28 Δεκεμβρίου 2013

12 χρόνια σκλάβος Του ΣΤΗΒ ΜΑΚ ΚΟΥΗΝ

Ο Σολομών Νόρθαπ, ελεύθερος μαύρος μουσικός κι ευτυχής οικογενειάρχης στη Νέα Υόρκη του 1841, απάγεται εν μέσω νυκτός από επιτήδειους σκλαβέμπορους, για να καταλήξει αλυσοδεμένος σε φυτεία του Νότου,όπου τίποτα δεν προοιωνίζεται μια εν ζωή επιστροφή στην οικογενειακή εστία.
Δεν χρειάστηκαν παρά δυο μεγάλου μήκους ταινίες στον μαύρο Άγγλο εικαστικό Στηβ Μακ Κουήν, προκειμένου να εγγράψει πολύτιμη και σημειολογικά αξεπέραστη παρακαταθήκη στην ιστορία του ευρωπαϊκού σινεμά.
Ακριβώς δε επειδή πρόκειται για τον δημιουργό του “Hunger” και του “Shame”, γεννά σε κάθε περίπτωση ερωτηματικά η απόφασή του να καταπιαστεί μ’ ένα εύχρηστο θέμα εμπορικών και οσκαρικών προδιαγραφών, όπως αυτό των αυτοβιογραφικά καταγεγραμμένων δεινών ενός σκλαβωμένου μαύρου στον προεμφυλιακό αμερικάνικο Νότο.
Κι εκ πρώτης όψεως το «12 χρόνια σκλάβος» πατάει σε ουκ ολίγες ευκολίες. Ο κεντρικός χαρακτήρας διαθέτει τις δέουσες αρετές και αδυναμίες του «καλού καγαθού» αφροαμερικανού που θυματοποιείται αδίκως, το ζευγάρι των ρατσιστών γαιοκτημόνων ενσαρκώνει όλες τις απεχθείς πλευρές του λευκού προτεστάντη εκμεταλλευτή, η εξιστόρηση της τραγωδίας των σκλαβωμένων μαύρων του Νότου τον απαραίτητο ρεαλιστικό – και δραματικό τόνο, και ως εδώ όλα τα βασικά μεγέθη είναι ευκόλως αναγνωρίσιμα, και οι ψυχολογικές ταυτίσεις περίπου αυτονόητες.
Αυτό όμως που κάνει την ταινία σημαντική, επιβεβαιώνοντας την αξία του Μακ Κουήν ως δημιουργού, είναι ο τρόπος που καδράρει τα μακρόσυρτα πλάνα του, τα ψιλά γράμματα της αφήγησης, τα υπονοούμενα που συνοδεύουν τις χειρονομίες ή τα βλέμματα κι ο απόηχος των δρώμενων, που οδηγούν με ζυγισμένη ακρίβεια στην κυρίαρχη αίσθηση που βρίσκει τον ευαισθητοποιημένο θεατή στο μαλακό υπογάστριο: η πραγματικότητα του άγριου ρατσισμού και της βάρβαρης εκμετάλλευσης είναι απολύτως κοντινή, σε απόσταση μιας μόλις ανάσας, με διαφορετικό ίσως προσωπείο αλλά τα περισσότερα από τα ριζικά χαρακτηριστικά της ανέπαφα.
«Τι κι αν βγάλαμε μαύρο πρόεδρο, αλυσοδεμένοι είμαστε ακόμα, αδέρφια», θα μπορούσε να ‘ναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, όπου το σώμα στην απόλυτα υλιστική του υπόσταση γίνεται εναλλάξ φορέας καταπίεσης κι αντίστασης, προετοιμάζοντας τη μεγάλη σύγκρουση του αμερικάνικου εμφυλίου. Σε δεύτερο πλάνο, ο Μακ Κουήν ξεδιπλώνει μια στέρεα σπουδή για τα ποικίλα, κάποτε αντιφατικά κι έκδηλα επίκαιρα πρόσωπα της βίας, που βαδίζει εδώ χέρι-χέρι με την καταπίεση.
Κι αν στην τελευταία ταινία του ο δημιουργός του “Hunger” ολισθαίνει αραιά και που στη φορτισμένη διεκτραγώδηση, δεν ξεχνάει στιγμή ότι δεν υπάρχει τέχνη χωρίς όραμα, και όραμα χωρίς πολιτικό στοχασμό.
Εξαιρετικοί οι Τσιουετέλ Ετζιοφόρ και Λουπίτα Νιόνγκο ως Σόλομον Νόρθαπ και Πάτσι αντίστοιχα, την παράσταση ωστόσο κλέβει ο γερμανοϊρλανδός Μάικλ Φασμπέντερ ως θρησκόληπτος σαδιστής γαιοκτήμονας και σκλάβος των παθών του.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

Δεν υπάρχουν σχόλια: