07 Ιανουαρίου 2026

Κείμενο της Γραμματείας του ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ) για την Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ

 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΗΠΑ

Το στριμωγμένο θηρίο προετοιμάζει τα χειρότερα για τους λαούς του πλανήτη!


Η έκθεση για την «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Νοέμβρη, αποτυπώνει –και στον βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει– τις κατευθύνσεις που η διοίκηση Τραμπ προβάλλει ως αναγκαίες για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ο «βαθμός που αυτό μπορεί να γίνει» δεν αφορά μόνο στο προφανές ζήτημα ότι δεν προ-ανακοινώνονται και δεν δημοσιεύονται συγκεκριμένες πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές κινήσεις και επιλογές που σχεδιάζονται και προετοιμάζονται εντός των επιτελείων διοίκησης των ΗΠΑ. Θα λέγαμε ότι κυρίως αφορά σε δύο άλλους παράγοντες που θεωρούμε ότι λειτούργησαν καθοριστικά στη σύνταξη της έκθεσης, και ενώ η διοίκηση Τραμπ συμπληρώνει τον πρώτο χρόνο της νέας –δεύτερης– θητείας της.

Ο πρώτος και βασικός παράγοντας είναι αυτά καθαυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πρώτη ιμπεριαλιστική δύναμη του πλανήτη. Ένα πλέγμα ζητημάτων που «ξεκινούν» από τους όρους συγκρότησης-ενίσχυσης της οικονομικής και βιομηχανικής βάσης της, της ενίσχυσης-διεύρυνσης της ενεργειακής και τεχνολογικής υπεροχής της και της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας του δολαρίου, και «φτάνουν» στο ζήτημα της συντήρησης-επέκτασης του τεράστιου παγκόσμιου δικτύου (ή συμπλέγματος όπως η έκθεση το ονομάζει) που είναι «στρατιωτικό, διπλωματικό, μυστικό» και είναι αναγκαίο για «εξωτερική βοήθεια», δηλαδή για την καταλήστευση και τον έλεγχο του πλανήτη. 

Τελικά, ένα πλέγμα ζητημάτων που συνοψίζεται στο ζήτημα «της αναντιστοιχίας στόχων και διαθέσιμων μέσων», όπως το διατυπώναμε από τη δεκαετία του 1990. Αναντιστοιχία που στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών έγινε πολύ οξύτερη και έχει αναδείξει για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με τον πιο επιτακτικό τρόπο κρίσιμα ζητήματα των επιλογών του και των ιεραρχήσεών του έναντι αντιπάλων και συμμάχων. 

Για το πλέγμα, λοιπόν, αυτών των ζητημάτων και τη σωρεία των διαρκώς οξύτερων αντιφάσεων που παράγουν, η διοίκηση Τραμπ δεν έχει (δεν μπορεί να έχει) μια «ολοκληρωμένη» και κυρίως «βέβαιη» απάντηση. Επιπλέον, είναι πρόδηλο ακόμα και με δραματικούς και άγριους τρόπους ότι εντός των κυρίαρχων κέντρων των ΗΠΑ εδώ και χρόνια εκδηλώνονται σφοδρές αντιπαραθέσεις με αντικείμενο τις επιλογές που πρέπει να γίνουν για την αντιμετώπιση αυτού του πλέγματος των ζητημάτων. Αυτό, λοιπόν, το –θα μπορούσαμε να πούμε– «αντικειμενικό πρόβλημα» αποτελεί και ένα βασικό όριο των κατευθύνσεων που μπορούσε να έχει η έκθεση του Νοέμβρη.

Ο δεύτερος παράγοντας που έβαλε όρια στο περιεχόμενο της έκθεσης είναι η συγκυρία της αναζήτησης του λεγόμενου «ειρηνευτικού σχεδίου» για την Ουκρανία. Όρια που δεν αφορούσαν μόνο στις «διπλωματικές»-προπαγανδιστικές ανάγκες που δεν επιτρέπουν στη διοίκηση Τραμπ να παρουσιάσει ως στρατηγικό αντίπαλο τη Ρωσία την ίδια ώρα που επιδιώκει μια κάποια προσωρινή συνεννόηση μαζί της. Τα όρια αυτά κυρίως αφορούν στην ίδια την ουσία των αμερικάνικων επιδιώξεων που έχουν οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται και τελικά στο αν και τι θα προκύψει από αυτές. Έτσι, σχεδόν την ίδια ώρα που αμερικάνικα δημοσιεύματα βεβαιώνουν πως τα χτυπήματα από την Ουκρανία στον στόλο της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο οργανώθηκαν και καθοδηγήθηκαν από τη CIA, η έκθεση προβάλλει τον στόχο για «μια ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία», η οποία παύση (και όχι τερματισμός) «θα αποκαταστήσει τη στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία». Η διατάραξη της «στρατηγικής σταθερότητας» μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας είναι προφανής και δεδομένη με όσα έχουν εξελιχθεί στο Ουκρανικό μέτωπο. Αλλά η πραγματική λύση του αδιεξόδου για τις ΗΠΑ ή, αλλιώς, η πραγματική στρατηγική τους έναντι της Ρωσίας δηλώνεται λίγο πριν στην έκθεση, στο σημείο που τονίζεται η ανάγκη για «αποκατάσταση συνθηκών στρατηγικής σταθερότητας σε όλη την Ευρασιατική χερσαία έκταση». η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει τη «σημαντική εμπλοκή των ΗΠΑ» στις σχέσεις Ευρώπης-Ρωσίας. Παρ’ όλη τη «διακριτικότητα» της διατύπωσης, μια τέτοια στόχευση μόνο «αποχώρηση» ή έστω «απαγκίστρωση» των ΗΠΑ από την Ουκρανία και την Ευρασία δεν την λες! 

Ωστόσο, και με αυτούς τους περιορισμούς, η έκθεση οπωσδήποτε αποδίδει και αποτυπώνει ένα βασικό πλαίσιο των στόχων και των επιδιώξεων που η διοίκηση Τραμπ έχει διαμορφώσει για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ας δούμε μερικά βασικά σημεία.

«Η Αμερική σε κίνδυνο!»

Στους προσδιορισμούς των γενικών «θέλω» των ΗΠΑ στην έκθεση περισσεύουν οι αρνητικοί όροι ή, αλλιώς, οι στόχοι που αφορούν στο τι δεν πρέπει να συμβεί:

«Κανένας αντίπαλος ή κίνδυνος δεν θα πρέπει να μπορεί να κρατήσει την Αμερική σε κίνδυνο». «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επιτρέψουν σε κανένα έθνος να γίνει τόσο κυρίαρχο που θα μπορούσε να απειλήσει τα συμφέροντά μας». «Πρέπει να αποτρέψουμε την παγκόσμια, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και την περιφερειακή, κυριαρχία των άλλων».

Τα προηγούμενα είναι μερικά από τα πολλά ανάλογα αποσπάσματα που επισημαίνουν τον κίνδυνο της ήττας της αμερικάνικης πρωτοκαθεδρίας στον πλανήτη.

Οι προσδιορισμοί αυτοί έχουν μια σημασία, γιατί αντικατοπτρίζουν το πώς έχουν εισπραχθεί από τα αμερικάνικα επιτελεία όλα τα ζητήματα που συνιστούν αυτό που ονομάζουμε «σχετική υποχώρηση των ΗΠΑ» έναντι των αντιπάλων και των ανταγωνιστών τους. Και βέβαια θεωρούμε πως αυτή η προσέγγιση είναι ο κοινός τόπος όλων των –αντιμαχόμενων– κέντρων εντός των ΗΠΑ. Είναι η κοινή τους ανάγνωση της σημερινής κατάστασης και η κοινή και πραγματική τους αγωνία για το πώς θα αντιστραφεί η πορεία που οδήγησε στο «στρίμωγμα του θηρίου» σε όρους και συσχετισμούς που καθόλου δεν εκτιμούσαν ότι θα έρθουν μετά τη νίκη τους στον Ψυχρό Πόλεμο και όπως αυτή επισφραγίστηκε με τις καταρρεύσεις του 1989-91.

Επιπλέον, η έκθεση στην οποία αναφερόμαστε περιέχει και σημαντικά απολογιστικά στοιχεία για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο τις δεκαετίες από το 1990 ως σήμερα. Απολογιστικά στοιχεία που αφορούν τόσο στους αντιπάλους-ανταγωνιστές όσο και στους συμμάχους-ανταγωνιστές. 

Ευθεία και άμεση είναι η αναφορά στο ζήτημα της Κίνας και στις ευθύνες «και των δύο πολιτικών κομμάτων» –δηλαδή Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών– για την πορεία αυτή:

«Ο Πρόεδρος Τραμπ ανέτρεψε μόνος του περισσότερες από τρεις δεκαετίες λανθασμένων αμερικανικών υποθέσεων σχετικά με την Κίνα: δηλαδή, ότι, δηλαδή, ανοίγοντας τις αγορές μας στην Κίνα, ενθαρρύνοντας τις αμερικανικές επιχειρήσεις να επενδύσουν στην Κίνα και αναθέτοντας την παραγωγή μας σε εξωτερικούς συνεργάτες στην Κίνα, θα διευκολύναμε την είσοδο της Κίνας στη λεγόμενη “διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες”. Αυτό δεν συνέβη. Η Κίνα πλούτισε και έγινε ισχυρή, και χρησιμοποίησε τον πλούτο και τη δύναμή της προς όφελός της».

Θεωρούμε ότι και για τη Ρωσία (την οποία βέβαια οι ΗΠΑ κράτησαν πάντα εκτός των δυτικών αγορών, αλλά ωστόσο είχε «πρόσβαση» στη Δύση μέσω της ost politic) υπάρχουν ανάλογες (αυτo)κριτικές σε σχέση με τις λαθεμένες εκτιμήσεις για τη δυναμική της ανασυγκρότησής της, που ωστόσο δεν διατυπώνονται λόγω της συγκυρίας ή, πιο σωστά, γιατί δεν μπορούν να ομολογηθούν αδυναμίες που αφορούν στο ανοιχτό και στρατηγικής βαρύτητας Ουκρανικό μέτωπο. 

Λιγότερο άμεση, αλλά σαφής, είναι και η κριτική για τα πολιτικά πεπραγμένα των ΗΠΑ στο ζήτημα των όρων της συμμαχίας τους με την «Ευρώπη»:

«Και έδεσαν την αμερικανική πολιτική με ένα δίκτυο διεθνών θεσμών, μερικοί από τους οποίους καθοδηγούνται από έναν απροκάλυπτο αντιαμερικανισμό και πολλοί από έναν διεθνισμό που επιδιώκει ρητά να διαλύσει την κυριαρχία κάθε κράτους ξεχωριστά».

Αυτή η τοποθέτηση (από την αρχή κιόλας της έκθεσης στη σελίδα 2) είναι η βάση μιας πολιτικής που σταματά το «όλοι μαζί» και απαιτεί «οι ΗΠΑ μπροστά, εσείς ακολουθείτε στους ρόλους που σας ορίζουμε». Αλλά επειδή στο ζήτημα των σχέσεων ΗΠΑ-ΕΕ όπως τώρα τις απαιτούν οι ΗΠΑ θα επανέλθουμε, ας κλείσουμε την ενότητα αυτή με ένα συμπέρασμα: 

Η έκθεση, εντοπίζοντας και περιγράφοντας τους παραπάνω κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ, συγκροτεί την αιτιολογική βάση της στρατηγικής που στη συνέχεια παρουσιάζει. Μια στρατηγική που, με βάση «την ποικιλία των συμφερόντων» των ΗΠΑ στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, θα μπορούσαμε να πούμε πως συνοψίζεται στη γενικευμένη και κλιμακούμενη επίθεση που θα εξασθενήσει-εξουδετερώσει τους αντιπάλους, αφού έχει πρώτα «στρατολογήσει» ιμπεριαλιστές συμμάχους, περιφερειακές δυνάμεις και εξαρτημένες χώρες στους στόχους των ΗΠΑ! Αν το σχήμα αυτό είναι ασαφές στη γενικότητα του (και πράγματι είναι), γίνεται αρκετά πιο συγκεκριμένο στους επιμέρους στόχους του. Σε κάθε περίπτωση, το σχήμα αυτό έχει ως πρώτη και σημαντική επιδίωξή του τη διαμόρφωση του εσωτερικού μετώπου των ΗΠΑ από πάνω μέχρι κάτω, σύμφωνα με τη γραμμή της διοίκησης Τραμπ. Εξάλλου, για το «κάτω» μέρος του μετώπου, την εργατική τάξη και το λαό, προωθούνται ήδη σειρά μέτρων φασιστικού χαραχτήρα για να το διατάξουν κατά πώς απαιτούν οι ανάγκες του στριμωγμένου θηρίου. 

«Δικό μας το δυτικό ημισφαίριο»

Βάση και αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία αυτής της γενικευμένης και κλιμακούμενης επίθεσης είναι, σύμφωνα με την έκθεση, ο πλήρης έλεγχος, η «κατάκτηση» από τις ΗΠΑ ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου! Πρόκειται για μια επέκταση του δόγματος Μονρόε (που αφορούσε στον έλεγχο της αμερικανικής ηπείρου) και γι’ αυτό αμερικάνικα μέσα ενημέρωσης το έχουν βαφτίσει «δόγμα Ντονρόε». 

Βεβαίως, ο έλεγχος, η «κατάκτηση» του ημισφαιρίου, «ξεκινούν» από τον έλεγχο και την «κατάκτηση» της αμερικανικής ηπείρου. Όλες οι επιδιώξεις που έχουν εκφραστεί από τη διοίκηση Τραμπ για τον Καναδά, το Μεξικό και τη διώρυγα του Παναμά εννοούνται και εντάσσονται σε αυτό το σχέδιο. Ακόμα περισσότερο εννοείται ο στόχος της εκκαθάρισης της Λατινικής Αμερικής (η θεωρούμενη και σαν «πίσω αυλή» των ΗΠΑ) από ανταγωνιστές, αντιπάλους (Ρωσία, Κίνα) αλλά και τους συμμάχους τους Ευρωπαίους. Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα (που έχει σημαντική στρατιωτική στήριξη από τη Ρωσία, και σημαντική ενεργειακή σχέση με την Κίνα αλλά και το Ιράν), που εξελίσσεται ενώ γράφονται οι γραμμές αυτές, είναι απολύτως χαρακτηριστική της ωμότητας και της κυνικότητας των αμερικανικών σχεδιασμών. 

Η έκθεση χαρακτηρίζει τα σημερινά –αρνητικά για τις ΗΠΑ– δεδομένα στο δυτικό ημισφαίριο και κυρίως στην αμερικανική ήπειρο, ως αποτελέσματα «εισβολών» που δεν απαντήθηκαν:

«Οι ανταγωνιστές εκτός Ημισφαίριου έχουν κάνει σημαντικές διεισδύσεις στο Ημισφαίριό μας, τόσο για να μας θέσουν σε μειονεκτική θέση οικονομικά στο παρόν, όσο και με τρόπους που μπορεί να μας βλάψουν στρατηγικά στο μέλλον. Το να επιτρέπονται αυτές οι εισβολές χωρίς σοβαρή αντίσταση είναι ένα άλλο μεγάλο αμερικανικό στρατηγικό λάθος των τελευταίων δεκαετιών». 

Στη βάση αυτής της κριτικής της διαμορφώνει γραμμή για το –άμεσο– μέλλον:

«Μετά από χρόνια παραμέλησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν το Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να προστατεύσουν την πατρίδα μας και την πρόσβασή μας σε βασικές γεωγραφικές περιοχές σε όλη την περιοχή. Θα αρνηθούμε σε ανταγωνιστές εκτός Ημισφαίριου τη δυνατότητα να τοποθετούν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές δυνατότητες ή να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικά ζωτικής σημασίας περιουσιακά στοιχεία στο Ημισφαίριό μας. Αυτό το «Επακόλουθο Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε είναι μια κοινή λογική και ισχυρή αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος και των προτεραιοτήτων, σύμφωνα με τα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας.»

Το όλο αυτό σχέδιο είναι σαφές: Οι ΗΠΑ, για να μπορέσουν να ανταγωνιστούν και τελικά να συντρίψουν τους αντιπάλους τους ιμπεριαλιστές (Ρωσία και Κίνα), θα πρέπει καταρχάς να τις αποκλείσουν από την όποια διείσδυση στο δυτικό ημισφαίριο, και θα χρειαστούν (οι ίδιες οι ΗΠΑ) να ελέγχουν/κατέχουν κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, κάθε γεωπολιτική και γεωστρατηγική δυνατότητα που μπορεί να τους παρέχει το ημισφαίριο. Με αυτήν την έννοια, στον λογαριασμό είναι και εννοείται και η προσάρτηση της Γροιλανδίας (για την οποία επανέρχονται συχνά με απειλές κάθε είδους Αμερικάνοι αξιωματούχοι), που αποτελεί «προέκταση» της αμερικανικής ηπείρου και κρίσιμη γεωστρατηγική βάση έναντι της Ρωσίας. 

Βεβαίως, είναι ένα «άλλο ζήτημα» το ποιες αντιδράσεις θα παράγει κάθε βήμα υλοποίησης αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου, το αν είναι υλοποιήσιμο! Για παράδειγμα (για να αναφερθούμε σε μια μόνο κρίσιμη πλευρά του), το αν και πώς μπορούν να «στρατολογηθούν» (όπως στην πραγματικότητα ζητά η έκθεση) στο MAGA όλες οι χώρες και οι κυβερνήσεις της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής!

Η Κίνα και οι «αλυσίδες της»

Η έκθεση αναδείχνει τη στρατηγική σημασία (οικονομική, εμπορική, γεωστρατηγική) του Ινδο-Ειρηνικού συνδέοντάς την άμεσα με τον Αμερικανοσινικό ανταγωνισμό. Για την επιτυχή –για τις ΗΠΑ– εξέλιξη αυτού του ανταγωνισμού προσδιορίζει δύο κατευθύνσεις-στόχους. 

Πρώτον τη «στρατολόγηση» των συμμάχων των ΗΠΑ σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, ώστε να αντιμετωπιστεί ένα βασικό πρόβλημα που εντοπίζει η έκθεση:

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν κινεζικά προϊόντα έμμεσα από μεσάζοντες και εργοστάσια κινεζικής κατασκευής σε δώδεκα χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Μεξικού».

Για τον στόχο του μπλοκαρίσματος αυτής της εξαγωγικής δραστηριότητας της Κίνας, η οποία αφορά σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, φτάνει να αναζητά κοινό οικονομικό σχέδιο με όσους ορίζει ως συμμάχους για τον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο:

«Η Αμερική και οι σύμμαχοί της δεν έχουν ακόμη διατυπώσει, πόσο μάλλον να εκτελέσουν, ένα κοινό σχέδιο για τον λεγόμενο «Παγκόσμιο Νότο», αλλά μαζί διαθέτουν τεράστιους πόρους. Η Ευρώπη, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και άλλες χώρες κατέχουν καθαρά ξένα περιουσιακά στοιχεία ύψους 7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων».

Ακόμα περισσότερο, η έκθεση δεν κρύβει πως η επιθυμία των ΗΠΑ είναι να επιστρέψουν την Κίνα στα επίπεδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που βρισκόταν δεκαετίες πριν, όταν ΗΠΑ και Δύση την καλοδέχτηκαν στο πλευρό τους ως σημαντικό παράγοντα στον ανταγωνισμό τους με την τότε σοσιαλιμπεριαλιστική ΕΣΣΔ:

«Πρέπει να ενθαρρύνουμε την Ευρώπη, την Ιαπωνία, την Κορέα, την Αυστραλία, τον Καναδά, το Μεξικό και άλλα εξέχοντα έθνη να υιοθετήσουν εμπορικές πολιτικές που βοηθούν στην αναδιάρθρωση της οικονομίας της Κίνας προς την κατανάλωση των νοικοκυριών, επειδή η Νοτιοανατολική Ασία, η Λατινική Αμερική και η Μέση Ανατολή δεν μπορούν μόνες τους να απορροφήσουν την τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας». 

Ωστόσο και επειδή η διοίκηση Τραμπ (αλλά και συνολικά τα κέντρα στις ΗΠΑ) αντιλαμβάνονται, βέβαια, πως οι στόχοι αυτοί δεν ικανοποιούνται μέσω εμπορικών, δασμολογικών και οικονομικών «πολέμων» μπροστά από αυτόν τον πρώτο στόχο, η έκθεση προβάλλει τον δεύτερο στόχο-κατεύθυνση των ΗΠΑ έναντι της Κίνας: την γεωπολιτική και στρατιωτική περικύκλωσή της, τον εγκλωβισμό της πίσω από τις δύο νησιωτικές αλυσίδες, έτσι ώστε να μην έχει το δικό της «ζωτικό χώρο», να μην έχει την αναγκαία βάση γεωστρατηγικού ελέγχου της περιοχής. Ένα μόνο –από τα πολλά– σχετικό απόσπασμα της έκθεσης είναι αρκετό για να δείξει το πόσο αποφασιστικά μπαίνει η κατεύθυνση αυτή:

«Μια ευνοϊκή συμβατική στρατιωτική ισορροπία παραμένει ένα ουσιαστικό συστατικό του στρατηγικού ανταγωνισμού. Υπάρχει, δικαίως, μεγάλη έμφαση στην Ταϊβάν, εν μέρει λόγω της κυριαρχίας της Ταϊβάν στην παραγωγή ημιαγωγών, αλλά κυρίως επειδή η Ταϊβάν παρέχει άμεση πρόσβαση στη Δεύτερη Νησιωτική Αλυσίδα και χωρίζει τη Βορειοανατολική και Νοτιοανατολική Ασία σε δύο ξεχωριστά θέατρα. Δεδομένου ότι το ένα τρίτο της παγκόσμιας ναυτιλίας διέρχεται ετησίως από τη Νότια Σινική Θάλασσα, αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις για την οικονομία των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η αποτροπή μιας σύγκρουσης για την Ταϊβάν, ιδανικά διατηρώντας την στρατιωτική υπεροχή, αποτελεί προτεραιότητα. Θα διατηρήσουμε επίσης την μακροχρόνια δηλωτική πολιτική μας για την Ταϊβάν, που σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υποστηρίζουν καμία μονομερή αλλαγή στο status quo στο Στενό της Ταϊβάν. Θα οικοδομήσουμε έναν στρατό ικανό να αρνηθεί την επιθετικότητα οπουδήποτε στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα. Αλλά ο αμερικανικός στρατός δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι υποχρεωμένος να το κάνει αυτό μόνος του. Οι σύμμαχοί μας πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους και να δαπανήσουν – και το πιο σημαντικό να κάνουν – πολύ περισσότερα για τη συλλογική άμυνα. Οι διπλωματικές προσπάθειες της Αμερικής θα πρέπει να επικεντρωθούν στην πίεση προς τους συμμάχους και εταίρους μας στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα να επιτρέψουν στον αμερικανικό στρατό μεγαλύτερη πρόσβαση στα λιμάνια και άλλες εγκαταστάσεις τους, να δαπανήσουν περισσότερα για την άμυνά τους και, το πιο σημαντικό, να επενδύσουν σε δυνατότητες που αποσκοπούν στην αποτροπή της επιθετικότητας. Αυτό θα διασυνδέσει τα ζητήματα θαλάσσιας ασφάλειας κατά μήκος της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας, ενισχύοντας παράλληλα την ικανότητα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να αρνηθούν οποιαδήποτε προσπάθεια κατάληψης της Ταϊβάν ή να επιτύχουν μια ισορροπία δυνάμεων τόσο δυσμενή για εμάς που να καθιστά αδύνατη την υπεράσπιση αυτού του νησιού».

Θεωρούμε πως γίνεται σαφές ότι η πολιτική των ΗΠΑ για «καμία μονομερή αλλαγή στο status quo στο Στενό της Ταϊβάν» δεν αφορά τα δικά τους σχέδια για ανεξαρτητοποίηση-απόσπαση της Ταϊβάν (τα οποία παραμένουν), αλλά την εναντίωσή τους στα σχέδια της Κίνας να ενσωματώσει την Ταϊβάν. Και αναδεικνύει την Ταϊβάν ως αποφασιστική βάση-εργαλείο της γεωστρατηγικής ασφυξίας που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επιβάλλουν στην Κίνα.

Βεβαίως, και στο πεδίο αυτό οι στόχοι των ΗΠΑ όπως διατυπώνονται στην έκθεση είναι μεγαλεπήβολοι ή τουλάχιστον αβέβαιοι. Εκτός των άλλων προϋποθέτουν τη στρατολόγηση σειράς συμμάχων (μέσα στους οποίους οι επιθυμίες των ΗΠΑ περιλαμβάνουν και την Ινδία) που δεν μπορούν να θεωρούνται «δεδομένοι». Από την άλλη, το Πεκίνο μόνο με «σταυρωμένα τα χέρια» δεν στέκεται απέναντι σε όλα αυτά, όπως έδειξαν και οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών, από τη Σύνοδο της Τιαντζίν στο τέλος του περασμένου Αυγούστου ως τις πρόσφατες, πολύ μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας με πραγματικά πυρά στην περιοχή της Ταιβάν.

«Ισχυρή Ευρώπη-πειθήνιος βοηθός μας»

Η συμμαχία ΗΠΑ-Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών είναι το πιο βασικό στοιχείο όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Είναι ο κορμός του ΝΑΤΟ και της Δύσης, της νικήτριας του Ψυχρού Πολέμου. Μια νίκη που βασίστηκε στη στρατηγική (πυρηνική) κάλυψη της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Μια νίκη που μετέβαλε δραστικά (και υπέρ της Δύσης) τα γεωπολιτικά δεδομένα στην Ευρασία που αποτελούσε το βασικό πεδίο των δύο Παγκόσμιων Πολέμων και αποτελεί και σήμερα το επίκεντρο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Μια νίκη που άνοιξε τον δρόμο της ραγδαίας επέκτασης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς. 

Ωστόσο, η βασική αυτή σχέση παρουσίασε σημαντικές και έως κρίσιμες νοθεύσεις στις δεκαετίες μετά το 1990. Νοθεύσεις που εκδηλώθηκαν με το ευρώ και τις φιλοδοξίες των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών με το όχημα της ΕΕ να διεκδικήσουν αναβαθμισμένο ρόλο στο παγκόσμιο ταμπλό και σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που ήθελαν «όλη δικιά τους» τη «χρυσή ευκαιρία» της νίκης στον Ψυχρό Πόλεμο. Νοθεύσεις που οξύνθηκαν με την ost politic που, από τη μια, αποτέλεσε βάση της ενίσχυσης των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, αλλά, από την άλλη, αποτέλεσε παράγοντα ενίσχυσης της πορείας ανασυγκρότησης της Ρωσίας, ιδιαίτερα μετά το 2000. Έτσι, προέκυψε το ρήγμα του 2003 (Ιράκ), η κατασκευή των δύο βόρειων αγωγών για την τροφοδοσία με φυσικό αέριο της Ευρώπης από τη Ρωσία, μέχρι και οι δηλώσεις Μακρόν για το «εγκεφαλικά νεκρό ΝΑΤΟ».

Ο πόλεμος στην Ουκρανία απάλειψε σε σημαντικό βαθμό αυτές τις νοθεύσεις και σύμφωνα με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ. Οι αγωγοί ανατινάχτηκαν, οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές «διατάχθηκαν» απέναντι στη Ρωσία. Ταυτόχρονα, ήρθαν άμεσα αντιμέτωποι με τα στρατηγικά τους ελλείμματα και με την ανάγκη να αποκτήσουν μεγαλύτερο στρατιωτικό βάρος που υπογραμμίζεται από τις αμερικάνικες απαιτήσεις όπως σχηματοποιούνται με το 5% για το ΝΑΤΟ. Παρ’ όλ’ αυτά, οι νοθεύσεις δεν εξαλείφθηκαν πλήρως, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η έκθεση:

«Σήμερα, οι γερμανικές χημικές εταιρείες κατασκευάζουν στην Κίνα μερικά από τα μεγαλύτερα εργοστάσια επεξεργασίας στον κόσμο, χρησιμοποιώντας ρωσικό αέριο που δεν μπορούν να προμηθευτούν στην πατρίδα τους».

Επιπλέον –και κυρίως– η δεδομένη εξέλιξη του πολέμου έχει παραγάγει μια εν δυνάμει επικίνδυνη περιπλοκή για τις ΗΠΑ όσον αφορά τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Η τακτική ανάπαυλα που αναζητούν («παύση εχθροπραξιών») στην Ουκρανία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην αφήνει έδαφος επιστροφής στις προηγούμενες σχέσεις Ευρωπαίων-Ρωσίας, σε αυτό, δηλαδή, που επιδιώκει ο Πούτιν οξύνοντας διαρκώς την πολεμική του στην «αντι-ρώσικη ευρωπαϊκή υστερία» και προβάλλοντας την κατεύθυνση «μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης». Είναι ζητούμενο, συνεπώς, για τις ΗΠΑ ποιον ρόλο θα βρουν και θα δώσουν στους Ευρωπαίους στο πλαίσιο της «παύσης των εχθροπραξιών», αν και εφόσον βέβαια αυτή υπάρξει. Ένα ρόλο που, αφενός, θα τους δεσμεύει και θα τους κρατά συνεπείς στο αντι-ρώσικο μέτωπο και, αφετέρου, θα διασφαλίζει ότι δεν θα γίνουν άλλα βήματα προς μια κεντρική αναμέτρηση (για την οποία δεν είναι έτοιμες ούτε οι ΗΠΑ), ότι θα διαφυλαχθεί, δηλαδή, με τα λόγια της έκθεσης «η στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία».

Όλα τα παραπάνω θεωρούμε ότι αποτυπώνονται στο γράμμα και στο «πνεύμα» της έκθεσης όσο και όπως μπορεί να αποτυπωθεί το καθένα από αυτά. Έτσι η έκθεση είναι παραπάνω από σαφής και ευθεία για το στρατηγικό βάρος που έχει η Ευρώπη για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ ταυτόχρονα κάθε άλλο παρά κρύβει ότι αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως βοηθό των ΗΠΑ στα σχέδια τους:

«… δεν μπορούμε να διαγράψουμε την Ευρώπη – κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκαταστροφικό για αυτό που στοχεύει να επιτύχει αυτή η στρατηγική». « Θα χρειαστούμε μια ισχυρή Ευρώπη για να μας βοηθήσει να ανταγωνιστούμε με επιτυχία και να συνεργαστεί μαζί μας για να αποτρέψουμε οποιονδήποτε αντίπαλο από το να κυριαρχήσει στην Ευρώπη.»

Έτσι, ενώ η έκθεση δεν παραλείπει να υπαινιχθεί τις ανησυχίες των ΗΠΑ (ή τουλάχιστον των συντακτών της έκθεσης) για τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία επισημαίνοντας ότι «η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι πιο εμφανής στη σχέση της Ευρώπης με τη Ρωσία», είναι σαφές ότι έχει επιλέξει τη σκληρή και απαιτητική γραμμή έναντι των Ευρωπαίων συμμάχων, αφού θεωρεί ότι τα «χατίρια» των προηγούμενων πολιτικών των ΗΠΑ υπονόμευσαν τους στρατηγικούς στόχους τους. Ή, αλλιώς, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η έκθεση προτάσσει την κατεύθυνση «εμείς μπροστά και εσείς στους ρόλους που εμείς σας δίνουμε», ακόμα και αν αυτό είναι σε βάρος των συμφερόντων σας. 

Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό στο –κρίσιμο– ζήτημα της ενέργειας, στο οποίο η έκθεση διακηρύσσει (όπως ήδη έχει γίνει πράξη με το σχιστολιθικό αέριο, αλλά και με την επικυριαρχία των ΗΠΑ στην Μ. Ανατολή) πως οι ΗΠΑ απορρίπτουν όλες τις δεσμεύσεις περί «πράσινης ενέργειας» που τόσο βόλευαν την ευρωπαϊκή (γερμανική) βιομηχανία. Ας δούμε το σχετικό χαρακτηριστικό απόσπασμα της έκθεσης: 

«Η αποκατάσταση της αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας (σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα και πυρηνική ενέργεια) και η ανασύσταση των απαραίτητων βασικών ενεργειακών συνιστωσών αποτελεί κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα… Η επέκταση των καθαρών εξαγωγών ενέργειας θα εμβαθύνει επίσης τις σχέσεις με τους συμμάχους, περιορίζοντας παράλληλα την επιρροή των αντιπάλων, θα προστατεύσει την ικανότητά μας να υπερασπιζόμαστε τις ακτές μας και –όταν και όπου είναι απαραίτητο– θα μας επιτρέψει να προβάλλουμε ισχύ. Απορρίπτουμε τις καταστροφικές ιδεολογίες της “κλιματικής αλλαγής” και του “Καθαρού Μηδενικού Αέρα” που έχουν βλάψει τόσο πολύ την Ευρώπη, απειλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιδοτούν τους αντιπάλους μας».

Χαρακτηριστική είναι, επίσης, και η αναφορά στην προοπτική των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης μέσα από ένα σχήμα εκβιασμού:

«Θέλουμε να συνεργαστούμε με ευθυγραμμισμένες χώρες που θέλουν να αποκαταστήσουν το παλιό τους μεγαλείο.

Μακροπρόθεσμα, είναι κάτι παραπάνω από πιθανό ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες το αργότερο, ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ θα γίνουν στην πλειονότητά τους μη Ευρωπαϊκά. Ως εκ τούτου, είναι ανοιχτό το ερώτημα αν θα δουν τη θέση τους στον κόσμο ή τη συμμαχία τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνα που υπέγραψαν τον χάρτη του ΝΑΤΟ».

Με τον όρο «μη Ευρωπαϊκά» η έκθεση εννοεί «εκτός ΕΕ», προκαταβάλλοντας το φυλλορρόημα της ΕΕ και την αναγκαστική (όπως θέλει να προβάλει) ευθυγράμμισή τους με τις ΗΠΑ. Ευθυγράμμιση η οποία αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι καλύτερο να γίνει τώρα παρά αργότερα!

Πορεία πολέμου-συναγερμός στους λαούς!

Η έκθεση, βέβαια, αναφέρεται και στα άλλα κρίσιμα πεδία του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού (Μ. Ανατολή, Ιράν, Αφρική), όπου, παρά τους κομπασμούς για τις «επιτυχίες του Τραμπ», έστω και σε «δεύτερη γραμμή» δεν αποφεύγει να αναγνωρίσει ότι παραμένουν ανοιχτοί και προς κατάκτηση οι στόχοι που έχουν θέσει οι ΗΠΑ. Το ζήτημα του Ιράν κάθε άλλο παρά έχει κριθεί υπέρ της Δύσης και των ΗΠΑ, στη Συρία η επιτυχία της ανατροπής του Άσαντ δεν δείχνει να μπορεί να ολοκληρωθεί σε μια σταθερή αμερικάνικη επικυριαρχία, οι συμφωνίες του Αβραάμ παραμένουν πνιγμένες στο αίμα της γενοκτονίας του Παλαιστινιακού λαού που επιμένει στνο δρόμο της Αντίστασης. Όσο για την Αφρική, στην πληθώρα των πληγών της δρουν ταυτόχρονα και αντιθετικά οι αντίπαλοι ιμπεριαλιστές. 

Θα παραλείψουμε πιο συγκεκριμένες αναφορές σε όλα αυτά και, θεωρώντας πως με όλα τα προηγούμενα έχουμε δώσει τα βασικά στοιχεία της «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» όπως αυτή κατατέθηκε τον περασμένο Νοέμβρη, θα κλείσουμε με ορισμένα επιγραμματικά συμπεράσματα.

- Το στριμωγμένο θηρίο, δέσμιο της ιμπεριαλιστικής φύσης του και επιβεβαιώνοντάς την, κηρύσσει εκστρατεία πολέμου στον πλανήτη. Δεν μπορεί και δεν πρόκειται να παραιτηθεί από την πρώτη θέση, από τον στόχο της παγκόσμιας ηγεμονίας/κυριαρχίας, και βαδίζει στο δρόμο των πιο κυνικών, βάρβαρων και τυχοδιωκτικών επιλογών. Η διοίκηση Τραμπ είναι μια εκδοχή αυτού του δρόμου – στον ίδιο δρόμο βάδιζαν και οι προηγούμενες (των Δημοκρατικών) διοικήσεις. Οι τακτικές τροποποιήσεις των εκδοχών αυτών έχουν τη σημασία τους αλλά δεν αλλάζουν την κατεύθυνση και την ουσία του ζητήματος: Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο εχθρό των λαών, είναι η δύναμη που πρωτοστατεί στον πορεία προετοιμασίας πολέμου που βρίσκεται ο πλανήτης.

- Το ίδιο δέσμιες της ιμπεριαλιστικής φύσης τους είναι οι αντίπαλες των ΗΠΑ ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα), που απαντούν και θα απαντήσουν με κάθε δυνατό τρόπο στις επιλογές και στις επιδιώξεις των ΗΠΑ. Δεν μπορούν και δεν πρόκειται ούτε αυτές να αρνηθούν τις επιδιώξεις τους, να αφήσουν «στην άκρη» όσα συγκροτούσαν και διαμόρφωναν τις προηγούμενες δεκαετίες για να φτάσουν στις σημερινές τους επιδιώξεις. Ανάλογα χαρακτηριστικά και στάση έχουν και θα έχουν οι ιμπεριαλιστές δεύτερης τάξης (Ευρωπαίοι και Ιαπωνία). Ο δεδομένος συμπληρωματικός ρόλος τους σε σχέση με τη γεωστρατηγική τριάδα το μόνο που μπορεί να παραγάγει είναι η επίταση των τυχοδιωκτικών χαρακτηριστικών τους.

- Η όξυνση αυτή των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που βρίσκεται σε σχέση αλληλοτροφοδότησης με τη γενικευμένη καπιταλιστική κρίση και καθώς αναζητούνται από την κάθε πλευρά –αντιτιθέμενοι– όροι και απαντήσεις, θα παράγει όλο και πιο συχνά γεγονότα, «αδιανόητα» μέχρι χθες, όπως η τωρινή επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. Δηλαδή, ο πλανήτης γίνεται –και θα γίνεται ολοένα περισσότερο– πεδίο προετοιμασίας παγκόσμιου πολέμου, και η παγκόσμια παραγωγή θα διαμορφώνεται κυρίως με βάση τα τερατώδη εξοπλιστικά προγράμματα (συμβατικών και πυρηνικών όπλων), στα οποία πρωτοστατεί η γεωστρατηγική τριάδα και ακολουθούν οι ιμπεριαλιστές δεύτερης τάξης, οι περιφερειακές δυνάμεις και οι εξαρτημένες χώρες.

- Μέσα σε αυτό το τοπίο και για την υπηρέτησή του, κλιμακώνονται οι πολιτικές της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, και παράλληλα κάνει άλματα (ξεκινώντας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και με πρώτες τις ΗΠΑ) η φασιστικού χαρακτήρα πολιτική καταπίεσης και κατάπνιξης των ελευθεριών των μαζών.

- Η εργατική τάξη και οι λαοί του πλανήτη δεν έχουν και δεν μπορούν να βρουν συμμάχους που θα σταθούν απέναντι σε αυτήν την πορεία μέσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις αστικές τάξεις. Το προλεταριάτο και οι λαοί έχουν και την ανάγκη και τη δύναμη να χτυπήσουν τον δικό τους συναγερμό, να συγκροτήσουν τη δικιά τους αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική πάλη. Αυτή είναι η μόνη πραγματική δυνατότητα, η μόνη πραγματική ελπίδα και διέξοδος των εργατικών λαϊκών μαζών.

06/01/2026

Η Γραμματεία του ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ)

 


 


 


 


 

 




Δεν υπάρχουν σχόλια: