21 Μαΐου 2011

Ένα αντίο για τον Θου Βου

Την Τρίτη 3 Μαΐου ο Θανάσης Βέγγος, ο «Καλός μας άνθρωπος», μας κούνησε το μαντίλι λέγοντας μας το στερνό του αντίο, παίρνοντας μαζί του την από χρόνια χαμένη αθωότητά μας, αυτήν που τόσο καλά ήξερε να μας θυμίζει προσωποποιώντας τη στην οθόνη των λαϊκών κινηματογράφων μιας άλλης εποχής, από καιρό χαμένης μα όχι λησμονημένης. Μέσα από μύριες δυσκολίες και άλλα τόσα κινηματογραφικά συναισθήματα, ανέδειξε τον τύπο του «Θανάση», αγαπητό και αποδεκτά αναγνωρίσιμο, έναν λαϊκό ήρωα της σπουδαιότητας και βαρύτητας εκείνου του άλλου του ξυπόλητου και μπαλωμένου, που βουρλίζεται στο φτωχό το σεντονάκι του ντόπιου θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη.
Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο αεικίνητος τύπος, ο δικός μας Θανάσης, με τις τόσο εκφραστικές και ανθρώπινες και συγκινητικές μούτες; Για πού «ψιλοκουτσοπορεύεται»… τρέχοντας;

Παιδί της γειτονιάς ο Θανάσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε μεταεμφυλιακά στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων. Αυτή η γειτονιά ήταν η βάση εξόρμησής του και η αφετηρία κάθε κίνησης, αλλά και η δημιουργική νότα των συναισθημάτων και συμπεριφορών του. Μια γειτονιά που από τη δεκαετία του ’50 άρχισε να αλλάζει φυσιογνωμία από την αντιπαροχή, τους μεγαλοεργολάβους και την ασύδοτη εμπορευματοποίηση του χώρου κατοικίας. Τη γειτονιά όπου ακόμα κάθε δρόμος, κάθε αλάνα, ήταν χώρος κοινωνικής συνεύρεσης και αναψυχής και όπου ακόμα απέπνεε μια αίσθηση συλλογικότητας, μια κοινή λίγο-πολύ κοινωνική και πολιτισμική διαβίωση. Λαϊκός τύπος του πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, λέγοντας συχνά το «ψωμί ψωμάκι», προσπαθεί να επιβιώσει σε μια κοινωνικά άδικη και καταπιεστική κοινωνία, όχι μόνο διασώζοντας, αυτός ένας ασήμαντος, την ανθρωπιά του και την αξιοπρέπειά του, αλλά στέλνοντας τόσο στο πανί όσο και στην πλατεία το μέτρο της αξίας τους.
Μα πάνω από όλα πιστεύει ο Θανάσης στον άνθρωπο και στα πεπρωμένα του. Αυτό είναι το κουράγιο και η απαντοχή του, αυτό είναι και το μήνυμα που στέλνει με όπλα του την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα. «Βοηθάτε συνάνθρωποι», κραυγάζει τραγικά στην εποχή της ιδιοτέλειας, του ατομισμού και της αποξένωσης, που προβάλλει και επιβάλλει η κρατικά οριοθετημένη και θεσμοθετημένη κοινωνική αδικία. Απευθύνεται σε όλους προσφωνώντας τους «Καλέ μου άνθρωπε», ξέρει ότι, για να βγει από τη μιζέρια, η συμβολή και η συντροφικότητα του διπλανού του είναι απαραίτητος μονόδρομος σε αυτόν τον αγώνα για το όνειρο. Χάρη σε αυτή του την πεποίθηση θα πέφτει, θα σηκώνεται, θα δίνει και θα ζητάει εμπιστοσύνη, ένα χαμόγελο και συχνά ένα λουλούδι. Αυτή είναι και η μεγαλοσύνη και παντοδυναμία αυτού του «ασήμαντου» νεοέλληνα
Δεν έχει ο Θανάσης καμιά ψευδαίσθηση για τα «κακά, μαύρα κι άραχνα» του κόσμου τούτου. Η εκφραστική παρουσία του και ο φαινομενικά απλός του λόγος αναπτύσσουν μια κοινωνική κριτική και μια αυτοκριτική διάθεση που «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Με όπλο το τραγικό χιούμορ και τη σάτιρα, αναδεικνύει και ξεμπροστιάζει δομές, φορείς και εκπροσώπους του συστήματος. Με μια λαϊκή σκωπτικότητα και θυμοσοφία, φορέας αμέτρητων αντιθέσεων με τα καθιερωμένα, έρχεται σε αδιέξοδο, αναλαμβάνοντας για την επιβίωση αποστολές και δουλειές που μόνο ξύλο αποφέρουν –«το γάλα τρώνε οι άρχοντες, το μέλι οι παπάδες»–, εκπέμποντας αγωνιώδη υπαρξιακή φωνή, διεκδικώντας δικαίωμα στο όνειρο, διαδηλώνοντας μια πανανθρώπινη έκκληση λαϊκής διαμαρτυρίας. Σίγουρα η χιουμοριστική και σατιρική χροιά του ύφους, του ήθους και του λόγου τού Θανάση πρέπει να αναζητηθεί μέσα στις ίδιες εκείνες συνθήκες, στις ίδιες εκείνες λειτουργίες, αδιέξοδα και βιώματα του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού αλλά και κινηματογραφικού χώρου της εποχής της εξέλιξης αυτού του τόσο προσφιλούς τύπου, αυτού του δικού μας ανθρώπου. Η όλη παρουσία του στην οθόνη είναι μια λαϊκή λειτουργία που κωδικοποιεί και παρουσιάζει την καθημερινή κοινοτική πραγματικότητα και «κλείνοντας το μάτι» στο κοινό επιζητεί τη συναίνεση, την παρέμβαση, τη συμμετοχή. Και εμείς βλέπουμε έκπληκτοι να συναινούμε, να παρεμβαίνουμε και να συμμετέχουμε συναινετικά και μαζί με τον Θανάση στα κινηματογραφικά, κατ’ ευφημισμόν μυθοπλαστικά, δρώμενα, τα τόσο γνώριμα και καθημερινά δικά μας, αποδεικνύοντας ότι αυτή η λαϊκή παραδοχή αντικατοπτρίζει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τον κοινωνικό μας περίγυρο στη γειτονιά, στη δουλειά, στο σπίτι. Σίγουρα δεν υπερτονίζεται η ανοιχτή ρήξη με το σύστημα, όμως η όλη πρόταση του Θανάση το ξεσκεπάζει και το υποσκάπτει. Οι κυβερνητικές δομές, οι φασίστες, οι δικτάτορες και οι κολαούζοι τους, ο έφορος, ο βιομήχανος, ο ξεπουλημένος συνδικαλιστής, η εκτελεστική εξουσία, ο απλός χαφιές και τόσοι άλλοι «ξεγυμνώνονται» και διαπομπεύονται στα μάτια των θεατών μέσα από τις κωμικές καταστάσεις, σε μια διαρκή λειτουργία ανάλυσης του ρόλου τού καθενός, όσο και της μεταξύ τους διαπλοκής. Ο κινηματογραφικός κόσμος του Θανάση είναι υπερεαλιστικός καθρέφτης και πολύ συχνά σουρεαλιστική καρικατούρα της πραγματικότητας, δοσμένος με υπερβολή (πρόσφορο και πάντα αποδοτικό θεατρικό σχήμα) και με μια λαϊκή αφέλεια που πάντα ξαφνιάζει, μα και που πάντα περικλείει στο βάθος της μια φιλοσοφική σκωπτική διάθεση. Από την απλή διαμαρτυρία ως τη σύγκρουση, το τραγικό χιούμορ του Θανάση αναμφίβολα αγγίζει την οδυνηρή μα και συνάμα αγωνιστική ταξική αυτογνωσία του λαού μας.
Από την άλλη, ο αντιπολεμικός Θανάσης χρησιμοποιεί τις νωπές ακόμη για την εποχή του μνήμες της Κατοχής για να στηλιτεύσει τον πόλεμο. Αν και ο ίδιος, σαν αντιήρωας, αγωνίζεται να επιβιώσει και τρέχει κυριολεκτικά να γλιτώσει από τους κινδύνους της εποχής, συνέχεια πέφτει πάνω τους, μπλέκοντας στα γρανάζια μιας κατοχικής τρομακτικής καθημερινότητας, αποδεικνύοντας ότι κανείς δεν μπορεί να μένει αμέτοχος. Ξένοι και ντόπιοι φασίστες, δωσίλογοι, οι εκτελέσεις, τα βασανιστήρια, η πείνα, η Αντίσταση και οι τόσες θυσίες του λαού μας δίνουν ένα ηχηρό κινηματογραφικό παρών, καταγγέλλοντας τον πόλεμο και τις αιτίες που τον προκάλεσαν και προειδοποιώντας ότι το «αυγό του φιδιού» πάντα μπορεί να εκκολαφθεί.
Πόσο επίκαιρος άραγες φαντάζει ο Θανάσης σήμερα. Κάποιος έγραψε συμβολικά ότι ο Θανάσης έπαψε να τρέχει όταν αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι σαν αυτόν. Πράγματι, σήμερα που ο λαός μας βιώνει την πιο βάρβαρη και εξοντωτική επίθεση ενάντια στα εργασιακά, κοινωνικά, ατομικά και πολιτιστικά δικαιώματά του, η αγωνιώδης υπαρξιακή κραυγή του για λαϊκή επικοινωνία και αλληλεγγύη, η πανανθρώπινη έκκληση διαμαρτυρίας και η εναντίωση για «όσα γίνονται για μας, χωρίς εμάς» και η πίστη και η εμπιστοσύνη του στον άνθρωπο και τα όνειρα που του αξίζουν φαντάζουν πολύτιμα, αναγκαία και επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε. Ο Θανάσης έτρεχε να προλάβει τον χρόνο, στην αρχή σαν μεροκαματιάρης και αργότερα σαν απεργός πείνας και σαν διαδηλωτής απέναντι στην αστυνομία («Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι», 1980). Μα πάνω απ’ όλα ο Θανάσης έτρεχε να προλάβει τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του και την καταξίωσή του σαν αγωνιστής, για μέρες καλύτερες, οι οποίες, «πού θα πάει», θα ’ρθουν σίγουρα σε αυτόν τον –έτσι που τον κάνανε– γιαλαντζί ντουνιά.
Η καριέρα του Θανάση Βέγγου στο σινεμά, στο θέατρο και στην τηλεόραση, κάλυψε μισόν αιώνα. Από οικογένεια αντιστασιακών, γνώρισε την «αναμόρφωση» του «Νέου Παρθενώνα» της Μακρονήσου. Μπήκε στη βιοπάλη και βίωσε καλά τα καζάντια της. Θα πει γι’ αυτόν ο Κώστας Βουτσάς: «Ταλαιπωρημένος στη ζωή του, άντεξε πολλά, άφησε εποχή». «Στη ζωή μου τράβηξα πολύ κουπί», θα πει ο ίδιος. Μεγάλος σαν άνθρωπος, μεγάλος σαν ηθοποιός και ας ήταν αυτοδίδακτος. Ταυτιζόταν με τον θεατή και αναλάμβανε τα κοινά βάρη, σ’ έναν λυτρωτικό ρόλο, «παθαίνοντας αυτός για να μάθουν οι άλλοι», όπως κάπου πολύ σωστά γράφτηκε. Οι ταινίες του στην ουσία ήταν ένα «σουρεαλιστικό ντοκυμαντέρ», «χιλιάδες μέτρα επικαίρων». Αναμφίβολα ήταν ο δικός μας άνθρωπος, με ανυπολόγιστη και πολύτιμη συμβολή στη λαϊκή ψυχαγωγία, με την κυριολεκτική του όρου έννοια (ψυχή + άγω)!
Με τον Θανάση Βέγγο θάφτηκε και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κάπου εδώ θα αφήσουμε το γραπτό μας και θα ξαναγυρίσουμε πίσω στα χρόνια, όταν νεαροί κι αμέριμνοι ακόμα γελούσαμε με τις μούτες, τις ατάκες του Θανάση, σε κάτι θερινά σινεμά, ενώ το ολόγιομο φεγγάρι ζαλισμένο με τα τόσα αρώματα από τα γιασεμιά και τα αγιοκλήματα γέλαγε κι αυτό με τα καμώματα ενός «ασήμαντου» ανθρωπάκου που έπαιζε τη μεγαλοσύνη του. Σε κάτι νυχτιές που μακάρι να μην τέλειωναν ποτέ!
Γιάννης Χατζής
πηγή: Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: