Ο καλός εργάτης, όταν έβλεπε το άρρωστο παιδί να γυρνάει με το ρόπαλο στη γειτονιά και να χτυπάει τα άλλα παιδιά επειδή δεν του άρεσε το χρώμα του κορμιού τους, λυπόταν. Και συμβούλευε την πορδή: Μην παίζεις, μπούλη, του έλεγε, με ό,τι δεν κατανοείς -θα πέσεις στο ανθρώπινο ποτάμι και θα μπλαβιάσεις τον ποπό σου. Δεν είναι όλα ίσωμα, όπως σου γκαρίζει η χοντροκεφάλα σου -θα πονέσεις, μπούλη, στη ζωή. Ο μπούλης άκουγε μόνο τη μαύρη καρδιά του. Ο καλός εργάτης, αφού έκανε το ψυχικό στο άρρωστο παιδάκι, ετοιμάστηκε για το ταξικό καθήκον του: κατέβηκε στον δρόμο, εκεί όπου πάντα πεθαίνει ο φασισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου