Εκατομμύρια χρόνια πριν φτιαχτεί το σχολείο και το πάρκινγκ, απέναντι από την καραμπόλα, τέτοιο καιρό νομίζω, έρχονταν όλοι. Ήταν οι συναυλίες που περιμέναμε να έρθουν στη γειτονιά μας και να πάμε μόνοι μας. Είδαμε τόσους πολλούς εκεί.
Πίσω από τον λόφο, κάποιοι δοκίμαζαν πρώτη φορά τσιγάρο, κάποιοι που κάπνιζαν, κάπνιζαν μόνο εκεί, πίσω από τον λόφο γιατί θα τους έβλεπαν τα μεγαλύτερα αδέρφια, εκεί και οι ρετσίνες και οι μπύρες, κάποιοι μοιράζονταν ένα πρώτο φιλί, μάλωνε η παρέα και τα ξανάβρισκε, όλοι δοκιμάζαμε το πρώτο ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ βήμα στη μικρομέγαλη ζωή της εφηβείας και γυρίζαμε πολύ αργά σπίτι. Πάντα γύριζα με μια τσάντα γεμάτη πακέτα τσιγάρων, δεν κάπνιζα, στο διερευνητικό βλέμμα της μαμάς, απαντούσα χωρίς καμία ενοχή ''Είναι των παιδιών''.
Χτες κιόλας συζητούσαμε πόσο αστείοι θα ήμασταν που ακούγαμε τέτοια τραγούδια με το ύφος ''τι δράμα ζω'' και ''πρέπει να είμαι γενναίος, να το ζήσω κι αυτό'' και αλήθεια το πιστεύαμε. Πόσες φορές κάψαμε τα δάχτυλά μας με τους αναπτήρες στο τραγούδι που θα θύμιζε μια χαμένη ''αγάπη''. Τότε δεν είχαμε κινητά, οπότε δεν έχουμε σέλφι από κει. Μπορούσαμε να το ζήσουμε όλο, χωρίς να ανησυχούμε πως φαινόμαστε.
Έχουμε την ανάμνηση και τόσες εικόνες στο μυαλό μας. Όταν αυτοί φεύγουν, μένει το ολόκληρο που ζήσαμε.
Α.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου