08 Απριλίου 2012

Κίνα: Γιουκάν – ένα σύμβολο λαϊκής αντίστασης


Πριν από αρκετές μέρες ένας φίλος του blog μας έστειλε τη μετάφραση ενός κειμένου για την Κίνα από ιστοσελίδα της οποίας όμως τη διεύθυνση δε συγκρατήσαμε! Αργήσαμε να το δημοσιεύσουμε λόγω επικαιρότητας, το κάνουμε τώρα και άσχετα από το αν συμφωνούμε ή όχι με αυτά που γράφονται, θεωρούμε ότι βοηθάει στην ενημέρωση για τις εξελίξεις στη χώρα αυτή.
Γιουκάν – ένα σύμβολο λαϊκής αντίστασης


Ιζαμπέλ Ζανγκ
Οι όροι της συζήτησης για το μελλοντικό κινεζικό πολιτικό σύστημα καθορίζονται συνήθως με αφετηρία τρεις διαφορετικές προοπτικές: μερικοί πιστεύουν σε μια δημοκρατική αλλαγή που θα ωθείται από κινήματα πολιτών και διανοουμένων, άλλοι πιστεύουν σε μια λαϊκή εξέγερση που θα νομιμοποιείται από τις κοινωνικές ανισότητες και τη διαφθορά, τέλος μερικοί πιστεύουν σε μια μεταρρύθμιση που θα οδηγείται αργά από την ελίτ του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτές οι τρεις προοπτικές ενσαρκώνουν διαφορετικές θεωρήσεις για τις ρίζες των σημερινών τάσεων και του συσχετισμού των δυνάμεων στην σύγχρονη Κίνα.
Αλλά εάν η εργατική τάξη, η μεσαία τάξη ή η πολιτική ελίτ θεωρούνται σαν τα υποκείμενα των πολιτικών μετασχηματισμών ένα κοινό χαρακτηριστικό αυτών των τριών προοπτικών είναι ότι θεωρούν τη πόλη σαν το χώρο που θα γίνει η αλλαγή. Όμως η μαζική διαμαρτυρία που αναπτύχθηκε στην Γιουκάν (ένα παραθαλάσσιο χωριό στην επαρχία Γκουανγκντογκ στη νότια Κίνα) στο τέλοςτου 2011 τράβηξε τη προσοχή στην ύπαιθρο απ’ όπου αναδείχθηκε η Κινεζική επανάσταση.
Η γη στην καρδιά των κινεζικών κοινωνικών αγώνων
Η διαμαρτυρία στη Γιουκαν προέκυψε από τη συγκυρία δύο παραγόντων – την διαφθορά των τοπικών αρχών (την επιτροπή του χωριού, που συνδέεται απευθείας με το Κομμουνιστικό Κόμμα), και με το ζήτημα του ποιος κατέχει τη γη στην ύπαιθρο – δύο προβλήματα πολύ μεγάλης σημασίας για την αγροτική Κίνα από την αρχή των ιδιωτικοποιήσεων το 1978 και μετά.
Πραγματικά η απόκτηση της γης παίρνει μια αυξανόμενα κεντρική θέση στις κοινωνικές αντιθέσεις της σημερινής Κίνας. Μετά την επανάσταση του 1949, το κοινωνικό σύστημα βασίζονταν στην δυαδική διάκριση Πόλη/Ύπαιθρος που καθόριζε τόσο τα δικαιώματα των πολιτών όσο και τα δικαιώματα γης. Στην «κομμουνιστική» εποχή, η γη στις πόλεις ανήκε στο κράτος για να επιτρέψει τη κατασκευή εργοστασίων και δημόσιων επιχειρήσεων. Η γη στην ύπαιθρο ανήκε στις αγροτικές κολεκτίβες (κομμούνες, «γκόνγκσε») και ήταν αφιερωμένη στην αγροτική χρήση. Η οικονομική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 1978 άλλαξε αυτό το σύστημα. Ένας νέος νόμος το 1991 που διέκρινε το «δικαίωμα χρήσης» από το «δικαίωμα κατοχής», επέτρεψε στις τοπικές αρχές να εκμισθώσουν τη γη και σε άλλους οικονομικούς φορείς με την συμφωνία των χωρικών και με αποζημιώσεις.
Στη πραγματικότητα η δουλειά των επιτροπών στα χωριά δεν ήταν πάντα διαφανής, παρά την ύπαρξη των εκλογών στο επίπεδο των χωριών. Αυτό λοιπόν έχει δημιουργήσει μια μεγάλη πηγή εντάσεων στη σημερινή Κίνα. Εξαιτίας της ταχείας αστικοποίησης, τα γεωγραφικά σύνορα ανάμεσα στη «πόλη» και την «ύπαιθρο» τείνουν να γίνουν δυσδιάκριτα. Αυτό δημιούργησε ευκαιρίες πλουτισμού για πολιτικά στελέχη στην ύπαιθρο που αποκόμισαν μεγάλα κέρδη πουλώντας τη γη σε μεσιτικές εταιρίες χωρίς την έγκριση των χωριών. Χιλιάδες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν για τη πώληση της γης και τις εξευτελιστικές αποζημιώσεις.
Αυτό είναι το σενάριο που βρίσκεται στη ρίζα της πάλης των χωρικών της Γιουκάν. Από το 1993, η επιτροπή του χωριού λίγο λίγο πούλησε την συνεταιριστική γη σε κατασκευαστικές εταιρίες. Ενώ οι επίσημοι αντιπρόσωποι εισέπραξαν κέρδη περισσότερο από 70 εκατομμύρια γιουάν, το κόστος της αποζημίωσης ήταν μόνο 550 γιουάν (55 ευρώ) ανά οικογένεια. Μια κινητοποίηση που ζητούσε τον εκδημοκρατισμό της επιτροπής του χωριού και την επανεκτίμηση των τιμών της γης ξεκίνησε.
Κινητοποίηση και καταστολή
Όπως και στη διάρκεια της Αραβικής άνοιξης, οι νέοι έπαιξαν έναν κεντρικό ρόλο στη κινητοποίηση. Η εμπειρία της δουλειάς στις πόλεις τους κατέστησε πιο συνειδητούς για την αδικία του μονοπωλίου της εξουσίας από την επιτροπή του χωριού. Έτσι το 2009 δημιουργήθηκε ένα κοινωνικό δίκτυο με το όνομα «Ριζοσπαστική Νεολαία του Γιουκάν» για να συζητήσει τη κατάσταση στο χωριό. Το δίκτυο εξέπεμπε βίντεο συζητήσεων και διένειμε φυλλάδια και τραγούδια που αναδείκνυαν τη διαφθορά και καλούσαν σε αντίσταση.
Το Σεπτέμβριο του 2011, 5000 χωρικοί διαδήλωσαν μπροστά από την επιτροπή του χωριού και εξέλεξαν 13 αντιπροσώπους να διαπραγματευτούν με τους αξιωματούχους της Γκουανγκντόγκ. Πάνω απ’ όλα ζητούσαν από τους αξιωματούχους να διερευνήσουν την διαφθορά της επιτροπής του χωριού και την αποζημίωση για τις οικονομικές απώλειες των χωρικών. Η διαμαρτυρία αυτή κέρδισε μια ευνοϊκή ανταπόκριση από τις αρχές της Γκουανγκντόγκ.
Όμως μετά από ένα μήνα αναμονής χωρίς να γίνει καμιά ενέργεια, το Νοέμβριο ξεκίνησε μια άλλη συλλογική κίνηση αιτημάτων με συνθήματα «Δώστε μας την καλλιεργήσιμη γη» και «Κάτω η διαφθορά!». Αυτή η νέα κινητοποίηση κατεστάλλει βίαια από τις αρχές. Στις 9 Δεκεμβρίου, οι αρχές συνέλαβαν πέντε μέλη της προσωρινής επιτροπής του χωριού που θεωρήθηκε από τους αξιωματούχους «παράνομη». Ταυτόχρονα ο δήμος του Λουφενγκ ανακοίνωσε ότι η υπόθεση του Γιουκαν θα πρέπει να τελειώσει με την παραίτηση των πρώην αντιπροσώπων της επιτροπής του χωριού.
Την επόμενη μέρα οι χωρικοί έμαθαν κατάπληκτοι το θάνατο του κρατούμενου Ξουε Ζινγκ-Πο, ηλικίας 47 ετών, αντιπροέδρου της προσωρινής επιτροπής του χωριού. Η αστυνομία αρνήθηκε κάθε υπευθυνότητα. Οι χωρικού καταλήφθηκαν από οργή και λύπη και απεφάσισαν να προστατεύσουν τους άλλους ακτιβιστές από νέες συλλήψεις. Ύψωσαν οδοφράγματα στην είσοδο του χωριού για να εμποδίσουν την είσοδο των αξιωματούχων και της αστυνομίας. Μόνο δημοσιογράφοι από το Χονγκ Κονγκ και ξένες χώρες επιτρέπονταν να μπουν καθώς οι χωρικοί υποπτεύονταν τους κινέζους δημοσιογράφους ότι μπορούσαν να είναι μέλη των μυστικών υπηρεσιών.
Τις επόμενες δέκα ημέρες η ένταση οξύνθηκε σε μεγάλο βαθμό, ειδικότερα εξ αιτίας της προσοχής που προκλήθηκε στα ξένα μέσα ενημέρωσης. Η αστυνομία διέκοψε τη παροχή νερού, ηλεκτρισμού και τροφίμων στους χωρικούς που έπρεπε να ζήσουν με τα αποθέματά τους και με την αλληλεγγύη των γειτονικών χωριών. Την ίδια στιγμή οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν γύρω από τα συγκεκριμένα αιτήματα: την δημοκρατική εκλογή των τοπικών ηγετών, την επιστροφή του σώματος του Ξουε και τη συνέχεια της διερεύνησης για τη διαφθορά της επιτροπής του χωριού.
Όμως οι χωρικοί δεν είχαν πλέον εμπιστοσύνη στα στελέχη της Γκουανγκντόγκ και απαιτούσαν την παρέμβαση του Πεκίνου. Αντιμέτωποι με συκοφαντίες «για συνωμοσίες με τα ξένα μέσα ενημέρωσης» που διέσπειραν οι αξιωματούχοι, οι χωρικοί παρέμειναν σταθεροί, διατηρώντας τα αιτήματά τους και την απαίτηση για παρέμβαση της κυβέρνησης του Πεκίνου. Μετά από δέκα ημέρες διαδηλώσεων και συγκρούσεων με την αστυνομία από τη πόλη και παρά τις φήμες για μια στρατιωτική επέμβαση, οι χωρικοί επεκράτησαν με μια στροφή των γεγονότων στις 20 Δεκεμβρίου. Ο δεύτερος γραμματέας της Γκουανγκντόγκ έκανε μια τηλεοπτική ομιλία που ανακοίνωνε ότι τα αιτήματα των χωρικών ήταν «λογικά», διευκρινίζοντας ότι εάν δεν οργανώνουν «ακραίες» διαδηλώσεις, οι αρχές θα συμφωνούσαν να ελευθερώσουν τους τέσσερις ανθρώπους που ακόμη κρατούνταν και να ανταποκριθούν στα αιτήματά τους.
Μετά από μια διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στους χωρικούς και στις αρχές, στις 1 Φεβρουαρίου του 2012, οι πρώτες «δημοκρατικές» και «διαφανείς» εκλογές τελικά έλαβαν χώρα στη Γιουκαν. Συμμετείχαν 6000 χωρικοί για την εκλογή 109 αντιπροσώπων. Ο Λιν, ηλικίας 67 ετών, ο κύριος διαπραγματευτής με τους αξιωματούχους της Γκουανγκντόγκ, εκλέχτηκε πρόεδρος της επιτροπής του χωριού. Στις 14 Φεβρουαρίου, επετράπη τελικά στην οικογένεια του Ξουε να τον κηδεύσει.
Η πάλη της Γιουκάν τελείωσε έτσι με τη γέννηση μας αυτόνομης και «δημοκρατικής» πολιτικής δομής και το όνομα της Γιουκάν ενσαρκώνει το νέο παράδειγμα για τη πάλη του λαού στη Κίνα.
Γιατί νίκησαν;
Όπως προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε στην εισαγωγή, οι αιτίες της σύγκρουσης στη Γιουκάν δεν ήταν μια εξαίρεση αλλά αντιπροσωπεύουν ένα σύντομο επεισόδιο σε μια μακριά αλυσίδα συγκρούσεων. Οπωσδήποτε πολλοί παράγοντες συνέβαλλαν για την κατ’ εξαίρεση «επιτυχία» της Γιουκάν μέσα στις αδιάκοπες κινήσεις διαμαρτυρίας στη σημερινή αγροτική Κίνα.
Πρώτα η αυτοοργάνωση των χωρικών που ξεκίνησε από τους νέους ήταν ο σπουδαιότερος παράγοντας. Ο Ζουανγκ ο ηγέτης της «Ριζοσπαστικής Νεολαίας της Γιουκάν» έχει ένα κατάστημα ρούχων κοντά στη Γιουκάν. Συζητώντας με άλλους μετανάστες εργαζόμενους, κατάλαβε ότι η συμπεριφορά των τοπικών αρχόντων ήταν σκανδαλώδης. Με άλλους νέους γεννημένους το 1990, πήραν συνεντεύξεις από μερικούς παλιούς κατοίκους στα χωριά για τις ιδιωτικοποιήσεις της γης από την τοπική πολιτική ελίτ. Έτσι η θέληση για αγώνα χαλυβδώθηκε και η συνεργασία σταθεροποιήθηκε ανάμεσα στις 41 οικογένειες. Ένας καταμερισμός καθηκόντων καθιερώθηκε και έγινε περισσότερο φανερός μετά από το θάνατο του Ξουε: οι ηλικιωμένοι ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις με τη κυβέρνηση ενώ οι νέοι συμμετείχαν στη περιφρούρηση και παρέμεναν στη πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων.
Κατά δεύτερο λόγο, η προσοχή που δόθηκε από τα ξένα μέσα ενημέρωσης υπήρξε αναμφίβολα ένας ευνοϊκός παράγοντας. Εξ αιτίας της γεωγραφικής θέσης της Γιουκάν, κοντά στην Γκουανγκντόγκ και το Χονγκ Κονγκ, η αγώνας τους παρακολουθήθηκε από πολύ κοντά από τα μέσα ενημέρωσης του Χονγκ Κονγκ, που δεν έστελναν μόνο εικόνες από τον αγώνα σε όλο τον κόσμο, αλλά επίσης ασκούσαν πίεση στις κυβερνήσεις της Γκουανγκντόγκ και της Σανγέϊ.
Ένα άλλο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι η πολιτικο-οικονομική δομή της Γκουανγκντόγκ. Έχοντας καταστεί η κυριότερη περιοχή που αναπτύχθηκε από την οικονομική μεταρύθμιση, η Γκουανγκντόγκ έχει μια περισσότερο φιλελεύθερη ατμόσφαιρα από άλλες κινεζικές επαρχίες. Ο κυβερνήτης της ο Βανγκ Γιανγκ, επηρεάζεται από το «φιλελεύθερο ρεύμα» μέσα στο ΚΚ Κίνας. Ο αγώνας της Γιουκάν πραγματοποιήθηκε ακριβώς πριν από την 18η «Κρατική Εθνική Συνέλευση» που επρόκειτο να ανανεώσει τα στελέχη της. Οι διεθνείς πιέσεις των μέσων ενημέρωσης επίσης ενθάρρυναν μια περισσότερο «διαλλακτική» προσέγγιση από τον Βανγκ και απέτρεψαν τη στρατιωτική καταστολή.
Τέλος το αίτημα για περισσότερη «τοπική δημοκρατία» χωρίς οπωσδήποτε να αμφισβητεί την νομιμότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος, απεικονίζει τις αντιφάσεις των αντίστασης στη σημερινή Κίνα. Μέσα σε ένα πλαίσιο ριζικών μετασχηματισμών της κινεζικής κοινωνίας, η κεντρική κυβέρνηση υποστηρίζει τα θύματα της παραβίασης του νόμου ώστε να κατακερματίσει καλύτερα τη μαζική αντίσταση. Στο όνομα της «υπεράσπισης των δικαιωμάτων» (βαϊκουαν) και του «κράτους δικαίου» (φαζχι), η κυβέρνηση όλο και περισσότερο ανέχεται ατομικές ενέργειες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, όμως οι αντιπολιτευτικές και συλλογικές κινητοποιήσεις καταστέλλονταν με αυστηρότητα. Η επιμονή των χωρικών να αναφέρονται στη κεντρική κυβέρνηση του Πεκίνου για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους έχει το στόχο να απονομιμοποιήσει τη στρατιωτική καταστολή.
Στη πραγματικότητα αυτή η επιλογή δεν είναι απλώς μια στρατηγική διαπραγματεύσεων, αλλά είναι επίσης συνδεδεμένη με το σύμπλεγμα της κληρονομιάς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Για ένα μεγάλο τμήμα της παλαιότερης γενιάς που έζησε την εποχή της κομμουνιστικής επανάστασης και του Μαο, το ΚΚΚ και η κεντρική κυβέρνηση έχουν ακόμη μια ιδεαλιστική εικόνα που ενσαρκώνει ένα καθεστώς που «υπηρετεί το λαό». Επίσης καθώς κάποιοι πολίτες έγιναν πλουσιότεροι με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, η οργή τους στρέφεται κατευθείαν και αποκλειστικά προς τους τοπικούς ηγέτες μάλλον παρά προς την κυβέρνηση του Πεκίνου. Έτσι ο πατέρας του Ζουανγκ διαβεβαίωνε πως «το κόμμα είναι ακόμη με το λαό». Παρά την οργή ενάντια στις τοπικές αδικίες η κληρονομιά της κομμουνιστικής επανάστασης επιτρέπει τη διατήρηση της νομιμότητας προς το κινεζικό κράτος.
Όμως αν οι τοπικές αδικίες εξηγούν την αποφασιστικότητα των χωρικών στον αγώνα, ο ισχυρισμός του πατέρα του Ζουανγκ καταδεικνύει το κεφάλαιο της εμπιστοσύνης που διατηρεί η κεντρική κυβέρνηση. Με άλλα λόγια παρά την εκτεταμένη διαφθορά σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης στη σημερινή Κίνα, η δυσαρέσκεια με το τοπικό καθεστώς δεν αντανακλά αναγκαστικά μια απώλεια εμπιστοσύνης στο σύστημα. Αυτό είναι το δίλημμα που τονίσθηκε από τον Χαν Χαν, ένα συγγραφέα και δημοφιλή μπλόγκερ που ζει στη Σαγκάη και που παρεμβαίνει σε μια σειρά συζητήσεων για το μέλλον της Κίνας: «το κομμουνιστικό κόμμα έχει 80 εκατομμύρια μέλη και 300 εκατομμύρια οικογένειες που συνδέονται με τα μέλη αυτά, έτσι αυτό πηγαίνει πέρα από τη δομή ενός πολιτικού κόμματος, αναδεικνύεται σε ένα σύστημα. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις αραβικές επαναστάσεις, η πολιτική δυσαρέσκεια στη σημερινή Κίνα δεν μπορεί να μεταπέσει στην εικόνα ενός δικτάτορα μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα.»
Η εκπληκτική επιτυχία της Γιουκαν αποκαλύπτει επίσης τα όρια του πολιτικού κινήματος στη σημερινή Κίνα. Χωρίς μια πολιτική εναλλακτική λύση, η κυριαρχία του ΚΚΚ παραμένει η περισσότερο νόμιμη για τους περισσότερους πολίτες παρ’ όλα τα λάθη του. Επίσης μια αυξανόμενα ευέλικτη στάση της κυβέρνησης εκτονώνει την ένταση των λαϊκών αγώνων δίνοντας αξία στη «διαπραγμάτευση». Εάν το αίτημα για περισσότερη αυτονομία στο επίπεδο των τοπικών δομών – χωριά, εργοστάσια, σχολεία – αποτελέσει ένα συγκλίνων αίτημα των αγώνων σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ροπή για ευέλικτες «μεταρρυθμίσεις» σε τοπικό επίπεδο μπορεί να σημαίνει σήμερα μια απουσία αντιπολίτευσης στη κεντρική κυβέρνηση και μια δραματική ανατροπή στο στυλ της αραβικής άνοιξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: