Κ. Καψ., 6 Φεβρουαρίου 2026
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη συχνά εγκλωβίζεται σε περιοριστικά σχήματα που δεν επιτρέπουν να δούμε τη συνολική της σημασία. Από τη μία πλευρά, η ΤΝ αντιμετωπίζεται κυρίως ως ένα τεχνικό ή νομικό πρόβλημα που μπορεί να «τακτοποιηθεί» μέσω κανονισμών, επιτροπών δεοντολογίας και πλαισίων συμμόρφωσης. Σε αυτή την οπτική, όμως, παραμένει στο περιθώριο η πολιτική και κοινωνική εξουσία που ενσωματώνεται στις ίδιες τις τεχνολογίες: υποτιμάται το ποιος τις ελέγχει, για ποιον σκοπό αναπτύσσονται και ποιες είναι οι κοινωνικές τους συνέπειες, ενώ η συζήτηση περιορίζεται στο πώς θα ρυθμιστεί κάτι δεδομένο, χωρίς να τίθενται τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για το γιατί και προς όφελος ποιων χρησιμοποιείται. Από την άλλη πλευρά, η ΤΝ παρουσιάζεται συχνά ως μια αναπόφευκτη και αυτόνομη δύναμη, που εξελίσσεται ανεξάρτητα από κοινωνικές και πολιτικές επιλογές. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η τεχνολογία προχωρά έτσι κι αλλιώς, οι κοινωνίες οφείλουν απλώς να προσαρμοστούν, και κάθε συζήτηση για πολιτικές αποφάσεις ή εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης θεωρείται ουτοπική ή χωρίς πραγματικό νόημα.
Παράλληλα, ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται συχνά είτε από τεχνοφοβικές είτε από τεχνο-ουτοπικές αφηγήσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται άλλοτε μεν κυρίως ως απειλή: ως δύναμη που θα αντικαταστήσει μαζικά την ανθρώπινη εργασία, που μπορεί να εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη «υπερνοημοσύνη» ή που ήδη ελέγχει κρυφά τη ζωή μας μέσω αλγορίθμων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συζήτηση επικεντρώνεται στον φόβο και στις πιθανές αρνητικές συνέπειες, συχνά χωρίς επαρκή ανάλυση του τι πράγματι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η σημερινή τεχνολογία, ούτε του πώς εντάσσεται στα συγκεκριμένα κοινωνικά και οικονομικά πλαίσια (παραβλέπονται οι πραγματικοί περιορισμοί της ΤΝ και δεν λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες λειτουργεί η τεχνολογία). Άλλοτε δε ως πανάκεια ή ως ένα ουδέτερο εργαλείο προόδου, που θα λύσει τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα στην υγεία, στο κλίμα ή στην οικονομία, και του οποίου οι επιπτώσεις εξαρτώνται αποκλειστικά από τις προθέσεις του ανθρώπου που το χρησιμοποιεί. Αυτή η υπερβολική αισιοδοξία αγνοεί τις κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές προκλήσεις που συνοδεύουν την ανάπτυξη και τη χρήση τέτοιων τεχνολογιών.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι αποκλείουν μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη. Μένουν στο σκοτάδι οι σχέσεις εξουσίας, τα οικονομικά συμφέροντα, οι μορφές ιδιοκτησίας και οι επιπτώσεις στη δημοκρατία και στις κοινωνικές ανισότητες που ενσωματώνονται στις τεχνολογίες.
Ο Matteo Stocchetti, στο άρθρο του «Ο καπιταλισμός της επιτήρησης συναντά την τεχνητή νοημοσύνη», επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η TN, αλλά οι κοινωνικοοικονομικές δομές μέσα στις οποίες αυτή αναπτύσσεται. Συγκεκριμένα, προτείνει ότι εάν οι ψηφιακές δομές λειτουργούσαν ως ψηφιακά κοινά (digital commons)[1] —ως πόροι της δημόσιας σφαίρας που ανήκουν σε όλους και διοικούνται συλλογικά και δημοκρατικά— τότε οι κίνδυνοι που συνδέονται με την TN (όπως π.χ. η μαζική παρακολούθηση / επιτήρηση, η συγκέντρωση εξουσίας ή ο κοινωνικός έλεγχος[2]) θα περιορίζονταν.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα διατυπωθεί μια διαφορετική άποψη. Υποστηρίζεται ότι, η πρόταση των commons παραμένει ανεπαρκής εάν δεν ενταχθεί σε μια συνολικότερη κριτική των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της κρατικής εξουσίας που τις σταθεροποιεί.
Το άρθρο του Stocchetti ξεκινά με μια ισχυρή παραδοχή: ότι το πρόβλημα με την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά το ποιος αποφασίζει. Ο Stocchetti υποστηρίζει ότι η ΤΝ σήμερα βρίσκεται κυρίως στα χέρια τεράστιων εταιρειών τεχνολογίας και κρατικών δυνάμεων που τη χρησιμοποιούν για να ενισχύσουν ένα ευρύ δίκτυο επιτήρησης και ελέγχου, πράγμα που αντικατοπτρίζει αυτό που η Σοσάνα Ζούμποφ[3] έχει ονομάσει surveillance capitalism (καπιταλισμός της επιτήρησης) όπου η συμπεριφορά των ανθρώπων γίνεται πρώτη ύλη που συλλέγεται και μετατρέπεται σε κέρδος και ισχύ[4].
Η ανάλυση αυτή προσφέρει μια σημαντική κριτική αφετηρία, είναι χρήσιμη αλλά εν μέρει περιορισμένη, γιατί εστιάζει στο πώς χρησιμοποιείται η τεχνολογία, και λιγότερο στο γιατί αναπτύσσεται με αυτόν τον τρόπο, δεν φτάνει μέχρι τις βαθύτερες δομικές αιτίες του προβλήματος και κινδυνεύει να μετατοπιστεί σε μια ηθικοπολιτική καταδίκη των «κακών» χρήσεων της τεχνολογίας.
Εδώ, επιχειρείται μια προσέγγιση που επιτρέπει να δούμε την τεχνητή νοημοσύνη ως κομβικό μηχανισμό του σύγχρονου καπιταλισμού, όπου συναντώνται η εκμετάλλευση της εργασίας και η εκμετάλλευση της φύσης, χωρίς ωστόσο να υποτιμάται ο ρόλος της ως τεχνολογία ενίσχυσης της επιτήρησης, της συγκέντρωσης εξουσίας και της πολιτικής καταστολής[5].
Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερο εργαλείο[6]· είναι ενσωματωμένη στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής υπεραξίας και στη σχέση κεφαλαίου–εργασίας. Πρέπει να τονισθεί ότι αυτό που καθορίζει τη χρήση της τεχνολογίας στο καπιταλισμό είναι η ίδια η λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης, δηλαδή το κέρδος και η εκμετάλλευση. Έτσι, η ΤΝ δεν ενισχύει μόνο τον έλεγχο και την επιτήρηση, αλλά επηρεάζει βαθιά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εργασία. Η καπιταλιστική παραγωγή απαιτεί αυξανόμενο έλεγχο του χρόνου, της απόδοσης και της συμπεριφοράς. Μέσω του αυτοματισμού και της αλγοριθμικής διαχείρισης, αυξάνει την παραγωγικότητα του κεφαλαίου εις βάρος των εργαζομένων. Πολλές εργασιακές δραστηριότητες ανασχεδιάζονται έτσι ώστε να απαιτούν λιγότερη κρίση, εμπειρία και αυτονομία από εκείνους που τις εκτελούν, ενώ οι αποφάσεις μεταφέρονται σε συστήματα και πλατφόρμες που λειτουργούν με βάση δεδομένα και αλγορίθμους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας συναντάται στην οικονομία των ψηφιακών πλατφορμών[7]. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλει όχι μόνο στην εντατικοποίηση και πειθαρχία της εργασίας, αλλά και στην αποστέρηση των εργαζομένων από δεξιότητες και περιθώρια αυτονομίας.
Στην πράξη, η τεχνητή νοημοσύνη σίγουρα αξιοποιείται για να μετατρέπει τη συμπεριφορά σε εμπόρευμα κυρίως όμως για να εντείνει την εκμετάλλευση της εργασίας: αλγόριθμοι διαχείρισης εργαζομένων, σε αποθήκες, πλατφόρμες διανομής και γενικά στους χώρους εργασίας, παρακολουθούν ρυθμούς, επιβάλλουν πειθαρχία και καθορίζουν αμοιβές· συστήματα αξιολόγησης αυτοματοποιούν απολύσεις· εργαζόμενοι «εκπαιδεύουν» αλγόριθμους μέσω αόρατης, κακοπληρωμένης ψηφιακής εργασίας. Αυτές οι διαδικασίες δεν είναι απλώς αυταρχικές, αλλά δομικά καπιταλιστικές, καθώς στοχεύουν στη μείωση του κόστους εργασίας και στη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας. Στο άρθρο του Stocchetti, αυτή η διάσταση δεν αναπτύσσεται σε βάθος, με αποτέλεσμα να υποτιμάται η άμεση σχέση μεταξύ ΤΝ και εκμετάλλευσης εργαζομένων.
Ο Stocchetti εστιάζει κυρίως στον αυταρχισμό, στην επιτήρηση, στη διάβρωση της δημοκρατίας, στη συγκέντρωση ισχύος. Όλα αυτά είναι απολύτως υπαρκτά. Όμως, αποτελούν μηχανισμούς ελέγχου, διαχείρισης κρίσεων και συμπτώματα των αντιφάσεων της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, όχι την πρωταρχική αιτία.
Αυτό που δεν αναλύεται επαρκώς είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αναπτύσσεται απλώς επειδή κάποιοι ηγέτες είναι αντιδημοκρατικοί, αλλά επειδή ο καπιταλισμός αναζητά νέους τρόπους συσσώρευσης σε συνθήκες δομικής δυσκολίας.
Όσο περισσότερο όμως η παραγωγή βασίζεται σε μηχανές και αυτοματισμούς, τόσο μειώνεται η συμμετοχή της ζωντανής ανθρώπινης εργασίας, δηλαδή της μοναδικής πηγής νέας αξίας. Αυτό ενισχύει την τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους και καθιστά το σύστημα ολοένα και πιο εξαρτημένο από χρηματοπιστωτικές φούσκες[8], μονοπωλιακές πρακτικές και κρατική στήριξη. Η τεχνητή νοημοσύνη, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν καταργεί αυτές τις αντιφάσεις· τις φέρνει απλώς σε πιο οξεία μορφή.
Έτσι, πρέπει να τονισθεί ότι η εξάπλωση της τεχνητή νοημοσύνης δεν αποτελεί λύση για τα δομικά προβλήματα του καπιταλισμού, αλλά παράγοντα που τα οξύνει. Η ΤΝ γίνεται δομικό στοιχείο ενός συστήματος σε αδιέξοδο.
Να τονίσουμε για άλλη μια φορά. Η τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, δεν ελέγχεται απλώς από άτομα ή ομάδες, αλλά αποτελεί έκφραση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (εδώ των αλγορίθμων και των βασικών υποδομών) και η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας είναι αυτό που καθορίζει πώς χρησιμοποιείται η ΤΝ, όχι μια ηθική ή πολιτική προδιάθεση των ηγετών.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο εστιάζει η κριτική μας απέναντι στο άρθρο είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποσυνδέεται τελείως από την υλική και οικολογική της διάσταση. Παρότι η ΤΝ συχνά παρουσιάζεται ως «άυλη» τεχνολογία, στην πραγματικότητα δεν είναι απλώς λογισμικό ή αλγόριθμοι αλλά στηρίζεται σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και σε εξαιρετικά ενεργοβόρες και υλικά απαιτητικές υποδομές. Τα μεγάλα μοντέλα, για παράδειγμα, απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας για την εκπαίδευση και τη λειτουργία τους, ενώ τα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν νερό και ενέργεια σε κλίμακες που επηρεάζουν τοπικά οικοσυστήματα. Παράλληλα, η εξόρυξη σπάνιων πρώτων υλών για μικροτσίπ και εξοπλισμό επιβαρύνει οικολογικά ευαίσθητες περιοχές και δημιουργεί κοινωνικές συγκρούσεις. Η ΤΝ δηλαδή, πέρα από τις άλλες λειτουργίες της, αποτελεί συγχρόνως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος τεχνολογικής επιτάχυνσης που εντείνει την οικολογική κρίση.
Αυτή η υλική διάσταση —ιδιαίτερα η περιβαλλοντική επιβάρυνση και οι πολιτικές συνέπειες της εξόρυξης και κατανάλωσης ενέργειας— δεν είναι δευτερεύον αποτέλεσμα αλλά κεντρική συνιστώσα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αυτό δεν αναδεικνύεται στο άρθρο. Η προσέγγιση του Stocchetti διατηρεί ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, καθώς επικεντρώνεται στη δημοκρατία, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, χωρίς να περιλαμβάνει την περιβαλλοντική διάσταση ως πολιτικό ζήτημα.
Αυτές οι δύο μορφές εκμετάλλευσης —της εργασίας και της φύσης— δεν είναι ανεξάρτητες, αλλά αλληλοτροφοδοτούνται. Η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται για να ξεπεραστούν τα όρια της κερδοφορίας μέσω αυτοματοποίησης και επιτήρησης, αλλά αυτή η στρατηγική (της τεχνολογικής επιτάχυνσης) στηρίζεται σε μια ολοένα και πιο εντατική κατανάλωση φυσικών πόρων. Με άλλα λόγια, η ΤΝ λειτουργεί ως απάντηση του κεφαλαίου τόσο στην κρίση παραγωγικότητας όσο και στη δυσκολία των εργοδοτών να επιβάλουν πειθαρχία και έλεγχο σε πιο κατακερματισμένες, ευέλικτες ή επισφαλείς μορφές εργασίας, μετατοπίζοντας όμως τα κόστη στο περιβάλλον και στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά του Stocchetti στα ψηφιακά κοινά, παρότι πολιτικά ενδιαφέρουσα, παραμένει θεωρητικά ατελής. Από την πλευρά μας, τα κοινά δεν μπορούν να νοηθούν μόνο ως ζήτημα δημοκρατικής διακυβέρνησης της τεχνολογίας. Πρέπει να συνδεθούν και με την υπέρβαση της καπιταλιστικής λογικής της αέναης μεγέθυνσης. Αν δεν γίνει αυτό, κινδυνεύουν να καταλήξουν σε μια πιο συμμετοχική, αλλά όχι λιγότερο ενεργοβόρα και οικολογικά επιζήμια, εκδοχή του ίδιου τεχνολογικού υποδείγματος. Η ιδέα ότι η λύση βρίσκεται στην εγκαθίδρυση ψηφιακών κοινών υπονοεί ουτοπική αντίληψη για την τεχνολογία ή μεταρρυθμιστική λύση, η οποία παραγνωρίζει την ανάγκη για βαθύτερη κοινωνική και οικονομική ανατροπή των δομών ιδιοκτησίας και ελέγχου, και υποτιμά τη σύγκρουση που απαιτείται. Η προσέγγισή μας υποστηρίζει ότι τα ψηφιακά κοινά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ουσιαστικά εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, διότι ο καπιταλισμός δεν ανέχεται ουδέτερες ζώνες, είναι ένα σύστημα που βασίζεται στον ανταγωνισμό, επιδιώκει διαρκή συσσώρευση, και έχει ισχυρούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης κάθε εναλλακτικής πρακτικής. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το λογισμικό ανοιχτού κώδικα που συχνά αναπτύσσεται συλλογικά, αλλά αξιοποιείται από μεγάλες εταιρείες για εμπορικούς σκοπούς, χωρίς η συλλογική κοινότητα να ελέγχει την υπεραξία που παράγεται.
Η βαθύτερη κριτική, λοιπόν, που θα μπορούσε να ασκηθεί στο άρθρο είναι ότι παραμένει εντός ενός πλαισίου «εξανθρωπισμού» ή «εκδημοκρατισμού» της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το ίδιο το ιστορικό υπόδειγμα στο οποίο αυτή αναπτύσσεται. Η προσέγγισή μας θα επιμείνει ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς «ποιος ελέγχει την ΤΝ», αλλά και «για ποιους σκοπούς, σε ποια έκταση και με ποιο οικολογικό κόστος». Για παράδειγμα, η χρήση ΤΝ για ιατρική διάγνωση ή περιβαλλοντική παρακολούθηση και σε αντιδιαστολή η χρήση της για διαφήμιση, χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία ή μαζική επιτήρηση. Σε τελική ανάλυση, μπαίνει και το ερώτημα: σε ποιο βαθμό μια τέτοια τεχνολογία μπορεί να είναι συμβατή με μια κοινωνία που δεν εκμεταλλεύεται ούτε τους ανθρώπους ούτε τη φύση;
Η προσέγγισή μας οδηγεί σε ένα πιο απαιτητικό συμπέρασμα: η τεχνητή νοημοσύνη, όπως αναπτύσσεται σήμερα, δεν είναι απλώς κακώς ρυθμισμένη ή ελλιπώς δημοκρατική, αλλά ενσωματωμένη σε ένα ιστορικό κοινωνικό υπόδειγμα που συστηματικά παράγει ανισότητα και καταστροφή. Χωρίς μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής και χωρίς σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες προτάσεις για «καλύτερη» ή «πιο δίκαιη» τεχνητή νοημοσύνη κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως διαχείριση ενός βαθύτερου αδιεξόδου, και όχι ως υπέρβασή του.
Ενώ το άρθρο εστιάζει στους κινδύνους που αντιμετωπίζει η δημοκρατία, εμείς, χωρίς να υποτιμούμε αυτούς τους κινδύνους, τονίζουμε ότι η κύρια απειλή δεν περιορίζεται στο πολιτικό επίπεδο (δημοκρατία έναντι αυταρχισμού), αλλά έγκειται στον ίδιο τον καπιταλισμό ως σύστημα που παράγει συνεχή εκμετάλλευση, ανισότητα και τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα. Χωρίς να αντιμετωπιστεί αυτή η βάση, η κριτική στον καπιταλισμό της επιτήρησης παραμένει μερική.
Σημειώσεις
*Το κείμενο είναι μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης στο άρθρο του Matteo Stocchetti «Ο καπιταλισμός της επιτήρησης συναντά την τεχνητή νοημοσύνη» που δημοσιεύτηκε στις 05 Νοεμβρίου 2025 στο Ny Tid με τίτλο «Övervakningskapitalismen möter AI» στη διεύθυνση … https://www.nytid.fi/2025/11/overvakningskapitalismen-moter-ai/
Παραπομπές
[1] Ο αρθρογράφος μιλά για ψηφιακές δομές (digitala strukturer) και μάλλον αναφέρεται
α. στις βασικές ψηφιακές υποδομές, που ως τέτοιες νοούνται οι υποδομές υπολογιστικού νέφους (cloud), τα κέντρα δεδομένων (data centers) και τα βασικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης (foundation models). β. στα δεδομένα και γ. στα αλγοριθμικά συστήματα. Επομένως, προτείνει όλα αυτά να λειτουργήσουν ως ψηφιακά κοινά.
Κάποιες πρώτες διευκρινίσεις σχετικά με τα δεδομένα. Τα δεδομένα ή αλλιώς ψηφιακά ίχνη δεν συγκροτούν μια ενιαία κατηγορία ως προς την προέλευση και την αξιακή τους μορφή. Στην απλούστερη εκδοχή τους, εμφανίζονται ως ψηφιακά ίχνη της δραστηριότητας των χρηστών (όπως αναζητήσεις, κλικ ή «likes»), τα οποία δεν παράγονται στο πλαίσιο μισθωτής εργασίας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ενσωματώνουν άμεσα προηγούμενη εργασία και δεν διαθέτουν εξαρχής αξιακή μορφή· αποτελούν ένα «αντικείμενο εργασίας» που μπορεί να αξιοποιηθεί εκ των υστέρων.
Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος των δεδομένων παράγεται ως δευτερογενές προϊόν της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας. Δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία επιχειρησιακών συστημάτων, την εργασία σε ψηφιακές πλατφόρμες ή τη χρήση μηχανών και λογισμικών από εργαζόμενους δημιουργούνται εντός του χρόνου μισθωτής εργασίας και ως αναγκαίο παραπροϊόν αυτής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα δεδομένα ενσωματώνουν ήδη από τη γένεσή τους εργασία και, κατ’ επέκταση, φέρουν στοιχεία αξίας, έστω και αν δεν παράγονται ως αυτοτελή εμπορεύματα.
Η πλήρης οικονομική αξιοποίησή των δεδομένων πραγματοποιείται όταν το κεφάλαιο τα συλλέγει, τα περιφράσσει και τα εντάσσει σε καθεστώτα ιδιοκτησίας και ελέγχου. Μέσω αυτών των διαδικασιών, τα δεδομένα καθίστανται αποκλειστικά και μη άμεσα προσβάσιμα, ενώ η αξία τους διαμορφώνεται μέσω της οργάνωσης και επεξεργασίας τους από εξειδικευμένη εργασία (επισημαντές, προγραμματιστές, αναλυτές κ.λπ.). Έτσι μετατρέπονται σε «άυλη πρώτη ύλη» για την παραγωγή ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών.
Σε αυτή τη μορφή, τα δεδομένα λειτουργούν ταυτόχρονα ως
φορείς μεταβίβασης παρελθούσας εργασίας, ως βάση για την άντληση προσόδου και
ως θεμέλιο ψηφιακών μονοπωλιακών μορφών εκμετάλλευσης. Επιπλέον, αποτελούν
βασική προϋπόθεση για την κυκλοφορία εμπορευμάτων —όπως στη στοχευμένη
διαφήμιση— και, συνεπώς, κρίσιμο όρο της σύγχρονης οικονομικής κυκλοφορίας και θα
πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέσο παραγωγής.
Η πρόταση για ψηφιακά κοινά αγαθά αντλεί από μια μακρά θεωρητική παράδοση. Το
ζήτημα των κοινών τροφοδοτεί έναν δημόσιο διάλογο που αφορά τους τρόπους
διαχείρισης των πόρων, το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους και την πρόσβαση σε
αυτούς. Ο διάλογος αυτός εκκινεί από το ζήτημα οριοθέτησης της έννοιας των
κοινών και πράγματι, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, ανάλογες κάθε φορά με
το ερευνητικό ενδιαφέρον και την σκοπιά του ερευνητή.
Παραθέτουμε ενδεικτικά κάποιες πολύ γενικές απόψεις χωρίς αυτό να σημαίνει και ασπασμό τους. Απλώς μια εισαγωγή στο θέμα.
«Με τον όρο «το κοινό» εννοούμε, κατ’ αρχάς, τον κοινό πλούτο του υλικού κόσμου —τον αέρα, το νερό, τους καρπούς της γης και, γενικότερα, όλη τη γενναιοδωρία της φύσης— ο οποίος στα κλασικά ευρωπαϊκά πολιτικά κείμενα συχνά παρουσιάζεται ως η κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας στο σύνολό της, προορισμένη να μοιράζεται συλλογικά. Ωστόσο, με τον όρο «το κοινό» αναφερόμαστε επίσης, και μάλιστα κατεξοχήν, στα αποτελέσματα της κοινωνικής παραγωγής που είναι αναγκαία για την κοινωνική αλληλεπίδραση και την περαιτέρω παραγωγή, όπως οι γνώσεις, οι γλώσσες, οι κώδικες, η πληροφορία, τα συναισθήματα/οι συναισθηματικές σχέσεις, και ούτω καθεξής.» αναφέρουν οι Hardt και Negri στην εισαγωγή του βιβλίου τους με τίτλο Commonwealth.
Michael Hardt and Antonio Negri, Commonwealth (Cambridge, MA: Belknap Press of Harvard University Press, 2009), viii, https://pages.memoryoftheworld.org/library/Michael%20Hardt/Commonwealth%20(290)/Commonwealth%20-%20Michael%20Hardt.pdf
«Η έννοια των κοινών, …, έχει προσφέρει μια λογική και ιστορικά τεκμηριωμένη εναλλακτική τόσο απέναντι στην κρατική όσο και απέναντι στην ιδιωτική ιδιοκτησία, τόσο στο κράτος όσο και στην αγορά, επιτρέποντάς μας να απορρίψουμε τη μυθοπλασία ότι αυτές οι μορφές είναι αμοιβαία αποκλειόμενες και εξαντλούν το σύνολο των πολιτικών μας δυνατοτήτων. Παράλληλα, έχει επιτελέσει έναν ιδεολογικό ρόλο ως ενοποιητική έννοια που προεικονίζει τη συνεργατική κοινωνία την οποία επιδιώκει να συγκροτήσει η ριζοσπαστική Αριστερά. Ωστόσο, παραμένουν ασάφειες, καθώς και σημαντικές αποκλίσεις στις ερμηνείες της έννοιας αυτής, τις οποίες οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε, εάν θέλουμε η αρχή των κοινών να μεταφραστεί σε ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο.
Τι συνιστά, λοιπόν, ένα κοινό; Αναφερόμαστε σε κοινά της γης, του νερού και του αέρα, σε ψηφιακά κοινά· συχνά ως κοινά περιγράφονται και τα κεκτημένα κοινωνικά δικαιώματά μας (όπως, λόγου χάρη, οι συντάξεις κοινωνικής ασφάλισης), όπως επίσης οι γλώσσες, οι βιβλιοθήκες και τα συλλογικά προϊόντα παρελθόντων πολιτισμών. Είναι, όμως, όλα αυτά τα κοινά ισοδύναμα από την άποψη του πολιτικού τους δυναμικού; Είναι όλα μεταξύ τους συμβατά; Και πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι δεν προβάλλουν μια ενότητα η οποία παραμένει ζητούμενο και δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί; Τέλος, θα πρέπει να μιλάμε για «τα κοινά» στον πληθυντικό ή για «το κοινό», όπως προτείνουν οι αυτονομιστές μαρξιστές, με τον όρο αυτό να δηλώνει, κατά την άποψή τους, τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν την κυρίαρχη μορφή παραγωγής στη μεταφορντική εποχή;» αναφέρει η Federici.
Silvia Federici, Re-enchanting the World: Feminism and the Politics of the Commons (Oakland & Toronto: PM Press / Between the Lines, 2018), 103, https://eclass.aegean.gr/modules/document/file.php/GEO-PPS366/silviafederichiCommons.pdf
Για μια εισαγωγή στο ζήτημα των κοινών …
Πηνελόπη Μυρωδικού Απόστολου, Εισαγωγή στη θεωρία των κοινών (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Νομικής, 2016), https://doi.org/10.26262/heal.auth.ir.287524.
[2] Ως παραδείγματα κοινωνικού ελέγχου μπορούμε να αναφέρουμε την προγνωστική αστυνόμευση, την εργασιακή επιτήρηση, τα συστήματα βαθμολόγησης, αξιολόγησης πολιτών/χρηστών, τη διαμόρφωση επιθυμιών και προτιμήσεων, τη χειραγώγηση συμπεριφορών, τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις μέσω αλγορίθμων.
[3] Shoshana Zuboff, Η Εποχή του Κατασκοπευτικού Καπιταλισμού: Ο αγώνας για ένα ανθρώπινο μέλλον στο μεταίχμιο της νέας εξουσίας, μτφρ. Γιώργος Μπέτσος (Αθήνα: Καστανιώτης, 2020).
[4] Αλγόριθμοι και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επεξεργάζονται τα συμπεριφορικά δεδομένα ώστε να παραχθούν στατιστικά μοντέλα που προβλέπουν τι πιθανότατα θα κάνει ένα άτομο στο μέλλον —τι θα αγοράσει, τι θα ψηφίσει, πού θα πάει, πώς θα αντιδράσει. Αυτές οι προβλέψεις πωλούνται σε διαφημιστές, πολιτικούς φορείς ή άλλους οικονομικούς δρώντες. Το σύστημα δεν περιορίζεται στην πρόβλεψη της συμπεριφοράς, αλλά επιδιώκει ενεργά τη διαμόρφωσή της. Μέσω στοχευμένων ειδοποιήσεων, εξατομικευμένων ροών περιεχομένου, διαφημίσεων και μικρών παρεμβάσεων στον τρόπο που παρουσιάζονται οι επιλογές μας, οι ψηφιακές πλατφόρμες προσπαθούν να κατευθύνουν τις επιλογές των χρηστών προς συμπεριφορές που είναι πιο κερδοφόρες ή πιο προβλέψιμες.
[5] Στο πλαίσιο της αλγοριθμικής διακυβέρνησης, η επιτήρηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο καθεστώς άσκησης εξουσίας, όπου η πρόβλεψη, η αξιολόγηση κινδύνου και η προληπτική παρέμβαση είναι ενσωματωμένες σε μηχανισμούς διακυβέρνησης όπως π.χ. η κοινωνική πρόνοια, η αστυνόμευση, η πιστοληπτική αξιολόγηση, ο μεταναστευτικός έλεγχος, και λειτουργούν συμπληρωματικά προς πιο παραδοσιακές μορφές ελέγχου, όπως η βία ή η άμεση καταστολή. Η πιο ωμή μορφή ταξικής χρήσης της ΤΝ εμφανίζεται στην αστυνόμευση. Συστήματα προγνωστικής αστυνόμευσης, αναγνώρισης προσώπου και ανάλυσης «επικινδυνότητας» εφαρμόζονται κυρίως σε εργατικές γειτονιές, σε φυλετικά και κοινωνικά στιγματισμένους πληθυσμούς. Οι αλγόριθμοι δεν «προβλέπουν» το έγκλημα· αναπαράγουν ιστορικά μοτίβα καταστολής. Έτσι, η ΤΝ λειτουργεί ως τεχνολογία προληπτικής ταξικής βίας, επεκτείνοντας τη λογική της ποινικοποίησης της φτώχειας και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Η χρήση της ΤΝ από το κράτος στην αστυνόμευση, στη μετανάστευση, στην κοινωνική πρόνοια και σε πολλούς άλλους τομείς, δείχνει ότι ακόμη και «δημόσιες» υποδομές μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί ταξικής πειθάρχησης. Επομένως, μια ΤΝ χωρίς εργατικό έλεγχο της κρατικής εξουσίας κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο κρατικού καπιταλισμού ή τεχνοκρατικού αυταρχισμού.
Τα συστήματα προγνωστικής αστυνόμευσης είναι ψηφιακά συστήματα που χρησιμοποιούν αλγορίθμους και ανάλυση μεγάλων δεδομένων για να προβλέψουν πού, πότε ή από ποιους είναι πιθανό να διαπραχθεί ένα έγκλημα. Για παράδειγμα αξιολογούν άτομα ως δυνητικά «επικίνδυνα» ή «υψηλού κινδύνου» και επειδή βασίζονται σε ιστορικά δεδομένα αστυνόμευσης συχνά ενισχύουν ήδη υπάρχουσες φυλετικές, ταξικές ή χωρικές ανισότητες.
[6] Τα αλγοριθμικά συστήματα π.χ. χρησιμοποιούνται για να αποφασίσουν για την αξιολόγηση εργαζομένων, την κατανομή κοινωνικών παροχών ή την αστυνόμευση, για το ποιος θεωρείται «υψηλού ρίσκου», ποιος προκρίνεται για μια θέση εργασίας, ή ποιο περιεχόμενο βλέπουμε καθημερινά στο διαδίκτυο και το αν εγκρίνεται ένα δάνειο. Με αυτόν τον τρόπο, οι αλγόριθμοι λειτουργούν ως άτυποι θεσμοί εξουσίας.
[7] Εργασιακά μοντέλα τύπου Uber, Bolt, Wolt, e-food, Amazon Mechanical Turk, Upwork κ.ά. Δηλαδή δουλειά που μεσολαβείται από ψηφιακή πλατφόρμα και οργανώνεται και ελέγχεται από αλγορίθμους. Σε αυτά τα εργασιακά μοντέλα ο αλγόριθμος αποφασίζει ποιος δουλεύει, πότε, με ποιον ρυθμό, με ποια αμοιβή. Η εμπειρία του εργαζόμενου απαξιώνεται (δεν χρειάζεται κρίση, σχεδιασμός, πρωτοβουλία —απλώς «εκτελείς οδηγίες»). Η εργασία γίνεται τυποποιημένη και κατακερματισμένη (ένα δρομολόγιο, μια παράδοση, μια ενότητα εργασίας). Η πειθαρχία επιβάλλεται έμμεσα μέσω αξιολογήσεων, βαθμολογήσεων, μπόνους και κυρώσεων, χωρίς άμεσο «αφεντικό».
[8] «Ένα από τα πιο απότομα και εκτεταμένα κύματα πτώσης των τελευταίων ετών σαρώνει τις διεθνείς αγορές, παρασύροντας σχεδόν εταιρείες που βρίσκονται στο μονοπάτι της τεχνητής νοημοσύνης.» Βλέπε τα άρθρα «Πώς χάθηκε 1 τρισεκατομμύριο από την τεχνολογία» και «Anthropic: Όταν η υπόσχεση γίνεται απειλή» της Νατάσα Στασινού στην Ναυτεμπορική στις 5 /02/2026.
https://www.naftemporiki.gr/opinion/2068342/anthropic-otan-i-yposchesi-ginetai-apeili/
https://www.naftemporiki.gr/finance/markets/2068718/xrimatistiria-pos-chathike-1-trisekatommyrio-apo-tin-technologia-poioi-alloi-aimorragoyn/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου