Ανθισμένος χορός
23:20
Η ανάσα κόβεται.
Ένα βλέμμα κάτω…
Πίσω κόλαση
Κάτω κενό
–ένα παράθυρο δρόμος–
Πηδάς και ελπίζεις να σταματήσεις.
Ελπίζεις.
Ελπίζεις να ανασάνεις ξανά.
Ελπίζεις να νιώσεις ξανά.
Ελπίζεις να κοιμηθείς ξανά.
Ελπίζεις να ονειρευτείς ξανά.
Οι κραυγές δεν σε αφήνουν,
Ήταν πάντα εκεί.
Έρχονται από ανθρώπους.
Ανθρώπους που καίγονται στα Τέμπη.
Ανθρώπους που καίγονται στις εμπόλεμες ζώνες.
Ανθρώπους που καίγονται στα εργοστάσια.
Καίγονται –ΤΟΥΣ ΚΑΙΝΕ– για τα κέρδη τους.
Η ζωή ποτέ ξανά ίδια.
Συνεχίζεις να πέφτεις.
Προσγειώνεσαι.
Όχι σε έδαφος πλέον,
Προσγειώνεσαι σε γυαλιά.
Περπατάς.
Κάθε βήμα πονάει.
Καμιά φορά ξαποσταίνεις.
Ξαποσταίνεις σε αγκαλιές
Σε λόγια κατανόησης
–όχι παρηγοριάς–
Προσπαθείς να τρέξεις.
Πονάει το ίδιο.
Κάνεις τον πόνο φίλο
Το τραύμα σύντροφο
Και ας σε βαραίνει.
Προσπαθεί να σε αγκαλιάσει
Και εσύ να μην πνίγεις από την αγκαλιά του.
Αντιστέκεσαι.
Μέχρι που βλέπεις σώματα γύρω
Να χορεύουν.
Να χορεύουν μαζί του
Το καθένα τον δικό του χορό.
Αγαπημένα πρόσωπα μέσα στο πλήθος.
Χορεύουν.
Χορεύουν με αγάπη.
Χορεύουν με λύπη.
Χορεύουν με θυμό.
Χορεύουν με έκφραση.
Χορεύουν με σιωπή.
Χορεύουμε.
Για τα παιδιά
Που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία.
Χορεύουμε.
Πάνω στα γυαλιά
Που μας έστησαν για πίστα
Γιατί το έδαφος τους
Ήταν σάπιο.
Δεν είχαμε ποτέ επιλογή.
Ανθίζουνε.
Μέσα από τις πληγές μας,
Μέσα από τον χορό μας.
Ανθίζουνε λουλούδια.
Ανθίζει η ελπίδα.
Ανθίζει η ζωή.
Ζωή
Που δεν χωράει
Τη σαπίλα τους
-B.-
Το τραύμα μου ΔΕΝ μπορεί να θεραπευτεί σε έναν κόσμο που βρομάει
Παίρνω το στυλό
χαράζω μια γραμμή
στο αριστερό μου χέρι
λίγο πιο πάνω από τον καρπό
Μα το στύλο γίνεται λεπίδα
-όπως το τρένο γίνεται θάνατος-
Κάθομαι φοβισμένη
παρατηρώ τη γραμμή
Μα η γραμμή γίνεται πληγή
-όπως οι ράγες γίνονται φέρετρο-
Δεν ξέρω να ράβω
Μα η ανάγκη με κάνει
παίρνω την κλωστή
τη βελόνα
με το άλλο μου χέρι
κλείνω άτσαλα την πληγή
επιστρέφω στη δουλειά
Τώρα
Τρία χρόνια μετά
Κοιτάω ξανά το χέρι μου
Η κλωστή έχει σαπίσει
χειμώνες καλοκαίρια
Φεβρουάριοι
Πλησιάζω το χέρι μου στη μύτη μου.
Πανικοβάλλομαι.
Αναδύεται μία μπόχα.
Μία σαπίλα.
Το απομακρύνω.
Βλέπω πιο καθαρά.
Δεν είναι μία η γραμμή
Δεν είναι μία η κλωστή
Το χέρι μου έχει γεμίσει με πληγές
κακοραμμένες
Δεν τις θυμάμαι όλες.
Θυμάμαι μερικές
Μία γραμμή για τις βόμβες που νιώθω στα αυτιά μου
από την Παλαιστίνη στο στήθος μου
Μία γραμμή για τον πνιγμό που κόβει τις ανάσες
από το Αιγαίο στον ύπνο μου
Μία γραμμή για τα κορίτσια που φωνάζουν βουβά
από την Κραυγή τους στην κοιλιά μου
Μία γραμμή για τις επιθέσεις σε συντροφάκια
από την Αίσθηση Αδικίας τους στα πόδια μου
Μία γραμμή -μεγάλη- για τη Β. και τον Β. που γύρισαν στη δουλειά μετά τα Τέμπη.
Κι ας μην το άντεχαν.
Το χέρι μου έχει γεμίσει
γραμμές από μελάνι
Μα το μελάνι γίνεται αίμα
Και φοβάμαι
Το χέρι μου έχει γεμίσει
κλωστές από χρώματα
Και οι κλωστές γίνονται ανάσα
-όπως οι αγκαλιές της Άνυ-
Το χέρι μου γεμάτο
Πύον
Μα το πύον γίνεται θεραπευτικό σάλιο από την οδοντωτή γλώσσα της Τάρτας και τη φαρδιά γλώσσα της Βίκυς
Το χέρι μου
Γίνεται
Βίωμα
Όπως
Το
Βίωμα
Γίνεται
Άγγιγμα
Και
Ένα
Γεμάτο
«ξέρω»
-ηλι-

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου