Κάποιο βράδυ, πολύ πρόσφατα, ένιωθα πολύ κουρασμένη. Σκεφτόμουν, σκεφτόμουν και μετά από ακατάσχετη σκέψη με πήρε ο ύπνος και ονειρεύτηκα τον παρακάτω διάλογο (ό, τι ακολουθεί είναι μια προσωπική εικόνα για την κατάσταση):
-γεια σου. πώς σε λένε;
-με λένε ιμπεριαλισμό
-έχεις γονείς;
-ναι, βέβαια! Μάνα μου είναι η βιομηχανική επανάσταση και πατέρας μου ο καπιταλισμός
-α! μάλιστα… και εγώ την ίδια μάνα έχω. Πού ζεις;
-ζω όπου μπορώ να επεκταθώ και εκεί φιλοξενούμαι. Βέβαια, δε με θεωρούν και πολύ ευχάριστο επισκέπτη. τρώω και πίνω πολύ και μετά ξερνάω στην τουαλέτα. Πολλοί με σιχαίνονται.
-τι τρως και τι πίνεις, δηλαδή;
-τρώω τις σάρκες μου και πίνω το αίμα του εργάτη.
-Έχεις φίλους;
-ναι! Κολλητός μου είναι ο πόλεμος και παιδική μου φίλη η πλουτοκρατία. Μαζί μεγαλώσαμε. Είμαστε αχώριστοι.
-σεξ κάνεις;
-καμιά γυναίκα δεν πάει μαζί μου. Όλες με θεωρούν ανέραστο, ξενέρωτο. Έχω γκόμενα την πρώτη μου ξαδέρφη, την εκμετάλλευση, και κάνουμε έρωτα κάθε 10 χρόνια περίπου. μεγάλη απόλαυση αυτή η εκμετάλλευση! Αλλά με τις αιμομιξίες αποκτήσαμε ένα τερατάκι με αμέτρητα κέρατα: την κρίση. Η κόρη μας, που λες, αυτό το τέρας, πολλαπλασιάζει τα κέρατά του συνέχεια και χώνει το κεφάλι του όπου υπάρχουν αντιθέσεις. Κάποτε το είχε χώσει στο Μάαστριχτ, μετά στη Λισσαβόνα, τώρα στο μνημόνιο. Άστα να πάνε! δεν μπορώ να το συμμαζέψω! Όσο το σκέφτομαι, μεγάλος βραχνάς αυτό το παιδί… μεγάλη στενοχώρια! Για να σου πω, όμως, με ζάλισες με τις ερωτήσεις σου! Εσένα πώς σε λένε, μωρέ αδερφάκι μου;
-εμένα με φωνάζουν εργάτη
-και πώς ζεις, εργάτη;
-έχω ανάγκη από δουλειά. Και όταν την βρω, είμαι πολύ γενναιόδωρος.
-δηλαδή;
-παράγω υπεραξία! Ο πατέρας σου το ξέρει πολύ καλά αυτό. Μια φορά με συγχάρηκε για τις αγνές μου προθέσεις και με κέρασε μια σύμβαση.
-παιδιά έχεις;
-ναι! Έχω ένα γιο, το κίνημα και μια κόρη, την επανάσταση
-φίλους;
-πολλούς! Τον εργάτη στη διπλανή οικοδομή, το εργάτη στη χαλυβουργία, τον αγρότη, το συνταξιούχο, το μετανάστη, το φοιτητή, τον άνεργο… κάνουμε πολλή παρέα και βγαίνουμε βόλτα στους δρόμους. Τώρα τελευταία συχνάζουμε σε ένα ταβερνάκι σε μια φτωχογειτονιά και τρώμε κάτι μεζεδάκια που λέγονται «φοροεπιδρομές». Αλλά από τις πολλές φοροεπιδρομές μας πιάνει δυσπεψία και κάνουμε τζόκινγκ στους δρόμους, για να χωνέψουμε.
-καλοπερνάτε, πουλάκια μου… θα με βάλεις και μένα στην παρέα σου, ρε εργάτη;
-μπα! Δε νομίζω να μας αντέξεις. Είμαστε πολλοί και κάνουμε ζημιές. Αυτόν τον καιρό προσπαθούμε να σπάσουμε τις αλυσίδες με τις οποίες μας έδεσες. Δε θα μας αντέξεις, σου λέω! Είμαστε πολύ ζωηροί! Γι’ αυτό κρύψου γρήγορα! Αλλιώς, δε θα σωθείς, θα σε τρελάνουμε με τις φασαρίες μας! Παίζουμε και πάλη. Γι’ αυτό, πρόσεχε μη φας καμιά ξεγυρισμένη μπουνιά απ’ τις γροθιές μας, γιατί είναι θανατηφόρες…
Ιουλία Ορφανίδου
Βέροια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου