03 Ιουλίου 2011

Στα χνάρια του «δράκου του Σέιχ-Σου»

Πριν από 43 χρόνια ο Αριστείδης Παγκρατίδης δικάστηκε τετράκις σε θάνατο. Δικάστηκε κατά παράβαση κάθε έννοιας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κατά την προδικασία και με μία ομολογία που αποσπάσθηκε εκβιαστικά, κάτω από ψυχολογικές και σωματικές πιέσεις. Εκτελέστηκε στο δάσος του Σέιχ-Σου τα ξημερώματα της 17ης Φεβρουαρίου 1966, κραυγάζοντας «Είμαι αθώος, μανούλα μου!».
Ο Θωμάς Κοροβίνης με το βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου» ξεδιπλώνει μιαν εποχή και τους ανθρώπους της, αυτήν της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μέσα από τις αφηγήσεις επινοημένων προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Παγκρατίδη, ο Αρίστος ακολουθεί τη μοναχική, ανέλπιδη και προδικασμένη πορεία του σαν λιανόβεργη ψυχούλα, σαν καλαμιά που λυγάει στον βαρδάρη των καιρών. Προσπαθεί να επιβιώσει, μέσα σ’ ένα κλίμα που όλα τα όνειρα γίνονται κουρέλια, μέσα σ’ έναν γύρο θανάτου που είχε αρχίσει πολύ πριν γεννηθεί εκείνος.

Θεσσαλονίκη. Δεκαετία του '50 με αρχές του '60. Η Ελλάδα στενάζει στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου της στοές, το παρακράτος με βαθιές ρίζες στην Κατοχή και στους δοσίλογους, συχνά μακρύ χέρι της εξουσίας, ποιος ξεχνά την καρφίτσα στο πέτο στην επίσκεψη του Ντε Γκωλ, αποτελεί δυναμικό στοιχείο της καθημερινής κοινωνικής ζωής μας. Μιας ζωής με τους χαφιέδες, την αστυνομοκρατία, τα κοινωνικά φρονήματα, τις πολιτικές δολοφονίες (Ζεύγος, Πολκ, Νικηφορίδης, Λαμπράκης) και τους κατασκευασμένους ενόχους. Τα λαμόγια της Κατοχής έγιναν μεγάλοι και τρανοί και λεηλατούν τη δημόσια ζωή, καταπατώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης και νομιμότητας. Το σκηνικό έχει στηθεί. Αυτό είναι και το σκηνικό που με τόση γλαφυρότητα και πρωτοτυπία ανιχνεύει ο Θωμάς Κοροβίνης και το αναδεικνύει απλά και απέριττα, χωρίς φανφάρες, καθιστώντας το πρωταγωνιστή κι αυτό, τακίμι με τον Αρίστο, τον περιθωριακό, τον Αρίστο τον κατασκευασμένο εγκληματία.
Ένα έργο που το είχαμε δει ξανά στην υπόθεση Πολκ, στην υπόθεση του φοιτητή με τα πράσινα πάνινα παπούτσια ή σ' εκείνον τον άγρια ξυλοδαρμένο από μια ζαρντινιέρα στο Σιντριβάνι. Θέλοντας και μη, στο τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου του Κοροβίνη ο αναγνώστης διακρίνοντας τις συνάφειες όλων αυτών των χρόνων και των αντιλαϊκών πρακτικών της εξουσίας διερωτάται αν ο συγγραφέας έγραψε ένα βιβλίο κάνοντας μνεία και επικεντρώνοντας στο άλλοτε ή σ' ένα τώρα που προβληματίζεται αν άλλαξε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια. Όπως και να έχει το πράγμα, «Ο γύρος του θανάτου» παραπέμπει σ’ ένα παζλ μεθόδων και πρακτικών της εξουσίας του κεφαλαίου που τις πλήρωσε και τις πληρώνει ο λαός μας. Ακολουθώντας κανείς τη μοναχική και αγωνιώδη πορεία του Αρίστου θωρεί ότι ήταν καταδικασμένος προτού καταδικαστεί. Σε λίγο η κινηματική λογική του λαού μας θα θρηνήσει τον Πέτρουλα. Δοκιμασμένες μέθοδοι επανοπλίζονται και ξαναστήνουν τον μηχανισμό, η σκευωρία αυτή τη φορά κατασκευάζει ενόχους στη Θράκη με την υπόθεση της ζάχαρης στα τανκ, η νύχτα της 21ης Απριλίου σε λίγο θα ξημερώσει. Σίγουρα ο Κοροβίνης έγραψε με μοναδική δεξιοτεχνία, έστω κι αν αυτό δεν ήταν η τελική του επιδίωξη, ένα άκρως πολιτικό βιβλίο, μεταφέροντας στις μέρες μας, μέσα από την ιστορία του Αρίστου, τα ερωτήματα και τις αγωνίες μιας εποχής όχι και τόσο μακρινής και αλλιώτικης από τη δικιά μας. Σίγουρα ο Παγκρατίδης άξιζε μια καλύτερη τύχη. Αυτήν ονειρευόταν η μάνα του σαν τον νανούριζε μικρό. «Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι»! Έτσι ονειρεύεται κάθε μάνα για το παιδί της. Κι αυτός κοιμόταν στην αγκαλιά της αμέριμνος και ανίδεος για όλα αυτά που κουρέλια κάνουν τα όνειρά μας. Αυτά τα όνειρα που τολμούν ν’ ανθίσουν στη φτωχομάνα Σαλονίκη, στα λασπονέρια της προσφυγικής Τούμπας, στις σελίδες του βιβλίου του Θωμά Κοροβίνη. Όνειρα που κάποτε πρέπει να πάρουν δικαίωση και όχι να στροβιλίζονται «σ’ εκείνο τον τρελό γύρο του θανάτου».
«Ο γύρος του θανάτου», απλά και απέριττα, με λίγα λόγια μάς είπε πολλά. Κατέδειξε ότι η υπόθεση Παγκρατίδη αφορά όλους μας και τότε και τώρα.
Αριστείδης Παγκρατίδης
Αξίζει να επισημανθεί η αριστουργηματική πλοκή και η αφήγηση όλων των συναισθημάτων και απόψεων που έχει να καταθέσει ο συγγραφέας μέσα από τις εξομολογήσεις ανθρώπων του κοντινού κοινωνικού περιβάλλοντος του Αρίστου. Οι εξομολογήσεις ενός χωροφύλακα, μιας πόρνης, κάποιων ομοφυλόφιλων και γενικότερα κάποιων στοιχείων του περιθωρίου, στη γλώσσα του καθενός, δίνει στο έργο την εγκυρότητα ενός ντοκιμαντέρ και αναδεικνύει κι αυτά ακόμη τα στοιχεία της μυθοπλασίας αναμφισβήτητα σαν αληθινά. Με τον τρόπο αυτό, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Κοροβίνη, αποποιείται τον ρόλο του αποστασιοποιημένου αναγνώστη και γίνεται ένα με τα δρώμενα, αναζητώντας την κάθαρση για τον αδικοχαμένο Αρίστο, χωρίς να γίνεται τιμητής ενός περιθωριακού, αλλά μιας εποχής.
Η λεκτική επιλογή λούμπεν εκφράσεων και καλιαρντών δίνει περίσσια ζωή στο κείμενο και λειτουργεί σαν μια αστική ηθογραφία πτυχών της γειτονιάς, περασμένη μα όχι ακόμη ξεχασμένη. Ο Παγκρατίδης στον «Γύρο του θανάτου» γυρνά στις γειτονιές και στους δρόμους μιας πόλης που η τοπογραφία της, δεμένη με τις μουσικές της εποχής, τουλάχιστον για όλους τους παλιότερους που τα ζήσαμε όλ' αυτά, μας κάνει να γυρνάμε στα γνώριμα μονοπάτια μιας πόλης που έφυγε και πάει, αφήνοντάς μας όμως τόσο έντονα την αίσθησή της. Λες και όλα ήταν χθες!
Κανείς δεν πίστεψε τότε ότι ο Παγκρατίδης ήταν ο δράκος του Σέιχ-Σου. Όταν τον «ρίξανε», όλοι είπαν «κρίμα το παιδί». Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη 43 χρόνια μετά είναι μια καταγγελία, είναι ένα μνημόσυνο, ένα κεράκι μνήμης, μια στοργική χειρονομία για κάποιον που κουβάλησε στους ώμους του και πλήρωσε με τη ζωή του, από τις παράγκες της Τούμπας, μέχρι τον συνήθη τόπο εκτελέσεων στο Σέιχ-Σου, τα αδιέξοδα και τα βάρη μιας εποχής.
Μια φορά κι έναν καιρό σαν σήμερα, εδώ στη φτωχομάνα Θεσσαλονίκη!
Γιάννης Χατζής
 πηγή: Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: