιγμα του δρόμου για την αχαλίνωτη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τον κόσμο της δουλειάς και με στόχο τον εξανδραποδισμό του.
Η εκστρατεία επανακατάκτησης, επαναποικιοποίησης του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές, που υποτάσσει, ερημοποιεί και διαμορφώνει όρους ομηρίας των εξαρτημένων χωρών. Το γιατί και το πώς μιας τέτοιας εξέλιξης είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που ήδη απασχολεί το κίνημα, αλλά που δεν είναι στα όρια αυτού του άρθρου.
Εδώ μας ενδιαφέρει η στάση και η επίδραση σ’ αυτές τις εξελίξεις του υποκειμενικού παράγοντα, των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Οχι τόσο για να αποδοθούν ευθύνες, που κι αυτό χρειάζεται. Κυρίως επειδή αυτές οι δυνάμεις που τη συγκροτούν συνεχίζουν να έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών του κινήματος. Να προσδιορίζουν το σήμερα και το αύριό του. Είναι αναγκαίο συνεπώς να τις αντιμετωπίσουμε.
Στη βάση αυτών των αντιλήψεων βρίσκεται ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι φορείς τους την πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος θεώρησης του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος που σήμερα ορίζει κυριαρχικά αυτή την πραγματικότητα. Η αντιμετώπισή του ως «μονόδρομου». Μια θεώρηση που με τη σειρά της βασίζεται σε δύο παραδοχές. Πρώτον, το ότι το σύστημα μπορεί να εξελίσσεται αφ’ εαυτού του, να αλλάζει προς το καλύτερο με βάση τις δικές του «εσωτερικές» δυνατότητες και λειτουργίες. Δεύτερο, με την άποψη που ισχυροποιήθηκε με την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, πως ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά μια ουτοπία. Η σύμφυση των δύο αυτών παραδοχών έδωσε την άποψη πως για το ορατό τουλάχιστον μέλλον, η μόνη πραγματικότητα είναι ο καπιταλισμός και συνεπώς το μόνο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναζητηθούν δρόμοι και λύσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας.
Το δυστύχημα γι’ αυτές τις αντιλήψεις ήταν ότι το ίδιο το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα βάλθηκε να τις διαψεύσει. Η βαρβαρότητα της επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της δουλειάς κουρέλιασε το ιδεολόγημα του «νεωτερικού καπιταλισμού» με βάση το οποίο «ερμήνευαν» τις υποχωρήσεις στις οποίες είχε υποχρεώσει το σύστημα η πάλη των λαών. Η κτηνωδία των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ανατίναξε το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης» και της «συνεργασίας των λαών» που τόσο τους είχε σαγηνεύσει.
Η επέκταση της επίθεσης στα μεσοστρώματα έθετε -πέραν των άλλων- υπό αίρεση τη θέση και το ρόλο τους στην κοινωνία και το πολιτικό γίγνεσθαι. Ολα αυτά γεννούσαν αντιδράσεις, ζητούσαν ερμηνείες, απαιτούσαν απαντήσεις.
Το βασικό ερμηνευτικό σχήμα που υιοθετήθηκε από αυτές τις δυνάμεις υπήρξε αντάξιο της φύσης, των χαρακτηριστικών, των απόψεων και αντιλήψεών τους. Για όλα αυτά λοιπόν αυτός που κύρια ευθύνεται είναι ο… «νεοφιλελευθερισμός». Ο παραμερισμός των κεϊνσιανών οικονομικών αντιλήψεων από τα νεοφιλελεύθερα οικονομικά δόγματα. Αυτή ήταν, λέει, η καθοριστική ανατροπή που άνοιξε το δρόμο στις «δυνάμεις της αγοράς» να επιβάλουν τις απόψεις τους στην πολιτική. Που πριόνισε το «νεωτερικό καπιταλισμό». Που εξέτρεψε την «παγκοσμιοποίηση» από το δρόμο της συνεργασίας των λαών, της κοινής ανάπτυξης και ευημερίας. (Για όσους θυμούνται τις απερίγραπτες ανοησίες που λέγονταν πριν από λίγα μόλις χρόνια). Απόψεις που -καθόλου αθώα- έβαζαν το κάρο πριν απ’ τα βόδια. Το αποτέλεσμα στη θέση της αιτίας.
Δεν μπορούσαν και κυρίως δεν ήθελαν να αντιληφθούν ότι οι τεράστιες αλλαγές που συντελούνται εδώ και δύο-τρεις δεκαετίες δεν έγιναν επειδή έφεξε της Θάτσερ, του Ρίγκαν, του Μπλερ ή του Μπους να ασπαστούν τον νεοφιλελευθερισμό. Οτι αποτέλεσαν εκφράσεις και αποτελέσματα κοσμογονικών ανατροπών σε βασικές σχέσεις, συσχετισμούς και διάταξη δυνάμεων τόσο διεθνώς όσο και σε κάθε χώρα. Δεν θέλουν και δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει το σύστημα, η αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης οφείλονται στην ίδια τη φύση και τη λειτουργία του συστήματος. Στις αντινομίες, αντιφάσεις και αντιθέσεις του. Γι’ αυτό και αποφεύγουν επιμελώς να αναφέρονται στην καπιταλιστική μήτρα των δεινών που υφίστανται οι λαοί. Στις ιμπεριαλιστικές αφετηρίες της βαρβαρότητας. Γι’ αυτό και προτιμούν να μιλούν για «λάθη» και «αστοχίες». Για αδιέξοδες πολιτικές και «παράλογες» επιλογές. Για «ανεπαρκείς» πολιτικές ηγεσίες. Για «στενοκεφαλιά» της Μέρκελ που εμποδίζει την Ευρώπη να βρει το δρόμο της.
Γι’ αυτό και επιμένουν να αναζητούν δυνάμεις στήριξης των απόψεών τους στο πλαίσιο του συστήματος. Να ονειρεύονται στροφές των παγκόσμιων ή έστω των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων. Να εξωραΐζουν την πολιτική του Ομπάμα. Να ποντάρουν στους διάφορους Ολάντ που θα κάμψουν, λέει, τα «πείσματα» των Μέρκελ. Να περιδινούνται στις αυταπάτες τους πριν προσγειωθούν (αν, όταν και όσο) στην πραγματικότητα.
Πάνω απ’ όλα να αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Να υπονομεύουν την ανάπτυξη της μοναδικής κατεύθυνσης που μπορεί να δημιουργήσει όρους πραγματικών απαντήσεων. Την κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων.

Απέναντι στην πραγματικότητα
Κάπως έτσι και στο γύρισμα των καιρών βρέθηκαν μπροστά σε μια «επιτυχία» που ούτε και οι ίδιοι περίμεναν. Μπροστά στην πιθανότητα -που ίσως και να απεύχονταν- να κληθούν, ως κυβέρνηση, να εφαρμόσουν τις απόψεις τους.
Με μια χώρα με διαλυμένη την παραγωγική της δομή, με αποδιαρθρωμένο τον οικονομικό της ιστό. Βεβαίως και, όπως θα μπορούσε να ειπωθεί, η κύρια ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας και τους πολιτικούς της εκφραστές. Μόνο που δεν είναι άμοιρες ευθυνών και οι δυνάμεις της Αριστεράς. Οχι μόνο επειδή δεν πρόβαλαν την απαιτούμενη αντίσταση στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου παραγωγικού οικονομικού μοντέλου, αλλά και επειδή το συνέδραμαν. Με τη στήριξη που έδωσαν στην πρόσδεση στην ΕΕ, που αποτελείωσε τις ήδη αδύναμες παραγωγικές δομές. Με τη συνδρομή τους στην κατεύθυνση που ήθελε το μέλλον να βρίσκεται στον τριτογενή τομέα και τις υπηρεσίες. Με την αθρόα συμμετοχή τους σε χορηγίες, αναθέσεις, αναλήψεις και άλλες τέτοιου είδους «δουλειές» που «νομιμοποιούσαν» και ενίσχυαν ένα τέτοιο καθεστώς.
Με έναν λαό απροετοίμαστο γι’ αυτά που του ’ρθαν κι εκείνα που έρχονται. Απελπισμένο, απογοητευμένο, αποπροσανατολισμένο. Οργισμένο και απαιτητικό, αλλά ταυτόχρονα και αφοπλισμένο ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά. Και εδώ οι κύριες ευθύνες βρίσκονται στις δυνάμεις που θέλουν να λογίζονται ως αριστερές. Είναι πάντα δικό τους έργο και ευθύνη να διαφωτίσουν τον κόσμο. Να τον προετοιμάσουν. Να τον συγκροτήσουν στη βάση των απαιτήσεων που θέτουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Αντίθετα οι δυνάμεις της Αριστεράς συναγωνίζονταν τις αστικές στην προβολή απόψεων και ιδεών αποπροσανατολιστικών. Δημιουργίας αυταπατών. Απόκρυψης -χρόνια τώρα- της πραγματικότητας. Των αιτιών, της φύσης και του χαρακτήρα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Της καλλιέργειας αυταπατών ότι υπάρχουν εύκολες, ανώδυνες και γρήγορες λύσεις. Αρκεί να δώσει την ψήφο του στις δυνάμεις της Αριστεράς. Ε, λοιπόν την έδωσε!
Με ένα κίνημα που βρίσκεται πολύ κάτω από τις απαιτήσεις που θέτει σήμερα η ταξική πάλη. Και εδώ η ευθύνη βρίσκεται ολοκληρωτικά στις δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά. Που η καθεμία με τον τρόπο της υπονόμευσαν τη μοναδική κατεύθυνση που μπορεί να διαμορφώσει όρους πραγματικής και ουσιαστικής συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Της αντίστασης και της πάλης πάνω στα προβλήματα του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας. Της υποτίμησης και υποβάθμισης αυτής της κατεύθυνσης στο όνομα της συγκρότησης (συγκόλλησης) πολιτικών σχηματισμών ευρύτερων, υποτίθεται, οριζόντων. Της εκλογικής τους ενίσχυσης που θα διαμόρφωνε άλλους συσχετισμούς ικανούς να δώσουν συνολικές πολιτικές κυβερνητικές λύσεις. Ε, λοιπόν, ορίστε!
Τέλος, με πολιτικές δυνάμεις αμήχανες μπροστά στα ζητήματα που θέτουν οι εξελίξεις. Παραζαλισμένες όπως ο ΣΥΡΙΖΑ από την ίδια τους την «επιτυχία». Ανέτοιμες με βάση τη φύση, τα χαρακτηριστικά, τις ιδεοληψίες και αυταπάτες τους να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που τίθενται ή και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ετσι «φυσιολογικά» άρχισαν τις κωλοτούμπες. Κατά κάποιους μάλιστα αυτό είναι και η μάλλον πιο «φρόνιμη», εντέλει, επιλογή.
Οσο για την ηγεσία του ΚΚΕ, πληρώνει την άρνησή της να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στο λαό και το κίνημα. Περιχαρακωμένη στον εαυτό της και παραπέμποντας στην εκλογική της ενίσχυση και στο… μέλλον. Ας πρόσεχε. Δεν ήταν δύσκολο να δει ότι αργά ή γρήγορα κάπως έτσι θα έρχονταν τα πράγματα. Πολύ περισσότερο που στην ταξική πάλη οι εξελίξεις παίρνουν καμιά φορά πιο γρήγορες στροφές.

Είναι ζήτημα αναμέτρησης
Μόνο που το πρόβλημα για το λαό παραμένει στο ακέραιο. Και δεν είναι αυτό θέμα διαπραγμάτευσης, αλλά ζήτημα αναμέτρησης. Μιας αναμέτρησης που εξελίσσεται εδώ και χρόνια ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που από τη μεριά του συστήματος αντιμετωπίζεται με τον πιο συγκροτημένο, αποφασιστικό και ανελέητο τρόπο. Με χρησιμοποίηση όλων αυτών των μέσων, μηχανισμών και δυνάμεων που διαθέτει.
Η απάντηση σ’ αυτό δεν μπορεί να δοθεί ούτε με φαεινές, ούτε με συνταγές εύκολων και γρήγορων λύσεων ούτε με «συνασπισμούς εξουσίας» που από κάτω τους βρίσκεται το κενό. Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο στη βάση της συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα των απαιτήσεων που θέτει μια τέτοια αναμέτρηση. Και αυτό είναι κάτι που απαιτεί μια άλλου είδους δουλειά, που απαιτεί διαρκή, επίμονο, καθημερινό, αποφασιστικό αγώνα σε όλα τα μέτωπα πάλης. Οπως αυτός που έχει κιόλας ξεκινήσει στις διάφορες εστίες αντίστασης και πάλης που αναπτύσσονται παντού. Σε τόπους δουλειάς και εκπαίδευσης. Σε χωριά και συνοικίες. Εκεί διαμορφώνονται οι πρωταρχικοί όροι συγκρότησης και ανοίγματος δρόμων.
Ναι, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, ούτε από εκείνες τις προτάσεις που χαϊδεύουν αυτιά και τρέφουν αυταπάτες. Είναι όμως ο μοναδικός τρόπος. «Ή θα τον οικοδομήσουμε ή θα μας τσακίσουν».

Βασίλης Σαμαράς
28 Μαΐου 2012
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ