Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ο Χόρχε Λουΐς Βερμούδες, εργάτης της Fasinpat που επισκέφτηκε τη χώρα μας προσκεκλημένος του 15ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ, τον περασμένο Ιού-λη, σε ερώτηση που του έγινε σχετικά με το ρόλο της Ζανόν στη ριζοσπαστικοποίηση του αργεντίνικου εργατικού και κοινωνικού κινήματος απάντησε επί λέξει: «Δεν είμαι σίγουρος εάν θα το αποκαλούσα ριζοσπαστικοποίηση. Νομίζω πως το σημαντικότερο όσον αφορά τη διαδικασία της Ζανόν είναι το γεγονός ότι καταφέραμε να μη κλείσει το εργοστάσιο, να συνεχίσουμε να παράγουμε και να αποκαλύψουμε στην κοινωνία την πραγματικότητα, το γιατί ο Ζανόν (ιδιοκτήτης του εργοστασίου) κλείνει το εργοστάσιο και φεύγει. Είχε φτάσει να θεωρείται κάτι φυσιολογικό στην Αργεντινή: Για κάποια χρόνια οι ιδιοκτήτες κήρυτταν πτώχευση, άδειαζαν τα εργοστάσια, άφηναν τεράστια χρέη, δεν πλήρωναν τους εργαζόμενους, οι εργαζόμενοι απολύονταν και κανένας δεν έπαιρνε μια απόφαση διαφορετική από το να πάει σπίτι του. Η Ζανόν αυτό που απέδειξε είναι πως υπήρχε μια διαφορετική εναλλακτική λύση από την απώλεια της εργασίας»[2].
Εκ πρώτης όψεως, αποτελεί έκπληξη γιατί είναι τόσο «μετρημένος» στα λόγια τους ο εκπρόσωπος των εργατών. Αντί να μιλήσει για ριζοσπαστικό όραμα που γίνεται πράξη, περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη της δυνατότητας των εργατών να λειτουργήσουν τα εργοστάσια. Ομως, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, κάθε άλλο παρά έκπληξη θα έπρεπε να προκαλούν αυτά τα λόγια.
Αντιθέσεις και προβλήματα πειθαρχίας
Τα περισσότερα άρθρα που εκθειάζουν τη Fasinpat δεν αναφέρονται στις αντιθέσεις που αναπτύσσονται στους κόλπους των εργατών, ούτε στα προβλήματα πειθαρχίας στη δουλειά. Δεν ασχολούνται με τέτοιες «λεπτομέρειες». Αρκούνται στο ότι σε ένα εργοστάσιο οι εργάτες «ελέγχουν την παραγωγή», διατηρώντας τις θέσεις εργασίας ή και αυξάνοντάς τες. Στο τελευταίο η Fasinpat φαίνεται να τα πήγε αρκετά καλά, αφού ο αριθμός των εργατών της από τους 270 που ήταν όταν πρωτοξεκίνησε την παραγωγή τον Μάρτη του 2002 έφτασε τους 470 μέχρι το 2008[3], πλησιάζοντας τον αριθμό των εργατών που δούλευαν στη Ζανόν πριν κλείσει το εργοστάσιο. Ομως, αν ψάξει κανείς πέρα από τα διθυραμβικά άρθρα, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν αρκετά προβλήματα. Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα από τη μπροσούρα με τις συνεντεύξεις των εργατών[1] για να καταλάβετε τι εννοούμε:«Εκτός από τον ενθουσιασμό για την πολιτική διαδικασία, το κύριο ζήτημα στο εργοστάσιο εξακολουθεί να είναι η δουλειά, μια ενοχλητική αναγκαιότητα, από την οποία –όπως όλοι οι άλλοι– οι σύντροφοι της Ζανόν θέλουν να ξεφύγουν. Στη Ζανόν υπάρχουν ακόμα φρουροί του εργοστασίου, οι τσάντες ελέγχονται και οι άνθρωποι πρέπει να χτυπούν κάρτα στην είσοδο και την έξοδο, σύμβολα ενός εργοστασιακού καθεστώτος που δεν θα περίμενες σε ένα αυτοδιοικούμενο εργοστάσιο. Ο κύριος σκοπός των φρουρών είναι να ασφαλίσουν το εργοστάσιο από απειλές απ’ έξω. Κατά την αρχική διάρκεια της κατάληψης υπήρχαν ενέργειες σαμποτάζ… Δεν συμπαθούν όλοι οι εργάτες την πολιτικοποίηση στη Ζανόν. Επίσης, στο αυτοδιοικούμενο εργοστάσιο κάνουν μόνο τη δουλειά τους. Το ρολόι ποτέ δεν βγήκε από τη θέση του, οι ευαίσθητες περιοχές εξακολουθούν να είναι κλειδωμένες και η συνέλευση αποφάσισε να επανεισάγει τους ελέγχους στις τσάντες, αφότου τόσα πολλά εργαλεία και υλικά καθαρισμού εξαφανίστηκαν από το κατειλημμένο εργοστάσιο».
Στη συνέχεια, τρεις εργάτες παραθέτουν τις δικές τους εμπειρίες σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Ολοι συμφωνούν ότι υπάρχουν εργάτες που δεν συμβαδίζουν με το συλλογικό πνεύ-μα, αργούν στη δουλειά ή δεν ενδιαφέρονται για την πορεία του εργοστασίου, αλλά διαβεβαιώνουν ότι αυτοί οι εργάτες είναι μειοψηφία. Παρολαυτά, όπως μας ενημερώνει ο συγγραφέας της μπροσούρας, «λόγω των προβλημάτων πειθαρχίας στην εργασία, οι εργάτες αποφάσισαν έναν κατάλογο κυρώσεων. Οποιοσδήποτε έρχεται αργά ή μένει εκτός εργασίας αδικαιολόγητα ή δεν εμφανίζεται στην θέση εργασίας του αφού χτυπήσει την κάρτα του, θα πρέπει να περιμένει μειώσεις στο μισθό. Ο κατάλογος εμφανίζεται σαν απειλή σε μία ταμπέλα, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή. Υπήρξαν όμως αναστολές (σ.σ. πιθανόν σε μισθούς, δεν το ξεκαθαρίζει) εξαιτίας απειλών σε άλλους συντρόφους»[1].
Αν αναλογιστούμε ότι οι εργάτες της πρώην Ζανόν και νυν Fasinpat δε ζουν σε γυάλα, αλλά σε ένα καθαρά ανταγωνιστικό περιβάλλον (γιατί έτσι είναι ο καπιταλισμός και για να πάψει να είναι έτσι θα πρέπει να πάψει να είναι καπιταλισμός), με χαμηλούς μισθούς και με μεγάλη ένταση, λόγω του εχθρικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί το εργοστάσιο (τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό δηλαδή), είναι απόλυτα φυσικό να εμφανιστούν τέτοιες συμπεριφορές. Η πειθαρχία στη δουλειά είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, που δεν ξεπερνιέται ούτε με διατάγματα ούτε με ευχολόγια και θα αποτελεί ζήτημα προς επίλυση ακόμα και μετά το πάρσιμο της εξουσίας από την εργατική τάξη. Ακόμη και οι Μπολσεβίκοι είχαν να αντιμετωπίσουν τέτοια προβλήματα, μετά την κατάκτηση της εξουσίας στην επαναστατημένη Ρωσία, πόσο μάλλον ένα εργοστάσιο που λειτουργεί μέσα στην καπιταλιστική αγορά (ακόμα κι αν είναι «αυτοδιαχειριζόμενο»).
Πέρα, όμως, από τα προβλήματα πειθαρχίας στη δουλειά, υπάρχουν και οι αντιθέσεις με τους «από πάνω». Να πως τις περιγράφει ένας μηχανοτεχνίτης που το 2003 δούλευε στο εργοστάσιο για 11 χρόνια, ο Μάριο: «Κατά καιρούς έχω τα μικρά μου προβλήματα με αυτούς που βρίσκονται εκεί πάνω, με τους αξιωματούχους του σωματείου. Οχι με τους συντρόφους εδώ στο τμήμα, ενώ δεν υπάρχουν επίσης προβλήματα με τους συντονιστές. Είναι όλοι σύντροφοι, επίσης δουλεύουν δίπλα σου στο τμήμα. Ομως οι αξιωματούχοι του σωματείου είναι διαφορετικοί, κάνουν μια διαφορετική δουλειά… Πρότειναν οι ίδιοι ότι ένας αξιωματούχος που δεν κάνει καλά τη δουλειά μπορεί απλά να ανακληθεί από τη συνέλευση. Ομως αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα. Καμιά τέτοια περίπτωση δεν συζητήθηκε ποτέ σε μία συνέλευση. Κατά τη γνώμη μου αυτό θα πρέπει να συζητηθεί»[1].
Από πού προέκυψαν οι «αξιωματού-χοι του σωματείου»; Ποιοι είναι αυτοί; Ο Μάριο, φυσικά, δεν ήθελε ν’ αναφέρει περισσότερα, για να μην υποσκάψει την εξωτερική εικόνα του αυτοδιαχειριζόμενου εργοστασίου, όμως τα λόγια του αποτυπώνουν μια κατάσταση που δεν είναι δυνατόν να μη τη λάβει κανείς υπόψη. Γιατί ακόμα και σε ένα «αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο» θα υπάρχουν «αξιωματούχοι» και μη, αφού η αντίθεση πνευματικής-σωματικής εργασίας δεν είναι δυνατόν να πάψει να υπάρχει. Το ζήτημα είναι τεράστιο και απασχόλησε τις πρώτες σοσιαλιστικές κοινωνίες, που δημιουργήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα, και δε μπορούμε να επεκταθούμε στο πλαίσιο αυτού του αφιερώματος. Θα αρκεστούμε μόνο να σημειώσουμε, ότι όλα αυτά λέγονταν το 2003, δηλαδή ένα μόλις χρόνο μετά την κατάληψη του εργοστασίου από τους εργάτες. Πιστεύουμε όμως ότι οι αντιθέσεις θα πρέπει να οξύνθηκαν, όταν η κρίση αγκάλιασε την Fasinpat.
η συνέχεια εδώ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου