11 Νοεμβρίου 2010

Βραζιλία-Εκλογή Ρούσεφ Στην σκιά του Λούλα και της δεξιάς πολιτικής του

Επικράτησε καθαρά, όπως ήταν αναμενόμενο, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Βραζιλία, η εκλεκτή του απερχόμενου προέδρου Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα, Ντίλμα Ρούσεφ, απέναντι στον υποψήφιο της Δεξιάς, Ζοσέ Σέρα, την περασμένη Κυριακή, 31 του Οκτώβρη. Η Ρούσεφ που θα αναλάβει τα καθήκοντα της στις αρχές του 2011, είναι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος στην ιστορία της χώρας, στενή συνεργάτης του απερχόμενου Λούλα, ο οποίος δεν μπορούσε να ξαναβάλει υποψηφιότητα, παρά την υψηλή δημοτικότητα του, αφού είχε εξαντλήσει τις δύο συνεχόμενες προεδρικές θητείες που προβλέπει το σύνταγμα. Αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως ο Λούλα, που πρωταγωνίστησε στην προεκλογική καμπάνια της Ρούσεφ, σκοπεύει να επανέλθει, μετά το τετράχρονο διάλειμμα και ένα από τα ερωτήματα που ήδη έχουν προκύψει, είναι σε ποιο βαθμό η νέα πρόεδρος θα επιχειρήσει ή θα καταφέρει να βγει από την σκιά του ιστορικού ηγέτη του Εργατικού Κόμματος.
Η Ρούσεφ κέρδισε με ποσοστό 56,05% ( 55,7 εκατ. ψήφους) τον Σέρα που συγκέντρωσε 43,94% των ψήφων ( 43,7 εκατ. ) παρά το γεγονός πως πήρε λιγότερους ψήφους από τον αντίπαλο της, από τους ψηφοφόρους της τρίτης υποψήφιας Μαρίνας Σίλβα, πρώην υπουργού περιβάλλοντος του Λούλα, που στον πρώτο γύρο συγκέντρωσε πολλούς ψήφους δυσαρέσκειας και ποσοστό 19,33% (19,6 εκατ. ψήφους). Η αποχή μαζί με τα λευκά και τα άκυρα που στον πρώτο γύρο ήταν 26,76% ανέβηκε στο 28,18%, δηλαδή αθροιστικά 36,3 εκατομμύρια. Ο Σέρα επικράτησε από το πρώτο γύρο στις νότιες και δυτικές πολιτείες και στην μεγαλύτερη σε αριθμό ψηφοφόρων το Σάο Πάουλο, ενώ η Ρούσεφ κέρδισε τις υπόλοιπες στον αραιοκατοικημένο βορρά και στις ακτές του Ατλαντικού. Την περιφέρεια της Μπραζίλια κέρδισε η Μαρίνα Σίλβα, στα ποσοστά της οποίας πρέπει να αναζητηθεί το γεγονός πως η διάδοχος του Λούλα, παρά τις προσδοκίες των υποστηρικτών της, δεν κατάφερε να κερδίσει από τον πρώτο γύρο. Η Σίλβα αν και τοποθετημένη πιο δεξιά στον πολιτικό άξονα, στην ουσία των διακηρύξεων της, μάζεψε αρκετούς ψήφους διαμαρτυρίας ειδικά στα αστικά κέντρα. Εντυπωσιακή τέλος ήταν η σχεδόν εξαφάνιση των δυνάμεων αριστερά του συνασπισμού του Εργατικού Κόμματος, συγκριτικά με τις εκλογές του 2006, όταν η Ελουίζα Χελένα είχε συγκεντρώσει 6,6 εκατ. ψήφους. Τώρα ο υποψήφιος του PSOL, κόμματος-κορμού εκείνης της υποψηφιότητας, πήρε ποσοστό 0,87% με 886,816 ψήφους.

Η νίκη της Ρούσεφ και του Λούλα μπορεί να εξηγηθεί παίρνοντας υπόψη ορισμένους βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι πως η πολιτική του απερχόμενου προέδρου, που αν και δεν έθιξε τις βασικές κοινωνικές και οικονομικές δομές και εξουσίες, πέτυχε τα τελευταία χρόνια να ενισχύσει την οικονομική ανάπτυξη και να κερδίσει την υποστήριξη σημαντικών κομματιών της οικονομικής ελίτ, κυρίως εκείνους που ευνοούνται από τις πολιτικές ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής, σχετίζονται με τον δημόσιο τομέα και στηρίζονται στους ανερχόμενους μεταποιητικούς και αγροβιομηχανικούς κλάδους και στον τομέα εξορύξεων και ενέργειας. Η ανάπτυξη αυτή όμως που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν θεαματική (στην επταετία 2003-2009, 3,4% μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ) κυρίως βασίστηκε στις τιμές των αγροτικών και ορυκτών εξαγωγών που εξαρτώνται σημαντικά από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Ακόμη το κυβερνητικό στρατόπεδο στηρίχτηκε από τμήματα της μεσαίων στρωμάτων που διευρύνθηκαν την περίοδο της οικονομικής ανόδου. Από την άλλη, ο Λούλα, κατάφερε να διατηρήσει μέρος της υποστήριξης των φτωχών λαϊκών μαζών στις οποίες, με ορισμένα προγράμματα οικονομικής υποστήριξης, μοίρασε μερικά ψίχουλα για να σταματήσουν τουλάχιστον να λιμοκτονούν και οι οποίες, ταυτόχρονα, φοβήθηκαν την επάνοδο της Δεξιάς. Το οικογενειακό πρόγραμμα «Μπόλσα Φαμίλια», δίνει για κάθε παιδί, μέχρι τα τρία σε αριθμό, που πηγαίνουν σχολείο, 22 ρεάλ (περίπου12 δολάρια) τον μήνα, αν το κατά κεφαλή οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τα 140 ρεάλ. Επίσης για τις περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται ακραία φτωχές (δηλαδή με κατά κεφαλή μηνιαίο εισόδημα λιγότερο 70 ρεάλ) δίνονται επιπρόσθετα κατ’ αποκοπή 68 ρεάλ. Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε το 2005, να απευθυνθεί σε 11,2 εκατομμύρια οικογένειες η σε 44 εκατομμύρια ανθρώπους και θεωρείτε ένα από τα μεγαλύτερα ανάλογα προγράμματα βοήθειας παγκοσμίως. Όπως είναι κατανοητό από τους αριθμούς το πρόγραμμα που διαφημίστηκε υπερβολικά και στηρίζεται κατά 10% από την Παγκόσμια Τράπεζα είναι στην ουσία μια ελεημοσύνη. Αλλά για τα κοινωνικά δεδομένα της Βραζιλίας που η φτώχεια και η πείνα κυκλοφορούν στους δρόμους, αποτελεί ένα ισχυρό μέτρο διατήρησης εκλογικής και πολιτικής επιρροής . Επίσημες μελέτες εθνικών και πολυεθνικών οργανισμών ισχυρίζονται πως το πρόγραμμα βοήθησε στην έξοδο από το καθεστώς της απόλυτης φτώχειας μιας μερίδα βραζιλιάνικων νοικοκυριών, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται είναι η διατήρηση τους σε μια κατάσταση απλής επιβίωσης. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε πως για το άλλο πολύ-διαφημισμένο πρόγραμμα «Πείνα-Μηδέν » που ξεκίνησε το 2003, τα αποτελέσματα ακόμη και σήμερα είναι αμφισβητούμενα όχι μόνο από την αριστερά αλλά και από διεθνείς οργανισμούς που εκτιμούν πως στην χώρα παραμένουν εκατομμύρια άνθρωποι στα όρια της πείνας.

Στον αντίποδα, σε μια περίοδο σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης του ΑΕΠ, αυτοί που βγήκαν κερδισμένοι ήταν – η έτσι και αλλιώς- μικρή μειοψηφία της βραζιλιάνικης ολιγαρχικής ελίτ, το βιομηχανικό κεφάλαιο και οι ιδιοκτήτες των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και ιδιοκτησιών. Ο Λούλα σε πείσμα των προσδοκιών το κόσμου και των κοινωνικών κινημάτων που τον στήριξαν με πάθος το 2002, όχι μόνο σεβάστηκε τις μεγάλες γαιοκτησίες αλλά έδωσε υποστήριξη και ενισχύσεις στο αγροτοβιομηχανικό τομέα και στις επιχειρήσεις του, αρνήθηκε να μοιράσει γη στους ακτήμονες και αμέτρητες φορές ήρθε σε σύγκρουση με τις κινητοποιήσεις και τις καταλήψεις στην ύπαιθρο στέλνοντας την αστυνομία ενάντια τους και κλείνοντας τα μάτια στην βία των φεουδαρχών και των ιδιωτικών στρατών τους. Υπολογίζεται πως σήμερα στην Βραζιλία το 1% των κατόχων γης είναι μεγάλογαιοκτήμονες που κατέχουν πάνω από το 50% των εύφορων εδαφών, συγκέντρωση ιδιοκτησίας που ενισχύθηκε στα χρόνια του Λούλα. Τέσσερα εκατομμύρια αγροτικές οικογένειες έμειναν χωρίς γη, δυο εκατομμύρια δάσους στον Αμαζόνιο αποψιλώθηκε για να καλλιεργηθεί από τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και πολλές χιλιάδες ιθαγενών αντιμετώπισαν διωγμούς.

Στα αστικά κέντρα, συνέχισε και ορισμένες φορές ενίσχυσε την σκληρή αστυνομική καταστολή στους δρόμους και στις φαβέλες. Όπως σημείωνε εύστοχα ο Πέτρας σε άρθρο του τον περασμένο Μάιο, αρκεί κανείς να επισκεφτεί τις τεράστιες παραγκουπόλεις στο Ρίο, στο Σάο Πάουλο και άλλες μεγάλες πόλεις για να συνειδητοποιήσει τα δύο πρόσωπα της Βραζιλίας που τα χωρίζει ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο στα τελευταία χρόνια μεγάλωσε αντί να μειωθεί. Δυο εκατομμύρια υπολογίζονται οι ξεκληρισμένοι αγρότες που εισέρευσαν στις πόλεις αυτά τα χρόνια. Οι κατώτατοι μισθοί παραμένουν στα 200 δολάρια τον μήνα, οι μισθοί των εκπαιδευτικών δεν ξεπερνούν τα 500 δολάρια, εργατικές απεργίες κτυπήθηκαν και η ανεργία – παρά τα επίσημα στοιχεία που δείχνουν μείωση- στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπεσε κάτω από το 10%. Την ίδια στιγμή οι πολυεθνικές, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και η βιομηχανική ιδιοκτησία, σώρευσαν τεράστια κέρδη και καρπώθηκαν την μερίδα του λέοντος από την αύξηση του εθνικού πλούτου.

Παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις της νέας προέδρου, προσεκτικοί παρατηρητές της προεκλογικής εκστρατείας της επιμένουν πως αυτή προανήγγειλε μια σκληρή πολιτική περικοπών των δημόσιων δαπανών, επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και επιτάχυνσης της απελευθέρωσης των αγορών στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. Η βραζιλιάνικη ελίτ, ήδη έχει νιώσει τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης με την πτώση των εξαγωγών και τους κινδύνους ανατίμησης του ρεάλ έναντι του δολαρίου και με επικεφαλής την Ρουσέφ θα προσπαθήσει να διαχειριστεί την νέα κατάσταση ρίχνοντας το κόστος στις λαϊκές μάζες. Για αυτό ακόμη και όσοι από την πολύχρωμη ρεφορμιστική Αριστερά έσπευσαν να στηρίξουν κριτικά την Ρουσέφ από τον πρώτο η τον δεύτερο γύρο, θεωρούν πως η διάδοχος του Λούλα ετοιμάζεται να επιταχύνει την δεξιά πολιτική που ακολούθησε και ο προκάτοχος της.

«Ρεαλισμός» και όχι αντί-ιμπεριαλισμός στην εξωτερική πολιτική
Η Βραζιλία, πέμπτη σε έκταση χώρα στον κόσμο, με νεαρό πληθυσμό που κοντεύει να φτάσει τα 200 εκατομμύρια με ισχυρή αυξητική τάση, με πλούσιο υπέδαφος και τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες είναι με διαφορά η πλουσιότερη χώρα στην Λατινική Αμερική και όγδοη στην παγκόσμια κατάταξη με κριτήριο το ΑΕΠ με προφανή γεωπολιτική σημασία. Στα χρόνια του Λούλα κατάφερε να ενισχύσει το διεθνές προφίλ της, να ενταχθεί στο G-20, και να αναβαθμιστεί σε διάφορους πολυεθνικούς οργανισμούς. Η εξωτερική πολιτική του απερχόμενου προέδρου ακολούθησε προσεκτικά βήματα απέναντι στην Ουάσιγκτον, απέφυγε να έρθει σε απευθείας σύγκρουση στον οικονομικό τομέα αλλά και στις διεθνείς σχέσεις αλλά ταυτόχρονα επιδίωξε να πάρει αποστάσεις ειδικά σε ζητήματα που αφορούν την Λατινική Αμερική προωθώντας ανεξάρτητες οικονομικές και πολιτικές πρωτοβουλίες σε συνεργασία κυρίως με την Αργεντινή και άλλες πρωτεύουσες της περιοχής που την τελευταία περίοδο πέρασαν στον έλεγχο των κεντροαριστερών δυνάμεων. Ενίσχυσε τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα κυρίως στον οικονομικό τομέα αλλά διατήρησε τους δεσμούς με τους Αμερικάνους ειδικά στον τομέα των εξοπλισμών. Πιθανόν ορισμένοι στην Ουάσιγκτον να ήθελαν μια αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της χώρας με νίκη της δεξιάς αλλά όλοι γνώριζαν πως αυτό ακόμη και με εξωτερικές παρεμβάσεις θα ήταν δύσκολο να συμβεί. Ειδικά σε μια νέα φάση των διεθνών συσχετισμών στην οποία δίνονται περισσότερες δυνατότητες για πιο πολυμερή εξωτερική πολιτική που βασίζεται στις ισχυρές οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Πάντως σε αντίθεση με αρκετούς που θεωρούν πως η Βραζιλία προωθεί την υπόθεση του αντίιμπεριαλισμού στον νότιο αμερικάνικο κώνο, η εμπειρία δείχνει πως παρά τις διακηρύξεις ο Λούλα απέφυγε επιμελώς να έρθει σε ανοικτή κόντρα με την Αμερικάνικη πολιτική σε πολλά κρίσιμα ζητήματα. 
Δημήτρης Παυλίδης
πηγή: Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: