«Να ξεμπλέξουμε με τις αυταπάτες στις γραμμές της εργατικής τάξης». Αυτός είναι ο τίτλος άρθρου του Δημήτρη Γόντικα, μέλους του Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ, που δημοσιεύθηκε στο Ριζοσπάστη της Κυριακής 20 Ιούνη.Το άρθρο του Δημήτρη Γόντικα, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, έρχεται να χτυπήσει τις αυταπάτες πως μπορεί να ανατραπεί η επίθεση στις σημερινές συνθήκες. Την επόμενη μέρα η Α. Παπαρήγα ανακοινώνει σε συνέντευξη Τύπου τους 13 υποψηφίους περιφερειάρχες με τα βιογραφικά τους, το όνομα του ψηφοδελτίου, εγκαινιάζοντας στην ουσία την προεκλογική τους δράση. Να, λοιπόν, γιατί προηγήθηκε το άρθρο του Δ.Γ., για να προετοιμάσει τα μέλη και τους οπαδούς τους ότι οι σημερινοί αγώνες δεν μπορούν να ανατρέψουν την επίθεση. Έχοντας μια τέτοια εκτίμηση η ηγεσία του ΚΚΕ, πιστεύει πως μπορεί να αποφεύγει τη πίεση που ασκεί η αγριότητα της επίθεσης και να ασχολείται με τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές.
Ας επανέλθουμε, όμως, στο περιεχόμενο του άρθρου του Δ.Γ.: «Χρόνια τώρα και ιδιαίτερα με την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. είχε καλλιεργηθεί η αυταπάτη ότι η εργατική τάξη μπορούσε να εξασφαλίσει μια λίγο πολύ σταθερή θέση στη δουλειά και ένα επίσης ικανοποιητικό ή συνεχώς βελτιούμενο επίπεδο ζωής και δικαιωμάτων. Φορέας αυτών των απόψεων μέσα στο εργατικό κίνημα ήταν η εργατική αριστοκρατία. Η πλειοψηφία των εργοδοτικών μας κυβερνητικών συνδικαλιστών, από την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ ως κάτω και σε πολλά πρωτοβάθμια σωματεία. Συμπλήρωμα και σύμμαχοι σε αυτές τις δυνάμεις ήταν και είναι τα διάφορα οπορτουνίστικα ρεύματα». Τα παραπάνω είναι η μισή αλήθεια, αφού ο Δ.Γ. δεν αναφέρεται στη δική του παράταξη, την τότε ΕΣΑΚ, η οποία ήταν μέρος εκείνης της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και καλλιεργούσε και αυτή τις ίδιες ακριβώς αυταπάτες.
Και συνεχίζει ο Δ.Γ.: «Με κυρίαρχη γραμμή την ισχυρή ανταγωνιστική οικονομία συνέβαλαν με όλες τους τις δυνάμεις στην υιοθέτηση της αυταπάτης ότι το συμφέρον της εργατικής τάξης ταυτίζεται ή εξαρτάται από την κερδοφορία και την ισχυροποίηση της θέσης των καπιταλιστών σε κάθε κλάδο και επιχείρηση, τη στρατηγική της Ε.Ε. και των κυβερνητικών πολιτικών που έχουν ως άξονα την ανταγωνιστική οικονομία…»… «Ζήσαμε –συνεχίζει ο Δ.Γ.– όλα αυτά τα χρόνια μια κλιμακούμενη επιθετικότητα του καπιταλιστικού κεφαλαίου και μια συνεχή υποχώρηση του συνδικαλιστικού κινήματος με ευθύνη του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού μέσα από σειρά υποχωρήσεων». Εδώ ο Δ.Γ. κρύβει από τους αναγνώστες του Ριζοσπάστη συνειδητά τα αληθινά γεγονότα και κυρίως τον βρόμικο ρόλο που έπαιξε την ίδια περίοδο το ΚΚΕ και η εργατική του παράταξη ΕΣΑΚ, πιστεύοντας πως το πέρασμα του χρόνου «σβήνει» τις αμαρτίες του.
Για όλα αυτά που ο Δ.Γ. κατηγορεί τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, τα έκαναν από κοινού οι παρατάξεις του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, ΠΑΣΚΕ και ΕΣΑΚ, οι οποίες απάρτιζαν την τότε πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, οι λεγόμενες τότε δημοκρατικές δυνάμεις. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τι συμφώνησαν από κοινού οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ, με την υπογραφή της ΕΣΑΚ και της ΠΑΣΚΕ, για τη δίχρονη εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας, που για πρώτη φορά υιοθετήθηκε να έχει δίχρονη διάρκεια, το 1991-1992.
Ας την απολαύσουμε!!
«Διαπίστωσαν όλοι οι συμβαλλόμενοι –όπως αναφέρεται στο κείμενο της Εθνικής, Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας– την αναγκαιότητα για:
- εξάλειψη των ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα και μείωση του πληθωρισμού,
- αποδοτικότερη λειτουργία του Δ.Τ.
- οικονομική ανάπτυξη μέσα από τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής του εκσυγχρονισμού του παραγωγικού εξοπλισμού με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας,
- ιδιαίτερη έμφαση στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού με εντονότερη χρησιμοποίηση της επαγγελματικής κατάρτισης και μετεκπαίδευσης,
- να συμβάλλουν στην προώθηση των αλλαγών που θεσμοθετούνται από την ΕΟΚ στα πλαίσια του Ενιαίου Κοινωνικού Χώρου.
- να μελετήσουν από κοινού το θέμα σύνδεσης αμοιβής με την παραγωγικότητα
- να μελετήσουν και να επιδιώξουν τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές για την αναβάθμιση του ρόλου τους στη διαχείριση των οικονομικών πόρων των οργανισμών στους οποίους συμμετέχουν, με εργοδοτικές και εργατικές εισφορές.
Με αυτές τις προϋποθέσεις πιστεύουν οι συμβαλλόμενοι ότι εξασφαλίζουν τη επιτυχή εφαρμογή της παρούσας ΕΓΣΣΕ. Και την εμπέδωση και διεύρυνση του μεταξύ τους διαλόγου. Ακόμη πιστεύουν ότι με την ίδια συλλογική σύμβαση συμβάλλουν στην ταχύτερη έξοδο από την ύφεση και στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν σε αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης».
Σ' αυτό ακριβώς το κείμενο έβαλε η ΕΣΑΚ φαρδιά πλατιά την υπογραφή της, μαζί με την ΠΑΣΚΕ και τον ΣΕΒ, στις 3 Απρίλη του 1991. Ένα κείμενο βαθιά αντιδραστικό, φιλοκαπιταλιστικό και αντεργατικό και μάλιστα αρκετά επίκαιρο, αφού ορισμένα από τα παραπάνω συμφωνηθέντα βρίσκονται και στο μνημόνιο της λεγόμενης τρόικας. Η παραπάνω αντιδραστική και αντεργατική συμφωνία ΠΑΣΚΕ- ΕΣΑΚ και ΣΕΒ οδήγησε σε μια σκληρή λιτότητα τους εργαζομένους, στην πλήρη αποσυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, όπου οι απεργίες είχαν γίνει είδος πολυτελείας και ο λεγόμενος κοινωνικός διάλογος υπήρξε για δεκαετίες κοινή γραμμή πλεύσης, με τη συμμετοχή και της παράταξης του ΚΚΕ. Εκείνη την περίοδο των δεκαετιών του 1990 και του 2000, οι διάφορες επιτροπές του λεγόμενου κοινωνικού διαλόγου φύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Θεσμοί απόλυτα ενταγμένοι στη γραμμή της ταξικής συνεργασίας, όπου οι συμβαλλόμενοι συνδικαλιστές αμείβονταν πλουσιοπάροχα για το έργο που πρόσφεραν στο σύστημα. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ συμμετείχαν σε όλες, ακόμη και στην ΟΚΕ των Βρυξελλών. Και μάλιστα, όπως δημοσίευσε ο Ριζοσπάστης τον Ιούλη του 2009, έχει προσαρμοστεί το καταστατικό του ΚΚΕ ως εξής: «Οι αμοιβές των μελών του από τη συμμετοχή τους στις διάφορες επιτροπές θα πρέπει να παραδίδονται στο κόμμα».
Ένα μικρό απόσπασμα από τον Ριζοσπάστη της 3ης Νοέμβρη 2000 είναι αρκετό για να αποκαλύψει τα παραπάνω: «Έχει περάσει σημαντικό διάστημα από τη συζήτηση που έγινε στην οργάνωσή μας για την ΟΚΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη συμμετοχή μας σε αυτήν και την εκπροσώπησή μας εκεί από τον σ. …… (στο άρθρο αναφέρεται το όνομά του), είναι γνωστό ότι έγιναν συνεργασίες του συντρόφου με το Π.Γ. και τον Γραμματέα της ΚΟΑ για την ανάγκη παραίτησης του σ/φου από την ΟΚΕ. Ο σύντροφος έχει επιλέξει άλλο δρόμο… γι’ αυτό παρακρατεί κατά παράβαση και του καταστατικού του κόμματος αλλά και της στοιχειώδους κομματικής ηθικής την καθόλου αμελητέα χρηματική αποζημίωση που παρέχει η ΕΕ λόγω της συμμετοχής του στην ΟΚΕ της ΕΕ» (Ριζοσπάστης, 3 Νοέμβρη 2000).
Και συνεχίζει στο άρθρο του ο Δ.Γ.: «Σήμερα, μπροστά στην κρίση, η επιθετικότητα του κεφαλαίου παίρνει τεράστιες διαστάσεις και ισοπεδώνει, με την απειλή της πείνας και του βούρδουλα, ό,τι έχει απομείνει σε δικαιώματα και κατακτήσεις» Αναφέρεται επίσης πως: «ό,τι κατακτήσεις διατηρήθηκαν οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επαγρύπνηση, ετοιμότητα και στην πάλη του ταξικού πόλου στο συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα στην ύπαρξη της πολιτικής και τακτικής του ΚΚΕ» και ότι: «....Μπροστά σ' αυτή την επίθεση το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρέθηκε ανέτοιμο και αφοπλισμένο. Αυτή είναι η μεγάλη ιστορική εγκληματική ευθύνη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ που δεν μπορεί να ξεπλυθεί με τίποτα».
Όμως, η μεγάλη ιστορική και εγκληματική δράση της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ συντελέστηκε με τη συμμετοχή και της δικής τους παράταξης και αυτό είναι ολοφάνερο, αφού τα γεγονότα έχουν καταγραφεί και μάλιστα στην ώρα τους, παρότι αποσιωπάται από τον αρθρογράφο.
Αναφερόμενος ο Δ.Γ. στο σύνθημα “ή ο λαός θα πτωχεύσει ή η πλουτοκρατία”, ισχυρίζεται ότι σ' αυτό «περιέχεται με ακρίβεια όλο το περιεχόμενο του αγώνα αυτή τη περίοδο και οι διαχωριστικές γραμμές». Εδώ ο ποιητής βρίσκεται σε σύγχυση. Ο λαός ήδη πτωχεύει και μάλιστα με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ η πλουτοκρατία πλουτίζει ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Και είναι φανερό πως όσο πτωχεύει ο λαός τόσο ωφελημένη θα βγαίνει η πλουτοκρατία. Ο μόνος τρόπος να πτωχεύσει η πλουτοκρατία είναι να την γκρεμίσει ο λαός από την εξουσία και να δημιουργήσει τη δική του.
Και καταλήγει ο Δ.Γ.: «Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες, ότι με ορισμένες απεργίες με τα σημερινά δεδομένα είναι δυνατή η ανατροπή της επίθεσης που έχει εξαπολυθεί». Η αλήθεια είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν πίστεψε και δεν πιστεύει στις δυνατότητες της εργατικής τάξης και του λαού να ανατρέψουν την επίθεση που δέχονται. Οι αναφορές που κάνει ο Δ.Γ. στο άρθρο του σχετικά με την κατάντια του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος χρησιμοποιούνται κυρίως σαν άλλοθι για την αποχώρησή τους από το κίνημα και την ενασχόλησή τους με τη βασική τους γραμμή που λέει ότι οι συσχετισμοί δύναμης θα αλλάξουν μέσα από εκλογές, μιας που έχουμε μπροστά μας και τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές.
Για να ανατραπεί η επίθεση και τα βάναυσα και αντιλαϊκά μέτρα απαιτείται πρώτα και κύρια οι δυνάμεις της Αριστεράς, στο σύνολό τους, να επιτελέσουν το ιστορικό τους καθήκον, να διαθέσουν τις δυνάμεις τους στις ανάγκες και στις απαιτήσεις του κινήματος, με στόχο την ανατροπή των μέτρων. Μια τέτοια ανατροπή αναπόφευκτα θα τσακίσει τις δυνάμεις της επίθεσης, θα ανατρέψει και θα ισχυροποιήσει ακόμη περισσότερο το συσχετισμό δύναμης του κινήματος. Μια τέτοια εξέλιξη θα δώσει νέες δυνατότητες στους στόχους του κινήματος για ακόμη μεγαλύτερες κοινωνικές αναμετρήσεις. Η ηγεσία του ΚΚΕ όχι μόνο δεν είναι διατεθειμένη να διαθέσει τις δυνάμεις της στο κίνημα αλλά, αντίθετα, αυτό που κάνει μέχρι σήμερα είναι να τις αποσπάει από αυτό και να τις εντάσσει σε στενά περιορισμένες κομματικές και παραταξιακές κινητοποιήσεις με βασικό χαρακτήρα τη ζύμωση προγραμματικών της στόχων. Ακόμη όμως και όταν μιλάει για ανατροπή της επίθεσης, αυτή τη συνδέει με την ανατροπή και των φορέων της, δηλαδή την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας και μέχρι τότε...... ζύμωση και προπαγάνδα και το ένα πακέτο αντεργατικών μέτρων θα διαδέχεται το άλλο. Τέλος, να σημειώσουμε πως η ηγεσία του ΚΚΕ αυτή τη περίοδο, τώρα που η επίθεση του κεφαλαίου γίνεται όλο και πιο βάναυση και απαιτείται η πιο μαζική και αποφασιστική απάντηση, ξεκινάει την προεκλογική της δράση. Και μάλιστα δημιουργεί στο λαό μεγάλες αυταπάτες ότι «το αποτέλεσμα των εκλογών για τα τοπικά και κρατικά διοικητικά όργανα πρέπει να αποτελέσει όπλο στον αγώνα του λαού για να δυσκολευτεί –θαυμάστε επιθετική διατύπωση!!– και να ανατραπεί η λήψη των αντιασφαλιστικών μέτρων… για να ανοίξει ο δρόμος της λαϊκής αντεπίθεσης ως τη λαϊκή νίκη». («Ρ», 22 Ιούνη)
Να, λοιπόν, το όπλο του λαού, ένα καλό εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ.
Τελικά, να ξεμπλέξουμε με τις αυταπάτες ή να δημιουργήσουμε και νέες;
Γρηγόρης Κωνσταντόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου