18 Φεβρουαρίου 2014

Ο Μενέλαος Λουντέμης για τον Θανάση Καλώνη

Αη Στράτης
Στην Τριλογία του ο Μενέλαος Λουντέμης αναφέρεται συχνά στον Θανάση Καλώνη και σ’ αυτά που συνέβαιναν στην κοινοβιακή ζωή της εξορίας και κυρίως στο Μακρονήσι.
Η Τριλογία «ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΙ» του Λουντέμη ξεκινάει με το «ΚΡΑΣΙ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ» συνεχίζει με το «ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΑΝΗΣΥΧΑ» και κλείνει με το «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΦΤΕΡΑ».
Το «ΚΡΑΣΙ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ» ξεκινάει με το γνωστό απόφθεγμα που έχει το βιβλίο στη αρχή του και λέει:

Η ζωή για να προστατευτεί απ’ τους δειλούς της φτιάχνει του γενναίους της. Η Τυραννία όμως επεμβαίνει και τους αποσπά. Γιατί η μάζα των δειλών είναι το μόνο στρώμα από όπου αντλεί τα στηρίγματά της. Στηρίγματα όμως τόσο απατηλά θα είχαν από καιρό καταρρεύσει και διαλυθεί μεσ’ τον φόβο τους, αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή κατάσταση μέθης. Μα το μόνο κρασί που τους μεθά είναι το αίμα των αθώων – το «κρασί των δειλών».

Όλη η τριλογία περιγράφει φυσικά τα βασανιστήρια και την εξόντωση που υπέστησαν οι χιλιάδες των διωχθέντων και εξορισθέντων αγωνιστών του τόπου μας. Σ’ αυτά που διηγείται ο συγγραφέας συχνά – πυκνά αναφέρεται ο ηλικιακά μικρότερος της παρέας, ο Θανάσης Καλώνης.
Στο βιβλίο «ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΑΝΗΣΥΧΑ» στις σελίδες 149 – 150 -151 αναφέρεται ο Θανάσης στην περιγραφή του μαρτυρίου και της εξόντωσης αγωνιστών από τη δίψα:

Σε κάτι σκηνές δοκιμάσανε να κάνουνε με άδεια κονσερβοκούτια «αποστακτήρες». Σε κάτι καμινέτα δικής μας εφεύρεσης που καίγανε ακάθαρτο πετρέλαιο βράζανε, λέει, σε μια σκηνή θαλασσόνερο. Το ‘μαθε ο Θανασάκης με τον Σωτηράκη μας και σύρθηκαν ως εκεί να μάθουν την τέχνη.
-Σώπα… Μου είπαν βρέχοντας μου το μέτωπο με θάλασσα. Κάνε λίγη υπομονή. Θα σε γλυτώσουμε. Μόλις είχα συνέλθει από την Τρίτη λιποθυμιά. Σε λίγο γύρισαν και τους έβλεπα μεσ’ τον λήθαργο μου να μαστορεύουν.
Απ’ τα παραπέτα του τσαντιριού φαινόταν η θάλασσα. Ήταν λίγο σγουρή μα όχι αγριεμένη. Κάτι καϊκάκια άρχισαν να ξεμυτίζουν… Ανοίγονταν στο πορθμό και έφευγαν χωρίς να ποδίσουν. Έγκλημα! Ήταν καθαρό.
Το φαΐ το μαγείρευαν με θαλασσόνερο. Αλλά κανείς απ’ τον «κλωβό» μας δεν είχε την δύναμη να κατέβει ως εκεί κάτω για να το πάρει. Τα παλικάρια που προσφέρθηκαν εθελοντικά να πάνε στην πηγή της «Ωραίας Ελένης» ήπιαν το «μερικό» νερό του Σήφάκη και ξεκίνησαν. Στην σκηνή μου η «ομάδα Σωτηρίας» που την αποτέλεσαν ο Θανασάκης με τον Σωτήρη πάλευε ακόμη ηρωικά. Ολωνών τα μάτια κόλλησαν στο αποστακτήρα. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάτι σαν κλεφτό φιλί. Μια σταγονίτσα κελάηδησε θολά μεσ’ στο τενεκεδένιο μας ποτήρι!
-Νάτηνε!… Την είδα. Νερό!!...
Σκύψανε όλοι μεσ’ στο ποτήρι να δούνε το απίθανο θαύμα!
-Ναι… Αλλά… Είναι νερό;… Αν είναι αρμυρό;
Αποθάρρυνση.
-Είσαστε πεσιμιστήδες… Λέει ο Γιώργης μας. Σαν πρώην τσαγκάρης και Πρεβεζάνος σας λέω: «Είναι νερό!» Γιατί ακριβώς επειδή ήταν Πρεβεζάνος έπρεπε η σταγόνα να είναι νερό.. Αυτό δεν το καταλάβαμε.
-Να την δοκιμάσουμε προτείνει ένας.
-Σε ποιόν να την δώσουμε; Ρώτησε ο Πρεβεζάνος.
Όλοι στράφηκαν κατά ‘μένα.
Ο «αρχιμηχανικός» μας, Γιώργης Τσέλιος στο όνομα, τράβηξε το κύπελλο.
-Βάλε άλλο κύπελλο από κάτω για να μαζέψεις την δεύτερη σταγόνα!.. Λέει του Σωτήρη.
Ήρθε προσεκτικά κοντά μου. Όλοι σκύψανε από πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ο Θανάσης μετα φόβου θεού πλησίασε το κύπελλο, το ζύγωσε πάνω απ’ το στόμα μου και άφησε τη σταγόνα να στάξει.
-Πές μας… Πώς είναι; Με ρωτούν όλοι με αγωνία. Είναι γλυκιά;… Προσπάθησα… Χτύπησα τα χείλη μου… Η αγωνία τους έφτασε στο κατακόρυφο.
-Δεν κατάλαβα τίποτα… Τους λέω. Είναι ξερά και πετσιασμένα τα χείλη μου… Αλλά… Αρμύρα δεν ένοιωσα.
-Αυτό είναι! Φωνάζει ο αρχιμηχανικός. Δυναμώστε τη φωτιά. Βρέξτε και άλλες πετσέτες στο θαλασσόνερο. Τυλίξτε το σωληνάρι του αποστακτήρα! Νικήσαμε!
Ως τα μεσάνυχτα οι «νικητές» δεν τα κατάφεραν να μαζέψουν παρά μισό φλιτζανάκι του καφέ. Μιζέρια… Ξαπλώσαμε όλοι ανάσκελα και ο Σωτηράκης περνούσε με ένα κουταλάκι, το ‘βρεχε στο φλιτζάνι και κατόπι το περνούσε από τα χείλη μας. Δεν γινόταν τίποτα. Ο Θανασάκης άφησε τη φωτιά να σβήσει. Ήταν σκοτωμένος.
-Πασκίστε να κοιμηθείτε… Λέει ο Γιώργης. Μπορεί το πρωί κάτι να γίνει. –Τι να γίνει το πρωί; Αυτοί ήσαν αποφασισμένοι. Και λάδι να είναι αύριο η θάλασσα η Φοντάνα δε θα φύγει. Τη νύχτα μας δώσανε βασανιστικά όνειρα. Πλέαμε σε βραστά νερά… Κατρακυλούσαμε μεσ’ σε αχνιστούς καταρράκτες… Ύστερα απότομα βρισκόμασταν μπροστά σε γάργαρες πηγές. Μα μόλις κάναμε να πιούμε ανακαλύπταμε ότι τα χείλη μας ήταν πέτρινα.
Τίναξα από πάνω μου τους εφιάλτες και αποφάσισα να πεθάνω ξύπνιος.
Κάθε τόσο κοιτούσα και έξω απ’ τα παραπέτα της σκηνής.
Η μέρα αργούσε… Προσπάθησα να αφουγκραστώ τη θάλασσα. Βούιζε. Μα βούιζε η θάλασσα ή τα αυτιά μου;
Η νύχτα είναι πιο μεγάλη για τους διψασμένους. Το σκοτάδι φράζει τα μάτια, πήζει τις ώρες, δεν τις αφήνει να κυλήσουν. Σκέφτεσαι… Κι είσαι βέβαιος πως το πρωί θα ‘ρθει μα εσύ δεν θα ζεις για να το δεις. Θάνατος από δίψα. Που να το φανταζόσουν τότε που ‘σουν στις δροσοπηγές να ‘πινες για όλη σου τη ζωή.

Στη συνέχεια και πάλι στον ίδιο τόμο της Τριλογίας και στις σελίδες 174 και 175 αναφέρεται και πάλι στον Θανάση γράφοντας:

-Τι έχουμε τώρα; Αύγουστο; Λοιπόν… Αν είναι θα αρχίσουν κατά τις αρχές ή τα μέσα του Νοέμβρη. Θα επιχειρήσουν να μας παγώσουν το αίμα την εποχή που παγώνουν τα νερά. Αυτή είναι κι η εποχή της Μακρόνησος. Βορειάδες, κατακλυσμοί, ξεπαγιάσματα… ‘Έτσι θα φανούν εντελώς φυσικοί οι «φυσικοί» μας θάνατοι. Μην περιμένεις να αυτουργήσουν. Εκείνοι μόνο θα συνδράμουν τις παγωνιές για να επισπεύσουν τους θανάτους μας. Ησύχασες τώρα;
-Μ… Θα δούμε. Όχι. Ησύχασα είπες; Όχι. Θέλεις να το πω και στον Θανασάκη;
-Ναι.
Χωρίσαμε. Είπα πως ήμουν ήσυχος, σίγουρος. Δεν ήμουν. Ήθελα να πάω να «ψαρέψω». Να ραβδοσκοπήσω κάνα δυό ακόμη. Να δω τι ερμηνείες έδιναν αυτοί. Οι κάτω κλωβοί που γειτόνευαν με τη θάλασσα ήταν κλειστοί. Έτσι δεν θα μπορούσα να το συζητήσω με τους παλαίμαχους μας… Με τους στρατηγούς… Σίγουρα κάτι ήξεραν αυτοί από «ψυχολογικούς πολέμους», από «πολέμους νεύρων» κλπ. Τα διδάχτηκαν και στις Ακαδημίες και στη ζωή. Αλλά όπως είπαμε, οι «κλωβοί» έκλεισαν. Τώρα ζούσαμε σε πέντε κλειστές φρουρημένες πόλεις. Και έτσι οι έρευνες μου θα περιορίζονταν μόνο στον κλωβό μου. Βγήκα λοιπόν και άρχισα να κάνω βόλτες στους διαδρόμου. Έβραζε άγρια ο ήλιος. Ευτυχώς ο Θανασάκης μου είχε κάνει ένα σκιάδι από χαρτόνι. Παράξενο, νοικοκυρεμένο παιδί. Χωριατόπουλο, αλλά με παιδεία. Ένας φοιτητής γκριζομάλλης απ’ τη Μακεδονία.
-Που έμαθες να ράβεις τόσο όμορφα Θανάση; Του λέω.
-Μ’ έμαθε η «καρντασίνα» μου (η αδελφή μου). Έτσι την έλεγε χαϊδευτικά θέλοντας να χαϊδέψει από τόσο μακριά την άγνωστη μου αυτή αδελφή που τα κατάφερε να μου γίνει πλάσμα τόσο οικείο.

Και περνώντας στο τρίτο μέρος της Τριλογίας «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΦΤΕΡΑ» στις σελίδες 40 και 41 και στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου γράφει ο Λουντέμης:

Την άλλη μέρα, καθώς ρέμβαζα κοιτώντας με πάθος μια τρύπα του τσαντιριού μου, κάτι ασυνήθιστες μιλιές μου γκρέμισαν απότομα τα ονειροπολήματα μου. Γενικά τα ονειροπολήματα εδώ ήταν κάτι φοβιτσιάρικα έντομα που δεν έπρεπε κανείς να τα τρομάζει ούτε και με τη σκέψη. Αλλά τώρα πια ήταν αργά. Τα ονειροπολήματα εδώ ήταν πτώματα. Φώναξα κατά έξω.
-Τι τρέχει;…
Ο Θανασάκης που ήταν σήμερα υπηρεσία και έπλενε τα πιάτα σφυρίζοντας με τυράγνια τον πιο μάγκικο σκοπό του Πειραιά – ήρθε μέσα σκανδαλισμένος. Έξω, λέει, ήταν κάποιο «είδος», ένα πράμα… κάτι σαν παλιά «ίσκα» που ζητούσε την άδεια να μου μιλήσει. Εγώ του ‘πα ότι υπνάς… ή ότι λείπεις – κάτι τέτοιο. «Αδύνατον είπε ‘κείνος. Είναι εδώ. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι εδώ. Για αυτό… Πήγαινε παιδί μου να με αναγγείλεις». Ήρθα. Τι να τον κάνω; Μου σκαλώθηκε άσκημα σαν σιδερένιος γάντζος. Δεν ξεκολλάει. (…)
-Ξέρεις τι λέω; Καλύτερα να του πω μια κι όξω να σπάσει… Μην μας ζαλίζεις του κύκλους φίλε θα του πω… Γιατί όλα σήμερα μας ήρθαν γωνιακά! Είσαι σύμφωνος;
-Χμ… Να σου πω δεν θα ΄κανες άσκημα. Γιατί – όπως άρχιζα να μυρίζομαι – θα ‘ναι κανένας ποιηταράς με καμιά στίβα χειρογραφάρες που θα ζητάει να του πω την γνώμη μου.
-Τέλειωσαν.
-Τι;
-Οι ποιητές. Τέλειωσαν.
-Δεν πέρασαν ούτε δυό λόχοι.
-Παρέλασαν όλα τα τάγματα. Αλλά δεν σου τους παρουσίαζα. Χρησιμοποιούσα την παλιά μέθοδο. Τους παρέπεμπα στο Μήτσο Μαργέλη. ‘Κείνος τους έλεγε ότι έχουν «λιτά εκφραστικά μέσα και ζεστή ανθρωπιά». Και ότι αυτοί «η ζεστή ανθρωπιά» είναι γνώμη δική σου. Η πνευματικοί δημιουργοί δάκρυζαν από συγκίνηση και έφευγαν ικανοποιημένοι.
-Τι λες; Τώρα εξηγώ το γιατί κάτι άπλυτοι στεγνοί τύποι… Ναι… ναι… Κάτι κακοξυρισμένοι, αφηρημένοι και αλλοίθωροι με χαιρετούν τόσο γλυκά στο δρόμο. Μπήκε φαίνεται ξανά σε λειτουργία η μέθοδος Μαργέλη.

Και συνεχίζει Ο Μενέλαος Λουντέμης τις αναφορές του στον Θανάση Καλώνη και στις σελίδες 43 και 44 με τα παρακάτω:

Αη Στράτης
Ο Θανασάκης μπήκε μέσα με μια στίβα τσίγκινα πιάτα, οσφράνθηκε την κατάσταση, έκανε «χμ… χμ…» και έσκυψε να πάρει τον γκαζοτενεκέ με τα κάτουρα.
-Ε, εγώ πάω για τα γάλατα… Είπε.
Αυτό σήμαινε ότι θα αργούσε παραπάνω από μισή ώρα
-Εντάξει… Του λέω. Να τελειώσω και εγώ μια σοβαρή συζήτηση που ‘χω με τον κ. Μουτασερίφη.
-Σοβαρή; Τότε δεν πάω πουθενά. «Στήνω τσίλιες» εδώ παρα όξω και έχω έγνοια και στα πέριξ.
-Και τα γάλατα;
-Τα πάω αργότερα…
-Μα δεν ξυνίζουνε;
-Αυτά τα γάλατα δεν ξυνίζουνε. Βρωμάνε. Μα θα τα καπακώσω. Το ‘κανα κιόλας.
Σκέπασε τον τενεκέ μ’ ένα παλιοτσούβαλο, πήρε ένα κιτρινισμένο χαρτί και πήγε και χώθηκε στη μελέτη είκοσι μέτρα μακριά απ’ την σκηνή μας.
-Μπορείτε να μιλήσετε ελεύθερα και άφοβα… Λέω στον συνομιλητή μου. Αυτός ο «αγροίκος» δε θα αφήσει να πλησιάσει στην σκηνή μου ούτε κουνούπι. Είναι θαυμάσιο παιδί.

Και προχωράει ο συγγραφέας στη διήγηση του με το παρακάτω συμβάν στις σελίδες 50, 51 και 52:

-Δεν έχω φίλους δημίους! Του λέω. Και δε θα τους βάλω να σε σκοτώσουν απότομα! Να σηκωθήτε αμέσως και να φύγετε. Δεν είσθε δειλός! Είσθε σχιζοφρενής. Θα πω στους γιατρούς μας να σας κλείσουν σε άσυλο.
-Είμαι υγιής… Βοήθεια! Δε θα δεχθώ τέτιον κόλαφο! Είμαι ακέραιος!
-Είσθε μια επικίνδυνη γάγραινα που κυκλοφορεί ανάμεσα σε ένδεκα χιλιάδες ανθρώπους! Φύγετε!
-Δεν εσάλεψε. Δεν κούνησε ούτε το βλέφαρο του. Ένας κέρινος άνθρωπος θα ‘δειχνε πιο ζωντανός.
Τον πόνεσα.
-Συγνώμην… Του είπα. Παραφέρθηκα. Μα… ήταν κάτι άνω από τις δυνάμεις μου. Μετανοιώνω. Συγχώρα με.
‘Κείνος χαμήλωσε το κεφάλι και είπε με πικρό παράπονο.
-Κρίμα… Κρίμα που με συγχωρήσατε. Αν επιμένατε λιγάκι ακόμη στο θυμό σας… ποιος ξέρει; Ίσως να πέθαινα και να γλύτωνα. Και θα τακτοποιούνταν όλα.
Άφρισα.
-Πώς;; Ξεφώνισα. Θανάση!
Ο «τσίλιας» έτρεξε αμέσως.
-Θανάση!... Του ξαναφώναξα έτοιμος ν’ αρχίσω τα κλάματα. Σε παρακαλώ… Πάρε αυτόν τον κύριο και πέταξε τον έξω!
Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα. Ο Θανάσης έχασε τη μιλιά του.
-Τρελάθηκες; Λέει κρυφά σ’ εμένα. Ύστερα «τρελάθηκε» δείχνοντας ‘κείνον.
-Εγώ; Όχι, ποτέ!... Είπε ο ραπτάρχης. Ο κύριος κάνει λάθος. Είμαι απόλυτα λογικός. Γι’ αυτό κάνε ότι σου είπε. Εγώ δε σου το απαγορεύω. Μπρος!... Θάρρος!
Ο Θανάσης ζητούσε απάντηση απ’ το πανί του τσαντιριού.
Κατόπι με κοίταξε αλλοιθορίζοντας.
-Μιλάει καλά; Μου λέει. Μα τι θέλει αυτός ο άνθρωπος από ‘μενα;
Το ανθρωπάκι έμπηξε ξαφνικά τις φωνές.
-Είσαι πνευματικώς ανάπηρος; Του φωνάζει με κάτι δειλά αντιφεγγίσματα στα μάτια. Δεν άκουσες τι σου είπε; Κτήνος!
-Πώς;; Αγρίεψε ο Θανάσης. Τι είπες;
-Είπα. Είσαι πνευματικώς ανάπηρος! Και το επαναλαμβάνω! Είσαι εκ γενετής ευήθης ή βλαξ! Να πας να κάνεις Βάσερμαν! Κάποιος πρόγονος σου ήταν συφιλιδικός. Είσαι βλάξ!... Βλάξ!... Βλάξ!...
Είδα τις γροθιές του Θανάση να μαζεύονται. Του άρπαξα τα χέρια.
-Ήσυχα… Του λέω.
-Μα τι γυρεύει από ‘μενα τούτο το «απόλειφάδι»; Τι γυρεύει; Ε; Να το σκοτώσω;
-Ακριβώς. Επειδή φοβάται μην τον «σπάσουνε» αυτοί, τρίβεται στην κλίτσα μας. Αλλά δεν σφάξανε. Ε, Θανάση;
Ένα απομεινάρι μιας μόλις, μόλις μαντευόμενης ύπαρξης μας κοιτούσε σαν να καταποντίζονταν, να ψέλλιζε «SOS. Σκοτώστε με».
«Τι να κάνουμε τώρα»; Μου λέει με τα μάτια ο Θανάσης.
-Πάμε να φύγουμε. Ας τον αφήσουμε να λιώσει μόνος του… Τον τράβηξα και φύγαμε.
Κάποτε – καθώς ξεμακρέναμε – στράφηκα να δω.
-Έσβησε; Με ρωτά ο Θανάσης
-Αυτός; Αυτός Θανασάκη θα σηκώσει σαράντα καντάρια ξύλο και θα ζητάει κι άλλο.
-Με περιπαίζεις τώρα;
-Θανασάκη… Μου φαίνεται πως την πάθαμε όλοι. Έχουν μεσάνυχτα οι άνθρωποι πάνω στο τι είναι «δειλία» και τι «γενναιότητα». Πάνε οι ψυχολόγοι μας. Τα φάγανε τα ψωμιά τους, χρεοκόπησαν.
-Δεν τους κλαίω. Ξέρεις τι κάνανε μερικοί – μερικοί της διπλανής σκηνής – Στοιχημάτιζαν οι άτιμοι πάνω στους περαστικούς όπως στάλογα της κούρσας. «Τούτος θα σπάσει στις πρώτες δέκα μαγκουριές… Ο άλλος στις τριάντα» κλπ. Αλλά μπορείς να μου πεις γιατί εξατμίστηκε έτσι αυτός ο άνθρωπος; Στα κεραμίδια βοσκάει;
-Που να βρεθούν στην Μακρόνησο τα κεραμίδια;
-Ε τότες πώς ζει; Τι τρώει; Τόσο λίγο αντράκι δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια μου. Τρώει τίποτα;
-Πρώτα έτρωγε τον αχνό της φασουλάδας. Τώρα… Θρέφεται με το φόβο.
-Εγώ λέω πρέπει να τον κρύψουμε. Θα μολύνει το στρατόπεδο εκτός και αν βρεθεί κανένα φάρμακο. Ξέρεις κανένα φάρμακο που να θεραπεύει τον φόβο;
-Μου φαίνεται πως την ώρα που μιλούσες βρήκα ένα.
-Αποτελεσματικό;
-‘Ένα κι ένα.
-Ποιο;
-Το ξύλο. Μόλις φάει τις στυλιαριές του θα γιάνει. Όχι φυσικά από ‘μας αλλά από ‘κείνους που τον ποτίσανε με τον φόβο.
Με τις πρώτες ξυλιές – θα δεις… - θα θεραπευτεί.

Δεν έλειπαν φυσικά και τα αστεία που έβρισκαν το θάρρος να συνδυάζουν το τραγικό της κατάστασης με το κωμικό. Αυτό συνέβαινε αρκετές φορές και σε μια από αυτές διηγείται ο Λουντέμης στις σελίδες 66, 67 και 687 τα εξής:

Η ιδέα ήταν του Γιώργη. Αλλά μου άρεσε και την υιοθέτησα κι εγώ. Δοκιμάζουμε να σας κάνουμε να γελάσετε… Αλλά δεν μπορέσαμε να σας ξεκλειδώσουμε το στόμα. Ας τους κάνουμε να θυμώσουνε είπαμε. Είναι κι αυτό μια ζωντάνια. Η αμιλισιά αυτή είναι θάνατος. «Αυτοί λίγο – λίγο ψοφάνε, μου λέει ο Γιώργης. Τήρα να βρεις κανα βοτάνι να τους ζωντανέψουμε. Πώς θα πάμε με ψόφια ασκέρια στον πόλεμο;»
- Ποιόν πόλεμο μωρέ;
Ο Θανάσης φουρκίστηκε.
-Οφ!... Πάω να σκάσω με ‘σας. Πόλεμος. Ποιος πόλεμος μωρέ; Πόλεμος είναι αυτός;
-Μίλα πιο προσεκτικά… Του λέει ο Σωτήρης.
-Όχι! Μίλα πιο απρόσεκτα του λέω εγώ. Μίλα πιο απρόσεκτα ρε Θανάση! Έτσι. Και τώρα άκου. Πόλεμος είπες; Δε μου λες, πολέμησες ποτέ με το τουφέκι στο χέρι;
-Αμ τι!
-Και εγώ. Δεν είμαι στρατεύσιμος. Ούτε έσωσα την πατρίδα αλλά έκανα το χρέος μου στην Κατοχή. (…)
-Ποια όπλα; Ουφ… Τρελάθηκες;
-Όχι ακόμη. Θα τρελαθώ όμως – θα τρελαθώ όμως και θα τρελαθούμε για καλά όλοι – αν δεν πασχίσουμε να ξαναπάρουμε τα όπλα μας πίσω.
-Πάλι όπλο! Πάλι όπλο. Ποιο όπλο μωρέ;
-Νόμιζα πως θα το ‘χες καταλάβει!...
-Το κατάλαβα εγώ… Είπε ο Σωτηράκης. Δηλαδή δεν κατάλαβα αυτό που είπες αλλά καταλαβαίνω εσένα. Το ψυχολογικό ε; Αυτό θέλεις να πεις;
-Ποιο ψυχολογικό; Του ρίχνεται ο Θανάσης. Γιατί; Είδες εσύ σήμερα το πρωί να δούλεψε η ψυχολογία;
-Ψυχολογία; Μα δούλεψε και τίποτε άλλο;
-Κι η ριπή; Την ξέχασες φαίνεται την ριπή! Ψυχολογική ήταν κι αυτή;
-Αυτή ήταν κι αν ήταν.
-Εγώ δεν καταλαβαίνω πια τίποτα…
-Και εγώ. Πήρα όμως να καταλαβαίνω από τότε που αποφάσισα να καταλάβω. Μπορείς να μου πεις τι «δειγματοληψία» κρατουμένων ήταν αυτή η σημερινή; Και γιατί πήραν μόνο τριακόσιους;
-Εσύ τι λες; Γιατί μας φοβήθηκαν
-Δεν αποκλείεται. Ξέρεις τι χαλασμό και τι παράλυση μπορούν να φέρουν έντεκα χιλιάδες ανθρώπινες φωνές όταν φωνάξουν όλες μαζί; Ξέρεις σε τι φοβερό δίλημμα μπορούν να τους φέρουν; Να μας σκοτώσουν όλους; Και ρητή διαταγή να είχαν δεν θα το ‘καναν. Αλλά τέτοια διαταγή δεν υπάρχει. Ακόμη και το ψυχρό έγκλημα έχει και ‘κείνο τα όρια του.

Και συνεχίζει ο συγγραφέας με την αναφορά του στον σύντροφό του Θανάση Καλώνη με τα εξής (σελίδες 69 και 70):

-Και τι πρέπει να κάνουμε; Ρώτησε με αλλαγμένο τόνο τώρα ο Θανάσης.
-Μου φαίνεται Θανάση πώς πρέπει να αρχίσουμε αμέσως έναν «εμφύλιο» πόλεμο. Δηλαδή να συντρίψουμε χωρίς έλεος τον εσωτερικό μας εχθρό. Όχι να ‘ρθουμε φυσικά στα χέρια μεταξύ μας. Αυτό μα έλλειπε. Αλλά να πασχίσουμε να λιώσει ο καθένας τα δικά του χιόνια. Να κόψουμε με το μαχαίρι αυτό που είπε ο Γιώργης. Την «μουγγαμάρα». Να ξαστερώσουμε τα πρόσωπα μας. Ρε παιδιά! Τι χάλι είναι αυτό; Τώρα που αρχίζει η θαλασσοταραχή εμείς πετάξαμε τα σωσίβια στη θάλασσα; Γιατί περιχαρακωθήκαμε μόνοι μας; Λίγα είναι τα χαρακώματα που πλέξανε γύρω μας; Νομίζω πως είναι καιρός να ξεσκουριάσουμε λιγάκι και τη φωνή μας. Να βγάλουμε τις τανάλιες απ’ τα χείλη μας. Ν’ αρχίσουμε να μιλάμε, να τρώμε, να γελάμε. Έτσι, αν έρθει η ώρα της μάχης, να πάμε ανάλαφρα. Θα την κερδίσουμε; Χωρίς άλλο. Φυσικά θα ‘χουμε απώλειες. Αλλά στο χέρι μας είναι να τις λιγοστέψουμε. Συνεννοηθήκαμε;
Γύρισα και τους κοίταξα. Είχαν αρχίσει να… ξεπαγώνουν.
Ο Σωτηράκης προσπάθησε να βάλει σε λειτουργία το παλιό παιδικό του χαμόγελο.
-Εγώ… Συνεννοήθηκα είπε.
-Αχ, είπε ο Θανάσης δίνοντας στο γόνατό του ένα μπάτσο. Για κύττα! Και γιατί μωρέ δεν μας τα ‘λεγες όλα αυτά νωρίτερα;
-Αστειεύεσαι; Για να με πάρουν για «προβοκάτορα»; Για να με κατηγορήσουν για στοιχείο επιπόλαιο και ύποπτο; Να με καταδικάσουν ότι «πηδώ πάνω από τα κεφάλια της καθοδήγησης, ότι αυτοσχεδιάζω καλλιεργώ τον σεχταρισμό»; Αν το ‘κανα αυτό τότε Θανάση θα ήταν ανώφελο. Τότε ούτε εσύ θα με πλησίαζες. Θα με είχαν απομονώσει. Ενώ τώρα μπορώ. Αυτοί λείπουν. Συνελήφθησαν, ηρωοποιήθηκαν, ησύχασαν. Μείναμε μόνοι μας εμείς τα φανταράκια. Αλλά τι; Θα βάλουμε στα γόνατα και θα κλαίμε σαν τις χήρες; Κάθε άλλο. Και τι θα κάνουμε –θα μου πείτε – Θα εκλέξουμε καινούργιου αρχηγούς; Αν είχαμε το δικαίωμα να εκλέγαμε είναι βέβαιο ότι δεν θα εκλέγαμε ποτέ αυτούς τους μονόχνωτους, τους αφυδατωμένους και ασυμπαθιστους τύπους. Θα εκλέγαμε ανθρώπους με απλή λαϊκή καρδιά, με το μέλι στο στόμα και προπάντων με ορίζοντα… με καθαρό, ξάστερο ορίζοντα. Αυτοί μας είχαν στερήσει τον αέρα, την εμπιστοσύνη στον διπλανό μας. Μας είχα διδάξει την αποξένωση, την καχυποψία… Κι όταν ήρθε ο εχθρός μας βρήκε στο υπόγειο ξεκομμένους τον ένα απ’ τον άλλον. Τώρα τι μας μένει; Είναι απλό; Να ρίξουμε γέφυρες. Να κάτσουμε πλάϊ – πλάϊ και να εξομολογηθούμε στο διπλανό μας, όχι μονάχα την πίστη μας αλλά και το φόβο μας. Ναι το φόβο μας! Γιατί τον πολυκλωσσήσαμε μέσα μας και θέριεψε. Ας τον βγάλουμε στο φως! Αυτού του είδους τα μικρόβια σκοτώνονται στον καθαρό αέρα!
-Τσ… Τσ… Τσ... Έκανε ο Θανάσης. Κοίτα ρε! Φτού. Εμείς είχαμε στα χέρια μας το τιμόνι και το πετάξαμε και πιάσαμε το πηγούνι μας.
-Και τα’ αφήνετε και αξούριστο…
Ο Σωτηράκης μ’ έσπρωξε με τον αγκώνα.
-Κόβει ακόμη ‘κείνο το λαμάκι; Μου λέει.
-Θαύμα! Απ’ το καθισιό ξεκουράστηκε και τώρα κόβει σας αθέρας.
-Πάμε να ξουριστούμε! Λέει ο Σωτηράκης.
-Η ώρα η καλή παιδιά. Πεστε μονάχα στο Γιώργη αν είναι στο κουρείο να κάνει κατά ‘δω.
Έφυγαν. Περπατούσαν ξαναμμένα, θαρρετά. Σαν να ήταν ξένοι πάνω στην Μακρόνησο. Τι καλά θα ήταν να τους έβλεπαν τα «καρφιά». Θα τους κοβότανε η όρεξη.
Το στρατόπεδο όμως ήταν πάντα βουτηγμένο στη βουβαμάρα. Η ζωή δεν είχε αλλάξει σε τίποτα μετά την αναχώρηση της στρατιωτικής φρουράς ξαναπεράσαμε προσωρινά στη δικαιοδοσία της χωροφυλακής. Για πόσο όμως; Έδωσα μια προθεσμία στον εαυτό μου. Ώσπου να «σπάσουν» οι τριακόσιοι. Τότε θα ξανάρθουν για να πάρουν τη δεύτερη φουρνιά.

Αναφορές γίνονται και σε άλλα σημεία της τριλογίας αλλά ο αναγνώστης αυτού του μικρού αφιερώματος στην ζωή του Θανάση Καλώνη θα έχει τη δυνατότητα να βλέπει και να ακούει τον Θανάση διαβάζοντας την όλη Τριλογία, δηλαδή την τραγωδία της Μακρονήσου στην οποία άφησαν τα κόκαλα τους πολλά από τα καλύτερα παιδιά του Ελληνικού λαού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: