Θα θυμάστε βέβαια -τουλάχιστον οι παλιότεροι- εκείνο το παιδικό παιχνίδι. Σήμερα, ως φαίνεται, παίζεται αλλιώς και καθόλου αθώα, μια και αφορά χιλιάδες ζωές που χάνονται.
Έχω, λοιπόν, μια κολοκυθιά που κάνει 29 σημεία «ειρηνευτικής» συμφωνίας.Και γιατί να κάνει τόσα; Αμ πόσα; Ας κάνει 21. Και γιατί να κάνει τόσα; Αμ πόσα; Ας κάνει, ας κάνει …19. Και πάει λέγοντας, καθώς η κάθε πλευρά προτείνει τη δική της «ειρηνευτική» συμφωνία. Ας τα βάλουμε,όμως, σε μια σειρά.
Για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ δεν θα αναφερθώ, μια και τις απόψεις μου τις έχω εκθέσει επανειλημμένα και αναλυτικά σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου. Θα σταθώ κυρίως στο πώς τίθεται το ζήτημα σήμερα και βασικά όσον αφορά τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Τη σύγκρουση που η έκβασή της κρίνει σε αποφασιστικό βαθμό τη διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών.
Μπροστά στα αδιέξοδα
Όπως έχω και παλιότερα σημειώσει, η σύγκρουση αυτή έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Ούτε οι ΗΠΑ-Δύση έχουν κατορθώσει να γονατίσουν τη Ρωσία, αλλά ούτε και η Ρωσία, παρά την υπεροχή που εμφανίζει στο πεδίο των μαχών, έχει κατορθώσει να πετύχει εκείνη την αποφασιστική νίκη που να διασφαλίζει τους στόχους που έχει θέσει.
Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό ότι μια παραπέρα και ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή της μπορεί να οδηγήσει σε εξελίξεις ανεπιθύμητες για κάθε πλευρά των εμπλεκομένων. Στο ενδεχόμενο μιας αποφασιστικού χαρακτήρα ήττας -«επί του πεδίου»- της μιας ή της άλλης πλευράς. Μια πιθανότητα που αποτελεί πραγματικό εφιάλτη για την κάθε εμπλεκόμενη πλευρά, καθώς γνωρίζουν ότι θα έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Μια ήττα που ούτε οι ΗΠΑ-Δύση ούτε, βέβαια, η Ρωσία είναι διατεθειμένες να υποστούν και να αποδεχτούν.
Δεύτερο, και με βάση αυτά τα δεδομένα, τα πράγματα να οδηγηθούν σε ακόμα πιο επικίνδυνους δρόμους και σε μια εξέλιξη που δεν είναι -για την ώρα τουλάχιστον- επιθυμητή από καμία πλευρά. Δηλαδή σε μια γενικευμένη αναμέτρηση Ρωσίας-Δύσης και Δύσης-Ανατολής ή ακόμη και σε έναν πυρηνικό πόλεμο.
Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι, όπως επίσης έχω αναφέρει, όλες οι πλευρές βρίσκονται «αιχμάλωτες» των επιδιώξεών τους και των δεδομένων που έχουν διαμορφώσει οι κινήσεις τους. Δηλαδή των παραγόντων που οδήγησαν σ’ αυτή τη σύγκρουση, στην έως τώρα κλιμάκωσή της αλλά και στο σημερινό αδιέξοδο. Μια «αιχμαλωσία» που εμφανίζεται και στα «ειρηνευτικά» σχέδια μέσω των οποίων επιχειρούν ή φαντασιώνονται ότι μπορούν να βγουν από αυτό.
Τραμπ. Επιδιώξεις και όρια τους
Ας γίνω,όμως, πιο συγκεκριμένος. Ας ξεκινήσω από την πρόταση Τραμπ, για την οποία λέγεται ότι έχει και τη στήριξη της Ρωσίας, πράγμα που, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Η πολιτική Τραμπ στο συγκεκριμένο ζήτημα συνδέεται με τους γενικότερους προσανατολισμούς τους οποίους υιοθετούν πλέον οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του. Προσανατολισμοί που εκφράζονται στο πλαίσιο της δημοσιευμένης «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» (επιφυλάσσομαι να αναφερθώ αναλυτικά σ’ αυτήν σε επόμενη παρέμβασή μου).
Εκείνο που επιδιώκει ο Τραμπ σ’ αυτά τα πλαίσια είναι, πρώτον, μια «ιδιότυπη απεμπλοκή των ΗΠΑ από το ουκρανικό ζήτημα ώστε να επικεντρώσει τις προσπάθειές του σε πεδία που θέτουν κατά προτεραιότητα πλέον οι ΗΠΑ.
Δεύτερο, αυτή η απεμπλοκή να μην μπορεί να εμφανιστεί σαν ήττα των ΗΠΑ-Δύσης σε μια σύγκρουση που έτσι ή αλλιώς έχει κορυφαίο χαρακτήρα. Αν, μάλιστα, μπορεί να ενδυθεί και το ρούχο της «ειρηνοποιούς» δύναμης, τόσο το καλύτερο.
Τρίτο, να αντιμετωπίσει τη Ρωσία με τρόπο που να αποτρέπει ή έστω να καθυστερεί την αναβάθμιση-στερέωση της στρατηγικής συμμαχίας με την Κίνα.
Τέταρτο, να αφήσει το ζήτημα στην πραγματικότητα ανοιχτό, ώστε να αντιμετωπιστεί από τη Δύση (όταν και εφόσον) με καλύτερους όρους. Αυτό συνδέεται με την ανάθεση στους Ευρωπαίους εταίρους των ΗΠΑ της αντιμετώπισης (συντήρησης) του προβλήματος. (Τα περί «εγκατάλειψης» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ αποτελούν απλώς ανοησίες). Συνδέεται ακόμη, και κυρίως με αυτό, το ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να βρει μια οριστική «ειρηνική» λύση με βάση τόσο τις πλευρές που το συναποτελούν όσο -και κυρίως- με τις αντιτιθέμενες επιδιώξεις των εμπλεκομένων.
Δε θα σταθώ εδώ ούτε στο εδαφικό (έχω άλλωστε αναφερθεί παλιότερα) ούτε σεκαμία άλληπλευρά. Το ζήτημα στο οποίο συνοψίζονται όλα βρίσκεται στο τι θα είναι και προς τα πού θα πάει η Ουκρανία (ολάκερη ή ακρωτηριασμένη) μετά από αυτές τις «ειρηνευτικές» συμφωνίες. Ή αλλιώς, πώς και από ποιους θα ελέγχονται η πορεία και οι επιλογές της.
Ας σταθώ σε μια άλλη κρίσιμη πλευρά του όλου θέματος. Αυτή που αφορά την ένταξη ή όχι στο ΝΑΤΟ. Το ζήτημα δηλαδή που αποτέλεσε και την κύρια αιτία της στρατιωτικής επέμβασης της Ρωσίας. Η πρόταση Τραμπ, αλλά εμμέσως και η διακήρυξη στρατηγικής των ΗΠΑ, λέει όχι. Ποιος εγγυάται, ωστόσο, γι’αυτό και ποιες εγγυήσεις μπορεί να αποδεχτεί η Ρωσία, όταν μάλιστα υπάρχει το προηγούμενο παλιότερων δεσμεύσεων των ΗΠΑ-Δύσης που παραβιάστηκαν χωρίς πολλά-πολλά; Αφήνω στην άκρη το ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν άλλη άποψη ή ακόμη το ότι μέσα στην Ουκρανία υπάρχουν δυνάμεις με τέτοιες βλέψεις. Όλα αυτά και άλλα που παραλείπω συνηγορούν σε ένα πράγμα.
Στο ότι οποιαδήποτε συμφωνία (αν υποθέσουμε ότι τελικά υπάρξει σαν τέτοια) δε θα είναι παρά προσωρινού χαρακτήρα και ότι το ζήτημα θα ξανατεθεί και πιθανά με πιο επικίνδυνους όρους.
Ρωσικά «διλήμματα»
Σημαντικό, όμως, τίθεται το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και η ρωσική πλευρά. Μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια πολέμου και παρά τις σημαντικές εδαφικές επιτυχίες δεν έχει κατορθώσει να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. Όσον αφορά τη συζητούμενη «ειρηνευτική» συμφωνία αντιμετωπίζει σοβαρό δίλημμα.
Η απόρριψή της ενέχει σειρά αρνητικών συνεπειών. Να οδηγήσει σε ρήξη την όποια μορφής συνεννόηση έχει διαμορφωθεί ανάμεσα σε ΗΠΑ-Ρωσία. Να οδηγήσει σε μια νέα κλιμάκωση, η οποία μάλιστα μπορεί να έχει μια ενισχυμένη στήριξη του Κιέβου από τις ΗΠΑ. Να εμφανίσει τη Ρωσία σαν τη δύναμη που αρνείται την ειρήνη και να ακυρώσει έτσι την όποια πορεία αποδοχής της Ρωσίας από τη «διεθνή κοινότητα». Άλλα τόσα και ακόμη πιο περίπλοκα ζητήματα θέτει η αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης. Το ερώτημα βρίσκεται στο τι εν τέλει θα εμπεριέχει μια ενδεχόμενη συμφωνία και πώς θα διαμορφωθεί με βάση και τις ρωσικές θέσεις.
Δε θα σταθώ εδώ ούτε στο εδαφικό ούτε σε άλλες -σημαντικές πάντα- πλευρές του ζητήματος. Θα σταθώ και πάλι σ’ αυτό που ήδη προανέφερα. Στο ποια πλευρά θα ελέγχει τις εξελίξεις στην Ουκρανία μετά την όποια συμφωνία.
Ένα ζήτημα που συνδέεται με πολλές πλευρές αλλά κατά κύριο λόγο εμφανίζεται με την μορφή των «εγγυήσεων». Εγγυήσεων που κατά τη δυτική φιλολογία αφορά τη διασφάλιση της μεταπολεμικής Ουκρανίας από καμία (διάβαζε ρωσική) απειλή. Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά του θέματος, των εγγυήσεων που διεκδικεί η Ρωσία, πως η Ουκρανία δεν θα μετατραπεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας.
Εσωτερικές τριβές
Στο ζήτημα αυτό εμφανίζονται σειρά αντιθέσεων που είναι από δύσκολο έως αδύνατο να γεφυρωθούν. Ένα πρόβλημα που παροξύνεται καθώς και στις δύο πλευρές εμφανίζονται δυνάμεις και τάσεις που θέτουν τους δικούς τους μαξιμαλιστικούς όρους. Στις ίδιες τις ΗΠΑ το χαρακτηριζόμενο και ως «βαθύ κράτος», δηλαδή η πλευρά που οδήγησε σε αυτή την αναμέτρηση επιχειρεί να διαμορφώσει όρους που να θέσουν εμπόδια ή και να ματαιώσουν την όποια συμφωνία. Προς τούτο συνεργάζεται -αφανώς αλλά σαφώς- και με ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες και για δικούς τους λόγους προσπαθούν να παρέμβουν στις εξελίξεις και τις όποιες διευθετήσεις.
Αλλά και στη ρωσική πλευρά, απ’ ό,τι τουλάχιστον δημοσιοποιείται, εμφανίζονται τάσεις και δυνάμεις οι οποίες αντιτίθενται σε μια συμφωνία και με τη μορφή που αυτή εμφανίζεται. Στην αιχμή των διαφωνιών βρίσκεται η αποδοχή της πιθανότητας εισδοχής της Ουκρανίας στην ΕΕ, ενώ εμφανίζονται και απόψεις που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου μέχρι και την κατάληψη της Οδησσού.
Αυτοί -και αυτοί- είναι οι λόγοι που η ρωσική πλευρά «τρενάρει» τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για όσο γίνεται μεγαλύτερο διάστημα ευελπιστώντας να μπορεί να αξιοποιήσει το ευνοϊκό για την ίδια «μομέντουμ» των εξελίξεων στο πεδίο των μαχών, ώστε να βρεθεί σε ακόμη πιο ισχυρή θέση ενόψει της όποιας διευθέτησης.
Σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ
Στο ίδιο ζήτημα -των «εγγυήσεων»- επικεντρώνονται και οι θέσεις - κινήσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Υπάρχουν τόσο οι προφανείς λόγοι, όσο και εκείνοι που δεν προβάλλονται ανοιχτά.
Ας ξεκαθαρίσω ξανά ένα ζήτημα. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν μπήκαν σ’ αυτόντον πόλεμο επειδή τους «έσυραν» οι Αμερικάνοι, όπως ανοήτως έχει υποστηριχθεί, ούτε προτάσσουν τις σημερινές τους θέσεις από «ιδιοτροπία». Ως προς το πρώτο, αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η έκβαση της σύγκρουσης στην Ουκρανία αφορούσε τη θέση και τον ρόλο συνολικά της Δύσης στον κόσμο και συνεπώς και τη δική τους. Ένας λόγος που εξακολουθεί να επιδρά στη διαμόρφωση των θέσεών τους.
Όσον αφορά το δεύτερο, συνδέεται και με τα όσα προβλέπονται στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ. Αντιλαμβάνονται ότι οι ΗΠΑ τις θέλουν απόλυτα ευθυγραμμισμένες και «πειθαρχημένες» στις επιλογές τους. Μια επιδίωξη που φθάνει έως και σε κινήσεις ανατροπής των σημερινών ευρωπαϊκών ηγεσιών και την άνοδο πιο «φιλικών» προς τις ΗΠΑ κυβερνήσεων. Στο πλαίσιο,ωστόσο, των όρων που επιχειρεί να διαμορφώσει η στρατηγική των ΗΠΑ οι ευρωπαϊκές ελίτ θέλουν να έχουν ρόλο και λόγο περισσότερο σημαντικό από τα προβλεπόμενα σε αυτήν. Κατ’ αρχάς, προσπαθώντας να παρεμβληθούν στις διαπραγματεύσεις για το ουκρανικό με δικές τους θέσεις και προτάσεις.
Προτάσεις που δεν είναι και τόσο ανταγωνιστικές με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ, όπως ίσως φαίνονται. Ας εξηγηθώ περισσότερο. Είναι γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται βασικά ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία ή αν θέλετε ανάμεσα σε Τραμπ και Πούτιν. Ταυτόχρονα, στις τρέχουσες αναλύσεις προβάλλεται η άποψη ότι οι ΗΠΑ «εγκαταλείπουν» την Ουκρανία και φορτώνουν τα βάρη αντιμετώπισης του προβλήματος στους Ευρωπαίους εταίρους. Δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Οι ΗΠΑ ούτε θέλουν ούτε μπορούν να «εγκαταλείψουν» την Ουκρανία. Ο λόγος προφανής. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση οι ΗΠΑ να αφήσουν τις εξελίξεις να οδηγηθούν σε μια κατάληξη που θα μπορεί να αποτελέσει μια στρατηγική ήττα συνολικά της Δύσης και συνεπώς και των ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά, το ζήτημα των «βαρών» που φορτώνονται, λέει, στην Ευρώπη μπορεί να αναγνωσθεί και αλλιώς. Ότι η ανάληψη αυτών των βαρών σημαίνει ταυτόχρονα και ανάληψη ρόλων. Αυτή την πλευρά του ζητήματος επιχειρούν να αξιοποιήσουν οι Ευρωπαίοι και μέσα απ’ αυτήν να αναβαθμίσουν τη θέση και τον ρόλο τους. Ένα βασικό πεδίο, και όπως έχω ήδη αναφέρει, αποτελεί το πεδίο των «εγγυήσεων». Έναν ρόλο που προθυμοποιούνται να αναλάβουν επιδιώκοντας ταυτόχρονα και τη στήριξη, κάλυψη των ΗΠΑ.
Στρατιωτική -στρατηγική- ισχυροποίηση
Ο άλλος άξονας των κινήσεών τους συνδέεται με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, της αναβάθμισης της στρατιωτικής βιομηχανίας, τη δημιουργία -αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων.
Είναι γεγονός ότι όταν για πρώτη φορά ο Τραμπ άρχισε να πιέζει για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών δε βρήκε και μεγάλη ανταπόκριση στην Ευρώπη. Μόνο που τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι ευρωπαϊκές ελίτ αντιλαμβάνονται πλέον αυτό που ήδη είχε αντιληφθεί ο Τραμπ και επιχειρούσε να αντιμετωπίσει.
Ότι στην εξελισσόμενη συνολική αναμέτρηση αποφασιστικό ρόλο θα έχει η στρατιωτική ισχύς των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων. Όταν, λοιπόν, ο -και «ειρηνοποιός» Τραμπ πίεσε για αύξηση στρατιωτικών δαπανών στο 5% δε στόχευε μόνο «ελάφρυνση» των βαρών που αναλαμβάνουν οι ΗΠΑ (που παρεμπιπτόντως αυξάνουν κατακόρυφα τις δικές τους στρατιωτικές δαπάνες). Στόχευε συνολικά στην ισχυροποίηση του ΝΑΤΟ, της Δύσης ενόψει των αναπόφευκτων επόμενων αναμετρήσεων.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται πλέον και οι Ευρωπαίοι και για έναν ιδιαίτερο δικό τους λόγο. Αντιλαμβάνονται ότι στην κατάσταση που διαμορφώνεται στον κόσμο δεν μπορούν να προασπίσουν τη θέση και τον ρόλο τους, δεν μπορούν να προωθήσουν τις ιμπεριαλιστικές τους επιδιώξεις χωρίς να διαθέτουν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στήριξης αυτών των επιδιώξεων.Σε σχέση με αυτό κάνουν λάθος όσοι υποτιμούν τόσο τις διαθέσεις όσο και τις δυνατότητές τους.
Άλλο τόσο λαθεμένες και εκτός τόπου βρίσκονται οι απόψεις που διαχωρίζουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις σε «φιλοπόλεμες» και σ’ εκείνες που συμπορευόμενες με τον Τραμπακροδεξιές δυνάμεις υποστηρίζουν την «ειρήνη». Μόνο που είναι άλλο πράγμα η ανέξοδη δημαγωγία (στην οποία διαπρέπουν οι ακροδεξιές δυνάμεις) και άλλο η διαχείριση των συμφερόντων του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στην περίπτωση που αυτές οι δυνάμεις αναλάβουν κυβερνητικούς ρόλους.
Αναζητώντας διέξοδο
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει. Στα πόσα κολοκύθια μπορούμε να ποντάρουμε. Ή και για να το θέσουμε στην πραγματική και σοβαρή του διάσταση, τι μέλλει γενέσθαι.
Κατ’ αρχάς και όπως είναι κατανοητό σε μια τέτοια κατάσταση και με τόσες μεταβλητές, ασφαλείς προβλέψεις δεν μπορούν να γίνουν. Για να το θέσω συνοπτικά, από τη μια μεριά έχουμε τα αδιέξοδα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει η κάθε πλευρά που ωθούν στην αναζήτηση διεξόδου. Από την άλλη, τις εντελώς αντίθετες επιδιώξεις του καθένα εκ των εμπλεκομένων που διαμορφώνουν συνθήκες αδυναμίας εύρεσης μιας φόρμουλας συμβιβασμού.
Έχοντας αναφερθεί στις εκατέρωθεν επιδιώξεις θα αναφερθώ σύντομα στα προβλήματα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν.
· Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το που μπορεί να οδηγήσει η παραπέρα κλιμάκωση και η ανησυχία απέναντι στο ενδεχόμενο μια ήττας στρατηγικού χαρακτήρα.
· Τα πολλά μέτωπα στα οποία εμπλέκονται οι ΗΠΑ που αναγνωρίζουν πλέον την αναγκαιότητα επιλογών και επικέντρωσης.
· Αντίστοιχες πιέσεις υφίσταται και η Ρωσία, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα σε περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος για την ίδια, στον Καύκασο, την Κασπία, στις ασιατικές χώρες επιρροής της ενώ ήδη έχει υποστεί ήττα στην περιοχή της Μ. Ανατολής.
· Το πώς θα διαμορφώνεται σε μια πορεία το εσωτερικό μέτωπο στην κάθε πλευρά. Το κατά πόσο, δηλαδή, στις ΗΠΑ μπορεί να γίνει αποδεκτή μια πιο ενεργή εμπλοκή τους στη σύγκρουση και από την άλλη για πόσο θα συνεχίσει να «αποδέχεται» ο ρωσικός λαός την αιμορραγία που υφίσταται από τη συνέχιση του πολέμου.
· Τέλος, σημαντικό ρόλο έχει και η στάση δυνάμεων όπως η Κίνα, η Ινδία και άλλες. Δυνάμεις οι οποίες, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες θέσεις που υιοθετούν, είναι σαφές ότι δε θέλουν τη συνέχιση ή πολύ περισσότερο την κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης. Μια κλιμάκωση που ενέχει τη σοβαρή πιθανότητα εμπλοκής τους σε μια συνολική αναμέτρηση για την οποία δεν αισθάνονται ούτε πρόθυμες ούτε έτοιμες.
Με βάση όλα αυτά, εκείνα που μπορούν να ειπωθούν είναι τα παρακάτω:
α) Η επιλογή της κλιμάκωσης πέραν όλων των άλλων, οδηγεί στο να τεθεί ή να κριθεί μέσα από αυτή τη σύγκρουση το συνολικό διακύβευμα. Ένα «ρίσκο» που τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία δεν θα ήθελαν να αναλάβουν σ’ αυτή τη φάση. Σ’ αυτή τη βάση ο Τραμπ κινήθηκε στην κατεύθυνση απεμπλοκής από το δίλημμα και μετάθεσής του.
β) Όπως και να ‘χει, ο ανταγωνισμός, η αναμέτρηση που εξελίσσεται ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα συνεχιστεί, όποιες διευθετήσεις γίνουν ή δεν γίνουν στις μέρες μας.
γ) Εκείνο που θα έχουμε για το επόμενο διάστημα θα είναι μια περίοδος όπου οι διαπραγματεύσεις θα εναλλάσσονται με αναμετρήσεις σε κάθε πεδίο έως και στρατιωτικό.
δ) Στην περίπτωση που επιτευχθεί κάποια διευθέτηση, αυτή δεν θα έχει παρά προσωρινό χαρακτήρα. Μια ανάπαυλα που θα «μεταθέτει» τα κρίσιμα ζητήματα και στη διάρκεια της οποίας η κάθε πλευρά θα επιχειρεί να διαμορφώσει για τον εαυτό της ευνοϊκότερους όρους ενόψει και των επόμενων γύρων.
Όπως έχω και παλιότερα σημειώσει, η σύγκρουση αυτή έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Ούτε οι ΗΠΑ-Δύση έχουν κατορθώσει να γονατίσουν τη Ρωσία, αλλά ούτε και η Ρωσία, παρά την υπεροχή που εμφανίζει στο πεδίο των μαχών, έχει κατορθώσει να πετύχει εκείνη την αποφασιστική νίκη που να διασφαλίζει τους στόχους που έχει θέσει.
Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό ότι μια παραπέρα και ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή της μπορεί να οδηγήσει σε εξελίξεις ανεπιθύμητες για κάθε πλευρά των εμπλεκομένων. Στο ενδεχόμενο μιας αποφασιστικού χαρακτήρα ήττας -«επί του πεδίου»- της μιας ή της άλλης πλευράς. Μια πιθανότητα που αποτελεί πραγματικό εφιάλτη για την κάθε εμπλεκόμενη πλευρά, καθώς γνωρίζουν ότι θα έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Μια ήττα που ούτε οι ΗΠΑ-Δύση ούτε, βέβαια, η Ρωσία είναι διατεθειμένες να υποστούν και να αποδεχτούν.
Δεύτερο, και με βάση αυτά τα δεδομένα, τα πράγματα να οδηγηθούν σε ακόμα πιο επικίνδυνους δρόμους και σε μια εξέλιξη που δεν είναι -για την ώρα τουλάχιστον- επιθυμητή από καμία πλευρά. Δηλαδή σε μια γενικευμένη αναμέτρηση Ρωσίας-Δύσης και Δύσης-Ανατολής ή ακόμη και σε έναν πυρηνικό πόλεμο.
Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι, όπως επίσης έχω αναφέρει, όλες οι πλευρές βρίσκονται «αιχμάλωτες» των επιδιώξεών τους και των δεδομένων που έχουν διαμορφώσει οι κινήσεις τους. Δηλαδή των παραγόντων που οδήγησαν σ’ αυτή τη σύγκρουση, στην έως τώρα κλιμάκωσή της αλλά και στο σημερινό αδιέξοδο. Μια «αιχμαλωσία» που εμφανίζεται και στα «ειρηνευτικά» σχέδια μέσω των οποίων επιχειρούν ή φαντασιώνονται ότι μπορούν να βγουν από αυτό.
Τραμπ. Επιδιώξεις και όρια τους
Ας γίνω,όμως, πιο συγκεκριμένος. Ας ξεκινήσω από την πρόταση Τραμπ, για την οποία λέγεται ότι έχει και τη στήριξη της Ρωσίας, πράγμα που, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Η πολιτική Τραμπ στο συγκεκριμένο ζήτημα συνδέεται με τους γενικότερους προσανατολισμούς τους οποίους υιοθετούν πλέον οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του. Προσανατολισμοί που εκφράζονται στο πλαίσιο της δημοσιευμένης «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» (επιφυλάσσομαι να αναφερθώ αναλυτικά σ’ αυτήν σε επόμενη παρέμβασή μου).
Εκείνο που επιδιώκει ο Τραμπ σ’ αυτά τα πλαίσια είναι, πρώτον, μια «ιδιότυπη απεμπλοκή των ΗΠΑ από το ουκρανικό ζήτημα ώστε να επικεντρώσει τις προσπάθειές του σε πεδία που θέτουν κατά προτεραιότητα πλέον οι ΗΠΑ.
Δεύτερο, αυτή η απεμπλοκή να μην μπορεί να εμφανιστεί σαν ήττα των ΗΠΑ-Δύσης σε μια σύγκρουση που έτσι ή αλλιώς έχει κορυφαίο χαρακτήρα. Αν, μάλιστα, μπορεί να ενδυθεί και το ρούχο της «ειρηνοποιούς» δύναμης, τόσο το καλύτερο.
Τρίτο, να αντιμετωπίσει τη Ρωσία με τρόπο που να αποτρέπει ή έστω να καθυστερεί την αναβάθμιση-στερέωση της στρατηγικής συμμαχίας με την Κίνα.
Τέταρτο, να αφήσει το ζήτημα στην πραγματικότητα ανοιχτό, ώστε να αντιμετωπιστεί από τη Δύση (όταν και εφόσον) με καλύτερους όρους. Αυτό συνδέεται με την ανάθεση στους Ευρωπαίους εταίρους των ΗΠΑ της αντιμετώπισης (συντήρησης) του προβλήματος. (Τα περί «εγκατάλειψης» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ αποτελούν απλώς ανοησίες). Συνδέεται ακόμη, και κυρίως με αυτό, το ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να βρει μια οριστική «ειρηνική» λύση με βάση τόσο τις πλευρές που το συναποτελούν όσο -και κυρίως- με τις αντιτιθέμενες επιδιώξεις των εμπλεκομένων.
Δε θα σταθώ εδώ ούτε στο εδαφικό (έχω άλλωστε αναφερθεί παλιότερα) ούτε σεκαμία άλληπλευρά. Το ζήτημα στο οποίο συνοψίζονται όλα βρίσκεται στο τι θα είναι και προς τα πού θα πάει η Ουκρανία (ολάκερη ή ακρωτηριασμένη) μετά από αυτές τις «ειρηνευτικές» συμφωνίες. Ή αλλιώς, πώς και από ποιους θα ελέγχονται η πορεία και οι επιλογές της.
Ας σταθώ σε μια άλλη κρίσιμη πλευρά του όλου θέματος. Αυτή που αφορά την ένταξη ή όχι στο ΝΑΤΟ. Το ζήτημα δηλαδή που αποτέλεσε και την κύρια αιτία της στρατιωτικής επέμβασης της Ρωσίας. Η πρόταση Τραμπ, αλλά εμμέσως και η διακήρυξη στρατηγικής των ΗΠΑ, λέει όχι. Ποιος εγγυάται, ωστόσο, γι’αυτό και ποιες εγγυήσεις μπορεί να αποδεχτεί η Ρωσία, όταν μάλιστα υπάρχει το προηγούμενο παλιότερων δεσμεύσεων των ΗΠΑ-Δύσης που παραβιάστηκαν χωρίς πολλά-πολλά; Αφήνω στην άκρη το ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν άλλη άποψη ή ακόμη το ότι μέσα στην Ουκρανία υπάρχουν δυνάμεις με τέτοιες βλέψεις. Όλα αυτά και άλλα που παραλείπω συνηγορούν σε ένα πράγμα.
Στο ότι οποιαδήποτε συμφωνία (αν υποθέσουμε ότι τελικά υπάρξει σαν τέτοια) δε θα είναι παρά προσωρινού χαρακτήρα και ότι το ζήτημα θα ξανατεθεί και πιθανά με πιο επικίνδυνους όρους.
Ρωσικά «διλήμματα»
Σημαντικό, όμως, τίθεται το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και η ρωσική πλευρά. Μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια πολέμου και παρά τις σημαντικές εδαφικές επιτυχίες δεν έχει κατορθώσει να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. Όσον αφορά τη συζητούμενη «ειρηνευτική» συμφωνία αντιμετωπίζει σοβαρό δίλημμα.
Η απόρριψή της ενέχει σειρά αρνητικών συνεπειών. Να οδηγήσει σε ρήξη την όποια μορφής συνεννόηση έχει διαμορφωθεί ανάμεσα σε ΗΠΑ-Ρωσία. Να οδηγήσει σε μια νέα κλιμάκωση, η οποία μάλιστα μπορεί να έχει μια ενισχυμένη στήριξη του Κιέβου από τις ΗΠΑ. Να εμφανίσει τη Ρωσία σαν τη δύναμη που αρνείται την ειρήνη και να ακυρώσει έτσι την όποια πορεία αποδοχής της Ρωσίας από τη «διεθνή κοινότητα». Άλλα τόσα και ακόμη πιο περίπλοκα ζητήματα θέτει η αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης. Το ερώτημα βρίσκεται στο τι εν τέλει θα εμπεριέχει μια ενδεχόμενη συμφωνία και πώς θα διαμορφωθεί με βάση και τις ρωσικές θέσεις.
Δε θα σταθώ εδώ ούτε στο εδαφικό ούτε σε άλλες -σημαντικές πάντα- πλευρές του ζητήματος. Θα σταθώ και πάλι σ’ αυτό που ήδη προανέφερα. Στο ποια πλευρά θα ελέγχει τις εξελίξεις στην Ουκρανία μετά την όποια συμφωνία.
Ένα ζήτημα που συνδέεται με πολλές πλευρές αλλά κατά κύριο λόγο εμφανίζεται με την μορφή των «εγγυήσεων». Εγγυήσεων που κατά τη δυτική φιλολογία αφορά τη διασφάλιση της μεταπολεμικής Ουκρανίας από καμία (διάβαζε ρωσική) απειλή. Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά του θέματος, των εγγυήσεων που διεκδικεί η Ρωσία, πως η Ουκρανία δεν θα μετατραπεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας.
Εσωτερικές τριβές
Στο ζήτημα αυτό εμφανίζονται σειρά αντιθέσεων που είναι από δύσκολο έως αδύνατο να γεφυρωθούν. Ένα πρόβλημα που παροξύνεται καθώς και στις δύο πλευρές εμφανίζονται δυνάμεις και τάσεις που θέτουν τους δικούς τους μαξιμαλιστικούς όρους. Στις ίδιες τις ΗΠΑ το χαρακτηριζόμενο και ως «βαθύ κράτος», δηλαδή η πλευρά που οδήγησε σε αυτή την αναμέτρηση επιχειρεί να διαμορφώσει όρους που να θέσουν εμπόδια ή και να ματαιώσουν την όποια συμφωνία. Προς τούτο συνεργάζεται -αφανώς αλλά σαφώς- και με ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες και για δικούς τους λόγους προσπαθούν να παρέμβουν στις εξελίξεις και τις όποιες διευθετήσεις.
Αλλά και στη ρωσική πλευρά, απ’ ό,τι τουλάχιστον δημοσιοποιείται, εμφανίζονται τάσεις και δυνάμεις οι οποίες αντιτίθενται σε μια συμφωνία και με τη μορφή που αυτή εμφανίζεται. Στην αιχμή των διαφωνιών βρίσκεται η αποδοχή της πιθανότητας εισδοχής της Ουκρανίας στην ΕΕ, ενώ εμφανίζονται και απόψεις που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου μέχρι και την κατάληψη της Οδησσού.
Αυτοί -και αυτοί- είναι οι λόγοι που η ρωσική πλευρά «τρενάρει» τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για όσο γίνεται μεγαλύτερο διάστημα ευελπιστώντας να μπορεί να αξιοποιήσει το ευνοϊκό για την ίδια «μομέντουμ» των εξελίξεων στο πεδίο των μαχών, ώστε να βρεθεί σε ακόμη πιο ισχυρή θέση ενόψει της όποιας διευθέτησης.
Σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ
Στο ίδιο ζήτημα -των «εγγυήσεων»- επικεντρώνονται και οι θέσεις - κινήσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Υπάρχουν τόσο οι προφανείς λόγοι, όσο και εκείνοι που δεν προβάλλονται ανοιχτά.
Ας ξεκαθαρίσω ξανά ένα ζήτημα. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν μπήκαν σ’ αυτόντον πόλεμο επειδή τους «έσυραν» οι Αμερικάνοι, όπως ανοήτως έχει υποστηριχθεί, ούτε προτάσσουν τις σημερινές τους θέσεις από «ιδιοτροπία». Ως προς το πρώτο, αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η έκβαση της σύγκρουσης στην Ουκρανία αφορούσε τη θέση και τον ρόλο συνολικά της Δύσης στον κόσμο και συνεπώς και τη δική τους. Ένας λόγος που εξακολουθεί να επιδρά στη διαμόρφωση των θέσεών τους.
Όσον αφορά το δεύτερο, συνδέεται και με τα όσα προβλέπονται στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ. Αντιλαμβάνονται ότι οι ΗΠΑ τις θέλουν απόλυτα ευθυγραμμισμένες και «πειθαρχημένες» στις επιλογές τους. Μια επιδίωξη που φθάνει έως και σε κινήσεις ανατροπής των σημερινών ευρωπαϊκών ηγεσιών και την άνοδο πιο «φιλικών» προς τις ΗΠΑ κυβερνήσεων. Στο πλαίσιο,ωστόσο, των όρων που επιχειρεί να διαμορφώσει η στρατηγική των ΗΠΑ οι ευρωπαϊκές ελίτ θέλουν να έχουν ρόλο και λόγο περισσότερο σημαντικό από τα προβλεπόμενα σε αυτήν. Κατ’ αρχάς, προσπαθώντας να παρεμβληθούν στις διαπραγματεύσεις για το ουκρανικό με δικές τους θέσεις και προτάσεις.
Προτάσεις που δεν είναι και τόσο ανταγωνιστικές με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ, όπως ίσως φαίνονται. Ας εξηγηθώ περισσότερο. Είναι γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται βασικά ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία ή αν θέλετε ανάμεσα σε Τραμπ και Πούτιν. Ταυτόχρονα, στις τρέχουσες αναλύσεις προβάλλεται η άποψη ότι οι ΗΠΑ «εγκαταλείπουν» την Ουκρανία και φορτώνουν τα βάρη αντιμετώπισης του προβλήματος στους Ευρωπαίους εταίρους. Δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Οι ΗΠΑ ούτε θέλουν ούτε μπορούν να «εγκαταλείψουν» την Ουκρανία. Ο λόγος προφανής. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση οι ΗΠΑ να αφήσουν τις εξελίξεις να οδηγηθούν σε μια κατάληξη που θα μπορεί να αποτελέσει μια στρατηγική ήττα συνολικά της Δύσης και συνεπώς και των ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά, το ζήτημα των «βαρών» που φορτώνονται, λέει, στην Ευρώπη μπορεί να αναγνωσθεί και αλλιώς. Ότι η ανάληψη αυτών των βαρών σημαίνει ταυτόχρονα και ανάληψη ρόλων. Αυτή την πλευρά του ζητήματος επιχειρούν να αξιοποιήσουν οι Ευρωπαίοι και μέσα απ’ αυτήν να αναβαθμίσουν τη θέση και τον ρόλο τους. Ένα βασικό πεδίο, και όπως έχω ήδη αναφέρει, αποτελεί το πεδίο των «εγγυήσεων». Έναν ρόλο που προθυμοποιούνται να αναλάβουν επιδιώκοντας ταυτόχρονα και τη στήριξη, κάλυψη των ΗΠΑ.
Στρατιωτική -στρατηγική- ισχυροποίηση
Ο άλλος άξονας των κινήσεών τους συνδέεται με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, της αναβάθμισης της στρατιωτικής βιομηχανίας, τη δημιουργία -αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων.
Είναι γεγονός ότι όταν για πρώτη φορά ο Τραμπ άρχισε να πιέζει για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών δε βρήκε και μεγάλη ανταπόκριση στην Ευρώπη. Μόνο που τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι ευρωπαϊκές ελίτ αντιλαμβάνονται πλέον αυτό που ήδη είχε αντιληφθεί ο Τραμπ και επιχειρούσε να αντιμετωπίσει.
Ότι στην εξελισσόμενη συνολική αναμέτρηση αποφασιστικό ρόλο θα έχει η στρατιωτική ισχύς των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων. Όταν, λοιπόν, ο -και «ειρηνοποιός» Τραμπ πίεσε για αύξηση στρατιωτικών δαπανών στο 5% δε στόχευε μόνο «ελάφρυνση» των βαρών που αναλαμβάνουν οι ΗΠΑ (που παρεμπιπτόντως αυξάνουν κατακόρυφα τις δικές τους στρατιωτικές δαπάνες). Στόχευε συνολικά στην ισχυροποίηση του ΝΑΤΟ, της Δύσης ενόψει των αναπόφευκτων επόμενων αναμετρήσεων.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται πλέον και οι Ευρωπαίοι και για έναν ιδιαίτερο δικό τους λόγο. Αντιλαμβάνονται ότι στην κατάσταση που διαμορφώνεται στον κόσμο δεν μπορούν να προασπίσουν τη θέση και τον ρόλο τους, δεν μπορούν να προωθήσουν τις ιμπεριαλιστικές τους επιδιώξεις χωρίς να διαθέτουν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στήριξης αυτών των επιδιώξεων.Σε σχέση με αυτό κάνουν λάθος όσοι υποτιμούν τόσο τις διαθέσεις όσο και τις δυνατότητές τους.
Άλλο τόσο λαθεμένες και εκτός τόπου βρίσκονται οι απόψεις που διαχωρίζουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις σε «φιλοπόλεμες» και σ’ εκείνες που συμπορευόμενες με τον Τραμπακροδεξιές δυνάμεις υποστηρίζουν την «ειρήνη». Μόνο που είναι άλλο πράγμα η ανέξοδη δημαγωγία (στην οποία διαπρέπουν οι ακροδεξιές δυνάμεις) και άλλο η διαχείριση των συμφερόντων του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στην περίπτωση που αυτές οι δυνάμεις αναλάβουν κυβερνητικούς ρόλους.
Αναζητώντας διέξοδο
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει. Στα πόσα κολοκύθια μπορούμε να ποντάρουμε. Ή και για να το θέσουμε στην πραγματική και σοβαρή του διάσταση, τι μέλλει γενέσθαι.
Κατ’ αρχάς και όπως είναι κατανοητό σε μια τέτοια κατάσταση και με τόσες μεταβλητές, ασφαλείς προβλέψεις δεν μπορούν να γίνουν. Για να το θέσω συνοπτικά, από τη μια μεριά έχουμε τα αδιέξοδα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει η κάθε πλευρά που ωθούν στην αναζήτηση διεξόδου. Από την άλλη, τις εντελώς αντίθετες επιδιώξεις του καθένα εκ των εμπλεκομένων που διαμορφώνουν συνθήκες αδυναμίας εύρεσης μιας φόρμουλας συμβιβασμού.
Έχοντας αναφερθεί στις εκατέρωθεν επιδιώξεις θα αναφερθώ σύντομα στα προβλήματα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν.
· Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το που μπορεί να οδηγήσει η παραπέρα κλιμάκωση και η ανησυχία απέναντι στο ενδεχόμενο μια ήττας στρατηγικού χαρακτήρα.
· Τα πολλά μέτωπα στα οποία εμπλέκονται οι ΗΠΑ που αναγνωρίζουν πλέον την αναγκαιότητα επιλογών και επικέντρωσης.
· Αντίστοιχες πιέσεις υφίσταται και η Ρωσία, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα σε περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος για την ίδια, στον Καύκασο, την Κασπία, στις ασιατικές χώρες επιρροής της ενώ ήδη έχει υποστεί ήττα στην περιοχή της Μ. Ανατολής.
· Το πώς θα διαμορφώνεται σε μια πορεία το εσωτερικό μέτωπο στην κάθε πλευρά. Το κατά πόσο, δηλαδή, στις ΗΠΑ μπορεί να γίνει αποδεκτή μια πιο ενεργή εμπλοκή τους στη σύγκρουση και από την άλλη για πόσο θα συνεχίσει να «αποδέχεται» ο ρωσικός λαός την αιμορραγία που υφίσταται από τη συνέχιση του πολέμου.
· Τέλος, σημαντικό ρόλο έχει και η στάση δυνάμεων όπως η Κίνα, η Ινδία και άλλες. Δυνάμεις οι οποίες, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες θέσεις που υιοθετούν, είναι σαφές ότι δε θέλουν τη συνέχιση ή πολύ περισσότερο την κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης. Μια κλιμάκωση που ενέχει τη σοβαρή πιθανότητα εμπλοκής τους σε μια συνολική αναμέτρηση για την οποία δεν αισθάνονται ούτε πρόθυμες ούτε έτοιμες.
Με βάση όλα αυτά, εκείνα που μπορούν να ειπωθούν είναι τα παρακάτω:
α) Η επιλογή της κλιμάκωσης πέραν όλων των άλλων, οδηγεί στο να τεθεί ή να κριθεί μέσα από αυτή τη σύγκρουση το συνολικό διακύβευμα. Ένα «ρίσκο» που τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία δεν θα ήθελαν να αναλάβουν σ’ αυτή τη φάση. Σ’ αυτή τη βάση ο Τραμπ κινήθηκε στην κατεύθυνση απεμπλοκής από το δίλημμα και μετάθεσής του.
β) Όπως και να ‘χει, ο ανταγωνισμός, η αναμέτρηση που εξελίσσεται ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα συνεχιστεί, όποιες διευθετήσεις γίνουν ή δεν γίνουν στις μέρες μας.
γ) Εκείνο που θα έχουμε για το επόμενο διάστημα θα είναι μια περίοδος όπου οι διαπραγματεύσεις θα εναλλάσσονται με αναμετρήσεις σε κάθε πεδίο έως και στρατιωτικό.
δ) Στην περίπτωση που επιτευχθεί κάποια διευθέτηση, αυτή δεν θα έχει παρά προσωρινό χαρακτήρα. Μια ανάπαυλα που θα «μεταθέτει» τα κρίσιμα ζητήματα και στη διάρκεια της οποίας η κάθε πλευρά θα επιχειρεί να διαμορφώσει για τον εαυτό της ευνοϊκότερους όρους ενόψει και των επόμενων γύρων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου