17 Σεπτεμβρίου 2017

Για τον Μάνο το Λοΐζο

Πώς τα κατάφερνε αυτός ο άνθρωπος και συνέθετε ό,τι μουσική επέλεγε. Ο λόγος για το Μάνο Λοΐζο, έναν από τους λαϊκότερους μουσικοσυνθέτες του ελληνικού λαού, που μας άφησε πρόωρα τέτοια μέρα πριν από 35 χρόνια. Εμείς οι νεότεροι βέβαια δεν τον προλάβαμε, ούτε καν προλάβαμε κάποια περίοδο δόξας του, που να αγκαλιαζόταν μαζικά από το λαό. Όμως σίγουρα το έργο του ήταν τόσο σπουδαίο, τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή και τον αγώνα που ακόμη και το ίδιο το αστικό κράτος δεν μπορούσε να τον αρνηθεί και να θάψει τα τραγούδια του, τα οποία πήραν εξέχουσα θέση μέχρι και μέσα στις σχολικές γιορτές, εκεί που αυτή η γενιά τουλάχιστον τον πρωτανακάλυψε. Βέβαια δε θα μπορούσε να λείπει το τίμημα, αφού αυτή η “διδαχή” των τραγουδιών του στο σχολείο, παρέμενε να έχει αυτό το βαρύ φορτίο του γραφικού, μιας και αδυνατούσαν (ή και δεν ήθελαν) να μας δώσουν να καταλάβουμε την αγωνιστική σημασία και διάθεση του έργου ενός από τους μεγαλύτερους επαναστάτες καλλιτέχνες του χώρου μας.

Ο Λοΐζος ήταν επαναστάτης καλλιτέχνης όχι απλώς επειδή οι αναφορές του στον αγώνα ήταν ποικίλες, αλλά επειδή όπως και κάθε επαναστάτης καλλιτέχνης μιλούσε για όλο το περιεχόμενο της ζωής. Βέβαια μια απλή γλυκανάλατη αναφορά δεν έχει τίποτα το προοδευτικό, επομένως τα λαϊκά και προοδευτικά χαρακτηριστικά που έχει και πρέπει να έχει η ζωή, είναι, ως όφειλαν, παρόντα. Ο Μάνος ήταν άνθρωπος μιας ειδικής μαγιάς, από αυτούς που ξέρουν να “διαβάζουν” τον κόσμο γύρω τους και να αναγνωρίζουν το πρόβλημα και να προσφέρουν λύση, όση δυνατότητα λύσης δηλαδή αναλογεί στην τέχνη. Έγραψε λαϊκά, έντεχνα, μπαλάντες, ροκ. Έγραψε όσα χρειαζόταν να ακούσει αυτός ο λαός: τραγούδια για τους εργάτες, τραγούδια για τους νέους, τραγούδια μιας πιο εναλλακτικής προσέγγισης, τραγούδια για όλα (ή τουλάχιστον τα περισσότερα) τα γούστα, χωρίς να φθίνει το επαναστατικό του πρόσημο προκειμένου να γίνεται αρεστός, έτσι γενικά κι αόριστα. Αποτέλεσε έτσι μία από τις σημαντικότερες φιγούρες του αντιδικτατορικού και αντιφασιστικού αγώνα, που δεν ξεπούλησε την τέχνη του όπως έκαναν ορισμένοι “καλλιτέχνες” κατά την περίοδο της Χούντας.

Θα πει κανείς πως οι στίχοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία τουλάχιστον απ'όσο γνωρίζω, δεν είναι δικοί του. Κι όμως, το ζητούμενο δεν είναι αν οι λέξεις των τραγουδιών του γράφτηκαν από τον ίδιο, αλλά το γεγονός πως επέλεξε να μελοποιήσει μια σειρά αριστερών και κομμουνιστών ποιητών (ανάμεσά τους κι ο Ναζίμ Χικμέτ) λέει ίσως και τα πάντα για το τι ήταν αυτό που ήθελε να εκφράσει, δηλαδή και τους πόνους και τους αγώνες, αλλά κυρίως και την προτροπή για αγώνα τόσο του ελληνικού λαού όσο και των υπόλοιπων (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο δίσκος του “Τα Νέγρικα”). Τραγούδια για την απεργία, για την κατάληψη, για τη διαδήλωση και τον αντιφασιστικό αγώνα αλλά και τραγούδια για την εργασία, για το γλέντι, για τον έρωτα και ό,τι αφορά και κάνει άξια και όμορφη τη ζωή ενός ανθρώπου.

Βέβαια για μένα και η ίδια η μουσική σύνθεση, αν και δεν έχει λέξεις αυτή καθαυτή για να μιλήσει, αποτελεί σημαντικότατη πολιτική δήλωση. Δεν επέλεξε λοιπόν να γράψει πάνω στα αμερικάνικα φέρ' ειπείν ιδιώματα, ιδιαίτερα την περίοδο που βάθαινε η εξάρτηση από τις ΗΠΑ και πλησίαζε το πραξικόπημα. Επέλεξε να βασιστεί στη μουσική ιστορία της χώρας και να χρησιμοποιήσει πληθώρα παραδοσιακών οργάνων. Δεν είχε στόχο όμως να συνθέσει μια απλώς ξαναδοσμένη παράδοση, όπως επιλέγει συχνά-πυκνά η αστική τέχνη, αλλά να ανανεώσει τη μουσική, να την “πετάξει” μπροστά, να δώσει ολοκαίνουρια ακούσματα και να αποτελέσει βάση για ακόμη μεγαλύτερο προχώρημά της. Με λίγα λόγια να έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχε από πάντα και οφείλει να συνεχίσει να έχει η δική μας, η επαναστατική τέχνη.

Δεν ξέρω αν θα ήταν σπουδαιότερος αν ζούσε μέχρι και σήμερα ο Μάνος Λοΐζος, δε με απασχολεί κιόλας να ξαναγράψω την ιστορία με υποθετικό λόγο. Δεν ξέρω ούτε αν θα συνέχιζε να είναι ο κομμουνιστής που υπήρξε σε όλη του την καλλιτεχνική ζωή, όπως άλλωστε πολλοί πάλαι ποτέ καλλιτέχνες που από τις αναφορές στον ταξικό αγώνα πέρασαν στην τέχνη του καπιταλισμού. Ξέρω όμως πως υπηρέτησε τόσο την τέχνη όσο και τον ελληνικό λαό με τον πιο επαναστατικό τρόπο: τους έδειξε μελωδικά τι θα πει αγώνας και πώς μπορεί να ξεπηδήσει το νέο μέσα από την πάλη ενάντια στο παλιό.

Υ.Γ.: Λέγεται πως στη μελοποίηση των ποιημάτων του Χικμέτ, ο Λοΐζος θεωρώντας πως δεν τα καταφέρνει καλά, είπε στον Θάνο Μικρούτσικο που είχε ήδη μελοποιήσει τα ποιήματα του πρώτου ότι δεν μπορεί να τον φτάσει στο συνθετικό του έργο και γι'αυτό απογοητευμένος δεν το συνέχισε. Κρίνοντας από τις ηχογραφήσεις του δίσκου “Γράμματα στην Αγαπημένη”, θα έλεγα πως αυτές έχουν τη φύση προσχεδιακής καταγραφής, αν τις συγκρίνουμε μάλιστα με άλλες ηχογραφήσεις του τέτοιας φύσης. Παρ'όλ'αυτά, προσωπική μου γνώμη είναι πως το έργο, στο βαθμό που μου αναλογεί να κρίνω, είναι ολοκληρωμένο, ή εύστοχα ατελές• έχει ακριβώς αυτή τη φόρμα που ταιριάζει και στη μουσική του Λοΐζου και στην ποίηση του Χικμέτ• έχει την απλότητα και την ευθύτητα που αρμόζει σε μια αυθεντική αγωνιστική απεύθυνση σε εμάς που έχουμε πραγματική ανάγκη από μια τέτοια τέχνη.

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: