Η αστυνομία ισχυρίζεται πως και οι 15 που σκοτώθηκαν στο Νουλκατόνγκ, νωρίτερα αυτό το μήνα (στμ. Αύγουστος 2018) ήταν μαοϊκοί αντάρτες.
Καθώς η Ινδία ξεδίπλωνε τα τρία χρώματα για να γιορτάσει τα 71 χρόνια ελευθερίας, η Μουτσάκι Σούκντι καθόταν κάτω από την αχυρένια σκεπή στο σπίτι της στο Νουλκατόνγκ, στη συνοικία Σούκμα του Τσατισγκάρχ, ακόμα μουδιασμένη από τη δολοφονία του γιου της, Μουτσάκι Μούκα. Ο γιος της ήταν ένας από τους 15 που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας τις πρώτες ώρες της 6ης Αυγούστου, σε μια επιχείριση που η αστυνομία περιχαρής παρουσίασε ως “μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις εναντίον των Ναξαλιτών στην ιστορία του Τσατισγκάρχ”.
Σύντομα μετά τις δολοφονίες, η αστυνομία δημοσίευσε στα ΜΜΕ φωτογραφίες από πολλά πτώματα σφιχτά τυλιγμένα σε μαύρο πλαστικό. Σε μια φωτογραφία, ο Μουτσάκι Μούκα φοράει μπλουζάκι παραλλαγής - αλλά δε φαίνεται να έχει καθόλου λεκέδες αίματος πάνω. Από τους 15 νεκρούς, οι 6 ήταν από το Νουλκατόνγκ. Οι άλλοι ήταν από οικισμούς εκεί κοντά: έξι από τη Γκομπάντ και 3 από την Ετεγκάτα, τη Μπελπόγια και το Κίντρελπαντ. Η αστυνομία ισχυρίστηκε πως όλοι ήταν μέλη των λαϊκών πολιτοφυλακών που συνεργάζονται με τους μαοϊκούς. Αλλά δύο εβδομάδες μετά τις δολοφονίες, όταν το Scroll.in συνάντησε τις οικογένειες από τις οποίες προέρχονται δέκα από τους νεκρούς, αυτές επέμεναν ότι οι συγγενείς τους δεν είχαν σχέσεις με τους μαοϊκούς.
Η Μουτσάκι Σούκντι ισχυρίστηκε ότι ο γιος της δεν ήταν μεγαλύτερος από δεκαπέντε χρόνων. Για να δείξει πως δεν ήταν ψηλός, ύψωσε το χέρι της για να δείξει το ύψος του και για να συγκρίνει, έδειξε ένα αγόρι που στεκόταν κοντά που ήταν στην ίδια ηλικία με το γιο της. Ο Μουτσάκι Μούκα δεν πήγαινε σχολείο, καθώς στο χωριό τους δεν υπήρχε. Ο πατέρας του είχε πεθάνει το 2007. Αυτός και η μεγάλη του αδερφή, η Χίντμε, βοηθούσαν τη μητέρα τους να φροντίζει το χωράφι. Ο νεαρότερος αδερφός, ο Πόγια, είναι μαθητής σε ένα κυβερνητικό σχολείο στο οποίο διανυκτερεύει, στην Κόντα, που είναι το κεφαλοχώρι στην περιοχή.“Εάν χρειαστεί να πάω μέχρι και το Δελχί για να αποδείξω πως ο γιος μου ήταν αθώος, θα πάω.” δήλωσε η Μουτσάκι Σούκντι.
Στις 8 Αυγούστου η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών της Άντρα Πραντές και της Τελανγκάνα υπέβαλε μια αγωγή δημοσίου συμφέροντος στο Ανώτατο Δικαστήριο, αμφισβητώντας την εκδοχή της αστυνομίας σχετικά με τις δολοφονίες. Το δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή και την κυβέρνηση του Τσατισγκάρ να παρουσιάσουν τους ισχυρισμούς τους στις 29 Αυγούστου.
Μια τραγική απόφαση
Το σημείο όπου οι 15 σκοτώθηκαν είναι περίπου 2χλμ από το χωριό Νουλκατόνγκ. Οι χωρικοί το αποκαλούν “kheta” ή “ladi” - ένα αυτοσχέδιο καταφύγιο που κατασκευάζεται κατά την περίοδο των καλλιεργειών. Ένα δεκαπενθήμερο μετά τις δολοφονίες, οι αποδείξεις της βίαιης σκηνής που διαδραματίστηκε ήταν ακόμα εμφανείς. Τα φύλλα φοινικιάς που σχημάτιζαν την οροφή, κείτονταν σε σωρό, τα ρούχα και ένα ζευγάρι παντόφλες κρέμονταν από τον πρόχειρο φράχτη. Κομμάτια σπασμένων βραχιολιών ήταν διασκορπισμένα στο έδαφος τριγύρω.
Όταν οι δυνάμεις της ασφάλειας άνοιξαν πυρ στο σημείο που ήταν το καταφύγιο, νωρίς της 6ης Αυγούστου, εκεί βρίσκονταν 30 άνθρωποι- 26 άντρες και 4 κορίτσια, είπε ο Μαγκντού, που βοήθησε το Scroll.in να έρθει σε επαφή με τις οικογένειες των νεκρών. 15 σκοτώθηκαν, 4 εκ των οποίων έφηβοι, μικρότεροι των 14 ή 15, είπαν οι οικογένειές τους. 4 άνθρωποι φυλακίστηκαν. Ο Μάντκαμ Ντούα είναι ακόμη υπό κράτηση. Μια γυναίκα εν ονόματι Ντούδι Μπούδρι νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο στη Σούκμα, περίπου 20χλμ από το Νουλκατόνγκ. Ο Μάντβι Λάκμα και ο Σόντι Άντα απελευθερώθηκαν έπειτα από 8 μέρες και περιέγραψαν και οι δύο τις δολοφονίες στο Scroll.in. Ανάμεσα στους 11 που κατάφεραν να ξεφύγουν από τα πυρά, το Scroll.in πήρε συνέντευξη από δύο κορίτσια από το Νουλκατόνγκ και έναν άντρα από το Γκομπάντ. Οι υπόλοιποι μάρτυρες διέφυγαν στο γειτονικό Άντρα Πραντές, φοβούμενοι νέες επιχειρήσεις από την αστυνομία, είπαν οι χωρικοί. Οι νεκροί προέρχονταν από 5 χωριά, από τα οποία το Scroll.in κατάφερε να επισκεφτεί το Νουλκατόνγκ, το Γκομπάντ και την Μπελπόγια.
Η ειρωνεία είναι ότι οι 30 άνθρωποι κοιμόντουσαν στο kheta (το καταφύγιο) για να ξεφύγουν από τις βαναυσότητες της αστυνομίας, είπαν οι συγγενείς τους. Οι κάτοικοι του χωριού είπαν πως όταν ακούν ότι οι δυνάμεις της αστυνομίας θα βρίσκονται τριγύρω, οι άντρες συνήθως κρύβονται στο δάσος ή διαφεύγουν στα άλλα χωριά για να ξεφύγουν από αυθαίρετες συλλήψεις και ξυλοδαρμούς. Αφήνουν πίσω τις γυναίκες, τα παιδιά και τους ανήμπορους. Οι δυνάμεις αυτές, κυρίως ντόπιοι νεοσύλλεκτοι που μιλάνε τα Γκόντι, συνήθως μπαίνουν με τη βία στα σπίτια, κάνοντας επιδρομές στα αποθέματα ρυζιού και κλέβοντας πουλερικά, ισχυρίζεται μια γυναίκα.
Ήταν αρχές Αυγούστου που στο Γκομπάντ άκουσαν πρώτη φορά για ένα μεγάλο απόσπασμα της Εφεδρικής Φρουράς της περιφέρειας πως κατασκήνωνε στους διπλανούς λόφους. Μερικές μέρες αργότερα, όταν οι δυνάμεις μπήκαν στο χωριό ψάχνοντας φαγητό, οι περισσότεροι από τους άντρες από τα περίπου 35 νοικοκυριά εγκατέλειψαν τα χωράφια τους και έφυγαν. Αυτό διέκοψε τις γεωργικές εργασίες σε μια κρίσιμη περίοδο, μόλις που είχαν αρχίσει οι βροχές. Επέστρεψαν μετά από δυο μέρες στις 4 Αυγούστου, μόνο για να ξαναφύγουν την επόμενη μέρα όταν άκουσαν ότι οι δυνάμεις αυτές θα επέστρεφαν. Μερικοί άντρες από το Γκομπάντ πήγαν στο Νουλκατόνγκ, περίπου 4χλμ μακριά. Μετά το βραδινό φαγητό με τους συγγενείς τους, αυτοί και άλλοι άνθρωποι από τα χωριά Εταγκάτα, Βελπόχα, Μπαντά και Κιντρελπάντ αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν στο kheta, μακριά από την αστυνομία.Μια απόφαση που αποδείχθηκε μοιραία.
“Πέσαμε πάνω σε μαοϊκούς”
Ο Αβισέκ Μίνα, επιθεωρητής της αστυνομίας στη Σούκμα, είπε ότι προσωπικό περίπου 160 ατόμων από την Εφεδρική Φρουρά και τις Ειδικές Δυνάμεις από τα στρατόπεδα στο Βέτζι και την Κόντα που βρίσκονταν στη περιοχή, διεξήγαγαν μια επιχείρηση αναζήτησης στην περιοχή του Νουλκατόνγκ τη νύχτα της 31 Ιουλίου, όταν έμαθαν πως ηγετικά στελέχη των μαοϊκών έκαναν συγκεντρώσεις για να επιστρατεύσουν ανθρώπους για τις πολιτοφυλακές. Η Εφεδρική Φρουρά της Συνοικίας είναι μια ειδική δύναμη που δημιουργήθηκε από την αστυνομία στις 7 συνοικίες της περιοχής Μπαστάρ για να αποκτήσει πλεονέκτημα στις αντί-μαοϊκές επιχειρήσεις. Οι δυνάμεις παρ' όλα αυτά δεν βρήκαν τις συγκεντρώσεις. Επέστρεψαν στην περιοχή στις 4 Αυγούστου. Νωρίς το πρωί στις 6 Αυγούστου, το kheta (καταφύγιο) κοντά στο Νουλκατόνγκ “βρέθηκε στο δρόμο τους”, λέει ο Μίνα, και οι δυνάμεις “έπεσαν πάνω” στην παρουσία των υποτιθέμενων μαοϊκών.
Σύμφωνα με μια ομολογία που πάρθηκε από τον Μάντκαμ Ντούα, μόνο αυτός και ο Σόντι Αντά είχαν αρχικά σχεδιάσει να διανυκτερεύσουν στο πεδίο εκείνο, ισχυρίστηκε ο Μίνα. Αλλά ενώθηκαν αργότερα με άλλους 25-30 πολιτοφύλακες, συμπεριλαμβανομένης μιας γυναίκας, της Ντούδι Μπούδρι. Ο Μάντβι Λάκμα έφτασε νωρίς το επόμενο πρωί. Καθώς οι αστυνομικές δυνάμεις πλησίαζαν στο kheta, ο Μίνα ισχυρίστηκε, υπήρξαν πυρά κι από τις δυο μεριές. Η αστυνομία ισχυρίζεται πως ανακάλυψε ένα πιστόλι, ένα 12άρι τουφέκι, 12 βαρμάρ (είδος όπλου, σ.τ.μ.) ή πυροβόλα όπλα, μια βόμβα σωλήνα (αυτοσχέδιο είδος βόμβας, σ.τ.μ.), ένα ραδιόφωνο, 5 χειροβομβίδες και λοιπές εκρηκτικές συσκευές στο σημείο. Οι δυνάμεις σκότωσαν 15 ανθρώπους, όμως δεν ανέφεραν τραυματισμό από την δική τους πλευρά. Από τους 4 που κρατήθηκαν, ο Σόντι Αντά και ο Μαντβί Λάκμα απελευθερώθηκαν μόλις οι καταθέσεις τους ηχογραφήθηκαν και αποφασίστηκε πως δεν ήταν μαοϊκοί, ανέφερε ένας αστυνομικός.
Παρά τη “απόλυτη εξουδετέρωση” των μαοϊκών, ο Μίνα είπε πως δεν τη θεώρησε “σπουδαία επιχείρηση” επειδή οι δυνάμεις του δε βρήκαν κανένα “μεγάλο ηγέτη”. Στην αρχή θεώρησαν τον Μάντκαμ Ντούα ως “μεγάλη ψαριά”, πιστεύοντας πως είναι μαοϊκός ηγέτης από το Γκομπάντ κι ο οποίος είχε τον έλεγχο για επιχειρήσεις μεταξύ του Βέτζι και της Κόντα. Αλλά ο Ντούα που κρατούσαν, είπε ένας κάτοικος του Νουλκατόνγκ, είναι στην πραγματικότητα ένα χαμηλόβαθμο πρώην μέλος των μαοϊκών.
Κι όμως, ο Μίνα ισχυρίστηκε, πως η επιχείρηση θα βοηθούσε τις δυνάμεις ασφαλείας. Άλλωστε, είπε, οι πολιτοφυλακές είναι “τα αφτιά και τα μάτια” των μαοϊκών. Βοηθούν στην ανέγερση οδοφραγμάτων και παρεμποδίζουν την κίνηση των δυνάμεων ασφαλείας. Οι δολοφονίες θα εμπόδιζαν τη διαδικασία επιστράτευσης των μαοϊκών, καθώς το Τσατισγκάρ οδεύει προς τις εκλογές της τοπικής Συνέλευσης αργότερα αυτό το χρόνο, προσέθεσε..
Χωρικοί, όχι μαοϊκοί
Η Μουτσάκι Χαντμέ, 17 χρόνων, και η Βέκο Πόγιε, 19, που ήταν ανάμεσα στους χωρικούς στο kheta, περιέγραψαν το περιστατικό στο Scroll.in. Όταν ξύπνησαν το πρωί, είδαν προσωπικό της ασφάλειας να βάζουν αστυνομική κορδέλα αποκλεισμού, κρυφά στην περιοχή, και έτσι ξεκίνησαν να τρέχουν προς το σπίτι. Οι δυνάμεις της αστυνομίας άνοιξαν πυρ. Η Μουτσάκι Χαντμέ έπεσε μέσα σε ένα χαντάκι. Σήκωσε τη φούστα της ως το γόνατο για να δείξει την πληγή. “Καθώς τρέχαμε, οι δυνάμεις της ασφάλειας μας έχωσαν προς το kheta όπου οι άλλοι ετοιμάζονταν, αλλά καταφέραμε κάπως να δραπετεύσουμε”. Ο αδερφός της, ο Μουτσάκι Ντούα σκοτώθηκε.
Ο Σόντι Αντά και ο Μάντβι Λάκμα επίσης μας αφηγήθηκαν το τι συνέβη. “Είδα τον Σόντι Παρβού να πέφτει κάτω καθώς οι σφαίρες τον χτύπησαν και άρχισε να κλαίει” είπε ο Σόντι Αντά. Αυτός και ο Μάντβι Λακμά πήδηξαν πίσω από ένα σωρό άμμου και στάθηκαν ακίνητοι. Αφού σταμάτησαν τα πυρά, σήκωσαν τα χέρια τους παραδομένοι. “Είμαστε απλοί χωρικοί, όχι μαοϊκοί”, φώναξαν. “Δεν έχουμε όπλα”. Οι δυνάμεις τους είπαν να βγουν μπροστά και έδεσαν τα χέρια τους πίσω από τις πλάτες τους. Δείχνοντας με την κάννη, οι δυνάμεις τους ρώτησαν να αναγνωρίσουν τους νεκρούς. “Ήξερα εκείνους απ' το χωριό μου και τους έδωσα τα ονόματά τους”, είπε. Ο Σόντι Άντα και ο Μάντβι Λάκμα, μαζί με τoν Μάντκαμ Ντούα και τη Ντούδι Μπούδρι, οδηγήθηκαν στην Κόντα. Ο Σόντι Άντα επέμενε ότι κανείς στον αυτοσχέδιο καταυλισμό (kheta) δε σχετιζόταν με τους μαοϊκούς. “Μόνο ο Ντούα ήταν με το κόμμα δυο χρόνια πριν, αλλά όχι πια”, πρόσθεσε.
Ζωές νέων κόπηκαν στη μέση
Οι οικογένειες των νεκρών που έδωσαν συνέντευξη στο Scroll.in επέμεναν πως οι συγγενείς τους δεν ήταν μέλη των πολιτοφυλακών, και είπαν επίσης πως δεν είχαν όπλα μαζί τους. Επίσης ισχυρίστηκαν πως στους νεκρούς συμπεριλαμβάνονταν 4 έφηβοι. Η Μουτσάκι Σούκντι είπε πως ο γιος της, ο Μουτσάκι Μούκα, κοιμόταν στο kheta μαζί με τα ξαδέρφια του τον Μουτσάκι Ντούα και τον Μουτσάκι Χίντμα. Ο Κάντι Σούκα και ο γιος του ο Κάντι Αϊτά, 14, είχαν φύγει από το Γκόμπαντ για το Νουλκατόνγκ το πρωί για να ξεφύγουν απ' τις δυνάμεις, και κοιμήθηκαν κι εκείνοι στο kheta. Καθώς άρχισαν οι πυροβολισμοί το πρωί και όλοι διασκορπίστηκαν, ο Κάντι Σούκα έτρεξε για τη ζωή του, ελπίζοντας πως κι ο γιος του θα δραπέτευε. Με έναν τραυματισμό από σφαίρα στο γόνατό του και αιμορραγώντας, ο Κάντι Σούκα έτρεξε μέσα στο δάσος μέχρι που έφτασε στη Ντούρμπα, περίπου 2χλμ μακριά. Εκεί κρύφτηκε για 2 μέρες. Έμαθε για το νεκρό γιο του όταν έφτασε σπίτι του.
Σύμφωνα με τα δελτία τροφίμων που παρείχαν οι οικογένειές τους, ο Μουτσάκι Ντούα ήταν 7, ο Μουτσάκι Μούκα ήταν 8 και ο Μουτσάκι Χίντμα 12, όταν τους διανεμήθηκαν οι κάρτες, το 2013. Ο Καλπάνα Ρέντυ, ιδιοκτήτης του καταστήματος δημόσιας διανομής στην Κόντα απ' όπου οι κάτοικοι του χωριού προμηθεύονται τις μηνιαίες μερίδες τους, επιβεβαίωσε πως οι κάρτες δόθηκαν στις οικογένειες στις 11 Αυγούστου 2013. Αυτό σημαίνει πως τη ημέρα της δολοφονίας τους, τα ξαδέρφια ήταν 12, 13 και 17 αντίστοιχα - όλοι ανήλικοι.
Ο Μίνα, παρ' όλα αυτά, επέμενε πως δεν υπήρχαν έφηβοι ανάμεσα στους νεκρούς “εκτός από οριακές περιπτώσεις 2 ανθρώπων που θα μπορούσαν να ήταν 17 ή 18”. Δε πήρε καν υπ' όψιν το ενδεχόμενο οι άντρες του να είχαν από λάθος σκοτώσει αθώους ανθρώπους. “Τα αγόρια μας είναι εξαιρετικά πειθαρχημένα και ακολουθούν στενά τις οδηγίες”, είπε ο Μίνα. Οι δυνάμεις είναι επιδέξιες καθώς πηγαίνουν σε πολλές επιχειρήσεις κάθε μήνα, προσέθεσε, και παρέμειναν σε επαφή μαζί του, καθ' όλη τη διάρκεια.
Παρ' όλο που οι οικογένειες των νεκρών τις οποίες συνάντησε το Scroll.in αρνήθηκαν τις σχέσεις των γιων και συζύγων τους με τις λαϊκές πολιτοφυλακές, μερικοί κάτοικοι του χωριού είπαν σε μερικούς ακτιβιστές και δημοσιογράφους πως ήταν πιθανόν μερικοί από αυτούς να ήταν άοπλα μέλη των πολιτοφυλακών. Αλλά όταν οι μαοϊκοί δημοσίευσαν μια λίστα των νεκρών στις 9 Αυγούστου, δεν συμπεριέλαβαν κανέναν από αυτούς ως μέλος των λαϊκών πολιτοφυλακών. Ένας πρώην μαοϊκός που ζήτησε να μείνει ανώνυμος είπε πως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας (Μαοϊκό) δεν αγνοεί ούτε αποκηρύσσει τη συνεισφορά κανενός μέλους των οργανώσεων του, ακόμα και των μικρότερων. Για παράδειγμα, οι Μάρτυρες της Ινδικής Επανάστασης, ένα φωτογραφικό λεύκωμα των πεσόντων του κόμματος από το 2004 ως το 2014 συμπεριλαμβάνει μέλη της λαϊκής πολιτοφυλακής ανάμεσα σε υψηλόβαθμους ηγέτες.
Κανένα τέλος στα βάσανα
Όταν η Σόντι Σούκντι από το Νουλκατόνγκ άκουσε πυροβολισμούς περίπου στις 6:00 π.μ. στις 6 Αυγούστου, έτρεξε προς το kheta. “Η θέα εκατοντάδων ένστολων ανδρών στα χωράφια μας ήταν αρκετή για να μας προειδοποιήσει πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί”, είπε ένα κορίτσι που επίσης έτρεξε προς το σημείο μαζί με γυναίκες απ' το χωριό. Αλλά όταν πήγαν κοντά στον καταυλισμό, είπε, οι δυνάμεις έδειραν τις γυναίκες. Όχι μόνο αρνήθηκαν να παραδώσουν τα πτώματα, αλλά δεν άφηναν καν τις γυναίκες να δουν ποιοι είχαν σκοτωθεί. Τα πτώματα φορτώθηκαν σε έναν τράκτορα και στις γυναίκες είπαν να πάνε να τα παραλάβουν από το αστυνομικό τμήμα της Κόντα, περίπου 30χλμ μακριά. Ένα πτώμα ήταν του Σόντι Παρβού, γιου της Σόντι Σούκντι.
Κανείς απ' τους νεαρότερους άνδρες δεν τόλμησε να πάει στο kheta ή στην Κόντα από φόβο μην τους κρατήσει η αστυνομία. Οπότε περίπου 50 γυναίκες και ηλικιωμένοι ξεκίνησαν για την Κόντα, φτάνοντας εκεί περίπου στις 6:00 μ.μ. Αλλά όταν ζήτησαν τα πτώματα, τους είπαν να πάνε στη Σούκμα, 78χλμ μακριά. Εκεί γίνονταν οι νεκροψίες. Περίπου 15 άνθρωποι κατευθύνθηκαν προς τη Σούκμα. Τους επιτράπηκε να δουν τα πτώματα μόνο το απόγευμα της 8ης Αυγούστου. “Δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το γιο μου”, είπε η Μουτσάκι Σούκντι. “Το αδύνατο σώμα του ήταν τόσο παραμορφωμένο και σημαδεμένο από ουλές”. Όταν η Μουτσάκι Σούκντι είδε μια φωτογραφία της αστυνομίας από το γιο της να φοράει μπλουζάκι παραλλαγής, είπε πως είχε φύγει απ' το σπίτι φορώντας καρό βαμβακερό μπλουζάκι. Άλλοι χωρικοί που είδαν τη φωτογραφία, σημείωσαν πως το μπλουζάκι δεν είχε καθόλου λεκέδες αίματος.
Αφότου τα πτώματα δόθηκαν στις οικογένειες, η αστυνομία τους μετέφερε με ένα όχημα στη Μπάντα, όπου ο αυτοκινητόδρομος τελειώνει περίπου 12χλμ από τα χωριά. Από εκεί, οι χωρικοί έπρεπε να κουβαλήσουν τα πτώματα πάνω σε charpoys (κρεβάτια με στρώμα από πλεγμένα σχοινιά, σ.τ.μ.). Οι άνθρωποι από το Νουλκατόνγκ είχαν να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση, περίπου 20χλμ. Ενώ το Νουλκατόνγκ έκαψε τα πτώματα, το Γκομπάντ τα έθαψε, με την ελπίδα πως θα γίνει εισαγγελική έρευνα για τις δολοφονίες. Έπαιρναν ελπίδες από την περίπτωση της Μαντκάμ Χίντμε, την οποία την πήρανε βίαια από το σπίτι της στο Γκομπάντ και φέρεται να βιάστηκε και να σκοτώθηκε από το προσωπικό της Εφεδρικής Φρουράς τον Ιούνιο του 2016. Το σώμα της ξεθάφτηκε μερικές εβδομάδες αργότερα αφ' ότου το Ανώτατο Δικαστήριο του Μπιλασπούρ διέταξε δεύτερη νεκροψία. Η υπόθεση εκκρεμεί.
Αθώοι άνθρωποι σκοτώθηκαν
Σύντομα μετά τις δολοφονίες στις 6 Αυγούστου, οι κοινωνικοί ακτιβιστές Σόνι Σόρι και Μπέλα Βάτια επισκέφτηκαν τα χωριά και ισχυρίστηκαν ότι οι δυνάμεις είχαν σκοτώσει αθώους ανθρώπους. Δυο μέρες αργότερα, η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών της Άντρα Πραντές και της Τελανγκάνα υπέβαλε αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, αμφισβητώντας την εκδοχή της αστυνομίας και έκανε έκκληση να αποδοθούν κατηγορίες δολοφονίας στο προσωπικό ασφαλείας. Επίσης επιδίωξε εισαγγελική έρευνα, δεύτερο γύρο νεκροψιών, μια αναστολή των προαγωγών και των ανταμοιβών στο εμπλεκόμενο προσωπικό και μια ποινική έρευνα στις δολοφονίες από το Κεντρικό Γραφείο Ερευνών ή μια ειδική ομάδα ερευνών.
Ενοχλεί την αστυνομία ότι η υποτιθέμενη σύγκρουση έχει αμφισβητηθεί στο δικαστήριο; Οι διαδικασίες και οι έρευνες του δικαστηρίου απαιτούν άσκοπα από την αστυνομία να συντάξει περισσότερα έγγραφα, απάντησε ο Μίνα, αλλά τα δικά τους “στοιχεία είναι αδιάψευστα” και θα μπορέσουν να αποδείξουν το δίκιο τους.
Για την Μουτσάκι Σούκντι, αυτή δεν ήταν η πρώτη τραγωδία. Το 2007, ο άνδρας της, ο Μουτσάκι Μούκα, φέρεται να σκοτώθηκε από τη Salwa Judum, μια παραστρατιωτική οργάνωση που ενισχύεται από την κυβέρνηση ώστε να αντιμετωπίσει τους μαοϊκούς στην περιοχή. “Ακόμα και τότε υπέβαλα αίτηση για εκείνη την υπόθεση, αλλά τίποτα δε συνέβη”, είπε. “Αλλά θα συνεχίσω να παλεύω.”
Ορισμένα ονόματα έχουν αλλάξει ώστε να προστατεύσουν την ταυτότητα.
* Το ρεπορτάζ της Malini Subramaniam δημοσιεύτηκε στην ειδησεογραφική σελίδα scroll.in στις 24 Αυγούστου και παρουσιάζει μια από τις μαζικές σφαγές που έγιναν το τελευταίο διάστημα στην ινδική ενδοχώρα από τις κρατικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις καταστολής. Η Malini Subramaniam είναι αγωνίστρια για τα πολιτικά δικαιώματα και ανεξάρτητη δημοσιογράφος. Έχει στοχοποιηθεί για τα ρεπορτάζ της, έχει διωχθεί αλλά και έχει βραβευθεί γαι την θαρραλέα στάση της. Το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση scroll.in/article/891596/one-of-chhattisgarhs-biggest-anti-naxal-operations-only-civilians-were-killed-say-sukma-villagers. Η μετάφραση από τα αγγλικά έγινε για λογαριασμό των Αντιγειτονιών.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δημοφιλεις αναρτησεις
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
λαϊκη αντισταση - Α.Α.Σ.
Αριστερα
Πολιτικη
Διεθνη
Εργαζομενοι
Μεταναστες - προσφυγες - πολιτικοι προσφυγες
Νεολαια
Δημοκρατια;
Κινηματα
Τοπικα
Μνημες
Πολιτισμος
Εκλογες
ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
Videos
Get this Recent Comments Widget




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου