Ιστορική νίκη ή ένταξη στο σύστημα;
Μπορεί τον Αύγουστο του 2009 οι εργάτες της πρώην Ζανόν να πανηγύριζαν μαζί με τον γραμματέα του σωματείου Ραούλ Γκοντόι, καλό όμως είναι να θυμηθούμε τι έλεγε ο τελευταίος πριν από επτά χρόνια, όταν η Fasinpat ήταν στα σπάργανα: «Κοπερατίβες ή όχι, όλοι εξαρτιόμαστε από την αγορά. Πρέπει να αντιμετωπίσεις τους ανταγωνιστές σου, πρέπει να μειώσεις τους μισθούς, να κόψεις τα κόστη, γίνεσαι σαν ανταγωνιστής των άλλων εργατών. Γι’ αυτό ζητάμε εθνικοποίηση, όχι επειδή νομίζουμε ότι το κράτος είναι κάτι καλό. Αυτό είναι το κράτος των εργοδοτών, ένα καπιταλιστικό κράτος, ένας καταπιεστικός μηχανισμός ενάντια στους εργάτες και το λαό, αλλά λέμε ότι θα έπρεπε να εγγυηθεί τις βασικές συνθήκες για την παραγωγή, έτσι που να μπορούμε να δουλεύουμε και να οργανωνόμαστε – ακριβώς για να καταστρέψουμε αυτό το κράτος και να δημιουργήσουμε ένα διαφορετικό»[1].Ο συγγραφέας της μπροσούρας, από την οποία προέρχεται το παραπάνω απόσπασμα συμπλήρωνε τότε: «Η Ζανόν και κάποιες άλλες κατειλημμένες επιχειρήσεις ζητούν "εθνικοποίηση κάτω από εργατικό έλεγχο" αντί να φτιάξουν κοπερατίβες. Δεν θέλουν ούτε να γίνουν εργοδότες, ούτε υπάλληλοι του κράτους». Τι εννοεί ο «ποιητής»; Το κράτος να αρνηθεί τον εαυτό του σαν συλλογικός καπιταλιστής και να τους δώσει την «εξουσία», το εργοστάσιο: «Ζητούν από το κράτος την πρόβλεψη ενός γενικού ξεκαθαρίσματος: το κράτος θα πρέπει να απαλλοτριώσει εν τέλει τα κτίρια, τις μηχανές και τις πατέντες, χωρίς οι εργάτες να πρέπει να πληρώσουν αποζημιώσεις, να παραδοθεί η εταιρία στα χέρια των εργατών προκειμένου να μπορούν να παράγουν κοινωνικά ευαίσθητα προϊόντα κάτω από αυτοδιοίκηση. Δεν θέλουν να πάρουν τα μέσα παραγωγής. Το κράτος υποτίθεται ότι θα τους τα προμηθεύει, αλλιώς να μείνει έξω απ’ αυτό, δεδομένου ότι οι εργάτες οι ίδιοι ξέρουν πώς να χειριστούν την παραγωγή»[1].
Πέρα από τα ανεδαφικά που αναφέρονται παραπάνω, φαίνεται ότι οι ηγέτες του σωματείου ήταν διστακτικοί να σηκώσουν το βάρος, να γίνουν ιδιοκτήτες, γι’ αυτό και ζητούσαν εθνικοποίηση. Εφτά χρόνια μετά, πανηγυρίζουν γι’ αυτό που κατηγορούσαν και θα έχουν συνάμα να πληρώνουν και τα κερατιάτικα του Ζανόν. Αυτό θα πει «ιστορική νίκη»!
Αυτή όμως η νίκη προδιαγράφει με μαθηματική ακρίβεια και το θάνατο της «κολεκτίβας» μέσα στον καπιταλιστικό ωκεανό. Αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς, αλλά –θα σας φανεί παράξενο– το έλεγε με τον τρόπο του και ο συγγραφέας της μπροσούρας που αναφέραμε παραπάνω, σε ανύποπτη εποχή (2003), επικαλούμενος μάλιστα και ένα καπιταλιστικό περιοδικό, τον Economist: «Ομως οι αυτοδιοικούμενες επιχειρήσεις, σαν νησιά στον ωκεανό του καπιταλισμού, είναι αντιφατικά εγχειρήματα, που μπορούν εύκολα να κολλήσουν και να μετατραπούν σε αυτοδιοίκηση της μιζέριας…Το καπιταλιστικό περιοδικό "The Economist" (σ.σ. 7 Νοέμβρη 2002, http://www.economist.com/node/ 1431691) ανησυχεί λίγο για την «διάβρωση των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας», αλλά είναι γενικά αισιόδοξο: "Αυτό το κίνημα δεν απειλεί τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις" - επειδή η επαναλειτουργία των εργοστασίων υπό εργατικό έλεγχο δεν βοηθά μόνο τους εργάτες, αλλά και τους εργοδότες, επειδή θα μπορούσε να σώσει μηχανήματα από φθορές και βανδαλισμούς. Οι δημοσιογράφοι του Economist δεν έφτασαν σ’ αυτό το συμπέρασμα μόνοι τους, επικαλέστηκαν δύο αντιπροσώπους του MNER, του εθνικού κινήματος των αυτοδιοικούμενων επιχειρήσεων. Το MNER οργανώνει περίπου 8.000 εργάτες που δουλεύουν σε περίπου ογδόντα αυτοδιοικούμενες κοπερατίβες. Οι περισσότερες κατειλημμένες εταιρίες προσδο- κούσαν να φτιάξουν κοπερατίβες, έτσι ήταν ικανές να αποφύγουν τουλάχιστον την εκποίηση και την υποχρεωτική πώληση. Προϋπόθεση γι’ αυτή τη νομιμοποίηση ήταν οι εργάτες να αναλάβουν τα χρέη του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Συνεπώς, η πίεση στους εργάτες να εργάζονται παραγωγικά και σύμφωνα με τις ανάγκες των αγορών είναι υψηλή. Μέχρι στιγμής δεν έχει πτωχεύσει εντελώς καμία κολεκτίβα, όμως πολλές απ’ αυτές πληρώνουν πολύ χαμηλούς μισθούς και εξαναγκάζονται να κάνουν περικοπές στα ασφαλιστικά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας ή ακόμα και να διώχνουν εργάτες. Σε ορισμένες κοπερατίβες ο μισθός μόλις που φτάνει για να βγάλεις τα προς το ζειν. Οι καταληψίες είναι ικανοί να αναστείλουν την καπιταλιστική διοίκηση μέσα στην εταιρία, αλλά δεν μπορούν να ελέγξουν την αγορά. Στην αγορά είναι υποχρεωμένοι να ανταγωνιστούν άλλες εταιρίες, τις οποίες μπορούν να ανταγωνι- στούν μόνο αυξάνοντας την δικιά τους εκμετάλλευση»[1].
Οποιαδήποτε ομοιότητα με τις τελευταίες εξελίξεις στη Ζανόν είναι καθαρά… συμπτωματική! Από φαλιρισμένη επιχείρηση έγινε κατειλημμένη, ζητώντας εθνικοποίηση με «εργατική αυτοδιοίκηση» και αρκέστηκε στην «απαλλοτρίωση», για να μετατραπεί σε ΕΠΕ και να περάσει στα χέρια των εργατών (ή μήπως αυτών που την διοικούν;), αφού ο κάθε εργάτης χαρίσει μισθούς πέντε ετών στο κράτος για να ξεπληρώσει τα χρέη στους πιστωτές! Εμείς τι άλλο να προσθέσουμε παρά τα λόγια ενός άλλου εργάτη από την Fasinpat, του Εουγένιο, που έλεγε το 2003: «Αν με ρωτήσετε για το μέλλον… Εγώ θέλω να στρώσουν όλα μόνα τους, το αφεντικό, ο ιδιοκτήτης, να έρθει πίσω και τα πράγματα να τρέξουν ξανά. Θέλω να μην εξαρτιόμαστε πια από τις πωλήσεις για να πάρουμε το μισθό μας. Οτι μπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτές τις ανησυχίες. Σήμερα ανησυχούμε διπλά. Πρώτα φρόντιζες μόνο την οικογένειά σου, σήμερα θα πρέπει να φροντίζεις και να φέρεις κάτι πίσω στη φαμίλια σου και την εταιρία επίσης η οποία τρέχει. Εχεις αυτή τη διπλή ανησυχία στο μυαλό σου»[1].
Εργατική «αυτοδιαχείριση» ή κομμουνιστική επανάσταση;
Παραπάνω είδαμε που οδήγησε η εφαρμογή της «εργατικής αυτοδιαχείρισης» σε ένα εργοστάσιο που οι εργάτες έδωσαν μεγαλειώδη αγώνα για να κρατήσουν τις δουλειές τους, στις αρχές της νέας χιλιετίας. Ομως ο αγώνας αυτός δεν οδήγησε σε ριζοσπαστικοποίηση και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οταν αναγκάζεσαι να δουλεύεις όλο και περισσότερο για να αντέξει η εταιρία, όταν αναγκάζεσαι να αυξήσεις τη δικιά σου εκμετάλλευση για μία αυταπάτη, τότε πού μπορεί να οδηγήσει όλος αυτός ο αγώνας παρά στην πιο βαθειά απογοήτευση; Και τι πολιτικό αγώνα μπορείς να κάνεις, όταν αναγκάζεσαι να δουλεύεις ολοένα και περισσότερο και ολοένα και με λιγότερα για να προσφέρεις στο «κοινωνικό σύνολο»;Κι όμως, έναν αιώνα σχεδόν πριν, το κομμουνιστικό κίνημα –με όσα «αμαρτήματα» κι αν θέλει να του καταλογίσει ο καθένας– είχε δώσει ξεκάθαρη απάντηση στο ζήτημα του «εργατικού ελέγχου» στην παραγωγή:
«Ο εργατικός έλεγχος δε συμβιβάζεται με την αστική εθνικοποίηση, ούτε με το πέρασμα της παραγωγής στα χέρια του αστικού κράτους. Κάθε απόπειρα τέτοιας συμφιλίωσης έχει σα διέξοδο αναπόφευκτα το γεγονός ότι η αστική τάξη, διατηρώντας στην ουσία την πραγματική της αυτονομία στην διοίκηση της παραγωγής, ρίχνει όλη την υπευθυνότητα της κατάστασης στην εργατική τάξη. Από την άλλη μεριά, τέτοιες απόπειρες συμφιλίωσης του ασυμφιλίωτου μπορούν εύκολα να προκαλέσουν την αποσύνθεση των νέων επαναστατικών πυρήνων του συνδικαλιστικού κινήματος στις φάμπρικες και τα εργοστάσια, πράγμα πάρα πολύ επικίνδυνο δεδομένης της τάσης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας να υποτάσσει στη φθοροποιό επιρροή της αυτούς τους πυρήνες».
Αυτά ανέφερε η Διεθνής των Κόκκινων Συνδικάτων στις αποφάσεις του πρώτου της συνεδρίου, που έγινε στις 3-9 Ιούλη του 1921! Ογδόντα χρόνια μετά, τα βλέπουμε να εφαρμόζονται στην περίπτωση της Ζανόν! Πού πήγαν οι αγώνες των εργατών; Στο να δουλεύουν για να ξεπληρώσουν τα χρέη του πρώην αφεντικού τους; Ή στη διαχείριση της μιζέρια τους για να «ορθοποδήσει το εργοστάσιο»; Ο εργατικός έλεγχος έχει νόημα μόνο σε συνθήκες λίγο πριν την κοινωνική επανάσταση, έλεγαν οι επαναστάτες συνδικαλιστές παλαιότερα: «Οχι μόνο σαν σύνθημα ενότητας των εργατικών μαζών για να τις επαναστατικοποιεί, μα ακόμα σαν όπλο οικονομικής και πολιτικής διαπαιδαγώγησης με την προοπτική του κοντινού μέλλοντος»[10].
Την απάτη του «εργατικού ελέγχου» σε συνθήκες καπιταλισμού τη γνωρίζουν καλύτερα τα κοράκια της διεθνούς κεφαλαιοκρατίας, γι’ αυτό και δεν ανησυχούν από το «κίνημα της κολεκτιβοποίησης» στα εγκαταλελειμμένα στην πλειοψηφία τους εργοστάσια της Λατινικής Αμερικής (όπως είδατε από το απόσπασμα του Economist, που αναφέραμε παραπάνω). Αλλωστε, το ποσοστό των εργατών που εργάζεται στα εργοστάσια αυτά δεν ξεπερνά το 0.1% του εργατικού δυναμικού (κάποιες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι σε αυτά δουλεύουν 12.000 εργάτες σε σύνολο 13.7 εκατομμυρίων του οικονομικά ενεργού πληθυσμού το 2004)[11]. Οι εργάτες αυτοί ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν ή τι προσμένουν, έχουν να αντιμετωπίσουν τους ανελέητους οικονομικούς νόμους της καπιταλιστικής αγοράς. Ας θυμηθούμε τον «γερο-Ενγκελς»:
«Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας ξεκινάει από τη θέση πως η παραγωγή, και κοντά σ’ αυτήν η ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί τη βάση για κάθε κοινωνικό καθεστώς, ότι σε κάθε κοινωνία, που εμφανίζεται στην ιστορία, η κατανομή των προϊόντων και μαζί μ’ αυτήν η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις ή κοινωνικές κάστες, ρυθμίζεται από το τι και πώς παράγεται και από το πώς ανταλλάσσονται τα προϊόντα. Κατά συνέπεια τα τελικά αίτια όλων των κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών ανατροπών πρέπει να τα αναζητούμε όχι στα κεφάλια των ανθρώπων, ούτε στις ολοένα αυξανόμενες γνώσεις τους για την αλήθεια και την αιώνια δικαιοσύνη, αλλά στις αλλαγές του τρόπου παραγωγής και ανταλλαγής, πρέπει να τα αναζητούμε όχι στη φ ι λ ο σ ο φ ί α, αλλά στην ο ι κ ο ν ο μ ί α της συγκεκριμένης εποχής»[12].
Η οικονομία της συγκεκριμένης εποχής, όχι μόνο στην Αργεντινή αλλά παγκόσμια, είναι καπιταλιστική. Και κάθε «αυτοδιαχειριζόμενο» εργοστάσιο οφείλει να λειτουργήσει μέσα σ’ αυτή την αγορά και όχι σε κάποια άλλη «ιδεατή». Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει όσα «αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια» κι αν φτιάξει η εργατική τάξη. Αν οι καπιταλιστές φοβούνταν ότι απειλούνταν απ’ αυτά τα εργοστάσια, θα τα είχαν αφανίσει πολύ εύκολα, εφαρμόζοντας ποικιλία μεθόδων που διαθέτει ο καπιταλισμός, από τον «αθέμιτο ανταγωνισμό» (π.χ. ντάμπινγκ τιμών, πώληση δηλαδή σε τιμές κάτω του κόστους μέχρι να τα γονατίσουν) μέχρι την πιο άγρια καταστολή. Το ερώτημα που προκύπτει επομένως δεν είναι άλλο παρά αυτό: Αντί για «αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια» και διαχείριση της μιζέριας, δεν είναι καιρός να μιλήσουμε για την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής σκλαβιάς; Για να περάσουμε επιτέλους σε ένα σύστημα που δεν θα στηρίζεται στην αρχή της ιερότητας του κέρδους των καπιταλιστών, αλλά θα βάζει στις σημαίες του το σύνθημα: «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την εργασία του», με τελικό σκοπό «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Σε ένα σύστημα που το κράτος θα υφίσταται όχι για να διασφαλίζει την ταξική δικτατορία των καπιταλιστών, αλλά τη δικτατορία των εργατών πάνω σ’ αυτούς που θα θελήσουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού και ταυτόχρονα την πιο πλατιά δημοκρατία για τους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου. Σε ένα κράτος που θα αρχίζει να απονεκρώνεται όσο ξεπερνιούνται οι αντιθέσεις και τα υπολείμματα της παλιάς κοινωνίας και όσο η διοίκηση του κράτους, ο σχεδιασμός και ο έλεγχος της παραγωγής δεν είναι έργο της πρωτοπορίας αλλά ολοένα και μεγαλύτερου μέρους της εργαζόμενης κοινωνίας.
Kώστας Βάρλας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου