Οι διοργανωτές επέλεξαν να μην περιορίσουν το θέμα στην παρουσία και δράση των Αγωνιστικών Κινήσεων στους χώρους της σπουδάζουσας νεολαίας, αλλά πρόκριναν να το διευρύνουν με στοιχεία γενίκευσης για την παρέμβαση και δράση του ευρύτερου πολιτικού χώρου στον οποίο αναφέρονται οι Αγωνιστικές Κινήσεις.
Επιλέχτηκε, λοιπόν, να συμμετέχει στην εισήγηση αλλά και στο κλείσιμο ο σ. Αντρέας Βογιατζόγλου, εκ μέρους του ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ). Την εισήγηση την αναδημοσιεύουμε απομαγνητοφωνημένη στο τέλος αυτού του κειμένου.
Η συζήτηση κράτησε το ενδιαφέρον όσων την παρακολούθησαν, παρ’ όλο που τράβηξε αρκετά. Αυτό που έγινε κατορθωτό ήταν να αποφύγει ορισμένους σκοπέλους-εμπόδια που επισημάνθηκαν και από συναγωνιστές που παρέμβηκαν.
Πρώτος σκόπελος ήταν ότι το θέμα της συζήτησης στη γενική του διατύπωση συνδέεται με σωρεία «επιμέρους» ζητημάτων, είναι πολυεπίπεδο και εύκολα θα μπορούσε να ξεφύγει σε «απεραντολογία» αδυνατώντας να επικεντρώσει.
Δεύτερος σκόπελος ήταν ότι η συμμετοχή του ΚΚΕ(μ-λ) εμπεριείχε τον κίνδυνο η συζήτηση να πάρει χαρακτήρα κλειστής εσωκομματικής διαδικασίας που προφανώς δεν θα βοηθούσε μια σειρά συναγωνιστές και φίλους να την παρακολουθήσουν και να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη.
Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, το κάμπινγκ βρισκόταν σε εξέλιξη και δεν υπήρχε μια σαφής απολογιστική εικόνα που θα έκανε και την αποτίμησή της για το αν και πόσο ξεπεράστηκαν οι σκόπελοι που αναφέραμε. Στο κάτω-κάτω τα όσα ανέδειξε η συζήτηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να επισημανθούν και να αναδειχτούν, ακόμα και αν μένουν ανοιχτά απολογιστικά στοιχεία για την όλη συζήτηση.
• Μια ακόμη δυσκολία της συζήτησης αφορούσε τις διαφορετικές εμπειρίες και παραστάσεις ανάμεσα σε κομματικά μέλη και στελέχη που δραστηριοποιούνται σε άλλους χώρους (όχι νεολαιίστικους) και στους συναγωνιστές των Αγωνιστικών Κινήσεων που διαμορφώνουν απόψεις και εκτιμήσεις από την ειδικότερή τους σχέση και παρέμβαση στους χώρους φοιτητών και σπουδάζουσας νεολαίας.
• Έτσι ή αλλιώς, αρνητική παρακαταθήκη (όχι μόνο γι’ αυτή τη συζήτηση) αποτελεί η μακροχρόνια και βαθιά κινηματική απραξία που σίγουρα δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση κλίματος αγωνιστικής αισιοδοξίας και αποφασιστικότητας όταν εξετάζονται ζητήματα γραμμής και παρέμβασης σε τόσο αρνητικούς συσχετισμούς. Και όμως, το πρώτο σίγουρο είναι ότι οι δεκάδες συναγωνιστές που παρέμβηκαν το έκαναν με ιδιαίτερη ζωντάνια και με αγωνιστική διάθεση, παρ’ όλο που έδειξαν να έχουν επίγνωση των δυσκολιών.
• Ο σ. Αντρέας Βογιατζόγλου, θέλοντας να αμβλύνει τη διαφορά εμπειριών και παραστάσεων, πρόκρινε να παρουσιάσει ένα σύντομο ιστορικό των διαχρονικών προσπαθειών της οργάνωσής μας (με την ευκαιρία και της συμπλήρωσης 35 χρόνων από το 1982), από την εποχή της ανασυγκρότησης μέχρι σήμερα, να παρέμβει στο κίνημα και στην ταξική πάλη συνδυάζοντας τη δική της αυτόνομη δράση με τις συνεχείς απόπειρες συγκέντρωσης δυνάμεων και αγωνιστών στα πλαίσια κοινών πρωτοβουλιών και δράσεων σε διάφορα επίπεδα και με ποικιλία στόχων κάθε φορά.
Ο σ. Α.Β. φρόντισε να διευκρινίσει ότι ο γνώμονας και ο άξονας που καθόριζε και καθορίζει τη δράση, τις πρωτοβουλίες, τις συνεργασίες, τις απευθύνσεις κοινής συμπόρευσης και συντονισμού του ΚΚΕ(μ-λ) σε επιμέρους και κεντρικά μέτωπα ήταν οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης και οι ανάγκες του κινήματος, έτσι όπως τα αντιλαμβανόταν η οργάνωση μέσα από τις εκτιμήσεις και τις αναλύσεις για την κατάσταση στον κόσμο και τη φάση που βρίσκονται οι λαϊκές και εργαζόμενες μάζες.
Κεντρικό ζήτημα όλα αυτά τα χρόνια ήταν η αποσαφήνιση κάθε φορά -και ανάλογα με τη φάση- τού πώς αντιλαμβανόταν η οργάνωσή μας το ζήτημα της πολυδιάσπασης, των αιτίων και του βάθους της, σαν μια ακόμα συνέπεια (και όχι αιτία) της μεγάλης ήττας του κομμουνιστικού κινήματος.
Διευκρινίστηκε ότι η οργάνωσή μας, όλα τα χρόνια από το 1982, επιχειρούσε να συνδυάζει και να αξιοποιεί τη συνεργασία της με αγωνιστές και πολιτικές δυνάμεις, με την αντιπαράθεση-οριοθέτηση από λαθεμένες εκτιμήσεις και προσανατολισμούς (που ιδιαίτερα φούντωσαν τις τελευταίες δεκαετίες) προκειμένου να δυναμώσει το κίνημα αλλά και να διευρύνει η ίδια τις βάσεις στήριξής της στην εργατική τάξη, στο λαό, στη νεολαία.
Το ΚΚΕ(μ-λ) υπήρξε διαχρονικά ιδιαίτερα τολμηρό σε συνεργασίες και συντονισμούς, χωρίς αυτό να το εμποδίσει να είναι ιδιαίτερα «σκληρό» και αποφασιστικό στην αντιπαράθεση και στην κριτική. Είτε οι συνεργασίες ήταν παροδικές και για επιμέρους ζητήματα, είτε εκδηλώνονταν με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και σε κεντρικότερα μέτωπα πάλης.
Υπερασπιστήκαμε και υπερασπιζόμαστε τη δική μας προσέγγιση και άποψη για τις συνεργασίες, είτε αυτές εκδηλώνονται στα πλαίσια του σημερινού, απομαζικοποιημένου και αποσυγκροτημένου συνδικαλιστικού κινήματος, είτε σε μια σειρά μέτωπα που ήταν προτιμότερο να προχωρήσουν μέσα από άλλες μορφές επιτροπών και συντονισμού. Δεν υποκύψαμε σε απανωτές πιέσεις για «ενότητες» και «πόλους» μιας και τις θεωρούσαμε σαν έκφραση μιας στρεβλής «ανυπομονησίας» και, άρα, απογειωμένης προσέγγισης για δήθεν ξεπέρασμα της κρίσης και της πολυδιάσπασης.
Δεν ισχυριστήκαμε ότι είμαστε οι κάτοχοι της «απόλυτης» αλήθειας, γι’ αυτό και δεν επιζητούσαμε με αντιδημοκρατικό και ηγεμονικό τρόπο τη συμφωνία των υπολοίπων με το σύνολο της άποψής μας. Ρισκάραμε όταν κρίναμε ότι θα βγει κάτι πιο αποτελεσματικό στη δράση και την κίνηση, και κάναμε υποχωρήσεις. Αυτό όμως δεν μας εμπόδισε (σε εποχές πλήρους διάχυσης, διάλυσης, αποκομμουνιστικοποίησης και μικροαστικής απογείωσης τού «εγώ και η παρέα μου» κόντρα στο δήθεν «καταπιεστικό» συλλογικό και οργανωμένο) να υψώσουμε την αντιπαράθεσή μας απέναντι στον υποκειμενισμό, τον αγνωστικισμό, τον ακαδημαϊσμό.
Η «αναγνώριση πεδίου» που κάναμε και ολοκληρώσαμε μέχρι τις αρχές του 1990, η αναγνώριση από μεριάς μας των συνεπειών της ήττας και του μακρόχρονου δρόμου μέχρι να μπουν οι όροι της ανασυγκρότησης, σε καμία περίπτωση δεν μας οδήγησαν σε εκτιμήσεις ότι η σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, που έχει φτάσει σε στάδιο ιμπεριαλιστικής αποσύνθεσης, ακυρώνει τις προσπάθειες για οικοδόμηση και ενίσχυση συλλογικής κομμουνιστικής οργάνωσης με μαζικά χαρακτηριστικά. Πολύ περισσότερο, δεν είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε αυτό που χτίσαμε για να το διαχύσουμε σε ψευδεπίγραφες ενότητες και σε απογειωμένους πόλους.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ήταν το γεγονός ότι από αρκετές τοποθετήσεις συναγωνιστών αναδείχτηκε μια σοβαρή αλήθεια: για να μπορέσει μια κομμουνιστική οργάνωση να υλοποιήσει την παρέμβασή της στο κίνημα, να προχωρήσει όπου κρίνει σε συνεργασίες και να αντιπαρατεθεί με λαθεμένες απόψεις, χρειάζεται να έχει εμπιστοσύνη στις θέσεις της και στη δύναμη των μαζών.
Οι ίδιες αυτές παρεμβάσεις, επισημαίνοντας τη στάση του ΚΚΕ, κατέδειξαν πού μπορεί να οδηγηθεί μια οργάνωση όταν δεν έχει εμπιστοσύνη στις απόψεις της και περιχαρακώνεται. Η περιχαράκωση ήταν και παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικά του ρεφορμισμού και του φόβου που έχει απέναντι στις μάζες μην τυχόν και ξεπεραστεί απ’ αυτές μέσα από την ταξική πάλη και τη δοκιμασία του κινήματος
Η σύντομη ιστορική αναδρομή που έγινε από τον σ. Αντρέα Βογιατζόγλου βοήθησε στο να γίνει κατανοητό σαν στοιχείο της φυσιογνωμίας της οργάνωσης το ότι δεν φοβήθηκε τις άλλες απόψεις, έχοντας εμπιστοσύνη στις δικές της. Και ακόμα περισσότερο, αναδείχτηκε ότι μέσα από τις συνεργασίες με άλλες δυνάμεις οι απόψεις του ΚΚΕ(μ-λ) γονιμοποιήθηκαν, αξιοποιώντας και το στοιχείο της αντιπαράθεσης, αλλά και βοηθήθηκε το δυναμικό του αγώνα να διακρίνει τις διαφορές ανάμεσα στις οργανώσεις.
ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ «ΒΛΑΒΕΡΕΣ»
Όπως επεσήμανε ο σ. Α.Β., από αρκετά νωρίς μετά το 1982, η οργάνωση αρχίζει να συνειδητοποιεί, ανάμεσα στα άλλα, το βάθος της πολυδιάσπασης αλλά και τις αιτίες της. Κατανοεί σταδιακά ότι -ανεξάρτητα από συγκολλήσεις που θα επιχειρηθούν, και αυτές σαν έκφραση αδιεξόδου, αλλά και τις «φιλόδοξες» αυτόνομες προσπάθειες διαφόρων κατά καιρούς «ηγετών» να δώσουν «γρήγορες» λύσεις- στην πράξη η πολυδιάσπαση θα σωρεύεται και θα αναπαράγεται.
Όχι μόνο σαν έκφραση της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας και της αντανάκλασης της ταξικής πάλης στο κίνημα, αλλά και σαν μια ακόμη έκφραση της σοβαρής ήττας του κινήματος, σαν μια ακόμη έκφραση της αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης.
Ιδιαίτερα μετά τις καταρρεύσεις του 1989-90 όπου η υπόλοιπη Αριστερά βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση και προσπαθούσε να αντιμετωπίσει και την κατάρρευση των δικών της αυταπατών, η οργάνωσή μας έθεσε το ζήτημα της υπεράσπισης του αριστερού, κομμουνιστικού κινήματος και ανέδειξε την αναγκαιότητα της κοινής δράσης των δυνάμεων της αριστεράς.
Η οργάνωση αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να καταλήξει σε μια ορισμένη αντιμετώπιση και αυτού του προβλήματος, στην ανάγκη να υπάρξει κίνημα αλλά και να αναδεικνύονται οι συνεπείς απόψεις σε βάρος των λαθεμένων, πάντα με γνώμονα τις ανάγκες της ταξικής πάλης.
Τόσο με εσωτερικά κείμενα αλλά και με την αρθρογραφία της εποχής, διαμορφώνει την άποψή της για τις συνεργασίες με αγωνιστές και συλλογικότητες-πολιτικές δυνάμεις.
Το ΚΚΕ(μ-λ), λοιπόν, θεωρεί απαραίτητη και χρήσιμη τη συνεργασία - συμπόρευση - συντονισμό, ευκαιριακή ή πιο μόνιμη, με τους όρους, τις προϋποθέσεις και το περιεχόμενο που το ίδιο αντιλαμβάνεται. Η οργάνωση συνειδητοποιεί ότι η πολύ άσχημη κατάσταση στο κίνημα καθιστά την υπόθεση της συνεργασίας, για μια ολόκληρη πορεία που στοχεύει να ευνοήσει το κίνημα, μια ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια, στο βαθμό μάλιστα που οφείλει να καταγράψει στη συνείδηση αυτών που παλεύουν τη διάκριση του σωστού από το λάθος.
Σε ποια βάση, όμως, όλα αυτά;
1. Με τέτοιους στόχους και τέτοια αιτήματα που θα στοχεύουν στην ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ, και στην προοπτική της οικοδόμησης ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ.Όλα όσα αναφέραμε και που -σαν λόγια τουλάχιστον, έστω αργά και βασανιστικά- έγιναν ευρέως «αποδεκτά», στην πράξη δεν ήταν καθόλου εύκολο να υλοποιηθούν όσο και αν προσπαθούσε το ΚΚΕ(μ-λ) που δεν είχε τις δυνάμεις να μπορεί πάντα να πειθαναγκάζει τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και αναγκαζόταν να κάνει παραχωρήσεις προκειμένου να επιτευχθεί μια κίνηση, μια εστία αντίστασης, μια πρωτοβουλία. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η μόνη περίπτωση να μην κάνουμε παραχωρήσεις είναι να μην προωθούμε καθόλου τις συνεργασίες.
2. Με ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες, όπου οι συμφωνίες για τους στόχους θα νομιμοποιούνται και θα δεσμεύουν όσους τις συνυπογράφουν. Με ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες επίσης να γίνονται οι απολογισμοί για την προώθηση των συμφωνημένων στόχων.
3. Με γνώμονα την ανάγκη του κόσμου που πλήττεται και όχι την «ανάγκη» των «ομοϊδεατών» και του στενού κύκλου επιρροής κάθε συλλογικότητας.
4. Με κριτήριο οι πρωτοβουλίες συνεργασίας που παίρνονται και καλούν σε μια ορισμένη κίνηση και δράση, να κατορθώνουν να συγκεντρώνουν ένα ευρύτερο δυναμικό. Με κριτήριο, δηλαδή, τη μαζικότητα.
5. Με όρους, οι συνεργασίες να έχουν στην αναφορά τους την ανάγκη της πάλης και όχι την κάθε είδους εκλογική αναμέτρηση.
Και υπήρξαν φάσεις που οι συνεργασίες (ευκαιριακές και, πολύ περισσότερο, μόνιμες) δεν ήταν εφικτές. Ωστόσο, δεν θα μπορούσαμε να παραιτηθούμε οριστικά από την προώθηση συνεργασιών μόνο και μόνο στη βάση του βαθμού δυσκολίας. Στο κάτω-κάτω το σύνολο των στόχων μας είναι δύσκολο και απαιτητικό.
Η δυσκολία που αντιμετωπίζαμε βρισκόταν στο ότι πολύ εύκολα όποιος ήθελε να αρνηθεί συνεργασίες δηλώνοντας ότι «συμφωνεί», έβρισκε «επιχειρήματα».
Την μεγαλύτερη κόντρα συναντήσαμε και συναντούμε ακόμα από τη μεταφυσική προσέγγιση για τις «ανάγκες» και τις «απαιτήσεις». Σχεδόν όλοι όσοι υπεκφεύγουν τη συνεργασία δήλωναν ότι αυτή η προσέγγιση του ΚΚΕ(μ-λ) δεν «απαντά» στις απαιτήσεις που είναι πολλές και αυτοπεριορίζεται στα λίγα. Στη διαδρομή μέχρι τα σήμερα, και ανεξάρτητα από το «μανδύα» που ενδύονται οι αντιρρήσεις, όλα καταλήγουν σ’ αυτό: «επιλέγουμε να οικοδομήσουμε πόλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς», «επιλέγουμε να προχωρήσουμε στο δρόμο της ενότητας των όποιων ομοϊδεατών». Στην πράξη, βέβαια, όλα αυτά κατέληγαν σε συγκολλήσεις, σε «κοινά» εκλογικά κατεβάσματα και σε «υποσχέσεις» που δεν τηρούνταν.
Ωστόσο τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα και εμείς, βλέποντας τα εμπόδια, δεν παραιτούμασταν και προσπαθούσαμε να προσαρμοστούμε όσο γίνεται πιο δημιουργικά. Βλέπαμε ότι πολλές πρωτοβουλίες δεν συσπείρωναν κόσμο, βλέπαμε ότι αρκετές φορές οι ηγεμονισμοί και τα καπελώματα έπαιρναν και έδιναν. Δεν μπορούσαμε, ωστόσο, (αν και το θέλαμε) στη βάση του συσχετισμού στην αριστερά να πετύχουμε ποιοτικές ανατροπές. Η λογική μας, εκτός των σημείων φανερής υπεροχής που παρουσίαζε, είχε και ορισμένα «κρυφά» όπλα. Το ένα ήταν η πίεση και η δύναμη του κινήματος, που σ’ ένα βαθμό -όταν εκδηλωνόταν- βοηθούσε να μπουν στοιχειωδώς τα πράγματα στη θέση τους και να προωθούνται συνεργασίες σε κοινή στόχευση.
Το δεύτερο ήταν ότι οι καθοδηγητικοί πυρήνες των διάφορων συλλογικοτήτων δεν είχαν κατορθώσει να επιβάλουν σ’ ένα ευρύτερο αγωνιστικό δυναμικό τις λαθεμένες υποκειμενικές τους επιδιώξεις, που -όπως φάνηκε- δεν ήταν άλλες από το να «τρυπώσουν» και να πάρουν μια θέση στα πλαίσια του κεντρικού πολιτικού σκηνικού.
Μ’ αυτά τα «κρυφά όπλα» σταθήκαμε όλα τα χρόνια μετά την ακύρωση της ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ μέχρι το 2007. Διάστημα στο οποίο με πολλές προσπάθειες καταφέραμε και αποκτήσαμε σχετική υπεροχή απέναντι στους καθοδηγητικούς αυτούς πυρήνες, όπου ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να μας αντιπαρατεθούν ακόμα και αν δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε την τότε ΦΟΡΟΥΜίτιδα και μετέπειτα ΣΥΡΙΖίτιδα.
Δεν μπόρεσαν να μας αντιπαρατεθούν και για έναν ακόμη λόγο: οι μεταξύ τους υποκειμενικοί διαγκωνισμοί τούς εμφάνιζαν ως ασυνεπείς στα, κατά τα άλλα, ενωτικά τους κηρύγματα.
Το διπλό μήνυμα που, με υφέσεις και εντάσεις, στέλναμε όλο αυτό το διάστημα («Μπορούμε να συνεργαστούμε - Όχι στους ηγεμονισμούς» και «Οι αγώνες φέρνουν αποτελέσματα και όχι οι εκλογές») μας έδωσε υπεροχή και βοήθησε στο να αποκτήσει η οργάνωση κύρος και μια γενική επιρροή.
Ας κρατήσουμε, βέβαια, τα χρόνια μετά το 2007 και το Δεκέμβρη του 2008, όπου επιστρατεύτηκαν τα δικά τους «κρυφά όπλα». Έσπευσαν τότε να ενωθούν στα πλαίσια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάνοντας «έμπρακτη αυτοκριτική» για τους ηγεμονισμούς τους και (αργότερα, με βάση την εμπειρία 2010-2012) μπορούσαν να «θριαμβολογούν» πως οι αγώνες δεν φτάνουν, χρειάζονται άλλα.
ΜΙΑ ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Η δημιουργία της ΠΑΑΣ και της ΛΑΪΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ-ΑΑΣ στη συνέχεια, δεν ήταν, βέβαια, η πρώτη κίνηση-μετωπική συνεργασία με πανελλαδική έκφραση που στήριξε το ΚΚΕ(μ-λ) με αρκετές εσωτερικές τριβές και αντιθέσεις. Ούτε ήταν η πρώτη φορά που συνομολογήσαμε για δημιουργία μονιμότερης πολιτικής συνεργασίας με δυνάμεις που είχαν διαφορετική λογική για τους στόχους και το ρόλο της ίδιας της συνεργασίας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την εμφάνιση της ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ το 1985, που συγκροτήθηκε προεκλογικά εκείνη τη χρονιά με τις δυνάμεις που σήμερα έχουν ξαναδημιουργήσει το Μ-Λ ΚΚΕ, για να διαλυθεί μετά τις εκλογές.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ που συγκροτήθηκε, επίσης εσπευσμένα, προεκλογικά το 1993 και πορεύτηκε μέχρι το 1996 όπου επίσης συμμετείχε στις τότε εκλογές. Τα αναφέρουμε ως παραδείγματα για να δείξουμε αυτό που είπαμε και πριν. Ότι δηλαδή η ανάγκη να εμπεδωθεί μια λογική συνεργασίας στο κίνημα (που ήταν μέχρι τότε άγνωστη έννοια) μας οδήγησε στο να κάνουμε παραχωρήσεις από το «μάνιουαλ» που αναφέραμε.
Επίσης ανάλογη προσπάθεια έγινε από εμάς παραμονές των τρίτων εκλογών του 1990, που είχαμε προτείνει στο ΕΑΜ και το Μ-Λ ΚΚΕ τη δημιουργία πολιτικής κίνησης με χαρακτηριστικά λίγο-πολύ τα «3 αντί», και που δεν ευοδώθηκε όταν αποσύρθηκε το ΕΑΜ.
Και τι συμπεράσματα βγάλαμε; Προφανώς δεν χωράει εδώ «μαύρο-άσπρο». Για κάθε μας τέτοια πρωτοβουλία υπάρχουν αναλυτικοί απολογισμοί και αποφάσεις συνδιασκέψεων που τις αποτίμησαν. Θεωρούμε ότι τα συμπεράσματα που έβγαζαν ενσωματώνονταν στη φυσιογνωμία μας και κάναμε διορθωτικές κινήσεις.
Οπότε, κλείνοντας, θα λέγαμε ότι στα πλαίσια της ανάγκης να επιβληθεί στο κίνημα μια λογική συνεργασίας, συντονισμού και κοινής δράσης με γνώμονα την ανάγκη του κινήματος, υλοποιήσαμε κατά περίπτωση και την εκλογική συνεργασία αλλά και δεν ήταν έξω από την προοπτική μας η δημιουργία κεντρικής μονιμότερης συνεργασία, κυρίως σαν εργαλείο κοινής δράσης.
• Εντοπίσαμε κατά καιρούς ότι η κίνησή μας είχε αντιφάσεις και ερωτήματα. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στο βαθμό που τα εγχειρήματα αυτά από μόνα τους περικλείουν αντιφάσεις. Αποδειχτήκαμε αρκετά ευέλικτοι αλλά και αποφασιστικοί.
1. Είχαμε τη διαύγεια για να αντιληφθούμε ότι, με βάση τα όλα δεδομένα, η εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε κυρίως μετά τη δικτατορία θα ακολουθούσε μια πορεία εκφυλισμού και αποκοπής από τον κόσμο. Εξέλιξη που έγινε ιδιαίτερα έντονη την τελευταία δεκαετία, με αποτέλεσμα να καταντάει τις περισσότερες φορές κενό γράμμα αυτό που λέγαμε «μαζικό συνδικαλιστικό κίνημα με όργανα, με διαδικασίες βάσης, με συμμετοχή των ενδιαφερομένων». Από τα σημάδια εκφυλισμού δεν ξέφυγαν ούτε οι χώροι της δημόσιας εκπαίδευσης που μέχρι το 2006-2007 συνέχιζαν να εμφανίζουν σοβαρά στοιχεία μαζικού-πλατιού κινήματος.
Τη σταδιακή εικόνα εκφυλισμού δεν μπόρεσε να ανακόψει ούτε η διετία 2010-2012, ενώ το ΚΚΕ με την απαράδεκτη πολιτική του επιδείνωνε ακόμα περισσότερο την αποκαρδιωτική εικόνα του κινήματος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, η οποία ήδη είχε εμφανιστεί αρκετά χρόνια πριν.
Αυτά αναφέρονται για να αναδείξουμε πόσο ανεπαρκής (και υπεκφυγή) είναι η τοποθέτηση που βλέπει συνεργασίες ΜΟΝΟ «στα πλαίσια του μαζικού κινήματος» και «μέσα στα μαζικά όργανα του κινήματος»
Αντιλαμβανόμαστε, τόσο μέσα από την εμπειρία της πάλης ενάντια στον Ν. 815 όσο και τα κινήματα των εκπαιδευτικών στις δεκαετίες ’80 και ’90, το πόσο θετικό ρόλο παίζει η συμμετοχή του πλατιού κόσμου στις κινητοποιήσεις και στις συλλογικές διαδικασίες βάσης των οργάνων του κινήματος. Πόσο σπουδαίο είναι τα πλαίσια και τα αιτήματα του αγώνα να αναδεικνύονται μέσα από διαδικασίες βάσης, με καθαρές κουβέντες, με πλειοψηφίες-μειοψηφίες, με φανερές τις συμφωνίες και τις αποκλίσεις δυνάμεων και αγωνιστών μπροστά στους άμεσα ενδιαφερόμενους, χωρίς κλειστά χαρτιά και καπελώματα.
Όμως πρέπει να αντικρίζουμε την πραγματικότητα και να έχουμε το θάρρος και την εμπιστοσύνη να αναγνωρίσουμε την αναγκαιότητα οι συνεργασίες μεταξύ πολιτικών δυνάμεων και αγωνιστών διαφορετικών λογικών να δοκιμάζονται και να προχωρούν (πιο ευκαιριακά ή πιο μόνιμα) μέσα από μια ποικιλία μορφών και επιπέδων με κριτήριο όχι το αν γίνονται με τη βούλα (σφραγίδα) συνδικαλιστικών οργάνων αλλά αν βοηθούν στη μαζικοποίηση, στην ανάδειξη σωστών στόχων, στην προώθηση της συλλογικότητας.
Τα αστήριχτα επιχειρήματα ότι όποια πρωτοβουλία είναι προϊόν συνεργασίας δυνάμεων «έξω από όργανα» πηγαίνει «άπατη», «οι οργανώσεις είναι περισσότερες από τους συμμετέχοντες», «θυμίζει θίασο όπου αραδιάζονται μια καραβιά οργανώσεις», δεν μπορούν να εξηγήσουν τη μεγάλη επιτυχία των κινητοποιήσεων ενάντια στην επίσκεψη Κλίντον, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μεγάλη διάρκεια και ένταση των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων το 2003 και τόσες άλλες. Λες και δεν είναι το ίδιο -και ακόμα περισσότερο- καρικατούρα οι «κινητοποιήσεις» που «συντονίζουν» τα «σωματεία», οι «κινητοποιήσεις» που καπελώνονται από διαχρονικά πανό «φοιτητικών συλλόγων», και τόσα άλλα που είχαμε συστηματικά αντιπαρατεθεί.
Λες και δεν είναι παραβίαση δημοκρατικών διαδικασιών, δύο-τρεις «ηγέτες» να αποφασίζουν την πορεία των διαδηλώσεων ερήμην των πολλών που συμμετέχουν, αρκεί να είναι συνεπείς στο ραντεβού με τις κάμερες των καναλιών.
Εξίσου αστήρικτα είναι τα επιχειρήματα εκείνων που αντιπαραβάλλουν τις συνεργασίες και την κοινή δράση «έξω από τα όργανα» με την κοινή δράση μέσα στα «αναγνωρισμένα» (από ποιον, άραγε;) σωματεία, συλλόγους, συνδικάτα τη στιγμή που έχουν συμπήξει κοινές παρατάξεις με άλλες πολιτικές δυνάμεις, με μοναδική ουσιαστικά κοινή βάση τις αρχαιρεσίες και τις θέσεις στα «όργανα του κινήματος» ή και στα πάσης φύσης συνδιοικητικά όργανα.
2. Η κατάσταση του κινήματος και οι συσχετισμοί είναι τόσο αρνητικά που επιδρούν καθοριστικά σ’ όλες τις πλευρές της ταξικής πάλης και της παρέμβασης των οργανώσεων.
Τα σημάδια της υποχώρησης, της ήττας, της αποσυγκρότησης φαίνονται και συνοδεύουν το σύνολο της δράσης των αγωνιστών και μέσα και έξω από τα όργανα, σε όποια πρωτοβουλία παίρνουν, μικρή ή μεγάλη. Οι αυταπάτες-ονειρώξεις ότι κάποιοι έχουν βρει τον τρόπο για προθάλαμους ενότητας ή για «πόλους» θα συνεχίσουν να διαψεύδονται. Αντίθετα, θα πρέπει να δοκιμάζονται όλες οι μορφές που έχουν αναδειχτεί και να επιδιώκονται καινούριες που θα μπορούν να ανοίξουν χαραμάδες αποτελεσματικότητας στην πάλη.
Έχουμε κάνει κι εμείς τους απολογισμούς των πρωτοβουλιών, και μάλιστα πολύ συστηματικά (περισσότερο από πολλούς), και έχουμε διαπιστώσει έμπρακτα μια σειρά αρνητικά στοιχεία. Δεν οδηγούμαστε όμως στην «κατάργηση» του προβλήματος, αλλά επιδιώκουμε να βρίσκουμε απαντήσεις, και, εφόσον δεν είναι αρκετές, αναζητούμε καινούριες.
3. Θα συνεχίσουμε να σχεδιάζουμε, να στηρίζουμε, να προετοιμάζουμε την παρέμβασή μας στο κίνημα με έναν όσο γίνεται πιο ενιαίο τρόπο, που να έχει όσο γίνεται λιγότερες αντιφάσεις και να υπακούει σε βασικές και επεξεργασμένες κατευθύνσεις.
α) Θα συνεχίσουμε να εξειδικεύουμε τη γενική μας κατεύθυνση στους διάφορους χώρους και, μελετώντας τους, να προκρίνουμε-διορθώνουμε μαζικά, μόνιμα σχήματα δράσης, αντίστασης, διεκδίκησης, που -με πλατύ τρόπο αλλά και με φανερό στίγμα- θα συσπειρώνουν ένα αγωνιστικό δυναμικό που σταδιακά θα διαπαιδαγωγείται στη γραμμή της αναμέτρησης και όχι της συνδιαλλαγής. Οι δυσκολίες που συναντάμε στην ουσιαστικοποίηση-μαζικοποίηση των σχημάτων δεν θα μας οδηγήσουν στην κατάργησή τους, αλλά σε αναζήτηση τρόπων να ξεπερνάμε τις αδυναμίες.
Η προσπάθειά μας (θεμιτή και αναγκαία) να συγκροτούμε τέτοια μόνιμα πλατιά σχήματα έρχεται να συνταχθεί με την προσπάθειά μας να βρούμε σημεία συνάντησης και συνεργασίας με όποιον αγωνιστή ή σχήμα που δρα παράλληλα, ώστε να ευνοήσουμε την εμφάνιση εστιών αντίστασης-διεκδίκησης στους χώρους που παρεμβαίνουμε. Και μέσα στα σωματεία-συλλόγους (όπου υπάρχουν) και μέσα από επιτροπές-πρωτοβουλίες (όπου δεν υπάρχουν σωματεία και σύλλογοι).
β) Θα συνεχίσουμε να θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο (κάθε φορά συζητιέται αν είναι και εφικτό) να συγκροτείται μια πανελλαδική μετωπική συνεργασία με αντιιμπεριαλιστικά, αντικαπιταλιστικά, αντισυνδιαχειριστικά χαρακτηριστικά, η οποία δεν θα καπελώνει ούτε θα «καθορίζει» τις επιμέρους, κατά χώρους προσπάθειες, αλλά θα λειτουργεί σαν αναφορά γι’ αυτές και με δημιουργικό-δημοκρατικό τρόπο θα αναβαθμίζει, θα πολιτικοποιεί, θα συνολικοποιεί μέσα από μια ολόκληρη διαδρομή και προσπάθεια.
Προοπτική που ιδιαίτερα έντονα διαπιστώσαμε και την περίοδο του 2003, όταν βλέπαμε στην πράξη πόσο μας εξυπηρετούσε ένα πλατύ πολιτικό σχήμα (Θεσσαλονίκη - Αντίσταση 2003) με την ευκαιρία και του αντιπολεμικού ξεσπάσματος.
• Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη όλα τα θετικά και αρνητικά συμπεράσματα από δικές μας αλλά και ανάλογες προσπάθειες άλλων, και εκτιμώντας ανάλογα τα νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά το 2010 και ιδιαίτερα με την ενίσχυση ΣΥΡΙΖΑ, κρίναμε ότι μπορούσαμε να προχωρήσουμε στη δημιουργία μιας τέτοιας συνεργασίας. Δημιουργήθηκε η ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΑΣ, η οποία επιδιώκοντας εδώ και ένα όχι ευκαταφρόνητο διάστημα (περίπου πέντε χρόνια) να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός εργαλείου παρέμβασης και κοινής δράσης, διαμορφώνοντας και μια ανάλογη φυσιογνωμία-χαρακτήρα που να τη διαχωρίζει τόσο από τους «μεταβατικούς» όσο και από τους «αναχωρητές» του ΚΚΕ.
Προφανώς θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε αυτήν την προσπάθεια, παρά τις αντιφάσεις και τα βαλτώματα που τη συνοδεύουν. Είναι προφανές (όχι για να κρίνουμε με «επιείκεια») ότι η κατάσταση του κινήματος κάθε άλλο παρά σύμμαχος και αρωγός στις προσπάθειές μας είναι, ενώ οι διαφορετικές προτεραιότητες των δύο βασικών δυνάμεων που από την αρχή συμμετέχουν στην προσπάθεια (ΚΚΕ(μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ) αποτελούν τροχοπέδη και δεν πρέπει να συγκαλύπτονται. Αντίθετα, και επειδή οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν μπορούν να... καταργηθούν, πρέπει να επιδιώξουμε να μετατραπούν (με πολιτικό τρόπο) σε προωθητική δύναμη για το εγχείρημα. Μια προϋπόθεση είναι η ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΑΣ να διευρυνθεί με νέες δυνάμεις. Μια άλλη προϋπόθεση είναι να μη διστάζει να παίρνει πρωτοβουλίες, κεντρικές ή επιμέρους. Μια ακόμη είναι να βρει τρόπους να αντιμετωπίζει τις διαφωνίες στο εσωτερικό της χωρίς να απειλείται η ίδια η ύπαρξή της.
Με την παρέμβασή του στην εκδήλωση ο σ. Αντρέας Βογιατζόγλου τόνισε ότι όλες αυτές οι επισημάνσεις για την προσπάθειά μας, είτε περνάει μέσα από πλατιά σχήματα είτε μέσα από τη ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΑΣ, είτε μέσα από μορφές συνεργασίας πιο διευρυμένες, δεν πρέπει να στενεύουν τον ορίζοντά μας και να βλέπουμε μόνο εφήμερα και άμεσα. Πρέπει να το προσπαθήσουμε και να έχουμε τα αντανακλαστικά μας σε εγρήγορση γιατί δεν μας βοηθούν τα δεδομένα του κινήματος. Να μη βλέπουμε μόνο τα αρνητικά, αλλά και το ότι έχουμε χαράξει (έστω αχνά) ένα δρόμο στον οποίο επιδιώκουμε να συμβάλουμε στην οικοδόμηση ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ-ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ταυτόχρονα με την ισχυροποίηση μέσα σ’ αυτό το Μέτωπο στοιχείων συγκέντρωσης δυναμικού που θα επιδιώκουν την αναμέτρηση και όχι τη συνδιαλλαγή.
Ας κρατήσουμε και τα υπέρ της ύπαρξης και δράσης των Αγωνιστικών Κινήσεων μέσα στους χώρους. Ας πάρουμε δύναμη βλέποντας τις πρωτοβουλίες νέων εργαζομένων να δραστηριοποιούνται και τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλεται ώστε η ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ να συμβάλει στην προσπάθεια που κάνουμε μέσα στην εργατική τάξη. Ας δούμε τα υπέρ από την ύπαρξη μιας πανελλαδικής ΛΑΪΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ-ΑΑΣ και τις αυξημένες δυνατότητες που μας δίνει (όταν αξιοποιούνται) στο να παρεμβαίνουμε σε κινητοποιήσεις, στο να παίρνουμε πρωτοβουλίες, στο να προωθούμε από καλύτερες θέσεις την κοινή δράση (όποτε το επιχειρήσαμε). Ας αξιοποιήσουμε τις όποιες συνεργασίες έχουμε σε διάφορες πόλεις αλλά και συνοικίες του Λεκανοπεδίου, και ας διεκδικήσουμε πρωταγωνιστικό ρόλο αντιπαρατιθέμενοι στην παραλυτική στάση του ΚΚΕ και την αμετανόητη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Μ’ αυτές τις επισημάνσεις έκλεισε την παρέμβασή του ο σ. Αντρέας Βογιατζόγλου, δηλώνοντας ικανοποιημένος από το επίπεδο και την ωριμότητα των παρεμβάσεων.
Αντί υστερόγραφου
Αρκετά καθαρά διακρινόταν στις τοποθετήσεις των συναγωνιστών η αγωνία τους για το κατά πόσο μέσα από τις συνεργασίες που κάνουμε κατορθώνουμε να αναδείξουμε το δικό μας στίγμα, κατά πόσον έχουμε οργανωτικά οφέλη μέσα από αυτήν την προσπάθεια ή κατά πόσο «δουλεύουμε για τους άλλους». Ιδιαίτερα με βάση τη σημερινή κατάσταση των ιδιαίτερα αρνητικών συσχετισμών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, δεν υπάρχουν συνταγές γι’ αυτές τις απαιτητικές μας επιλογές. Αυτό που καταρχήν μετράει είναι η σταθερή μας προσήλωση στην ανάπτυξη του κινήματος. Δεν έχουμε καμία αντίρρηση να αυτοχαρακτηριστούμε σαν υπηρέτες του κινήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαστε «φτωχοί συγγενείς» και η «ουρά» στενών πολιτικών πρωτοβουλιών οι οποίες το μόνο που επιδιώκουν είναι η αυτοεπιβεβαίωση όσων τις στηρίζουν.
Ακολουθεί απομαγνητοφωνημένη η εισήγηση του σ. Αντρέα Βογιατζόγλου.
Το θέμα της κουβέντας που είπαμε να κάνουμε σήμερα (περισσότερο από την πλευρά σας το σκεφτήκατε και θεωρώ σημαντικό να ανταποκριθεί κανείς σ’ αυτή την πρόσκληση) είναι πολύ μεγάλο και προσφέρεται ακόμα και για να «ξεφύγει» κανείς, να πλατειάσει. Είναι πολύπλευρο. Συνδέονται πάρα πολλά μ’ αυτό το κεφάλαιο που λέγεται κοινή δράση (έτσι γενικά που το διατυπώσαμε) και Αυτοδύναμη Παρέμβαση. Μπορεί να πει κανένας ότι αφορά το σύνολο των καθηκόντων που μπορεί να έχει μια αριστερή κομμουνιστική προσπάθεια στις μέρες μας.
Και η αυτόνομη δράση και η παρέμβαση μιας οργανωμένης δύναμης στο κίνημα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Αλλά και η κοινή δράση (έτσι όπως διαχρονικά την έχουμε αποκρυσταλλώσει και την έχουμε αποσαφηνίσει) είναι επίσης μια πολύ σοβαρή υπόθεση που δεν υποτιμάμε καθόλου. Προφανώς, στην προσπάθειά μου να ανατρέξω και λίγο χρονολογικά το θέμα κάθισα και συγκέντρωσα με τη βοήθεια κάποιων άλλων συναγωνιστών (και τους ευχαριστώ) ένα πολύ μεγάλο υλικό το οποίο έχουμε απ’ το 1985 και το οποίο έχουμε διαμορφώσει για να το έχουμε προς αξιοποίηση. Δεν προλαβαίνουμε, βέβαια, σήμερα να κάνουμε και αυτού του τύπου την παρουσίαση. Ωστόσο, θα χρειαστεί κάποια στιγμή -είναι σίγουρο- και στα πλαίσια απολογισμών και στο πλαίσιο μιας εκλαΐκευσης του ζητήματος αυτού, το οποίο παραμένει πάντα επίκαιρο. Δεν μπορείς να πεις ότι αυτήν την εποχή δεν είναι επίκαιρο αυτό το θέμα, πάντα είναι επίκαιρο. Και πάντα είναι απαραίτητο να το συζητάμε, να το διευκρινίζουμε, να το αποσαφηνίζουμε. Και βεβαίως, όπως καταλαβαίνετε, επιδέχεται και διαφοροποιήσεις στη διαδρομή -μιλάμε για μια διαδρομή κοντά τριάντα και χρόνια- και που, όπως καταλαβαίνετε, οι εποχές και οι συνθήκες δεν παραμένουν ίδιες αυτά τα τριάντα χρόνια, και προφανώς έχουν επηρεάσει και έχουνε δώσει και καινούργια χαρακτηριστικά, έχουν οδηγήσει σε διαφοροποιήσεις κάποιων πλευρών της όλης μας στάσης. Μες στο πρόγραμμα είναι όλα αυτά.
Είπα ότι αυτή η ιστορία της κοινής δράσης και της σχέσης που έχει η κοινή δράση με την αυτοδύναμη παρέμβαση της Οργάνωσης και της ισχυροποίησης αυτού του ρεύματος που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε, χρονολογείται ουσιαστικά από το 1982. Κλείνουνε και τα 35 χρόνια φέτος από τότε που ξεκινήσαμε, μετά τη διάλυση του προηγούμενου ΚΚΕ(μ-λ). Θυμάμαι ότι σχεδόν από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε η καινούργια οργανωμένη μας προσπάθεια, διατυπώσαμε μια -αιρετική για εκείνα τα χρόνια- θέση η οποία καλούσε σε συνεργασία (δεν είχαμε ακόμα τις διατυπώσεις αυτές που διευκρινίσαμε στην πορεία). Καλούσαμε σε συνεργασία όποιες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες υπήρχαν εκείνη την περίοδο (το ’82 δηλαδή). Κυρίως του εξωκοινοβουλίου, γιατί δεν είχαμε αυταπάτες για τις κυρίαρχες δυνάμεις σε κείνη τη φάση -και ποτέ δεν είχαμε άλλωστε.
Και με την πρόταση που είχαμε απευθύνει (μάλιστα προσπάθησα να βρω και το κείμενο -δεν τα κατάφερα• εκείνο το κείμενο τότε, το οποίο είχε περισσότερο συζητηθεί στο εσωτερικό μας ενώ προς τα έξω είχε βγει η κεντρική ιδέα) και με την οποία προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μέχρι το ’80 η ΟΜΛΕ και το ΚΚΕ(μ-λ) δεν έβλεπε κανένα περιθώριο συνεργασίας και κοινής δράσης με άλλες δυνάμεις, πρώτα και κύρια με το ΕΚΚΕ εκείνη την εποχή.
Το πνεύμα της τότε εποχής ήταν ότι «εγώ είμαι ο σωστός και, με βάση την αντιπαράθεση που κάνω στις λαθεμένες απόψεις, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα θα φανεί και μέσα στο κίνημα και με τη συμμετοχή μέσα στην ταξική πάλη ποιο είναι το σωστό και ποιο είναι το λάθος. Άρα, οι αγωνιστές οι οποίοι για μια κάποια φάση είναι μπερδεμένοι, βρίσκονται σε σύγχυση δεν έχουνε αντιληφθεί τις διαφορές, θα κατανοήσουν τις διαφορές (πάντα με την προϋπόθεση της συμμετοχής τους στο κίνημα), θα κατανοήσουν, θα το έλεγα, την υπεροχή που έχουν οι απόψεις της τάδε δύναμης και θα πάνε μαζί της με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Ήταν, αν θέλετε, η κυρίαρχη τότε αντίληψη για το πώς θα αντιμετωπιστεί το θέμα της πολυδιάσπασης που υπήρχε από τα τότε. Αυτό, με τα χρόνια -εμείς τουλάχιστον- σιγά σιγά το είδαμε κάπως διαφορετικά. Δηλαδή θεωρήσαμε ότι αυτή η πολυδιάσπαση που παρουσιαζόταν δεν ήταν αιτία, ήτανε σύμπτωμα. Για κείνα τα χρόνια όλες οι επίσημες πλευρές της Αριστεράς -και πρώτο και καλύτερο το ΚΚΕ, βέβαια- προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τη διάσπαση σε διάφορες οργανώσεις σαν μια εκδήλωση, αν θέλετε, προσωπικών και υποκειμενικών βλέψεων διαφόρων «καβαλημένων», οι οποίοι δεν είναι πρόθυμοι να συνταχθούνε σε μια ενιαία οργάνωση και παίρνουν το καπελάκι τους με την πρώτη ευκαιρία και σηκώνονται να φύγουνε. Τότε, θυμάμαι, με τους συναγωνιστές που είμαστε της ίδιας ηλικίας αντιμετωπίζαμε τεράστια πίεση από το ΚΚΕ, κυρίως σ’ αυτό το επίπεδο. Αλλά και απ’ το ΚΚΕ-Εσωτερικού που έκανε τον «ψόφιο κοριό» εκείνα τα χρόνια γιατί ήτανε πιο αδύνατο, αλλά κι αυτό, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, προσπαθούσε να παρουσιάσει σε ένα χώρο που έλεγχε ότι αυτό είναι το σωστό (ό,τι λέει το ΚΚΕ-Εσωτερικού) και όποιος άλλος δε συμφωνεί μ’ αυτό είναι διασπαστής. Είναι τότε η γνωστή εποχή όπου όποιον έκανε αντιπαράθεση και κριτική στο ΚΚΕ ή στο ΚΚΕ-Εσωτερικού τον βαφτίζανε «διασπαστή», πολύ περισσότερο «προβοκάτορα» ή και «πράκτορα τον Αμερικάνων». Και γενικά ήταν ένας τύπος ή μια ομάδα που δε θέλει το καλό της επανάστασης ή του κινήματος, αλλά θέλει μόνο και μόνο να διασπά.
Εμείς, σιγά σιγά, από το ’82 και μετά καταλήξαμε, όπως είπα και προηγούμενα, ότι αυτό είναι σύμπτωμα. Και σιγά σιγά, κιόλας, με τα χρόνια, καταλήξαμε ότι η «βαλίτσα» αυτή θα πάει μακριά. Δηλαδή, η άρση της πολυδιάσπασης -όποτε και όταν έρθει- θα είναι αρκετά πιο σύνθετη, δε θα είναι τόσο απλοϊκή όπως τη φανταζόμασταν, δηλαδή, ότι θα κάνουμε την αντιπαράθεση, θα υπερέχουμε όλων και άρα θα έρθει και το αποτέλεσμα να συσπειρωθούνε γύρω μας. Αλλά και ταυτόχρονα, αυτό το οποίο αντιλαμβανόμασταν ήταν (σιγά-σιγά φυσικά, γιατί δεν ήταν κι εύκολο να ξεφύγεις από μια προηγούμενη κατάσταση) καταλάβαμε ότι η αιτία είναι η βαθιά ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Μπορεί σήμερα να φαντάζει απλοϊκό: «Σιγά, ρε παιδιά, δεν το βλέπατε;». Όχι! Δεν ήτανε τίποτα προφανές από αυτά που σήμερα έχουμε ως προφανή, και ευτυχώς. Και για να τα ’χουμε προφανή, για να τα καταλάβουμε, κάναμε πολύ μεγάλη προσπάθεια. Και καταλάβαμε ότι εάν δεν αρθούν οι αιτίες της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος, αν δεν προσεγγιστούν τα θέματα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στις σοσιαλιστικές χώρες, εάν δε γίνουν βήματα στην άρση της πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης στην προσπάθειά της να ξανασυγκροτηθεί και να διεκδικήσει το ρόλο που πραγματικά της ανήκει στην κοινωνία, να μην περιμένουμε ούτε στο επίπεδο της πολυδιάσπασης εντυπωσιακά αποτελέσματα. Δηλαδή ότι αυτές οι διαφορές που εμφανίζονται μέσα σ’ αυτή την πολύπαθη, ας πούμε, Αριστερά δε θα λυθούν έτσι εύκολα.
Και γι’ αυτό το λόγο ήμασταν οι μοναδικοί, θα έλεγα, οι οποίοι αντισταθήκανε πάρα πολύ σε εύκολες λύσεις και συνταγές.
Η πίεση, όμως, ήταν έντονη. Ήτανε πάγια πίεση από ένα ολόκληρο δυναμικό, που έλεγε: «Καλά ρε παιδί μου, εντάξει, τι κάνετε δηλαδή; Όλα αυτά που σας χωρίζουνε είναι τόσο μεγάλα;». Δεν το καταλάβαινε ο κόσμος ότι υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές. Όχι ο κόσμος ο πολύ πλατύς -που δεν καταλάβαινε έτσι κι αλλιώς- αλλά και αγωνιστές του κινήματος δεν το καταλαβαίνανε. Και επέμεναν: «Ενωθείτε! Προχωρήστε!».
Μια έκφραση αυτής της πίεσης ήταν από τους σημερινούς συναγωνιστές του Μ-Λ ΚΚΕ (τότε ήταν με διάφορες άλλες μορφές στο προσκήνιο) που ήταν από τους πρώτους που έλεγαν: «Μπρος! Να ενωθούν οι κομμουνιστές, επιτέλους! Να προχωρήσει η ενότητα της Αριστεράς!» Φυσικά, στη διαδρομή εμφανίστηκαν πάρα πολλοί, οι οποίοι ήταν στο όνομα «Ενότητα», «Ενωθείτε», «Δεν πάει άλλο έτσι». Δίκιο είχαν από μια άποψη. Δηλαδή, όντως, η πολυδιάσπαση αυτή όλη προφανώς δεν μπορούσε κανείς να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι είναι μια θετική εξέλιξη. Πολύ πολύ αρνητική ήταν και αυτή. Όπως και όλα τα άλλα.
Εμείς απλά λέγαμε ότι δεν μπορούμε να βάλουμε τα βόδια πίσω από το κάρο, δε γίνεται. Να αγνοήσουμε δηλαδή όλα αυτά που είχαν μεσολαβήσει από το 1950-55, τη διάσπαση στο κομμουνιστικό κίνημα του ’60, τα όσα έγιναν το ’68 με την επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία, το τι έγινε στη Σοβιετική Ένωση τότε με βάση τα σημάδια της παλινόρθωσης, και να πούμε ότι όλα αυτά, εντάξει, γράφ’ τα στο χιόνι - να ενωθούμε. Ξέραμε πολύ καλά -και επιβεβαιώθηκε- ότι μετά από την πρώτη ενότητα που θα γινόταν, αμέσως θ’ άρχιζαν οι διασπάσεις, θ’ άρχιζαν οι αντιπαραθέσεις. Διότι τίποτα απ’ αυτά δε λυνόταν, απλά κουκουλώνονταν. Ωστόσο, είπαμε ότι δεν μπορούμε ν’ αδιαφορήσουμε. Δεν μπορούσαμε να παρουσιάσουμε ότι δεν τρέχει τίποτα. Και να λέμε, εν πάση περιπτώσει, ότι η λύση είναι μόνο στο να δυναμώσουνε οι σωστές απόψεις.
Καταλάβαμε ότι έχουμε δυο λογιών υποχρεώσεις. Μια, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τις διαφορές μας μ’ όλους τους υπόλοιπους. Να τις βάλουμε κάτω, να δούμε πόσες απ’ αυτές είναι δευτερεύουσες και πόσες είναι ουσιαστικές. Πολύ μεγάλη υπόθεση. Αν θέλετε όλο το βασικό διάστημα από το ’82 ένα μόνιμο θέμα ήτανε αυτό: να έχουμε γνώμη και άποψη, τι μας διαφοροποιεί από όλο αυτό το δυναμικό το οποίο εμφανίζεται πολύμορφο, άλλες φορές πάει να ενωθεί και δεν τα καταφέρνει, άλλες φορές κυριαρχεί μέσα του η αντιπαράθεση κ.λπ. Διότι θέλαμε, είχαμε υποχρέωση απέναντι σ’ ένα αγωνιστικό δυναμικό, να είμαστε ξεκάθαροι σε ποια σημεία διαφοροποιούμαστε.
Αυτό σε μια πρώτη φάση ήταν πολύ παρεξηγήσιμο από άλλες μεριές. Δηλαδή, η δική μας η προσπάθεια να εμβαθύνουμε στο ζήτημα, να δούμε τις διαφορές, να δούμε γιατί υπάρχουν αυτές οι διαφορές, να προσεγγίσουμε τα αίτια της ήττας του κινήματος κλπ, αντιμετωπιζόταν ότι «εσείς είσαστε μικροκομματικοί, εσείς είσαστε το μαγαζί σας, δε θέλετε τίποτα να βάλετε στη συζήτηση και σε δοκιμασία». Δεν ήταν έτσι, βέβαια! Αλλά τόσο το καταλάβαιναν. Δεν λέμε ότι το κάνανε μόνο από σύστημα, για να αποφεύγουνε την ουσιαστική συζήτηση (υπήρχαν και τέτοιοι). Αλλά με τα χρόνια καταλάβαμε ότι δεν συνειδητοποιούνταν το πρόβλημα. Έβγαινε η εύκολη λύση ότι «εσείς είσαστε υποκειμενιστές, εσείς είσαστε μικρομάγαζο, δεν σας ενδιαφέρει τίποτ’ άλλο παρά να έχετε τις διαφορές σας, να τις επισημαίνετε και να τις κάνετε όλο και πιο έντονες με τους υπόλοιπους».
Το δεύτερο θέμα που είχαμε, το οποίο δεν το αντιλαμβάνονταν πάλι όλοι, ήταν το εξής: ότι εκτός από το στοιχείο της διαφοράς, εκτός από το στοιχείο τού να καταλάβουμε πού διαφέρουμε, να εμβαθύνουμε στις διαφορές μας και να οριοθετηθούμε απέναντι σε λαθεμένες απόψεις οι οποίες κατακλύσανε το χώρο τότε (και τώρα φυσικά τον κατακλύζουνε) με βάση την ήττα του κινήματος και την υποχώρηση της εργατικής τάξης, απ’ την άλλη μεριά, αντιλαμβανόμασταν ότι υπάρχει ένα ολόκληρο δυναμικό (σκόρπιο ή λιγότερο σκόρπιο, ευμετάβλητο ή όχι ευμετάβλητο, «καγκελωμένο» ή λιγότερο «καγκελωμένο», με ερωτηματικά) το οποίο ήθελε να παλέψει, ήθελε να μπει στο κίνημα και στον αγώνα, αλλά όμως είχε κι αυτό τα δίκια του: ότι με όλη αυτή την κατάσταση και την πολυδιάσπαση, ισχυριζόταν (και δεν είχε κι άδικο) ότι δε βοηθιέται να μπει στο κίνημα. Εμείς με τον καιρό καταλάβαμε, ότι το να πιάσεις έναν τέτοιο αγωνιστή, ο οποίος έχει τα μπερδέματά του, ο οποίος έχει τη σύγχυσή του, ο οποίος έχει όλα αυτά που έχει στο κεφάλι του, και να νομίζεις ότι με συζήτηση εντός τεσσάρων τειχών και με το ψηστήρι θα καταλάβει, δεν μπορεί να αποδώσει. Και αν αρχικά φαινόταν να αποδίδει, μετά από λίγο καιρό φαινόταν ότι δεν αποδίδει.
Άρα, λοιπόν, έπρεπε να καθίσουμε να ασχοληθούμε επίσης σοβαρά και με το θέμα πώς ένας κόσμος ολόκληρος που βρίσκεται (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) με το ένα πόδι στο κίνημα, στην προσπάθειά του να παρέμβει κλπ θα ευνοηθεί να το κάνει. Χωρίς φυσικά να τον θολώσουμε και να του παρουσιάσουμε μια ψεύτικη εικόνα, ότι δεν υπάρχουνε διαφορές. Μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση! Πιστέψτε με! Το βλέπουμε και σήμερα. Η προσπάθεια, δηλαδή, να διαχειριστείς δυο αντιφατικά πράγματα είναι μια πάρα πολύ πιεστική υπόθεση. Γιατί αντιφατικά; Γιατί απ’ τη μια μεριά είναι η ανάγκη της ενότητας, η ανάγκη της συνεργασίας που ποτέ δεν την αρνηθήκαμε, και απ’ την άλλη, η ανάγκη της οριοθέτησης, η ανάγκη τού να προχωρήσεις αυτά που εσύ πιστεύεις ότι είναι σωστά, κι ας μην τα πιστεύουν οι άλλοι, να μπορέσεις δηλαδή να ξεκολλήσεις από μια μικροαστική απαίτηση, που να λέει «έλα, μωρέ, όλοι ίδιοι είμαστε και κανένας δεν μπορεί να ξεχωρίσει». Κι αφού είμαστε όλοι ίδιοι, ας ρίξουμε τον πήχη (δεν ξέρω κι εγώ πού να τον ρίξουμε) και να κάνουμε τι; Και να κάνουμε, παραδείγματος χάρη, τα λιγότερα δυνατά.
Και, προφανώς, αντιμετωπίζαμε και την εξής κατάσταση: Κατά περιόδους σ’ όλον αυτόν το χώρο που λέγαμε, το δυναμικό αυτό, εμφανίζονταν κάποιοι πολύ αισιόδοξοι και με πολλή πολλή εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και στις απόψεις τους, που έλεγαν «μην ακούτε το ΚΚΕ(μ-λ) που λέει ότι η ιστορία είναι δύσκολη, θα πάει μακριά• μην ακούτε το ΚΚΕ(μ-λ) που έχει μια περιορισμένη άποψη για την κοινή δράση και τη συνεργασία, τη βλέπει πάρα πολύ χαμηλά και δεν την ανεβάζει• διότι εγώ έχω και το πολιτικό φορτίο και το ιδεολογικό φορτίο να γίνω η ατμομηχανή της ενότητας». Και είναι αλήθεια ότι, λόγω της σύγχυσης, πέρναγε αυτή η μπογιά για ένα φεγγάρι. Πέρναγε! Τι, να κάτσω να θυμίσω τώρα χρονολογικά όλες εκείνες τις απόπειρες που έγιναν από το 1988 να ενωθεί όλο αυτό το δυναμικό, επιτέλους, να αρθεί η πολυδιάσπαση και να προχωρήσει και να θριαμβεύσει; Και πάντοτε, βεβαίως, εναλλάσσονταν -ας το πούμε έτσι- οι πρόθυμοι να το πετύχουνε. Αυτοί που κατείχαν την αλήθεια, την απόλυτη. Λέει: «εγώ την έχω την αλήθεια, εγώ σου την προτείνω και σου λέω, έλα, να σε ενώσω». Μάλιστα! Πέρναγε, για όσο διάστημα πέρναγε. Λίγο. Ερχότανε μετά η ταξική πάλη, έρχονταν οι απαιτήσεις των καιρών, έρχονταν οι εκλογικές αναμετρήσεις, και αυτές οι φιλοδοξίες όλες, και αυτή η έπαρση, και αυτό το καλάμι -ας το πω έτσι- έδειχνε τα όριά του. Συνεπώς, είχαμε να αντιμετωπίσουμε και αυτού του τύπου την πίεση. Ότι δηλαδή «Εσείς δεν έχετε φιλοδοξίες! Εσείς δε θέλετε να δημιουργήσετε ενότητα σε αναβαθμισμένη βάση. Θέλετε τα λίγα».
Με τον καιρό, βεβαίως -θα το διαπιστώσατε κι εσείς- άρχισε η κοινή δράση, σαν διατύπωση, να έχει πολλή περισσότερη απήχηση. Δυστυχώς, ακόμα και τώρα -όπως και τότε- πάλι δεν εννοούσαν όλοι το ίδιο με την κοινή δράση. Δηλαδή, πάλι υπήρχαν όλα εκείνα τα συμπτώματα που έλεγαν ότι δε συμφωνούμε με αυτήν την επιμονή του ΚΚΕ(μ-λ) (και όχι μόνο του ΚΚΕ(μ-λ) αλλά και των Αγωνιστικών Κινήσεων και της όποιας προσπάθειας κάναμε στο εργατικό) να θέλει να βάλει μπροστά το ζήτημα της αντίστασης στην επίθεση. Θεωρούνταν ότι ο στόχος με τον οποίο κινούμαστε τόσα χρόνια (και καλά κάνουμε) με βάση τις εκτιμήσεις μας, ότι αυτό που πρέπει κατά βάση να ξεκινήσουμε να προσπαθούμε για να μη φάμε τα μούτρα μας, είναι να μπορεί να συγκεντρώνεται ένα δυναμικό -έστω ευκαιριακά- και να δημιουργεί προϋποθέσεις εστιών αντίστασης σε επιμέρους ζητήματα. Είτε είναι στη γειτονιά, είτε είναι στον εργασιακό χώρο, είτε είναι στο πανεπιστήμιο, είτε, είτε, είτε...
Το πρόβλημα ποιο ήταν, βέβαια: ότι ενώ το θέλαμε αυτό, ενώ το επιδιώκαμε (η αντίφαση που έλεγα) ταυτόχρονα έπρεπε μέσα στους μαζικούς χώρους να προσπαθούμε να διαμορφώσουμε και τη δική μας τη φυσιογνωμία. Χωρίς να δημιουργούμε μπερδέματα και συγχύσεις σε σχέση με το τι θέλουμε. Τα πήγαμε πάντοτε καλά; Όχι, βέβαια! Λοξογείραμε; Φαντάζομαι, λοξογείραμε από την ανάγκη μας να υπάρξει κίνημα μέσα στις χαλεπές εποχές που δεν κουνιότανε τίποτα.
Το ’93, για παράδειγμα: Η κατάσταση, δράμα! Έχει καταρρεύσει το σύμπαν απ’ έξω (’89-’90). Το ΚΚΕ τα ’χει γενικώς χαμένα (το ΚΚΕ που πίστευε ότι έχει τις λύσεις όλες) και ταυτόχρονα έχει ξεπεταχτεί ένα ΝΑΡ το οποίο επίσης δεν έχει αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Νομίζει το ΝΑΡ ότι μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα θα γίνει ξανά το ΚΚΕ που πρέπει.
Τέλος πάντων, εκείνη την εποχή επιμείναμε ιδιαίτερα στην ανάγκη κοινής δράσης και συνεργασίας. Ταυτόχρονα, κρατάγαμε σταθερά ανοιχτά τα μέτωπα της αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα να είναι αρκετοί αυτοί που ισχυρίζονταν ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύουμε τις προτάσεις κοινής δράσης.
Επίσης ένας σκόπελος που ακόμη χρειάζεται να τον ξεπεράσουμε και δεν τον έχουμε ξεπεράσει. Γιατί πάντα υπάρχουν αγωνιστές που μπερδεύονται και σου λένε: «Καλά, αφού θέλεις να συνεργαστείς γιατί κάνεις αντιπαράθεση; Ρίξε το ένα, ρίξε το άλλο».
Εν πάση περιπτώσει, μπορούμε να πούμε ότι ρίξαμε και λίγο το στοιχείο της ιδιαίτερης δικής μας ενίσχυσης και επιμείναμε πάρα πολύ (με βάση και τον πόλεμο και τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία κλπ) να δημιουργηθεί -έστω πρωτόλεια- μια λαϊκή προσπάθεια. Και φτιάχτηκε η «Λαϊκή Πρωτοβουλία Ενάντια στη Νέα Τάξη, στον Εθνικισμό και τον Πόλεμο», στην οποία το ΝΑΡ σε ηγετικό επίπεδο συνέβαλε και είπε εντάξει. Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε, ούτε η τότε Α/συνέχεια ούτε το τότε Μ-Λ ΚΚΕ δέχτηκαν να μπούνε σε εκείνη την συζήτηση. Μόνο οι Συσπειρώσεις τότε (Παναγιώτης Σωτήρης κ.λπ) με τις τότε μορφές τους είχαν αποδεχθεί αυτό το πράγμα. Ήταν μια δικιά μας επιτυχία, 100% δικιά μας, κόντρα στους πάντες.
Φυσικά, το επόμενο βήμα ήταν αυτό που έχετε ακουστά, ότι δημιουργήθηκε η Μαχόμενη Αριστερά. Η Μαχόμενη Αριστερά είναι αλήθεια ότι είχε ρίσκο. Τι ρίσκο είχε; Ήταν πιο πάνω από αυτό που δικαιολογούσε η ζωή που είχε προϋπάρξει. Τι δικαιολογούσε η ζωή που είχε προϋπάρξει; Άντε, καμιά συνεργασία στα αντιπολεμικά ζητήματα, καμιά συνεργασία επιμέρους στα ζητήματα των εργασιακών, όχι πολλά πράγματα δηλαδή. Η απόφαση να προχωρήσουμε την Μαχόμενη Αριστερά, όπως όλες αυτές οι προσπάθειες, είχε ρίσκο. Ήτανε, αν θέλετε, πιο μπροστά από αυτό που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν οι καταστάσεις. Παρόλα αυτά είπαμε «ναι, πάμε». Στόχος μας βέβαια ήταν να βοηθήσουμε να σπάσει λίγο αυτό το κλίμα ότι δεν γίνεται τίποτα. Το ΝΑΡ βέβαια δεν είχε αυτήν την πρόθεση. Το ΝΑΡ ήθελε να πείσει ότι με τη δημιουργία της Μαχόμενης Αριστεράς επιτέλους δημιουργείται ένας πόλος επαναστατικός, ο οποίος λίγο πολύ κατέχει την αλήθεια για να προχωρήσει μπροστά το κομμουνιστικό κίνημα και θεωρούσε όλες αυτές τις δικές μας προσπάθειες, «εντάξει, ρε παιδί μου, εσείς τώρα θέλετε να κάνουμε μια διαδήλωση, να κάνουμε μια κινητοποίηση, θέλετε να βγάλουμε μια κοινή απόφαση για εδώ, για εκεί, ενώ εμείς θέλουμε, ας πούμε, ζήτω, ήρθε η ώρα της επαναστατικής αριστεράς να θριαμβεύσει».
Περπάτησε η Μαχόμενη Αριστερά. Κυρίως τι κατάφερε; Κατάφερε να είναι πλέον δεδομένο ότι η κοινή δράση είναι στα μυαλά όλων, δηλαδή δεν είναι κάτι τόσο απίθανο. Ότι όντως, δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες, δυνάμεις με διαφορετικά πλαίσια, δυνάμεις με βασικές διαφορές, μπορούνε σε επί μέρους θέματα να τα βρούνε, να συμφωνήσουνε. Όχι για πάρτη τους, φυσικά, αλλά να συμφωνήσουνε για να υπάρξει απεύθυνση σε ένα δυναμικό για να κινηθεί.
Φυσικά ήμασταν πολύ δύσκολοι και στις προϋποθέσεις που βάζαμε. Διότι συναντάγαμε και τότε αυτό που συναντάμε και τώρα. Ποιο, δηλαδή; «Έλα, μωρέ, πάρε ένα τηλέφωνο, να δει αυτό που του έστειλα στο φαξ, να το υπογράψουμε κλπ και να καλέσουμε σε μια διαμαρτυρία ή να βγάλουμε καμιά προκήρυξη. Και αν μαζευτεί το δυναμικό...». Θυμάμαι τότε τον Δεσύλλα που έλεγε να πάμε να κάνουμε πανεξορμήσεις κι εσύ καταλάβαινες ότι θα γίνει «κόλαση» και θα μαζευτούν εκεί 300 άτομα να παρεμβαίνουν, και πηγαίναμε εμείς όσοι πηγαίναμε κι έρχονταν και 2-3 συναγωνιστές από το ΝΑΡ για να κάνουμε τι;!!! Αυτό το πράγμα εμείς δεν το θέλαμε. Επιμέναμε ότι όποτε αποφασίζεται κοινή προσπάθεια πρέπει να γίνεται ανοιχτά. Να έχει προκηρυχθεί κάλεσμα. Πρέπει οι προτάσεις να κατατίθενται μπροστά σ’ αυτό το δυναμικό, να συμμετέχει αυτό το δυναμικό. Το ΝΑΡ δεν ήθελε με τίποτα να την κάνουμε αυτήν τη δουλειά. Γιατί πολύς κόσμος από το ΝΑΡ δεν πίστευε αυτήν τη προσπάθεια και δεν ερχότανε σ’ αυτές τις διαδικασίες. Εμείς, ωστόσο, επιμέναμε. Κάποιες φορές καταφέρναμε κάποια καλά αποτελέσματα και κάποιες φορές αναγκαζόμασταν -για να υπάρχει κάποια κίνηση- να συμφωνάμε στο ποδάρι, να βγαίνει μια κοινή προκήρυξη κόψε-ράψε για να προχωράμε. Ωστόσο, με τα δυο εκλογικά κατεβάσματα, το ’93 και το ’96, και με το ενδιάμεσο κατέβασμα σε μια σειρά δήμους τότε, που έγιναν κάτω από την πίεση που άσκησε η Μαχόμενη Αριστερά, επιβλήθηκε επιτέλους το ότι ναι, μπορεί μια οποιαδήποτε οργάνωση, εν προκειμένω το ΚΚΕ(μ-λ), να απευθυνθεί και να πει να παλέψουμε γι’ αυτό, να παλέψουμε για ’κείνο, για το παρ’ άλλο. Αποτέλεσμα; Το πολύ πετυχημένο ξέσπασμα του ’98 με τα εξεταστικά, όπου όλο το δυναμικό τότε του εξωκοινοβουλίου, χωρίς καμιά εξαίρεση, μπήκε μέσα στον αγώνα. Το ΚΚΕ απ’ έξω, η ΑΥΓΗ τότε και ο μετέπειτα ΣΥΡΙΖΑ έβγαζαν την εφημερίδα τους και έγραφαν να καταργηθεί η επετηρίδα, ενώ όλο εκείνο το κίνημα είχε σαν προμετωπίδα να παραμείνει η επετηρίδα. Και βεβαίως επιβλήθηκε και κάτι άλλο με τη δική μας την επιμονή: ότι τα κινήματα στήνονται πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, όχι πάνω σε γενικολογία. Φάνηκε τότε, το ’98, ότι ο στόχος «να μην καταργηθεί η επετηρίδα» συσπείρωσε πάρα πολύ κόσμο μέσα από τους εκπαιδευτικούς και ταυτόχρονα συσπείρωσε ένα τεράστιο δυναμικό το οποίο κατάφερε και δημιούργησε εκείνες τις 6 μέρες που λέγαμε που συγκλόνισαν την Ελλάδα και στον οποίο επί 6 μέρες υπήρχε αναμέτρηση με τις δυνάμεις καταστολής καθημερινά, με μεγάλη αντίσταση, με μεγάλη αντίδραση σε όλη αυτή την επίθεση κλπ. κλπ. Φτάσαμε πολύ κοντά στο να το πάρει πίσω η κυβέρνηση. Δεν επιτεύχθηκε, αλλά ωστόσο φανήκανε οι δυνατότητες της λογικής με την οποία παλεύαμε να φέρουμε τα πράγματα σε ένα σημείο ικανοποιητικό και ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι.
Ήρθε και το ’99 με τις δυο σοβαρότατες κινητοποιήσεις. Μια στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, τότε με τους βομβαρδισμούς που τότε το λιμάνι είχε γίνει ορμητήριο (από κει ξεκινούσαν τα στρατεύματα για να πάνε να βομβαρδίζουν), όπου 2.500 άτομα μαζευτήκαμε απ’ όλη την Ελλάδα με τους συναγωνιστές της Θεσσαλονίκης και κάναμε μια διαδήλωση η οποία θα ’λεγε κανένας ότι ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα, με ένα τέτοιο χαρακτήρα και όχι με αίτημα, ας πούμε, συντεχνιακό, αλλά με ένα αίτημα αντιπολεμικό, δηλαδή «να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί», «έξω οι ιμπεριαλιστές από τα Βαλκάνια και την Γιουγκοσλαβία».
Και φυσικά, μετά ήρθε και ο Κλίντον. Έγινε μεγάλη κινητοποίηση τότε ενάντια στην επίσκεψή του. Είχε προηγηθεί και μια καλή κινητοποίηση αλληλεγγύης στους αγρότες το ’96. Ήταν και η εποχή της αλβανικής εξέγερσης, όπου είχε δώσει μια ώθηση στα πράγματα με την έννοια ότι κάτι κινείται, ανεξάρτητα αν δεν είχαμε την εκτίμηση -και σωστά- ότι κάτι ποιοτικά αναβαθμισμένο πάει να γίνει με την αλβανική εξέγερση. Ήταν τότε που -δικαιολογημένα από μια άποψη- διατυπώσαμε την εκτίμηση ότι κάτι αλλάζει. Ότι έχουν περάσει κάποια χρόνια από το ’90, την εποχή της μαυρίλας που, όταν έλεγες ότι είσαι αριστερός και κομμουνιστής, σε κοιτάγανε, ας πούμε, δεν ξέρω κι εγώ πώς. Έχει προχωρήσει η επίθεση του συστήματος, έχει βγάλει τα δεδομένα της πλέον. Το παρελθόν το κομμουνιστικό και το ανάθεμα το αντικομμουνιστικό δεν είναι πλέον σε θέση να καλύψουν αυτά που ο καπιταλισμός αφαιρεί, και βλέπαμε μια τέτοια διαφοροποίηση. Τη βλέπαμε και στην Ελλάδα, τη βλέπαμε και διεθνώς.
Και επιβεβαιωθήκαμε, γιατί ήρθαν μετά και τα άλλα κινήματα διεθνώς, αυτά της Αμερικής, Σιάτλ κλπ. Για τα οποία, φυσικά, είχαμε και μια ορισμένη άποψη: ούτε θαμπωθήκαμε ούτε τρελαθήκαμε απ’ αυτό το οποίο βλέπαμε. Σε αντίθεση με άλλες δυνάμεις οι οποίες θώρησαν ότι « ιδού το νέο κίνημα που έρχεται και ξεπετιέται», αυτό που ονομάστηκε μετά Φόρουμ. Ωστόσο, κι εμείς αναγνωρίζαμε ότι όλα αυτά είναι μέσα στα πλαίσια της εκτίμησής μας ότι «κάτι αλλάζει». Και, φυσικά, επιβεβαιώθηκε ότι το κίνημα θα καταφέρει να ξεπεράσει τα αδιέξοδά του, μόνο στο βαθμό που συνεχίζει να επιμένει να παλεύει, στο δρόμο, στον αγώνα με στόχους συγκεκριμένους και όχι με την γενικολογία και την αοριστία.
Αυτή η εποχή έκλεισε. Η τελευταία μας προσπάθεια για να κάνουμε κάποια βήματα τα οποία να αναβαθμίσουνε την συνεργασία που υπήρχε και να αποκρυσταλλωθεί κάποια κίνηση με πολιτικά χαρακτηριστικά και πανελλαδική εμβέλεια, έγινε το 2000. Εκείνη την εποχή στην οποία επίσης παρουσιάσαμε ένα πολιτικό πλαίσιο ότι αυτές οι επιμέρους αντιστάσεις έχουν έναν ορίζοντα που το ονομάζουμε Μέτωπο Αντίστασης. Φυσικά, είχαμε το μειονέκτημα (κι εκεί πάνω πατάγανε και οι άλλοι, οι οποίοι διαφωνούσαν επί της ουσίας) του στυλ «προσδιορίστε το, τι είναι Μέτωπο Αντίστασης, πώς το βλέπετε, είναι κατά βάση κοινωνικό, είναι κατά βάση πολιτικό, τι απ’ όλα είναι και πώς το φαντάζεστε. Και το Μέτωπο Αντίστασης, εντάξει. Το κομμουνιστικό κόμμα θα χτιστεί ή δεν θα χτιστεί; Ποια είναι η σχέση που βλέπετε ανάμεσα στο ένα και στο άλλο;».
Εμείς, βεβαίως, είχαμε τις απόψεις μας, είχαμε το σκεπτικό μας, κάναμε την αντιπαράθεσή μας, αλλά καταλαβαίνετε ότι τα «πιασάρικα» πάντα πιάνανε τόπο. Κι έτσι, η ιδέα την οποία διατυπώσαμε, ενός Μετώπου Αντίστασης, πολιτικού-κοινωνικού, κοινωνικού-πολιτικού, το οποίο σε πρώτη φάση θα προσπαθήσει να αντισταθεί για να μην περάσει όλη αυτή η επίθεση την οποία την βλέπαμε ότι έρχεται (και ήδη είχε ξεκινήσει να έρχεται), ήτανε -αν θέλετε- ο ορίζοντάς μας. Στα ερωτήματα «και, καλά, αυτό εδώ που προτείνετε εσείς -εστίες αντίστασης εδώ, εστίες αντίστασης εκεί- οι οποίες σιγά σιγά να ενωθούνε» (είχε γίνει αυτό στα εξεταστικά, ενώθηκαν αυτές οι επί μέρους σε ένα κεντρικό θέμα) «αυτό όλο το σχέδιο το δικό σας», μας λέγανε, «πώς λύνει το πρόβλημα της προοπτικής; Πώς απαντάει στα μεγάλα ζητήματα, τα αναπάντητα του κομμουνιστικού κινήματος;» Και, φυσικά, απαντούσαμε ότι δεν είμαστε σε θέση σήμερα, με βάση τα δεδομένα και τους συσχετισμούς, να κάνουμε μια «αφήγηση» (όπως τους άρεσε να λένε) των πάντων. Δηλαδή, πώς θα είναι το κίνημα όταν δυναμώσει, πώς θα είναι το κομμουνιστικό κόμμα, πώς θα είναι ο σοσιαλισμός. Γιατί δεν έχει τελειωμό αυτό. Άμα ξεκινήσει ο άλλος και σου λέει «πώς θα είναι αυτό;», «πώς θα είναι εκείνο;», θα φτάσεις και στο ζήτημα «πες μου πώς θα είναι ο σοσιαλισμός». Και, βεβαίως, αν φτάσει στο πώς θα είναι ο σοσιαλισμός, γιατί να μη με ρωτήσει πώς θα είναι ο κομμουνισμός; Και εκεί τώρα, καταλαβαίνετε ότι εμείς δεν μπορούσαμε να υποκύψουμε σ’ αυτήν την πίεση. Και λέγαμε, λοιπόν, ανοίγουμε τα χαρτιά μας, μέχρι το Μέτωπο Αντίστασης και λέμε ότι μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια του Μετώπου Αντίστασης, με δεδομένο ότι υπάρχει και δίνει οξυγόνο και ζωντάνια, να διαπιστωθεί -και μέσα από τον διάλογο και μέσα από την αντιπαράθεση- τι περιθώρια σύγκλισης υπάρχουν σ’ ένα ιδιαίτερο δυναμικό - αγωνιστικό, αριστερό, ριζοσπαστικό, όπως θέλετε πέστε το. Και μέσα από αυτήν τη σύνθετη διαδικασία να μπαίνουνε οι βάσεις για να προχωράμε παραπέρα στα θέματα της προοπτικής κτλ. Δηλαδή, δεν ξεκόβαμε τη μία διαδικασία από την άλλη, και βάζαμε πάντοτε ως βάση το κίνημα και τις ανάγκες του κινήματος να παλέψει. Και μέσα εκεί (και μ’ αυτήν την προϋπόθεση) λέγαμε: «όποιοι τα βρίσκουμε, να τα βρούμε, όποιοι δεν τα βρίσκουμε, να αντιπαρατεθούμε και να προχωρήσουμε». Και φυσικά, βεβαίως, μέσα σ’ αυτήν την όλη συζήτηση φτάσαμε να διαπιστώσουμε ότι καμία άλλη πολιτική δύναμη δεν συμφωνούσε με αυτόν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς τα πράγματα. Ήταν η εποχή της συζήτησης για οικοδόμηση πόλου, η συζήτηση, ας πούμε, για οικοδόμηση ενότητας. Δηλαδή, βλέπαμε ότι τα πράγμα πηγαίνει (από τις υπόλοιπες μεριές) σε μια προσπάθεια να γίνουν συγκολλήσεις μπροστά στη δυσκολία των καιρών. Κι εμείς δεν θέλαμε να υποκύψουμε στις συγκολλήσεις. Θέλαμε να κρατήσουμε την ίδια λογική γιατί πιστεύαμε ότι είχε αποτελέσματα όποτε δοκιμάστηκε (είπα τα παραδείγματα, είχαμε κι άλλα). Η ουσία, λοιπόν, είναι ότι καταλήγουμε και λέμε ότι η σκέψη, η ιδέα για μια κίνηση ενιαία, πανελλαδική, που να έχει μια σχετικά ενιαία έκφραση κτλ δεν είναι ώριμη. Δεν είναι σε θέση να περπατήσει, δεν έχει αποδέκτες σαν τέτοια πρόταση και παραμένουμε στην άποψη της προσπάθειας για κοινή δράση.
Ταυτόχρονα, βέβαια, για πρώτη φορά τόσο έντονα είχαμε καταλήξει ότι αν δεν ισχυροποιηθεί μέσα στον κόσμο της Αριστεράς αυτή η διάθεση να λύνονται τα ζητήματα μέσα στο κίνημα και όχι έξω απ’ το κίνημα και με φαντασιοπληξίες (δηλαδή, ουσιαστικά, μια προσπάθεια να χτυπηθεί στην πράξη αυτή η τρομακτική, μικροαστική ανυπομονησία) δεν έχει νόημα. Άρα, λοιπόν, είπαμε ότι πρέπει για ένα διάστημα να προσπαθήσουμε να ισχυροποιήσουμε αυτή μας την τάση. Να κάνουμε μια όχι ακριβώς αυτοδύναμη κίνηση, αλλά να δώσουμε μεγάλο βάρος στους απολογισμούς γιατί δεν μπόρεσε να γίνει αυτό, γιατί απέτυχε η Μαχόμενη, γιατί δεν έγινε δεκτή η πρότασή μας το 2000 για μια πολιτική κίνηση με χαρακτηριστικά αντίστασης στην επίθεση.
Μ’ αυτό το πράγμα, λοιπόν, πήγαμε κι άρχισαν και φαίνονταν τα αποτελέσματα. Το 2000, όσοι συναγωνιστές θυμούνται, αυτή η τάση, η δικιά μας, ενισχύθηκε σημαντικά στις εκλογές. Το 2004 ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο. Το 2004 φάνηκε ότι ένας κόσμος αρχίζει και καταλαβαίνει. Τι καταλαβαίνει; Ότι χωρίς κίνημα, χωρίς αγώνα, χωρίς αντιπαράθεση με το σύστημα κτλ, μην περιμένετε! Τότε, όλο αυτό που εκπροσωπούμε εμείς είχε αποκτήσει -θα ’λεγε κανένας- μια μεγάλη αποδοχή, ανεξάρτητα αν συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν με επιμέρους θέσεις. Μας θεωρούσαν πολιτικά έντιμους, πολιτικά ξεκάθαρους, δεν υποκύπταμε σε κόλπα της εποχής κτλ. Και με βάση αυτό πήγαμε -όσοι το γνωρίζουν- μέχρι το 2007 όπου, εκλογικά τουλάχιστον, ξεχωρίσαμε από το σύνολο του εξωκοινοβουλίου. Δηλαδή, πλέον, το 2007 «ανταμείφθηκε», ας πούμε (μην το παρεξηγήσετε), όλη αυτή η προσπάθεια που κάναμε για πάνω από 15 χρόνια. Τότε έδειξε ότι είναι σε θέση να έχει αποτελέσματα και βρήκαμε ενίσχυση από ένα δυναμικό συγκεκριμένο.
Τι άλλαξε από τότε; Με το δεδομένο ότι εμείς δεν θέλαμε να υποχωρήσουμε από αυτή μας τη λογική, βλέπαμε ότι αρχίζουν και συγκροτούνται διάφοροι πόλοι. Είχε κάνει την προσπάθειά του το Μ-Λ ΚΚΕ με την Α/συνέχεια (τα βρήκανε «μπαστούνια») και, κυρίως, φάνηκε ότι όλο αυτό το πράγμα που δημιούργησε στη συνέχεια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θέλει -σώνει και ντε- να ενωθεί και να πατήσει πάνω στην αγωνία ενός κόσμου, ο οποίος, ναι μεν συμφωνούσε με τη λογική των αγώνων και της αντίστασης, αλλά ταυτόχρονα ήθελε και κάτι περισσότερο. Αυτό το «κάτι περισσότερο», βέβαια, δεν το αντιλαμβανόταν αυτός ο κόσμος τόσο μέσα στην κίνηση, αλλά το αντιλαμβανόταν την εποχή των εκλογών που οι πιέσεις ήταν μεγάλες. Όπου, δηλαδή, ο άλλος έμπαινε στο δίλημμα «ψήφισε τον έναν, ψήφισε τον άλλο, ψήφισε ΚΚΕ, ψήφισε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ» κι ένα δυναμικό, προσπαθώντας να σταθεί, είπε «εντάξει, ας ενωθούμε», «οι αρχές που θα πατήσουμε, ας μην είναι τόσο ξεκαθαρισμένες και θα φτιάξουμε έναν πόλο», ο οποίος λέχθηκε «πόλος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς» κτλ.
Ποιο ήταν το πρόβλημα; Το πρόβλημα ήταν με την κίνηση αυτή, ενώ είχε δεχθεί πλήγματα η λογική του εντυπωσιασμού, η λογική του μάρκετινγκ, η λογική τού κάνουμε κόλπα για να βγαίνουμε απ’ τη δύσκολη θέση, με το προχώρημα αυτής της υπόθεσης που λέγεται ΑΝΤΑΡΣΥΑ άρχισε αυτό το πράγμα να ξαναφουσκώνει σιγά-σιγά και ν’ αρχίσει να φαίνεται ότι «εντάξει, ρε παιδί μου, οι αγώνες, εντάξει η αντίσταση, αλλά τι θα γίνει εκεί πέρα; Μ’ αυτό το πράγμα που θα πάμε; Και χρειάζεται και κάτι περισσότερο, κάτι περισσότερο»...
Κι έρχεται το 2010 και το περισσότερο εμφανίστηκε, και ήταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ! Ο οποίος ΣΥΡΙΖΑ τι έταξε; Τον ΣΥΡΙΖΑ δεν τον περίμενε κανένας. Όταν συζήταγες το ’95 ποια θα είναι η κινητήρια δύναμη που θα καταφέρει να ενώσει -έστω σε σαθρή βάση- όλο αυτό το πράγμα, δεν μπορούσες να φανταστείς ότι θα ’ταν το ΣΥΡΙΖΑ. Πιο πολύ έλεγες «αν βάλει μυαλό το ΚΚΕ, πιο πολύ το ΚΚΕ θα ’ναι αυτό που θα καταφέρει να τους βάλει όλους -να με συμπαθάτε για την έκφραση- ‘στο βρακί του’ κάποια στιγμή». Και φαίνονταν αυτά τα σημάδια. Όμως η «μουλαροσύνη» και η ανοησία από την πλευρά του ΚΚΕ, άφησε ένα πεδίο ελεύθερο κι εκεί που δεν το περίμενες, εμφανίζεται σιγά-σιγά ως ατμομηχανή της ενότητας, που όλα θα τα ενώσει κτλ, το δυναμικό αυτό του Συνασπισμού...
Ε, σπεύδουνε τώρα και η ΚΟΕ και η «ΜΟΕ» κτλ, και φτιάχνεται ένα κλίμα που λέει: «ναι, εντάξει, καλά τα λέγατε, καλά τα λέγατε και καλά τα κάνατε, και σας αναγνωρίζουμε ότι έχετε συμβάλει στους αγώνες, έχετε συμβάλει στην αντίσταση, στην αντίσταση στην καταστολή, έχετε συμβάλει εδώ, εδώ, εδώ. Όμως τώρα, πώς να το πούμε, ήρθε η ώρα για να περάσουμε σε μια άλλη φάση».
Και ποια είναι η άλλη φάση; Εδώ είναι τώρα. Η άλλη φάση -αυταπάτες- ήταν ότι ήρθε η ώρα πλέον, αυτός ο λαός -ο δοκιμασμένος, ο χτυπημένος, ο έτσι, ο αλλιώς- να πάρει την υπόθεση στα χέρια του. Ωραίο ακουγότανε. Και, φυσικά, επειδή όλη η επαναστατική αντίληψη ήταν στα αζήτητα, δεν άλλαξαν οι συσχετισμοί επί της ουσίας. Ακόμα και το 2007 που εμείς ενισχυθήκαμε αρκετά, σε δευτερεύουσες πλευρές πήραμε τη ενίσχυση. Δεν την πήραμε στη βάση ότι αυτοί εδώ έχουνε, και σωστά το λένε, μια σωστή αντιμετώπιση όχι μόνο του άμεσου αλλά και του προοπτικού. Θεωρήσανε ότι τα πάμε καλά στο άμεσο, αλλά στο προοπτικό δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Άρα θα πρέπει να βοηθηθούνε από άλλους. Και ποιους άλλους; Τον ΣΥΡΙΖΑ! Και με ποιον τρόπο, εφόσον η επανάσταση ήταν μακριά; Τι έμενε, λοιπόν; Έμενε να δούμε, μήπως μέσα από τις εκλογές, βγει επιτέλους μια κυβέρνηση και (με βάση τα όσα είχαν οι Λατινικές Αμερικές κτλ) μπορέσει ο λαός να δει καλύτερες μέρες.
Τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το 2010 υπήρξαν καθοριστικά γιατί κυοφορούσαν σειρά αλλαγών και ανατροπών διεθνώς και στη χώρα μας. Ήταν τα χρόνια που ξέσπασε η βαθιά οικονομική κρίση του συστήματος με κέντρο τις ΗΠΑ, που με τη σειρά της τροφοδότησε τον μετέπειτα γύρο των εντεινόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Ήταν τα χρόνια που παντού στον κόσμο απογειώθηκε η βάρβαρη καπιταλιστική επίθεση που σάρωνε κάθε υπόλοιπο λαϊκού-εργατικού δικαιώματος και βάθαινε ακόμα περισσότερο την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης.
Τα χρόνια αυτά υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικά για τη χώρα μας, διότι το -τότε κυρίαρχο για σχεδόν 40 χρόνια μετά την μεταπολίτευση- πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης, ολοκληρώνει το έγκλημα παραδίνοντας τη χώρα στα νύχια του ΔΝΤ.
Μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη που με τη σειρά της τροφοδότησε το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας και από την ΕΕ και το άνοιγμα μιας κυριολεκτικά μαύρης περιόδου για το λαό της χώρας, που ακόμη δεν έχει κλείσει και που, αν δεν μεσολαβήσουν μια σειρά νέοι παράγοντες, δεν φαίνεται ότι θα πάρει τέλος.
Ο πολιτικός μας χώρος, όπως φαινόταν μέσα από τις εκτιμήσεις του ΚΚΕ(μ-λ) και τις τότε αποφάσεις του, σε γενικές γραμμές προβλέπει ικανοποιητικά την ιδιαίτερα αντιδραστική χροιά των εξελίξεων στη χώρα και διεθνώς.
Τα άγρια και απανωτά κύματα επίθεσης που ακολουθούν μετά το 2010 επιβεβαιώνουν τις βασικές αυτές εκτιμήσεις. Με ικανοποιητικό, επίσης, τρόπο προβλέπουμε τους κλυδωνισμούς και την αποδυνάμωση του πάλαι ποτέ πανίσχυρου, του δικομματικού λεγόμενου συστήματος διακυβέρνησης. Επίσης, προβλέπουμε τις ανακατατάξεις στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς αλλά και στην εξωκοινοβουλευτική της συνιστώσα. Αυτό, όμως, που με ιδιαίτερη ένταση υπογραμμίζαμε ήταν οι ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις που θα έχει και είχε στην προσπάθεια του λαού να αντισταθεί στην επίθεση, η απουσία ενός ταξικού εργατικού κινήματος, η αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτά τα καθοριστικά κενά, ναι μεν δεν απαγόρευαν και δεν απαγόρευσαν, όπως φάνηκε, ξεσπάσματα και εκρήξεις, όμως έβαζαν εκ των πραγμάτων ένα ανώτατο όριο που εμπόδιζε την πάλη του λαού να πάρει χαρακτηριστικά αναμέτρησης με το σύστημα και τον εγκλώβιζαν στα ρεφορμιστικά μέτρα μιας άλλης, υποτίθεται φιλολαϊκής, διαχείρισης.
Αυτό βιώσαμε σε γενικές γραμμές την περίοδο 2010-2012 όταν μέχρι το 2015, γίναμε μάρτυρες μιας μεγάλης κίνησης μαζών -κυρίως μικρής και μεσαίας αστικής προέλευσης- οι οποίες, βλέποντας ότι γίνονται θυσία με ωμό τρόπο στο βωμό του ξεπεράσματος της κρίσης, αντέδρασαν. Η αντίδρασή τους ήταν τόσο έντονη που κυριολεκτικά σάρωσαν το προηγούμενο πολιτικό σκηνικό, έσπασαν κοινωνικά συμβόλαια δεκαετιών, προκάλεσαν ρήξεις στον κοινωνικό ιστό και κλόνισαν παραδοσιακές συμμαχίες. Απελευθέρωσαν, επίσης, μεγάλα τμήματα της επιρροής κυρίως του ΠΑΣΟΚ και λιγότερο της ΝΔ, και για πρώτη φορά -με κέντρο τις πλατείες- εμφανίστηκε μια τόσο διευρυμένη λαϊκή αγανάχτηση και οργή. Φυσικά, οι μόνιμοι και βαθύτεροι αρνητικοί όροι, αλλά και οι ευρύτεροι αρνητικοί συσχετισμοί που δεν μπορούσαν να ανατραπούν, καθόριζαν και τα πολύ μικρά περιθώρια αυτή η ευρύτερη λαϊκή αφύπνιση (επαναλαμβάνουμε, μικρής και μεσαίας αστικής προέλευσης) να μπολιαστεί με στοιχεία εργατικής αντίστασης και χειραφέτησης. Αυτές τις βαθιές αδυναμίες αξιοποίησαν οι δυνάμεις του συστήματος και κατόρθωσαν να ισχυροποιήσουν μια σειρά αρνητικά χαρακτηριστικά που συνόδευαν το ξέσπασμα. Αυτές τις αδυναμίες αξιοποίησαν οι φασίστες "χαμαιλέοντες" της Χρυσής Αυγής και μια σειρά εθνικιστικά στοιχεία και θέριεψαν στο Σύνταγμα. Αυτές τις αδυναμίες αξιοποίησαν οι ρεφορμιστές του ΣΥΡΙΖΑ και αναδείχτηκαν σαν την ατμομηχανή της όλης αυτής λαϊκής έκρηξης. Και φυσικά, μην υποτιμάμε τον ιδιαίτερα παθητικό και αμυντικό ρόλο του ΚΚΕ, έκφραση του πάγιου φόβου του απέναντι στην κίνηση των μαζών, που με την απουσία του από τις πλατείες άφησε τις πρωτοβουλίες στον ΣΥΡΙΖΑ.
Πολλοί από την Αριστερά, αλλά και από το εξωκοινοβούλιο, θαμπώθηκαν και (καθόλου πρωτότυπο) απογειώθηκαν. Έτσι, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ (με πολύ μικρές αποστάσεις) διαμορφώθηκε σιγά-σιγά η ρεφορμιστική αυταπάτη της "αριστερής κυβέρνησης" που με το "μεταβατικό" της πρόγραμμα θα ανοίξει για τα καλά το δρόμο του λαού, θα τον ανακουφίσει και μάλιστα θα βάλει τις βάσεις για μια άλλη κοινωνία.
Στον αντίποδα αυτής της απογείωσης αναπτύχθηκε η λογική ΚΚΕ που κάθε μέρα έστηνε ανώδυνες "αερογέφυρες" με τη λαϊκή του εξουσία, που το πλήρωσε και το πληρώνει με μια μεγάλη μείωση της επιρροής του.
Ωστόσο, πάντα υπήρχε ο κίνδυνος (και φάνηκε αυτό) ένας κόσμος που δεν έφαγε το παραμύθι του ΣΥΡΙΖΑ να εγκλωβιστεί στην ΚΚΕδικη σιγουριά, που επίσης προσφέρει τις χειρότερες υπηρεσίες στην αποσυγκρότηση του κινήματος. Ο πολιτικός μας χώρος (χωρίς κανένα κυριολεκτικά σύμμαχο, μιας και ακόμη και το Μ-Λ ΚΚΕ απείχε) ψύχραιμα απέφυγε τους σκοπέλους και ούτε απογειώθηκε ούτε υποτίμησε. Παρέμβηκε με όλες του τις δυνάμεις σε μια αριστερή-αγωνιστική βάση, δίνοντας -όπου και όσο μπορούσε- την προοπτική το κίνημα αυτό να μην εκφυλιστεί σε ένα κίνημα μιας "άλλης" διαχείρισης" μέσα από εκλογές. Διεκδίκησε στην πράξη το δικαίωμα των κομμουνιστών να παρεμβαίνουν με όποιο τρόπο επιλέγουν στην ταξική πάλη και τη λαϊκή αντίσταση.
Μια άλλη πλευρά του όλου ξεσπάσματος, που επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις μας για τα όριά του και που φάνηκε σιγά-σιγά, ήταν ότι η πίεση που ασκούσε το ξέσπασμα οδηγούσε ρεφορμιστές και γραφειοκρατία που συγκροτούσαν τις καρικατούρες τύπου ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ να προκηρύσσουν κινητοποιήσεις και απεργίες εργαζομένων για την τιμή των όπλων. Έλα όμως που μέσα στην ατμόσφαιρα των ημερών εκείνων οι απεργίες αυτές συγκέντρωναν χιλιάδες εργαζόμενους που με την -ευκαιριακή έστω- παρουσία τους στις πλατείες έδιναν μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη δυναμική που -μεταξύ άλλων- εκφραζόταν και στις αντοχές και την επιμονή των διαδηλωτών στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής.
Διαπιστώσαμε, λοιπόν, όταν καταλάγιασε η φωτιά, ότι αυτό που ζήσαμε τα χρόνια 2010-2012 ήταν μια έμπρακτη επιβεβαίωση ότι αυτό που με αδρές γραμμές διακηρύσσαμε σαν ανάγκη -το Μέτωπο Αντίστασης δηλαδή- μπορεί να υπάρξει και να εκφράζεται κοινωνικά και πολιτικά έτσι όπως επιτρέπουν κάθε φορά οι συσχετισμοί, οι δυνατότητες (ή οι αδυναμίες, αν θέλετε) του υποκειμενικού παράγοντα.
Την περίοδο εκείνη, λοιπόν, οι όποιες ημιτελείς επεξεργασίες μας και περιγραφές της κατάστασης που διαμορφώσαμε μέσα στις δεκαετίες του 2000, επιβεβαιώθηκαν. Την περίοδο εκείνη εμφανίστηκε ένα -κατ' ουσία- μέτωπο αντίστασης, αυτό που μπορούσε να υπάρξει!
Ένα μέτωπο αντίστασης που συνοδεύτηκε από έξοδο μαζών στο προσκήνιο, που οι στόχοι εκείνοι δεν είχαν ορίζοντα την αναμέτρηση με το σύστημα, ενσωματώθηκαν σε μια ολόκληρη κίνηση που κατέληξε μετά από αρκετά ζιγκ-ζαγκ να αναπαράξει όλα τα στοιχεία της αντιλαϊκής διαχείρισης που έκανε το απερχόμενο πολιτικό σύστημα.
Τα χρόνια εκείνα αντιλαμβανόμαστε ότι οι κατευθύνσεις που είχαμε χαράξει στα μέσα της δεκαετίας του 2000 πρέπει να εξειδικευτούν και να πάρουν χαρακτήρα πολιτικής πρότασης που θα απευθύνεται σ' ένα αγωνιστικό, προοδευτικό, ριζοσπαστικό (ή όπως αλλιώς θέλετε) δυναμικό και θα το καλεί σε μια αναβαθμισμένη μετωπική συνεργασία η οποία θα παρέμβει πιο αποφασιστικά στην πάλη των μαζών, σε μια αντικαπιταλιστική - αντιιμπεριαλιστική - αντιδιαχειριστική κατεύθυνση.
Θεωρούμε αναγκαία την επαναφορά μιας τέτοιας πολιτικής πρότασης ακόμα και αν οι αποδέκτες της είχαν άλλες επιλογές ή άλλες δεσμεύσεις. Μέσα από αυτήν τη συνεργασία -στο βαθμό που ευοδωθεί και δεν ξεστρατίσει σε αδιέξοδες πρακτικές αυτοεγκλωβισμού της- θα αρχίσουν να μπαίνουν οι βάσεις για μια ιδιαίτερη μετωπική συσπείρωση μέσα στο Μέτωπο Αντίστασης και Διεκδίκησης, η οποία, αφενός, θα έχει ευρύτερο και πιο μακρινό ορίζοντα την αναμέτρηση μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών και, αφετέρου, θα διαμορφώνει γόνιμο έδαφος συμβαδίζοντας με την πορεία ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης για την επανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος. Μια τέτοια προσπάθεια την συνοψίσαμε σ' αυτό που ονομάσαμε «ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΡΟΜΟ», προσπάθεια αναβαθμισμένης δυνατότητας επεξεργασίας γραμμής πάλης, επιμονή στη σύνδεση κοινής δράσης και ιδιαίτερης δικής μας παρέμβασης, με φόντο την ανάγκη αναλύσεων για τους χώρους που παρεμβαίνουμε, αλλά και για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της.

6 σχόλια:
Καλό το κείμενο,αλλά έχω μιά απορία.Σχεδόν όλες οι οργανώσεις της εξωκ.επαναστατικής αριστεράς ανά τακτά χρονικά διαστήματα βγάζουν ενωτικά καλέσματα και συνδιοργανώνουν κινητοποιήσεις/δράσεις,με τον χώρο σας να μη συμμετέχει σε πολλές από αυτές τις προσπάθειες.
Ή οι υπόλοιπες οργανώσεις σας παίζουν βρώμικο παιχνίδι,χωρίς ποτέ να σας καλούν σε μιά συνάντηση από αυτές που γίνονται με τους άλλους και ύστερα ύπουλα σας εγκαλούν για αντιενωτική δράση ή εσείς οι ίδιοι παραμένετε προσκολλημένοι στα στενά όρια της δικής σας λογικής και τα απορρίπτετε όλα.
Γιατί ασπούμε,δε γίνεται να υπογράφετε στο κοινό κάλεσμα για Ομπάμα και μετά να έχετε δικό σας ξεχωριστό, διακριτό μπλοκ στο τέλος της πορείας.Ή πιο πρόσφατα στην υπόθεση της Ηριάννας,δε γίνεται να υπογράφεις κοινό κείμενο,αλλά στις δράσεις που γίνονται να μη συμμετέχεις.Χθες βγήκε κοινό κάλεσμα πολλών οργανώσεων για την επέτειο Φύσσα,έχετε λάβει γνώση;
Δεν σας εγκαλώ,ούτε σας κατακρίνω,απλά ρωτάω για να μη μένουν θολά σημεία,γιατί πολλοί βγάζουν εύκολα συμπεράσματα.
Red
Για όλα όσα αναφέρεις, και για τα συγκεκριμένα παραδείγματα, έχουμε γράψει και έχουμε απαντήσει και από αυτό το blog. Ως προς την ουσία του ζητήματος νομίζω ότι το κείμενο είναι ξεκάθαρο.
Τη κοινή δράση εμείς τη καταλαβαίνουμε σα μια διαδικασία που θα τιμάει τη λέξη "κοινή" από την αρχή μέχρι το τέλος! Αν και πολλές φορές έχουμε συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις στη διοργάνωση των οποίων δεν καλεστήκαμε ούτε ρωτηθήκαμε και τις μάθαμε από το διαδίκτυο. Από την άλλη πλέον δεν είμαστε διατεθιμένοι να "τρώμε" το καπέλο του κάθε ένα που αποφασίζει από τα πριν για κάτι, για το πλαίσιό του, για το που θα πάει και τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια και μετά καλεί τους άλλους να τον ακολουθήσουν χωρίς καν να συζητάει απολύτως τίποτα. Στα δικά μας καλέσματα τέτοια λογική δεν υπήρξε ποτέ και ούτε πρόκειται να υπάρξει και όποιος μπορεί ας αποδείξει το αντίθετο!
Στο θέμα των κινητοποιήσεων για την Ηριάννα συμμετείχαμε στις δύο από τις τρεις που πραγματοποιήθηκαν. Στη τελευταία που επίσης τη μάθαμε από το διαδίκτυο δε συμμετείχαμε γιατί διαφωνούσαμε πλήρως με το τρόπο και πολύ περισσότερο με το πλαίσιο που έγινε.
Δεν έχω υπόψη μου το κοινό κάλεσμα για το Φύσσα που λες αλλά φαντάζομαι ότι αν είχαμε καλεστεί θα το ήξερα! Έτσι κι αλλιώς τις αποφάσεις του το ΣΕΚ τις έχει πάρει από τον Ιούλιο. Από εκεί και πέρα όποιος θέλει ακολουθεί, συμβιβάζεται και κάνει τις μοιρασιές του, τώρα που βρήκε λόγο και αυτό να πηγαίνει στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Εδώ και αν υπήρξε πλήρης αγνόησή μας!
Για τη περίπτωση Ομπάμα έχουμε γράψει αρκετά. Να υπενθυμίσω μόνο ότι πανελλαδικά γίνανε 13 κινητοποιήσεις με δική μας πρωτοβουλία. Και αν και συμμετείχαν αρκετές οργανώσεις, ανάλογα με τις δυνάμεις που είχαν σε κάθε πόλη, στα επίσημα σάιτ των οργανώσεων και των συνεργατικών σχημάτων τους υπήρχε μόνο της Αθήνας, ίσως και της Θεσσαλονίκης. Στην Αθήνα ενώ προχωρούσαν ανοιχτές συζητήσεις παράλληλα υπήρχαν και άλλες τις οποίες αγνοούσαμε με αποτέλεσμα να βγει στην ιστοσελίδα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η αφίσα της Πρωτοβουλίας που ήταν υπό συγκρότηση με το κείμενο της Θεσσαλονίκης και υπογραφές οργανώσεων στις οποίες δεν είμασταν μιας και δεν το ξέραμε αλλά και να το ξέραμε πιθανά να μην υπογράφαμε μιας και υπήρχε ήδη η προηγούμενη προσπάθεια! Δύο διαδικασίες για το ίδιο ζήτημα τι νόημα είχαν; Παρ' όλα αυτά επιμέναμε στη Πρωτοβουλία αποφασίστηκε τελικά να φτιαχτεί πανό που θα έμπαινε μπροστά και στην ίδια τη συγκέντρωση γίνανε τραγελαφικά σκηνικά για το ποιος θα μπει μπροστά και ποιος θα ελέγχει το πανό! Διακριτό μλοκ είχαμε αλλά όχι στο τέλος. Μπροστά μας ήταν η ΛΑΕ και πίσω μας η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Γενικά η στάση των οργανώσεων θα έλεγα (ίσως πιο ...κομψά!) ότι είναι όπως τη περιγράφεις αλλά δεν είναι κανόνας. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις! Είτε στην Αθήνα είτε στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Αναφερετε στο κείμενο Το στάδιο ιμπεριαλιστικής αποσύνθεσης, στο οποίο έχει φτάσει η σημερινή καπιταλιστική κοινωνια. Μήπως μπορεί να διαφωτισει κάποιος τι ειναι?
ΧΠ
Μάλλον πρόκειται για μια διαφορετική διατύπωση της κλασικής ρήσης ότι ο ιμπεριαλισμός είναι (εκτός των άλλων) ο καπιταλισμός που σαπίζει.
Τ.Σ.
Όπως αναφέρω και στο κείμενο που βρίσκεται πάνω από τη φόρμα των σχολίων: θα διαγράφονται σχόλια άσχετα με το κείμενο ή τη ροή μιας συζήτησης και τα οποία γράφονται μόνο και μόνο για να προκαλέσουν και να αποπροσανατολίσουν.
Συμφωνώντας με το σχόλιο των αντιγειτονιών (2:33μμ) να προσθέσω ότι το ζήτημα με το οποίο επιχειρεί να αναμετρηθεί το κείμενο, πέρα από ενδιαφέρον είναι αρκετά σύνθετο και δύσκολο, γιατί ακριβώς "ακουμπά" την πραγματικότητα αλλά και την κατάσταση του κινήματος που όλοι βιώνουμε. Είναι, άρα, μια συζήτηση που αφορά όλους τους αγωνιστές. Προτρέπω λοιπόν σε μια συνέχιση του διαλόγου πάνω στο δίπολο κοινή δράση και αυτοδύναμη παρέμβαση και με τις πολλές πλευρές που έχει αυτό, ώστε να αποκτήσει αυτός ο (διαδικτυακός) διάλογος ένα ουσιαστικό περιεχόμενο.
Τ.Σ.
Δημοσίευση σχολίου