06 Φεβρουαρίου 2011

Η ιστορία ενός υποκοριστικού

Κλείνουν αυτόν το Δεκέμβρη 30 (του 2010) χρόνια από την εκτέλεση-δολοφονία του αγωνιστή μαθητή της τούρκικης επαναστατικής Αριστεράς Ερλτάλ Ερέν.
Για το θράσος της τούρκικης κυβέρνησης που, θέλοντας να εγγράψει δάφνες εκκαθάρισης από το αιματοβαμμένο παρελθόν του φασιστικού τουρκικού κράτους (ρηχού και βαθιού), δήλωσε -διά στόματος Ερντογάν- ότι δεν θα επιτραπεί να υπάρξουν ξανά τέτοιες δολοφονίες, έχει αναφερθεί ο «αθέατος κόσμος» (εδώ) πριν από μερικά φύλλα.
Εδώ θα ήθελα να κάνω μια εξομολογητική αναφορά για μια υπόθεση με την οποία έχω ταυτιστεί προσωπικά τα τελευταία… τριάντα χρόνια.
Ηταν Ιούλιος του 1980 και ήμουν τότε απόφοιτος και υποψήφιος λυκείου, περίμενα τα αποτελέσματα των εξετάσεων και συμμετείχα -όπως και άλλα μέλη της ΠΜΣΠ- στην οργανωτική ομάδα της Επιτροπής αλληλεγγύης για να μην εκτελεστεί ο τούρκος αγωνιστής μαθητής. Στην Επιτροπή είχαν συσπειρωθεί όλες οι οργανώσεις της τότε εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και ένα κομμάτι της τότε «ανανεωτικής» καθώς και ανεξάρτητοι. Συνεδρίαζε μάλιστα συχνά (γιατί τότε δεν υπήρχε η πολυτέλεια της ΕΔΟΘ, για το ΕΚΘ ούτε λόγος) απ’ ό,τι θυμάμαι στην αίθουσα του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, πάλι στην οδό Κορομηλά, που έδινε βήμα και φιλοξενία σε τέτοιες «ορφανές» συσπειρώσεις.
Η Επιτροπή είχε αναπτύξει πολύ πλούσια δράση στη Θεσσαλονίκη με συχνές συσκέψεις, μοίρασμα προκηρύξεων και διακίνηση υπογραφών σε λαϊκές γειτονιές (τότε ακόμη ζούσε ένα μεγάλο κομμάτι της εαμικής γενιάς που υπέγραφε, παρά τη δέσμευσή του στο τότε –φλωρακικό- ΚΚΕ), ανακοινώσεις στον Τύπο κ.λπ. Ετσι είχε φτάσει η στιγμή για τη διοργάνωση μια εκδήλωσης στο πάρκο της παραλιακής οδού, που θα περιελάμβανε εκτός από τις ομιλίες, σλάιτς και τις αναφορές στη δράση του Ε. Ερέν και στην πολιτική κατάσταση της Τουρκίας και την προβολή της ταινίας του Γ. Γκιουνέι, «Το κοπάδι».
Η εκδήλωση ήταν πολύ επιτυχημένη και από την άποψη της διοργάνωσης και από την άποψη της συμμετοχής. Η δική μου «σειρά», αν και όλοι σχεδόν υποψήφιοι ή τελειόφοιτοι, είχε κατορθώσει να καλέσει και να φέρει στην εκδήλωση αξιόλογο αριθμό μαθητικών παρεών.
Κάποια στιγμή βέβαια έπρεπε να διαβάσει κάποιος την απολογία του Ε.Ε. στο δικαστήριο και αυτός έπρεπε να ήταν μαθητής (ή έστω να πλησιάζει σε κάτι τέτοιο). Ομως κανείς από τους παριστάμενους μαθητές δεν ένιωθε έτοιμος, ενώ από τους τελειόφοιτους κανείς δεν ήθελε να αναλάβει να μιλήσει ως μαθητής (με τα μυαλά που κουβαλούσαμε τότε ούτε συζήτηση, πλέον είχαμε «ξεπεταχτεί»), οπότε επιστρατεύτηκε η (πρόσφατα αποκτηθείσα) «κομματική ιδιότητα» ώστε να συμμορφωθώ και να αναλάβω την «απολογία».
Στην οργανωτική επιτροπή της εκδήλωσης υπήρχε ένα μέλος της ΕΔΑ, ο δικηγόρος (και νομίζω για ένα διάστημα βουλευτής ή υποψήφιος βουλευτής) Καριζώνης, με αρκετά χρόνια εξορίας στην πλάτη του, αλλά με αρκετά μεγαλόστομο, χαρακτηριστικό δικηγορικίστικο στυλ, που μιλούσε πάντοτε πολύ. Και όταν κανείς μιλάει πολύ…
Ανέλαβε να με προσφωνήσει με τη φράση «και τώρα ο μικρός μαθητής Δημητράκης θα σας διαβάσει κ.λπ.». Το παρουσιαστικό μου, καθότι είχα αρχίσει να «δίνω» σε ύψος και κιλά, δεν προσιδίαζε καθόλου στον «μικρό μαθητή Δημητράκη», οπότε το γέλιο που έπεσε από «κάτω» -και παρ’ όλη την αντίθετη ατμόσφαιρα της εκδήλωσης- ήταν ηχηρό επιεικώς…
Τα γράφω όλα αυτά όχι τόσο για να εξηγήσω την ιστορία ενός υποκοριστικού που με ακολουθεί από τότε (ως ευχή ή ως κατάρα;) αλλά περισσότερο για να σταθώ σε ένα ζήτημα.
Ζούσαμε τότε τον τελευταίο χρόνο κυβέρνησης της μεταπολεμικής καραμανλικής Δεξιάς. Κανείς δεν περίμενε ότι μέσα σε λιγότερο από ένα εξάμηνο θα αντιμετωπίζαμε, στο επιθανάτιο σπάραγμά της, τρεις δολοφονίες: του ηλικιωμένου αγωνιστή Μαλγαρίδη, κατά την επίθεση των ΜΑΤ στους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης που επιχείρησαν να παρελάσουν στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στη Νεάπολη, και φυσικά τη δολοφονία των Κουμή, Κανελλοπούλου στην πορεία για το Πολυτεχνείο στην Αθήνα ένα μήνα αργότερα. Περιμέναμε βέβαια συνεχείς ταλαιπωρίες από τις διαρκείς αναβολές της δίκης των συλληφθέντων αγωνιστών της αντιφασιστικής συγκέντρωσης στις 11 Νοέμβρη και ήταν αρκετά νωπές οι επιτυχημένες φοιτητικές διαδηλώσεις από τις καταλήψεις για την κατάργηση του 815, αλλά και η μάχη των επιτροπών κατοίκων στους σεισμούς της Θεσσαλονίκης το ’78 όπου το -τότε- ενιαίο ΚΚΕ(μ-λ) είχε παίξει καθοριστικό, αλλά καθόλου προβεβλημένο ρόλο.
Τότε θα ξεκινούσε, με τη δολοφονία του Ε.Ε. (καθόλου τυχαία η επιμονή του στρατηγού Εβρέν να εκτελέσει το μαθητή), η μεγάλη πορεία μέσα στη νύχτα του τούρκικου λαού. Το είχαμε καταλάβει αυτό όταν πια χειμώνιασε και μια διαδήλωση που δικοί μας σύντροφοι είχαν πάρει την πρωτοβουλία να γίνει, αργά το βράδυ, μας ανάγκασε να διακόψουμε τις μαραθώνιες κομματικές συζητήσεις για το πονεμένο «δεύτερο συνέδριο» και να κατεβούμε, έντεκα η ώρα, στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Είχε «εγκατασταθεί» η τούρκικη χούντα των στρατηγών (εκεί, βλέπετε, είναι πιο «βαθύς» ο στρατός και δεν αρκούνται στους συνταγματάρχες) και το πρώτο της μέλημα ήταν η εκτέλεση του αγωνιστή μαθητή.
Ο Ερλτάλ Ερέν –αν ζούσε- θα ήταν σήμερα δυο χρόνια μικρότερός μου. Ανήκουμε περίπου στην ίδια γενιά. Με κάποιες βέβαια γεωγραφικές (και όχι μόνο) διαφορές.
Θεωρητικά «εδώ» ξεκινούσε λίγο αργότερα μια πορεία «εκδημοκρατισμού» στην οποία είχαν «πειστεί» και προσχωρήσει (πάντα κριτικά βεβαίως!) στον έναν ή άλλο βαθμό όλα τα κομμάτια της Αριστεράς, ακόμα και κομμάτια που βρίσκονταν μέσα στις δικές μας γραμμές…
Ηταν τα δικά μας «πέτρινα χρόνια» που ακολούθησαν. Οταν κάθε αριστερή αξία, σύνθημα, κατεύθυνση θα στραπαριζόταν στο μύλο της «αλλαγής» αλλά και όλων των θεωριών και υποθεωριών που ορμητικά κατέκλυσαν τη διακίνηση ιδεών και αποδόμησαν (χωρίς αντίπαλο δέος) ό,τι είχε να κάνει με την επαναστατική κατεύθυνση, την κινηματική λογική, την προοπτική της κοινωνικής ανατροπής.
«Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», βεβαίως υπήρχε η δική «μας» μοναξιά απέναντι στον «αναγεννημένο σάπιο κόσμο» που έβαζε τότε τα ιδεολογικά και πολιτικά θεμέλια και υιοθετούσε τις πολιτικές που σήμερα ζούμε στο απόγειό τους. Υπήρχε η δική μας «εμμονή» που έπρεπε να υπερασπίσουμε.
Φέρνοντας στη μνήμη τις παρέες των αποφοίτων του ’80 αναγνωρίζω μέσα σε αυτούς και κάποιους που «έπεσαν» με τον παρατεταμένο τρόπο αυτής της «άνοστης» δεκαετίας, καθώς στην κρίσιμη ηλικία των 18 είδαν το όραμά τους να υπονομεύεται και να αναθεωρείται πολλές φορές από αυτούς που –καθοδηγητικά- τους το ενέπνευσαν! Ξεκινούσε (κυριολεκτικά και μεταφορικά) η ναρκωεποχή. Δίχως να προχωρώ σε απλοϊκούς συμψηφισμούς, είτε δολοφονώντας ανοιχτά είτε με τη μέθοδο της μαζικής αργής δολοφονίας, οι νέοι βρίσκονταν πάντα στο στόχαστρο του συστήματος.
Χωρίς να παραγνωρίζω τα ματωμένα και πέτρινα χρόνια της τούρκικης Αριστεράς τη δεκαετία του ’80, χωρίς να υποτιμώ (το αντίθετο) τα βάρβαρα και πέτρινα –αλλά πολύ ενδιαφέροντα- χρόνια με τα οποία θα αναμετρηθούν οι σημερινοί νέοι και εμείς μαζί τους, οφείλω σε αυτό το σημείωμα και έναν χαιρετισμό στον μοναχικό, «άνοστο» ηρωισμό της δική μου γενιάς και στις αριστερές «εμμονές» που υπερασπίστηκε αντιμέτωπη με τα δικά της ιδιόμορφα «πέτρινα χρόνια». Ακόμη και όταν αυτό εκφράζεται μέσα από την ευτράπελη εξιστόρηση ενός υποκοριστικού γύρω από μια υπόθεση όμως τόσο σοβαρή και βαριά όπως η ανθρώπινη ζωή, ο αγώνας για τη διάσωσή της, η απώλειά της.

Δημήτρης Μάνος

ΥΓ.: Ακόμα και σήμερα συναντώ το «νονό» μου στη συνοικία όπου μένουν οι δικοί μου γονείς. Πάντα ευθυτενής, κοτσονάτος, παρ’ όλο το πρόβλημα στη βάδιση, καλοντυμένος, αρκετά… νέος για τα χρόνια που κουβαλά, φυσικά πάντα ομιλητικός. Παλιότερα με εκνεύριζε, όμως είναι καιρός που όταν τον συναντώ –πάντα από μακριά, προφανώς ελάχιστα πια θυμίζω τον «μικρό μαθητή Δημητράκη»- αισθάνομαι μια ευχάριστη διάθεση και μια συμφιλίωση με ό,τι (ευχή ή κατάρα) κουβαλάω.

πηγή: Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: