Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Ιανουαρίου 2024

Λενινισμός και πόλεμος

0
Αναδημοσίευση κειμένου από την Προλεταριακή Σημαία αρ. φυλ. 227 (6-6-1992)

Λενινισμός και πόλεμος

 Ο πόλεμος ξανά στο προσκήνιο. Και όσο οι φλόγες του πλησιάζουν την Ευρώπη τόσο γίνονται πιο άμεσοι οι κίνδυνοι για μια γενίκευσή του. Δεν το αναφέρουμε για πρώτη φορά ότι ο πόλεμος, σε ένα σύστημα καπιταλιστικό - ιμπεριαλιστικό, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρχει και να επιβιώνει το ίδιο το σύστημα. 

Οι ανάγκες αυτού του συστήματος γεννούν τον πόλεμο, τρέφονται αμοιβαία και τον καθιστούν ακόμα φονικότερο όσο μεγαλώνει η βουλιμία καταλήστευσης των καπιταλιστών, βουλιμία και αρπακτικότητα που ξεκινάει από τους εργάτες του εργοστασίου τους (υπερεκμετάλλευση - υπεραξία), εκτείνεται στη τοπική και εθνική αγορά κι επεκτείνεται στη συνέχεια -πάντα μέσα από έναν άγριο ανταγωνισμό- στη διεθνή αγορά, εκεί όπου τα πράγματα οδηγούν μοιραία στο μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αγορών μέσα από πολέμους όχι μόνο των αγορών, της οικονομίας, της διπλωματίας, της πολιτικής, της ισοτιμίας των νομισμάτων, του πολιτισμού, αλλά και με το θερμό πόλεμο και τη δοκιμασία των σιδερικών τελευταίας τεχνολογίας πάνω σε μυριάδες ζωντανούς στόχους.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

21/1/1924 - 21/1/2024 | 100 χρόνια από το θάνατο του Β. Ι. Λένιν

0

 Με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από το θάνατο του μεγάλου διανοητή και επαναστάτη Β. Ι. Λένιν αναδημοσιεύουμε άρθρο της Προλεταριακής Σημαίας φυλ. 375 (6/2/1999)

 

75 χρόνια από το θάνατο του Λένιν

Ο λενινισμός πάντα επίκαιρος



 
«Από τη Ρωσία της Νέας Οικονομικής Πολιτικής θα ξεπεταχτεί η σοσιαλιστική Ρωσία». Με αυτά τα λόγια ολοκλήρωσε την ομιλία του στη γενική συνέλευση των Σοβιέτ της Μόσχας και αυτός υπήρξε ο τελευταίος δημόσιος λόγος του στις 20 Νοέμβρη του 1922. Μιλάμε, φυσικά, γιο τον Λένιν.

Το 1923 σε μια σειρά άρθρων μεγάλης σημασίας, όπως: «Σελίδες ημερολογίου», «Για τη συνεργασία», «Για την επανάστασή μας», «Πώς να αναδιοργανωθεί η εργατοαγροτική επιθεώρηση», «Καλύτερα λιγότερα αλλά καλύτερα», ο Λένιν κάνει τον απολογισμό της δουλειάς που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια των χρονών της επανάστασης και ταυτόχρονα χαράζει τα νέα καθήκοντα, τους νέους δρόμους για την επομένη πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Μέσα από αυτά τα άρθρα αποκαλύπτει ότι η χώρο των Σοβιέτ έχει στην κατοχή της ό,τι χρειάζεται για να οικοδομήσει μια πλήρη σοσιαλιστική κοινωνία και υποδεικνύει στο κόμμα τα μακρά χρόνια που θ' ακολουθήσουν και τις επίμονες προσπάθειες που θα απαιτηθούν. Στη συνέχεια, το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Στάλιν έκαναν πράξη την οικοδόμηση ου σοσιαλισμού στη Ρωσία.

Στις 21 Γενάρη του 1924, ύστερα από μια σοβαρή αρρώστια ο Λένιν φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 54 ετών. Ήταν και η μοναδική μάχη που έχασε.

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τη συνέχεια, για τις προσπάθειες που κατέβαλε το κόμμα των μπολσεβίκων για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ρωσία. Σ’ αυτό το ζήτημα έχουμε αναφερθεί -και μάλιστα αρκετά αναλυτικά- στα κείμενα της Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ(μ-λ) του 1992 ενώ κυκλοφορεί και σχετικό βιβλίο του σ. Β. Σαμαρά για όσους ενδιαφέρονται να μελετήσουν περισσότερο τα προβλήματα εκείνης της περιόδου. Θεωρούμε, ωστόσο, απαραίτητο να τονίσουμε ξανά ορισμένα ζητήματα, αφού πρώτα "κλείσουμε" τη σύντομη αναφορά μας στο Λένιν και το έργο του.

Δεν χωράει καμία αμφιβολία πως για το προλεταριάτο και για όλη την εργαζόμενη ανθρωπότητα ο Β Ι Λένιν υπήρξε ένας μεγαλοφυής ηγέτης και δημιουργός του μαρξισμού της εποχής του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων. Από το 1894 που γράφει το πρώτο του έργο, «Τι είναι οι φίλοι του λαού και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες», αρχίζει να γίνεται φανερό αυτό που στη συνέχεια δε χωρούσε αμφιβολία: πως τα έργα του Λένιν δεν περιορίζονται για μελέτη μόνο στις συνθήκες της Ρωσίας αλλά έχουν παγκόσμια χρησιμότητα, είναι εργαλεία των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων μαζών στην πάλη τους για την ανατροπή του καπιταλισμού, στην πάλη για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.

Το 1897 γράφει τη μπροσούρα «Τα καθήκοντα των ρώσων σοσιαλδημοκρατών» και δυο χρόνια αργότερα τελειώνει τη μελέτη του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία». Το Μάρτη του 1902 κυκλοφορεί το βιβλίο «Τι να κάνουμε», ένα έργο που έθεσε τις θεωρητικές βάσεις για ένα πραγματικό μαρξιστικό κόμμα, με τεράστια επίδραση στα νέα κομμουνιστικά κόμματα εκείνης της περιόδου αλλά και μετέπειτα. Το έργο αυτό αποτέλεσε τη βάση γι’ αυτό που στη συνέχεια ονομάστηκε κόμμα νέου τύπου και συμπληρώθηκε την επόμενη χρονιά με το έργο του «ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω». Σ’ αυτό το έργο, για πρώτη φορά, ο Λένιν στην ιστορία του μαρξισμού διατυπώνει τη θεωρία για το κόμμα-ηγετική οργάνωση του προλεταριάτου.

Το 1905, με το έργο του «Οι δύο τακτικές», βάζει τις βάσεις της τακτικής του κομμουνιστικού κινήματος και δίνει ένα καινούριο νόημα στις σχέσεις ανάμεσα στην αστική και τη σοσιαλιστική επανάσταση, βάζει το ζήτημα της ηγεσίας του προλεταριάτου στην αστική δημοκρατική επανάσταση και της μετατροπής αυτής της επανάστασης σε σοσιαλιστική. Ένα έργο που βοήθησε αποφασιστικά τέτοιου χαρακτήρα επαναστάσεις στις εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες και προσανατόλισε σωστά την πάλη και τα καθήκοντα των κομμουνιστών.

Το 1909 κυκλοφόρησε ένα ακόμη σπουδαίο έργο, το «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός». Σ’ αυτό το έργο αναπτύσσει παραπέρα τη μαρξιστική φιλοσοφία, γενικεύει από την υλιστική, διαλεκτική άποψη καθετί σημαντικό που η επιστήμη και προπαντός οι φυσικές επιστήμες είχαν κατακτήσει μέχρι τότε.

Ο κατάλογος των έργων είναι πράγματι μεγάλος και θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να γίνει μια σύντομη αναφορά έργων όπως «Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που διατυπώνει το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Έργο που στις μέρες μας έχει τεράστια σημασία, αφού επανέρχονται και πάλι αντίστοιχες θεωρίες και απόψεις περί καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και άλλες παρόμοιες, σαν εκείνες που στο έργο αυτό ο Λένιν ασκεί κριτική και αποδεικνύει το λαθεμένο χαρακτήρα τους. 

Έρχεται στη συνέχεια το «Κράτος και Επανάσταση» που προωθεί και συμβάλλει με νέα στοιχεία στη θεωρία των Μαρξ και Ένγκελς για τη δικτατορία του προλεταριάτου και την ανάγκη διάλυσης του αστικού κρατικού μηχανισμού. Κλείνουμε τη σύντομη αναφορά μας στα έργα του Λένιν, χωρίς να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τα υπόλοιπα με το έργο του «Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», που αποτελεί την καλύτερη μελέτη για τη στρατηγική και τακτική της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας.

Έχουν περάσει 75 χρόνια από το θάνατο του Λένιν και δε λέμε κάτι καινούριο τονίσουμε πως το μεγάλο έργο του παραμένει πάντα επίκαιρο. Η μελέτη του και η αφομοίωσή του από τους νέους επαναστάτες κομμουνιστές αποτελεί εγγύηση στην πάλη τους για το άνοιγμα επαναστατικών δρόμων και τη διαμόρφωση των όρων της νέας εφόδου του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας.

Παρότι έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε, σ’ αυτά τα έργα του Λένιν φωτογραφίζονται και οι σημερινοί αντίπαλοι του προλεταριάτου και των λαών και οι σημερινοί στόχοι τους. Υπάρχει η αστική τάξη και ο ιμπεριαλισμός που καταδυναστεύουν το προλεταριάτο και τους λαούς. Υπάρχουν, όπως τότε και σήμερα, οι κάθε λογής ρεβιζιονιστές και οπορτουνιστές που βάζουν μεγάλα εμπόδια στην πάλη της εργατικής τάξης και των λαών. Υπάρχουν όλοι αυτοί που προσπαθούν, όπως και τότε, να πείσουν τους εκμεταλλευόμενους και καταπιεζόμενους λαούς πως η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία είναι δήθεν ξεπερασμένη. Αν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο, δε θα ένιωθαν την ανάγκη και κυρίως τη μανία να μας το υπενθυμίζουν κάθε λίγο και λιγάκι.

Ανησυχούν για τα αδιέξοδά τους και τη χρεοκοπία τους. Ανησυχούν γιατί γνωρίζουν το αναπόφευκτο της ήττας που τους αναμένει και θέλουν να κερδίσουν χρόνο. Κέρδισαν, είναι αλήθεια, από το χρουστσοφικό, μπρεζνιεφικό και γκορμπατσοφικό ρεβιζιονισμό. Κέρδισαν χρόνο από την επίθεση των σοβιετικών ρεβιζιονιστών στον Λένιν και τον Στάλιν και από τις συκοφαντίες με τις οποίες τροφοδότησαν την εργατική τάξη και τους λαούς. Κέρδισαν, επίσης, με τη ρεβιζιονιστική θεωρία, αφού αποτέλεσε την κύρια τάση στο προηγούμενο κομμουνιστικό κίνημα. Κέρδισαν τέλος, από την καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Ολοκληρώθηκε αυτός ο κύκλος και δεν έχουν πλέον να κερδίσουν τίποτα περισσότερο

Αντίθετα, από δω και στο εξής έχουν μόνο να χάνουν. Λιτό δω και πέρα η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού θα προβάλλει όλο να πιο πιεστικά. Έχει αρχίσει να γίνεται φανερό πως η εργατική τάξη και οι λαοί δεν μπορούν να ζήσουν κάτω από την καπιταλιστική βαρβαρότητα, με την εξαθλίωση και τους βρόμικους πολέμους των ιμπεριαλιστών. Το προλεταριάτο, οι λαοί και πρωτίστως οι κομμουνιστικές μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις μπορούν να διδαχθούν από τη μεγάλη ήττα που συντελέστηκε.

Οι συνθήκες έξαρσης της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής επίθεσης δίνουν όλο και περισσότερο στις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες τη δυνατότητα να κρίνουν ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους. Και αυτό έχει πρωταρχική σημασία, όπως έλεγε και ο πρόεδρος Μάο Τσε Τουνγκ, για τον επαναστατικό προσανατολισμό του κινήματος.

Οι κομμουνιστές, μαρξιστές-λενινιστές, όλοι οι πραγματικοί αριστεροί αγωνιστές, έχουν σήμερα περισσότερα εφόδια για να προχωρήσουν και να κάνουν το νέο ξεκίνημα. Ο λενινισμός είναι πάντα επίκαιρος για να φωτίζει το δρόμο τους.
 

 
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

21 Ιουνίου 2020

'Αγαλμα του Λένιν στη Γερμανία

0
Την ίδια ώρα που σε όλο τον κόσμο άνθρωποι αποκαθηλώνουν ή ακόμα και καταστρέφουν αγάλματα και προτομές ανθρώπων που με τον ένα ή άλλο τρόπο εκπροσωπούν τον ρατσισμό, τη λευκή ανωτερότητα ή κάθε άλλου είδους καταπίεση και καταστολή, στην πόλη Γκελσενκίρχεν της Δυτικής Γερμανίας, έγιναν τα αποκαλυπτήρια ενός μνημείου για τον ηγέτη του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, Βαλντίμιρ Λένιν.

Με πρωτοβουλία του Μαρξιστικού Λενινιστικού Κόμματος της Γερμανίας (MLPD), η εγκατάσταση και τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος, το οποίο έχει ύψος πάνω από δύο μέτρα και κατασκευάστηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1957, συνοδεύτηκαν από ομιλίες και μουσική.

​«Η ώρα για μνημεία ρατσιστών, αντισημιτών, φασιστών, αντικομμουνιστών και άλλων λειψάνων του παρελθόντος έχει περάσει ξεκάθαρα», δήλωσε η πρόεδρος του MLPD, Γκάμπι Φέχτνερ, η οποία συμπλήρωσε πως «αντιθέτως, ο Λένιν ήταν ένας στοχαστής παγκόσμιας-ιστορικής σημασίας, πρώτος μαχητής για την ελευθερία και τη δημοκρατία». Ενώ η επιγραφή στη βάση του αναφέρει “Μαρξιστικός θεωρητικός, ηγέτης της Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917 και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης”.

​Ο Δήμος προσπάθησε να σταματήσει την εγκατάσταση.

Το δημοτικό συμβούλιο του Δυτικού Γκελζενκίρχεν είχε αποφασίσει ενάντια στην εγκατάσταση του ανδριάντα, αναπαράγοντας χιλιοειπωμένα αντικομμουνιστικά κλισέ και συκοφαντίες κατά του Λένιν. Ωστόσο, η επιμονή εκ μέρους του MLPD έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα και με δικαστική απόφαση δόθηκε η άδεια για την ανέγερση του ανδριάντα.

Το ανώτερο κρατικό δικαστήριο στο Μάνστερ όμως, απέρριψε την προσπάθεια του συμβουλίου να μην στηθεί το άγαλμα, το οποίο υποστήριζε ότι θα παρεμποδίσει ένα ιστορικό κτίριο στον ίδιο χώρο.

Ο σοσιαλδημοκράτης δήμαρχος Φρανκ Μπαρανόφσκι, που δήλωσε πως “είναι πραγματικά παράξενο να έχουμε τώρα ένα τέτοιο μνημείο τυφλής προσωπολατρείας στην πόλη”. Ο τοπικός άρχοντας δεν έμεινε όμως στα λόγια, αλλά έχει ήδη προχωρήσει έμπρακτα σε πόλεμο προπαγάνδας, αφού η προσφυγή στην αστική δικαιοσύνη δε στάθηκε αρκετή για την απαγόρευση του μνημείου. Με τον τίτλο “Κανένας χώρος για το Λένιν” ο δήμος Γκελζενκίρχεν ξεκίνησε ανήμερα των αποκαλυπτηρίων ένα διαδικτυακό βιντεοπρότζεκτ, ενώ στο ανάκτορο Χορστ του Γκελζενκίρχεν λαμβάνει χώρα έκθεση με τίτλο “Ο κομμουνισμός στην εποχή του” με περιεχόμενο που ο καθένας μπορεί να φανταστεί. Η κινούμενη αυτή έκθεση ξεκίνησε το 2017 με αφορμή τα 100 χρόνια από το μεγάλο Οκτώβρη και οποιαδήποτε ομοιότητα με την έκθεση “Ο σοβιετικός παράδεισος” που εγκαινίασαν οι ναζί το 1942 στο Βερολίνο μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, ούτε και φαίνεται να προβλημάτισε ιδιαίτερα τους διοργανωτές και τις πόλεις που την φιλοξενούν έκτοτε.

πηγές: https://www.e-prologos.gr/ & http://www.katiousa.gr/
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

10 Νοεμβρίου 2017

LENIN VIVO: Συλλογή οπτικοακουστικών ντοκουμέντων με τον Λένιν

0

Βασισμένο στο ντοκιμαντέρ "LENIN VIVO" (1970) των Joaquim Jordà και Gianni Toti.

Προβλήθηκε στο πλαίσιο του Διημέρου (4-5 Νοέμβρη 2017) της Διεθνιστικής Συνάντησης για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση με τη συμμετοχή οργανώσεων από Ελλάδα [ΚΚΕ(μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ], Τουρκία (TKP/ML), Γαλλία (OCML-VP), Αυστρία (IARKP).

Μουσική επένδυση - Μοντάζ: Φωτεινή Σαλονικίδου, Γιάννης Σαλονικίδης
Μετάφραση Υποτίτλων: Ορέστης Αλεξίου





ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

22 Οκτωβρίου 2017

Λένιν: Γράμμα προς την ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ) για την προδοσία Ζηνόβιεφ - Κάμενεφ

1
Η φετινή χρονιά ήταν γεμάτη από αρθρογραφία για τον κομμουνισμό. Καθόλου τυχαία βέβαια μιας και φέτος είναι η επέτειος των 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μια επανάσταση που όσο και αν "πέθανε" ο κομμουνισμός, όπως θα ήθελαν οι αντίπαλοί μας, εξακολουθεί να αποτελεί εφιάλτης για κάποιους αλλά και ελπίδα για κάποιους άλλους - για τους πολλούς! Αυτή η ελπίδα είναι που τρομοκρατεί. Φοβούνται μήπως η σημερινή ψυχολογία της ήττας των λαών, μήπως η λογική της ματαιότητας -ναι μεν καλή η επανάσταση αλλά ανέφικτη- αντιστραφεί και τότε η πρώτη απόπειρα εξέλιξης της ανθρωπότητας προς το κομμουνισμό βρει τη συνέχειά της.

Πολλά γράφτηκαν και από πολλούς που υποστηρίζουν την επανάσταση, ή έτσι λένε τουλάχιστον. Πολλά τα πονήματα, πολλά τα τσιτάτα που κυκλοφορούν. Πολλά και τα διαβάσματα, ανάλογα και τα συμπεράσματα. Βασική αδυναμία -ή και δύναμη- των κειμένων που διαβάζονται είναι ότι είναι κείμενα τρίτων. Ιστορικών, πολιτικών, δημοσιογράφων, οργανώσεων, κομμάτων, ιδεολογικών χώρων κ.λπ.. Έτσι ο καθένας από εμάς προσπαθεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα ιστορικά γεγονότα όχι διαβάζοντας τα κείμενα των πρωταγωνιστών αλλά των κριτών τους. Θετικών και αρνητικών. Οι οποίοι όμως βασικό τους στόχο έχουν να δικαιολογήσουν τη στάση τους, τη στάση του δικού τους χώρου, όχι τόσο στα τότε και μετέπειτα γεγονότα όσο στη σημερινά. Βασικό τους όπλο η τσιτατολογία, η διαστρέβλωση και η απόκρυψη γεγονότων, ακόμη και πρακτικών ηγετών του ρώσικου εργατικού κινήματος που -σε πείσμα της καταδίκης της προσωπολατρίας- κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να τους δικαιώσουν. Σε αντίθεση με ...μας τους προσωπολάτρες που δε χαριζόμαστε σε κριτική!

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

14 Μαρτίου 2016

Λένιν - Φρίντριχ Ένγκελς

0
Στις 5 του Αυγούστου 1895 με το νέο ημερολόγιο (24 του Ιούλη) πέθανε στο Λονδίνο ο
Φρίντριχ Ένγκελς. Ύστερα από το φίλο του Καρλ Μαρξ που πέθανε το 1833, ο Ένγκελς ήταν ο πιο
επιφανής επιστήμονας και δάσκαλος του διεθνούς προλεταριάτου σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο.
Από τότε που η τύχη το έφερε να ανταμώσουν ο Καρλ Μαρξ με τον Φρίντριχ Ένγκελς, το έργο
ζωής και των δύο φίλων έγινε κοινή τους υπόθεση. Συνεπώς, για να καταλάβει κανείς τι έκανε ο Φρίντριχ Ένγκελς για το προλεταριάτο, πρέπει ν’ αφομοιώσει καλά τη σημασία της διδασκαλίας και της δράσης του Μαρξ στην ανάπτυξη του σύγχρονου εργατικού κινήματος.

Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδειξαν, ότι η εργατική τάξη με τις διεκδικήσεις της είναι το
αναγκαίο γέννημα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, που μαζί με την αστική τάξη
δημιουργεί και οργανώνει αναπόφευκτα και το προλεταριάτο. Έδειξαν ότι την ανθρωπότητα δεν θα
την απαλλάξουν από τις συμφορές που τη δέρνουν σήμερα, οι καλοπροαίρετες προσπάθειες
ορισμένων ευγενικών προσωπικοτήτων, αλλά η ταξική πάλη του οργανωμένου προλεταριάτου.
Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν στις επιστημονικές εργασίες τους, ότι ο σοσιαλισμός δεν
είναι μια επινόηση ονειροπόλων, αλλά ο τελικός σκοπός και το αναγκαίο αποτέλεσμα της
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας. Όλη η γραφτή ιστορία ήταν ως
τα σήμερα ιστορία ταξικής πάλης. Διαδοχή της κυριαρχίας και των νικών ορισμένων κοινωνικών
τάξεων πάνω σε άλλες. Κι αυτό θα συνεχίζεται, ώσπου να εξαφανιστούν οι βάσεις της ταξικής
πάλης και της ταξικής ιεραρχίας –η ατομική ιδιοχτησία και η αναρχική κοινωνική παραγωγή. Τα
συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν την εξάλειψη αυτών των βάσεων, και για το λόγο αυτό η
συνειδητή ταξική πάλη των οργανωμένων εργατών πρέπει να στρέφεται ενάντια στις βάσεις αυτές.
Κάθε όμως ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική.
Οι απόψεις αυτές του Μαρξ και του Ένγκελς έχουν γίνει σήμερα κτήμα όλου του
προλεταριάτου που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του. Οι απόψεις όμως αυτές στη δεκαετία
1840-1850, όταν οι δύο φίλοι άρχισαν να παίρνουν μέρος στη σοσιαλιστική φιλολογία και στα
κοινωνικά κινήματα του καιρού τους, ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο. Τότε υπήρχαν πολλοί
άνθρωποι με ταλέντο και χωρίς ταλέντο, τίμιοι και μη τίμιοι, που συνεπαρμένοι από την πάλη για
την πολιτική ελευθερία, από την πάλη ενάντια στην απολυταρχία των βασιλιάδων, της αστυνομίας
και των παπάδων, δεν έβλεπαν την αντίθεση των συμφερόντων της αστικής τάξης και του
προλεταριάτου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ούτε καν τη σκέψη ότι οι εργάτες μπορούν να
ενεργούν σαν αυτοτελής κοινωνική δύναμη. Από το άλλο μέρος υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι,
κάποτε μεγαλοφυείς που πίστευαν πως δεν χρειάζεται παρά να πείσουμε τους κυβερνήτες και τις
κυρίαρχες τάξεις, ότι το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς είναι άδικο και τότε θα είναι εύκολο να
εγκαθιδρυθεί στη γη ειρήνη και γενική ευδαιμονία. Ονειρεύονταν δηλαδή σοσιαλισμό χωρίς πάλη.
Τέλος, όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές εκείνου του καιρού είναι γενικά φίλοι της εργατικής τάξης,
έβλεπαν το προλεταριάτο μόνο σαν πληγή, έβλεπαν με φρίκη ότι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας
μεγαλώνει κι αυτή η πληγή. Για το λόγο αυτό, όλοι τους σκέπτονταν με ποιο τρόπο θα
σταματήσουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του προλεταριάτου, με ποιο τρόπο θα
σταματήσουν τον «τροχό της ιστορίας». Σε αντίθεση με το γενικό φόβο μπροστά στην ανάπτυξη
του προλεταριάτου, ο Μαρξ και ο Ένγκελς στήριζαν όλες τις ελπίδες τους στην αδιάκοπη αύξηση
του προλεταριάτου. Όσο περισσότεροι οι προλετάριοι τόσο μεγαλύτερη η δύναμή τους σαν
επαναστατική τάξη, τόσο πιο κοντινός και πραγματοποιήσιμος ο σοσιαλισμός. Με λίγα λόγια οι
υπηρεσίες του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στην εργατική τάξη μπορούν να διατυπωθούν έτσι:
δίδαξαν στην εργατική τάξη της αυτογνωσία και την αυτοσυνείδηση και στη θέση των
ονειροπολημάτων έβαλαν την επιστήμη.
Να γιατί ο κάθε εργάτης πρέπει να ξέρει το όνομα και τη ζωή του Ένγκελς, να γιατί στη
συλλογή μας αυτή, που έχει για σκοπό της, όπως και όλες οι εκδόσεις μας, το ξύπνημα της ταξικής
αυτοσυνείδησης των Ρώσων εργατών, πρέπει να δώσουμε μια σκιαγραφία της ζωής και της δράσης
του Φρίντριχ Ένγκελς, του ενός απ’ τους δυό μεγάλους δασκάλους του σύγχρονου προλεταριάτου.
Ο Ένγκελς γεννήθηκε το 1820 στην πόλη Μπάρμεν της επαρχίας Ρήνου του βασιλείου της
Πρωσσίας. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης. Το 1838 για οικογενειακούς λόγους ο Ένγκελς
αναγκάστηκε, πριν ακόμα τελειώσει το γυμνάσιο, να πάει υπάλληλος σ’ έναν εμπορικό οίκο της
Βρέμης. Η απασχόληση με το εμπόριο δεν εμπόδισε τον Ένγκελς να συνεχίζει την επιστημονική
και πολιτική του μόρφωση. Από μαθητής ακόμα του γυμνασίου μίσησε την απολυταρχία και την
αυθαιρεσία των δημόσιων υπαλλήλων. Η μελέτη της φιλοσοφίας τον οδήγησε παραπέρα. Κείνο τον
καιρό στη γερμανική φιλολογία κυριαρχούσε η διδασκαλία του Χέγκελ και ο Ένγκελς έγινε οπαδός
του. Αν και ο ίδιος ο Χέγκελ ήταν θαυμαστής του απολυταρχικού πρωσσικού κράτους, που το
υπηρετούσε σαν καθηγητής του πανεπιστημίου του Βερολίνου, η διδασκαλία του Χέγκελ ήταν
επαναστατική. Η πίστη του Χέγκελ στο λογικό και στα δικαιώματα του ανθρώπου και η βασική
θέση της Χεγκελιανής φιλοσοφίας ότι στον κόσμο συντελείται ένα αέναο προτσές αλλαγής και
εξέλιξης, οδήγησαν τους μαθητές εκείνους του βερολινέζου φιλόσοφου, στη σκέψη ότι και η πάλη
ενάντια στην πραγματικότητα, η πάλη ενάντια στην αδικία που επικρατεί και στο κακό που
βασιλεύει, έχει τις ρίζες της στον παγκόσμιο νόμο της αιώνιας εξέλιξης. Αν τα πάντα εξελίσσονται,
αν τούτους τους θεσμούς τους διαδέχονται άλλοι, γιατί θα συνεχίζει να υπάρχει αιώνια η
απολυταρχία του πρώσσου βασιλιά ή του ρώσου τσάρου, ο πλουτισμός μια μηδαμινής μειοψηφίας
σε βάρος της τεράστιας πλειοψηφίας, η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στο λαό; Η φιλοσοφία
του Χέγκελ μιλούσε για εξέλιξη του πνεύματος και των ιδεών, ήταν ιδεαλιστική. Από την εξέλιξη
του πνεύματος έβγαζε και την εξέλιξη της φύσης, του ανθρώπου και των ανθρώπινων, δηλαδή των
κοινωνικών σχέσεων. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κράτησαν τη σκέψη του Χέγκελ για το αιώνιο
προτσές της εξέλιξης, και απέρριψαν την προκατειλημμένη ιδεαλιστική αντίληψη. Στράφηκαν προς
τη ζωή και είδαν ότι δεν είναι η εξέλιξη του πνεύματος εκείνο που εξηγεί την εξέλιξη της φύσης,
αλλά αντίθετα, το πνεύμα πρέπει να εξηγηθεί με τη φύση, με την ύλη ... Σε αντίθεση προς τον
Χέγκελ και τους άλλους χεγκελιανούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν υλιστές. Αντικρίζοντας
υλιστικά τον κόσμο και την ανθρωπότητα, είδαν ότι, όπως όλα τα φαινόμενα της φύσης έχουν στη
βάση τους υλικές αιτίες, έτσι και η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας καθορίζεται από την
ανάπτυξη των υλικών, των παραγωγικών δυνάμεων. Από την ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων εξαρτώνται οι σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους οι άνθρωποι όταν παράγουν τα
είδη, που είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Και στις σχέσεις αυτές
βρίσκεται η εξήγηση όλων των φαινομένων της κοινωνικής ζωής, των ανθρώπινων επιδιώξεων,
των ιδεών και των νόμων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί τις κοινωνικές
σχέσεις που στηρίζονται στην ατομική ιδιοχτησία, τώρα όμως βλέπουμε πως η ίδια αυτή ανάπτυξη
των παραγωγικών δυνάμεων αφαιρεί την ιδιοχτησία από την πλειοψηφία και την συγκεντρώνει στα
χέρια μια μηδαμινής μειοψηφίας. Καταργεί την ιδιοχτησία, τη βάση του σύγχρονου κοινωνικού
καθεστώτος μόνη της τείνει προς τον ίδιο σκοπό, που έχουν βάλει στον εαυτό τους οι σοσιαλιστές.
Οι σοσιαλιστές πρέπει μόνο να καταλάβουν ποια κοινωνική δύναμη, λόγω της θέσης της στη
σύγχρονη κοινωνία, ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, και να προσδώσουν
στη δύναμη αυτή συνείδηση των συμφερόντων της και του κοινωνικού της καθήκοντος. Η δύναμη
αυτή είναι το προλεταριάτο. Ο Ένγκελς γνώρισε το προλεταριάτο στην Αγγλία, στο κέντρο της
αγγλικής βιομηχανίας, στο Μάντσεστέρ, όπου εγκαταστάθηκε το 1842, κι έπιασε δουλειά σ’ έναν
εμπορικό οίκο, ένας από τους συνεταίρους του οποίου ήταν ο πατέρας του. Εδώ ο Ένγκελς δεν
καθότανε απλώς στο γραφείο του εργοστασίου, πήγαινε στις βρώμικες συνοικίες όπου ζούσαν οι
εργάτες και έβλεπε με τα μάτια του τη φτώχια και τη δυστυχία τους. Δεν αρκέστηκε όμως στις
προσωπικές του παρατηρήσεις, διάβασε όλα όσα είχαν γραφτεί πριν απ’ αυτόν για την κατάσταση
της αγγλικής εργατικής τάξης, μελέτησε προσεχτικά όλα τα επίσημα ντοκουμέντα που του ήταν
προσιτά. Καρπός των μελετών και των παρατηρήσεων αυτών ήταν το βιβλίο «Η κατάσταση της
εργατικής τάξης στης Αγγλία». Και πριν από τον Ένγκελς πάρα πολλοί είχαν περιγράψει τα βάσανα
του προλεταριάτου και τονίσει, ότι είναι ανάγκη να του δοθεί βοήθεια. Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι
το προλεταριάτο δεν είναι μόνο τάξη που υποφέρει. Ότι ίσα-ίσα η επαίσχυντη οικονομική
κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να
παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο
του τον εαυτό του. Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης θα οδηγήσει αναπόφευκτα τους
εργάτες να καταλάβουν, ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το σοσιαλισμό. Από το άλλο
μέρος, ο σοσιαλισμός τότε μόνο θα καταστεί δύναμη, όταν γίνει σκοπός της πολιτικής πάλης της
εργατικής τάξης. Αυτές είναι οι βασικές ιδέες του βιβλίου του Ένγκελς για την κατάσταση της
εργατικής τάξης στην Αγγλία, ιδέες που τις έχει αφομοιώσει σήμερα όλο το αγωνιζόμενο και
σκεπτόμενο προλεταριάτο, που τότε όμως ήταν εντελώς καινούργιες. Οι ιδέες αυτές έχουν
διατυπωθεί από τις πιο αξιόπιστες και συγκλονιστικές εικόνες της δυστυχίας του αγγλικού
προλεταριάτου. Το βιβλίο αυτό ήταν ένα φοβερό κατηγορητήριο ενάντια στον καπιταλισμό και
στην αστική τάξη. Προξένησε τεράστια εντύπωση. Παντού άρχισαν να παραπέμπουν στο βιβλίο
του Ένγκελς, γιατί έδινε την καλύτερη εικόνα της κατάστασης του σύγχρονου προλεταριάτου. Και
πραγματικά, ούτε πριν από το 1845, ούτε και αργότερα δεν παρουσιάστηκε κανένα έργο που να
δίνει μια τόσο ζωντανή και πιστή περιγραφή των βασάνων της εργατικής τάξης.
Ο Ένγκελς έγινε σοσιαλιστής μόνος στην Αγγλία. Στο Μάντσεστερ συνδέθηκε με τους
παράγοντες του αγγλικού εργατικού κινήματος εκείνου του καιρού και άρχισε να γράφει σε
διάφορες αγγλικές σοσιαλιστικές εκδόσεις. Το 1844, επιστρέφοντας στη Γερμανία σταμάτησε στο
Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Μαρξ με τον οποίο είχε ήδη από προηγούμενα αλληλογραφία. Στο
Παρίσι ο Μαρξ, κάτω από την επίδραση των γάλλων σοσιαλιστών και της γαλλικής ζωής, είχε γίνει
κι αυτός σοσιαλιστής. Εδώ οι δύο φίλοι έγραψαν μαζί το βιβλίο: «Η αγία οικογένεια, η κριτική της
κριτικής κριτικής». Στο βιβλίο αυτό που βγήκε ένα χρόνο πριν από το έργο «Η κατάσταση της
εργατικής τάξης στην Αγγλία» και γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον Μαρξ, μπήκαν οι
βάσεις του επαναστατικού-υλιστικού σοσιαλισμού που τις κύριες ιδέες του τις εκθέσαμε πιο πάνω.
Ο τίτλος «Αγία οικογένεια» είναι αστεία προσωνυμία που χρησιμοποιείται για τους φιλόσοφους
αδελφούς Μπαόυερ και τους οπαδούς τους. Οι κύριοι αυτοί κήρυχναν μια κριτική που στέκεται
πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από κόμματα και πολιτική, που αρνιέται κάθε πραχτική
δράση και απλώς ατενίζει «κριτικά» το γύρω κόσμο και τα γεγονότα που διαδραματίζονται σ’
αυτόν. Οι κύριοι Μπάουερ έκρινα αφ’ υψηλού το προλεταριάτο, που το θεωρούσαν άκριτη μάζα. Ο
Μαρξ και ο Ένγκελς αντιτάχθηκαν αποφασιστικά σ’ αυτή την ανόητη κι επιζήμια κατεύθυνση. Στο
όνομα της πραγματικής ανθρώπινης προσωπικότητας του εργάτη, που τον ποδοπατούν οι
κυρίαρχες τάξεις και το κράτος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς απαιτούν όχι ενατένιση, αλλά πάλη για μια
καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας. Και σαν δύναμη ικανή να διεξάγει μια τέτοια πάλη και έχει
συμφέρον απ’ αυτή την πάλη, βλέπουν, φυσικά, το προλεταριάτο. Πριν ακόμα από την «Αγία
οικογένεια» ο Ένγκελς είχε δημοσιεύσει στο «γερμανο-γαλλικό περιοδικό» του Μαρξ και του
Ρούγκε τις «Κριτικές μελέτες πάνω στην πολιτική οικονομία». Στο έργο αυτό εξέτασε από τη
σκοπιά του σοσιαλισμού τα βασικά φαινόμενα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, σαν
αναγκαία επακόλουθα της κυριαρχίας της ατομικής ιδιοχτησίας. Η επαφή του με τον Ένγκελς
συντέλεσε αναμφισβήτητα στο ν’ αποφασίσει ο Μαρξ ν’ ασχοληθεί με την πολιτική οικονομία, με
την επιστήμη στην οποία τα έργα του προκάλεσαν ολόκληρη επανάσταση.
Από το 1845 ως το 1847 ο Ένγκελς ζούσε στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνδυάζοντας τις
επιστημονικές του ασχολίες με την πραχτική δράση μέσα στους γερμανούς εργάτες των Βρυξελλών
και του Παρισιού. Εδώ ο Ένγκελς και ο Μαρξ συνδέθηκαν με τη μυστική γερμανική «Ένωση των
κομμουνιστών», που τους ανέθεσε να διατυπώσουν τις βασικές αρχές του σοσιαλισμού είχαν
επεξεργαστεί. Έτσι είδε το φως το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» το περίφημο έργο
του Μαρξ και του Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε το 1948. το μικρό αυτό βιβλιαράκι αξίζει
ολόκληρους τόμους: με το πνεύμα του ζει και κινείται ως τα σήμερα όλο το οργανωμένο και
αγωνιζόμενο προλεταριάτο του πολιτισμένου κόσμου.
Η επανάσταση του 1848, που ξέσπασε πρώτα στη Γαλλία και σε συνέχεια επεκτάθηκε και σ’
άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, έφερε τον Μαρξ και το Ένγκελς στην πατρίδα τους. Εδώ, στην
Πρωσσία του Ρήνουθ, πμπήκαν επικεφαλής της δημοκρατικής «Νέας εφημερίδας του Ρήνου», που
έβγαινε στην Κολωνία. Οι δύο φίλοι ήταν η ψυχή όλων των επαναστατικών-δημοκρατικών τάσεων
στην Πρωσσία του Ρήνου. Υπεράσπιζαν όσο ήταν δυνατό τα συμφέροντα του λαού και της
ελευθερίας ενάντια στις αντιδραστικές δυνάμεις. Οι τελευταίες αυτές, όπως είναι γνωστό,
υπερίσχυσαν. Η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» κλείστηκε. Ο Μαρξ, που στο διάστημα του
εκπατρισμού του είχε χάσει την πρωσσική υπηκοότητα, απελάθηκε, ο Ένγκελς όμως πήρε μέρος
στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση, πολέμησε σε τρεις μάχες για τη λευτεριά και μετά την ήττα των
επαναστατών έφυγε στο Λονδίνο μέσω Ελβετίας.
Στο Λονδίνο εγκαταστάθηκε και ο Μαρξ. Ο Ένγκελς γρήγορα ξανάγινε υπάλληλος, αργότερα
και μέτοχος στον ίδιο εμπορικό οίκο του Μάντσεστερ, όπου δούλευε και στα 1842-1844. Ως το
1870 ο Ένγκελς ζούσε στο Μάντσεστερ και ο Μαρξ στο Λονδίνο, πράγμα που δεν τους εμπόδιζε
να έχουν την πιο συχνή πνευματική επικοινωνία: αλληλογραφούσαν σχεδόν κάθε μέρα. Στην
αλληλογραφία αυτή οι δύο φίλοι αντάλλασσαν τις γνώμες και τις γνώσεις τους κι εξακολουθούσαν
να επεξεργάζονται από κοινού τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Το 1870 ο Ένγκελς μετοίκησε στο
Λονδίνο, και ως το 1883 που πέθανε ο Μαρξ, συνεχιζόταν η κοινή πνευματική τους ζωή, γεμάτη
εντατική δουλειά. Καρπός της ήταν –από την πλευρά του Μαρξ- «Το Κεφάλαιο», το μεγαλύτερο
πολιτικό-οικονομικό έργο του αιώνα μας, κι από την πλευρά του Ένγκελς μία σειρά μεγάλα και
μικρά έργα. Ο Μαρξ ασχολούνταν με την ανάλυση των σύνθετων φαινομένων της
κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Ο Ένγκελς, σε έργα γραμμένα πολύ κατανοητά, που συχνά έχουν το
χαρακτήρα πολεμικής, φώτιζε τα πιο γενικά επιστημονικά προβλήματα και διάφορα φαινόμενα του
παρελθόντος και του παρόντος, στο πνεύμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της
οικονομικής θεωρίας του Μαρξ. Από τις εργασίες αυτές του Ένγκελς αναφέρουμε: το έργο
πολεμικής ενάντια στον Ντύρινγκ (εδώ εξετάζονται μέγιστα προβλήματα του τομέα της
φιλοσοφίας, των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών), την «Καταγωγή της οικογένειας, της
ιδιοχτησίας και του κράτους», τον «Λουδοβίκο Φόυερμπαχ», το άρθρο για την εξωτερική πολιτική
της ρωσικής κυβέρνησης, τα περίφημα άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας και, τέλος τα δυό μικρά
μα εξαιρετικά πολύτιμα άρθρα για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας.
Ο Μαρξ πέθανε πριν προλάβει να επεξεργαστεί στην οριστική του μορφή το τεράστιο έργο
του για το κεφάλαιο. Ωστόσο στο πρόχειρο ήταν ήδη έτοιμο, και ο Ένγκελς, ύστερα από το θάνατο
του φίλου του, καταπιάστηκε με τη δύσκολη δουλειά της επεξεργασίας και της έκδοσης του ΙΙ και
του ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου». Το 1885 έβγαλε τον ΙΙ τόμο και το 1894 τον ΙΙΙ (τον IV τόμο δεν
πρόλαβε να τον επεξεργαστεί). Οι δύο αυτοί τόμου χρειάστηκαν πάρα πολλή δουλειά. Α
αυστριακός σοσιαλδημοκράτης Άντλερ έκανε μια σωστή παρατήρηση: ο Ένγκελς με την έκδοση
του ΙΙ και ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου» έστησε στο μεγαλοφυή φίλο του ένα μεγαλειώδες μνημείο,
στο οποίο άθελά του χάραξε με ανεξίτηλα γράμματα και το δικό του όνομα. Πραγματικά, οι δύο
αυτοί τόμου του «Κεφάλαιου» είναι έργο και των δύο: του Μαρξ και του Ένγκελς. Οι παλιοί
θρύλοι μιλούν για διάφορα συγκινητικά παραδείγματα φιλίας. Το προλεταριάτο της Ευρώπης
μπορεί να πει, ότι η επιστήμη του δημιουργήθηκε από δυό επιστήμονες και αγωνιστές, που οι
σχέσεις τους ξεπερνούν τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων για την ανθρώπινη φιλία. Ο
Ένγκελς έβαζε πάντοτε –και σε γενικές γραμμές πολύ δίκαια- τον εαυτό του ύστερα από τον Μαρξ.
«Κοντά στον Μαρξ» έγραφε σ’ έναν παλιό του φίλο, «εγώ έπαιζα το δεύτερο βιολί». Η αγάπη του
για τον Μαρξ όσο ζούσε και η ευλαβική του προσήλωση στη μνήμη του Μαρξ όταν πέθανε, ήταν
απεριόριστές. Αυτός ο σκληρός αγωνιστής και ο αυστηρός στοχαστής είχε ψυχή που ήξερε ν’
αγαπάει βαθιά.
Ύστερα από το κίνημα του 1848-1849 ο Μαρξ και ο Ένγκελς, όντας στην ξενιτιά, δεν
ασχολούνταν μόνο με την επιστήμη. Ο Μαρξ ίδρυσε το 1864 τη «Διεθνή ένωση των εργατών» και
επί ολόκληρη δεκαετία καθοδηγούσε αυτή την Ένωση. Στις υποθέσεις της Ένωσης συμμετείχε
δραστήρια και ο Ένγκελς. Η δράση της «Διεθνούς ένωσης» που συνένωνε, σύμφωνα με τη σκέψη
του Μαρξ, τους προλετάριους όλων των χωρών είχε τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του
εργατικού κινήματος. Μα κι όταν η «Διεθνής ένωση» σταμάτησε τη δράση της στα 1870-1880, ο
ενοποιητικός ρόλος του Μαρξ και του Ένγκελς δε σταμάτησε. Απεναντίας, μπορούμε να πούμε,
πως η σημασία τους σαν πνευματικών ηγετών του εργατικού κινήματος, μεγάλωνε συνεχώς, γιατί
αναπτυσσόταν αδιάκοπα και το ίδιο το κίνημα. Ύστερα από το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς
εξακολουθούσε να είναι μόνος του, ο σύμβουλος και ο ηγέτης των σοσιαλιστών της Ευρώπης. Σ’
αυτόν απευθύνονταν για να ζητήσουν συμβουλές και οδηγίες και οι γερμανοί σοσιαλιστές, που η
δύναμή τους, παρόλες τις κυβερνητικές διώξεις, μεγάλωνε γρήγορα και αδιάκοπα, και οι
εκπρόσωποι των καθυστερημένων χωρών, λχ. οι ισπανοί, οι ρουμάνοι, οι ρώσοι, που ήταν
υποχρεωμένοι να μελετούν και να ζυγίζουν τα πρώτα τους βήματα. Όλοι τους αντλούσαν από το
πλούσιο θησαυροφυλάκιο των γνώσεων και της πείρας του γέρο-Ένγκελς.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς που και οι δυό τους ήξεραν τα ρώσικα και διάβαζαν ρωσικά βιβλία,
έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον για τη Ρωσία, παρακολουθούσαν με συμπάθεια το ρωσικό
επαναστατικό κίνημα και κρατούσαν επαφή με τους ρώσους επαναστάτες. Και οι δυο τους έγιναν
σοσιαλιστές από δημοκράτες και το δημοκρατικό αίσθημα του μίσους ενάντια στην πολιτική
αυθαιρεσία ήταν εξαιρετικά δυνατό μέσα τους. Το άμεσο αυτό πολιτικό αίσθημα μαζί με τη βαθιά
θεωρητική κατανόηση της σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική αυθαιρεσία και στην
οικονομική καταπίεση, καθώς και η πλούσια πείρα της ζωής, έκαναν τον Μαρξ και τον Ένγκελς
εξαιρετικά ευαίσθητους από πολιτική ακριβώς άποψη. Για το λόγο αυτό η ηρωική πάλη μιας
ολιγάριθμης μερίδας ρώσων επαναστατών ενάντια στην πανίσχυρη τσαρική κυβέρνηση έβρισκε
στην ψυχή αυτών των δοκιμασμένων επαναστατών την πιο θερμή απήχηση. Αντίθετα, η τάση
ορισμένων να παραιτηθούν για κάποια δήθεν οικονομικά ωφελήματα, από το πιο άμεσο και ποιο
σπουδαίο καθήκον των ρώσων σοσιαλιστών, από την κατάχτηση της πολιτικής ελευθερίας, τους
φαινόταν, φυσικά, ύποπτη και ακόμα τη θεωρούσαν άμεση προδοσία της μεγάλης υπόθεσης της
κοινωνικής επανάστασης. «Η απελευθέρωση του προλεταριάτου πρέπει να είναι υπόθεση του ίδιου
του προλεταριάτου», δίδασκαν συνεχώς ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Και το προλεταριάτο για να
παλέψει για την οικονομική του απελευθέρωση πρέπει να καταχτήσει ορισμένα πολιτικά
δικαιώματα. Εκτός από αυτό και ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν καθαρά πως η πολιτική
επανάσταση στη Ρωσία θα έχει τεράστια σημασία και για το εργατικό κίνημα της Δυτικής
Ευρώπης. Η απολυταρχική Ρωσία ήταν πάντοτε το στήριγμα όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Βέβαια, η εξαιρετικά ευνοϊκή διεθνής θέση που δημιούργησε για τη Ρωσία ο πόλεμος του 1870,
ανάβοντας για πολύν καιρό την έχθρα ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία μεγάλωσε απλώς τη
σημασία της απολυταρχικής Ρωσίας, σαν αντιδραστικής δύναμης. Μόνο μια ελεύθερη Ρωσία, που
δε θα έχει ανάγκη να καταπιέζει του πολωνούς, τους φιλανδούς, τους γερμανούς, τους αρμένιους
και τους άλλους μικρούς λαούς, ούτε να εξωθεί διαρκώς τη Γαλλία ενάντια στη Γερμανία και τη
Γερμανία ενάντια στη Γαλλία, θα επιτρέχει στη σημερινή Ευρώπη να ανασάνει ελεύθερα από τα
βάρη του πολέμου, θα εξασθενίσει όλα τα αντιδραστικά στοιχεία στην Ευρώπη και θα αυξήσει τη
δύναμη της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Να γιατί ο Ένγκελς επιθυμούσε θερμά την εγκαθίδρυση
της πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία και προς όφελος του εργατικού κινήματος στη Δύση. Οι ρώσοι
επαναστάτες έχασαν στο πρόσωπό του τον καλύτερό τους φίλο.
Αιώνια η μνήμη του Φρίντριχ Ένγκελς, του μεγάλου αγωνιστή και δάσκαλου του
προλεραριάτου. 


Δημοσιεύτηκε λίγους μήνες μετά το θάνατο του Ένγκελς το 1895
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Λένιν: δύο άρθρα για τη Κομμούνα

0
Στη Μνήμη της Κομμούνας
Πέρασαν 40 χρόνια από τον καιρό της ανακήρυξης της Παρισινής Κομμούνας. Σύμφωνα με
τα καθιερωμένα, το γαλλικό προλεταριάτο τίμησε με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις τη μνήμη των
αγωνιστών της επανάστασης της 18 Μάρτη 1871 και στο τέλος του Μάη θα καταθέσει ξανά
στεφάνια στους τάφους των κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, των θυμάτων της φοβερής
«βδομάδας του Μάη» κι επάνω στους τάφους τους θα δώσει και πάλι όρκο να παλέψει ακούραστα
ως τον πλήρη θρίαμβο των ιδεών τους, ως την πλήρη αποπεράτωση του έργου που άφησαν
κληρονομιά. Αλλά γιατί το προλεταριάτο, όχι μόνο το γαλλικό, αλλά και όλου του κόσμου, τιμά
στο πρόσωπο των αγωνιστών της παρισινής Κομμούνας τους προδρόμους του; Και ποια είναι η
κληρονομιά της Κομμούνας;
Η Κομμούνα γεννήθηκε αυθόρμητα: Κανένας δεν την είχε προετοιμάσει συνειδητά και
σχεδιασμένα.
Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, τα βάσανα τον καιρό της πολιορκίας, η
ανεργία στις γραμμές του προλεταριάτου και η καταστροφή της μικροαστικής τάξης, η αγανάκτηση
των μαζών ενάντια στις ανώτερες τάξεις και ενάντια στις αρχές που είχαν δείξει πλήρη
ανικανότητα, ο υπόκωφος αναβρασμός στους κόλπους της εργατικής τάξης, που ήταν
δυσαρεστημένη με την κατάστασή της και επιδίωκε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, η αντιδραστική
σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, που αποτελούσε κίνδυνο για την τύχη της δημοκρατίας, όλα αυτά
και πολλά άλλα μαζεύτηκαν, με αποτέλεσμα να σπρώξουν τον πληθυσμό του Παρισιού στην
επανάσταση της 18ης Μάρτη, η οποία παρέδωσε απροσδόκητα την εξουσία στα χεριά της
Εθνοφρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης, που είχε προσχωρήσει σ'
αυτήν. Αυτό ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία. Ως τότε η εξουσία βρισκόταν συνήθως στα
χέρια των τσιφλικάδων και των κεφαλαιοκρατών, δηλαδή σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, που
συγκροτούσαν τη λεγόμενη κυβέρνηση. Ύστερα όμως από την επανάσταση της 18ης Μάρτη, όταν
η κυβέρνηση του Θιέρσου με το στρατό της, την αστυνομία και τους υπαλλήλους της έφυγε από το
Παρίσι, ο λαός έμεινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε στο προλεταριάτο. Στη
σημερινή όμως κοινωνία, το προλεταριάτο, που οικονομικά είναι υποδουλωμένο στο κεφάλαιο, δεν
μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά, αν δε σπάσει τις αλυσίδες του που το κρατούν δεμένο στο
κεφάλαιο. Και να γιατί το κίνημα της Κομμούνας όφειλε να πάρει αναπόφευκτα σοσιαλιστική
χροιά, δηλαδή να επιδιώξει την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της κυριαρχίας του
κεφαλαίου, την καταστροφή των θεμελίων του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.
Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν πάρα πολύ μπερδεμένο και ακαθόριστο. Προσχώρησαν σ'
αυτό και πατριώτες που έλπιζαν ότι η Κομμούνα θα ξαναρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους
Γερμανούς και θα τον φέρει σε νικηφόρο τέρμα. Το υποστήριξαν και οι μικροί καταστηματάρχες
που τους απειλούσε η καταστροφή αν δε δινόταν αναστολή στην εξόφληση των γραμματίων και
στην καταβολή των ενοικίων (η κυβέρνηση δεν ήθελε να δώσει αυτή την αναστολή, όμως η
Κομμούνα την έδωσε). Τέλος, στις αρχές το συμπαθούσαν εν μέρει και οι αστοί δημοκράτες που
φοβούνταν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση («η χωριατιά», οι άξεστοι τσιφλικάδες) θα
επαναφέρει τη μοναρχία. Τον κύριο όμως ρόλο στο κίνημα αυτό τον έπαιζαν, φυσικά, οι εργάτες
(ιδίως οι χειροτέχνες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους τα τελευταία χρόνια της 2ης
Αυτοκρατορίας είχε γίνει δραστήρια σοσιαλιστική προπαγάνδα και πολλοί απ' αυτούς ανήκαν και
στη Διεθνή.
Μόνον οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Κομμούνα. Οι αστοί δημοκράτες και οι
μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ' αυτήν: τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικο-σοσιαλιστικός,
ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν, όταν είδαν ότι ήταν
καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και
ακούραστα τη δική τους κυβέρνηση, μόνο αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι' αυτήν, δηλαδή για την
υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των
εργαζομένων.
Εγκαταλειμμένη από τους χτεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη, η
Κομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Όλη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες,
οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές
ενώθηκαν εναντίον της. Η αστική αυτή συμμαχία, που υποστηριζόταν από τον Μπίσμαρκ (αυτός
απελευθέρωσε από τη γερμανική αιχμαλωσία 100.000 Γάλλους φαντάρους για να υποτάξουν το
επαναστατημένο Παρίσι), πέτυχε να ξεσηκώσει τους καθυστερημένους αγρότες και την επαρχιακή
μικροαστική τάξη ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο και να κυκλώσει το μισό Παρίσι μ' ένα
σιδερένιο κλοιό (το άλλο μισό ήταν μπλοκαρισμένο από το Γερμανικό στρατό). Σε μερικές μεγάλες
πόλεις της Γαλλίας (Μασσαλία, Λυών, Σεντ - Ετιέν, Ντιζόν κ.ά) οι εργάτες έκαναν επίσης
απόπειρες όμως αυτές κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία. Και το Παρίσι, που ύψωσε πρώτο τη
σημαία της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του μόνο δυνάμεις και καταδικάστηκε σε
σίγουρη καταστροφή.
Για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 όροι: υψηλή
ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Το 1871
όμως και οι δύο αυτοί όροι δεν υπήρχαν. Ο γαλλικός καπιταλισμός ήταν ακόμη αδύνατα
αναπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε χώρα κυρίως των μικροαστών (βιοτέχνες, αγρότες,
καταστηματάρχες κ.ά). Από την άλλη μεριά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε προετοιμασία
και μακρόχρονη εξάσκηση της εργατικής τάξης που στη μεγάλη πλειοψηφία της δεν καταλάβαινε
και πολύ καθαρά τα καθήκοντά της και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Δεν υπήρχε ούτε
σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε μαζικά συνδικάτα και συνεταιριστικές
ενώσεις...
Το βασικό όμως που έλειψε από την Κομμούνα ήταν ο χρόνος, η ελευθερία να εξετάσει
προσεκτικά την κατάσταση και να καταπιαστεί με την εφαρμογή του προγράμματός της. Δεν
πρόφτασε η Κομμούνα ν' αρχίσει το έργο της, και η κυβέρνηση, που είχε εγκατασταθεί στις
Βερσαλίες, άρχισε, με την υποστήριξη όλης της αστικής τάξης, τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια
στο Παρίσι. Και η Κομμούνα έπρεπε να σκεφτεί πρώτ' απ' όλα για την αυτοάμυνά της. Και ως το
τέλος, που επήλθε στις 21 - 28 του Μάη, δεν είχε καιρό να σκεφτεί σοβαρά για τίποτε άλλο.
Ωστόσο, παρά τις τόσο δυσμενείς συνθήκες, παρά την ολιγόχρονη ύπαρξή της, η Κομμούνα
πρόφτασε να πάρει κάμποσα μέτρα, που είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν το πραγματικό της
νόημα και τους πραγματικούς της σκοπούς. Η Κομμούνα αντικατέστησε το μόνιμο στρατό, το
τυφλό αυτό όργανο στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων, με το γενικό εξοπλισμό του λαού: θέσπισε το
χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, κατάργησε τον προϋπολογισμό των θρησκευμάτων (δηλαδή
τη μισθοδοσία των παπάδων από το κράτος), έδωσε στη λαϊκή μόρφωση καθαρά κοσμικό
χαρακτήρα και κατάφερε έτσι ένα ισχυρό χτύπημα στους ρασοφόρους χωροφύλακες. Στον καθαρά
κοινωνικό τομέα λίγα πρόφτασε να κάνει, ωστόσο, αυτά τα λίγα εκφράζουν πάντως αρκετά καθαρά
το χαρακτήρα της, σαν λαϊκής, εργατικής κυβέρνησης: απαγόρευσε τη νυχτερινή δουλειά στα
αρτοποιεία, κατάργησε το σύστημα των προστίμων, τη νομιμοποιημένη ληστεία των εργατών,
τέλος εξέδωσε το περίφημο διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όλες οι φάμπρικες, τα εργοστάσια και
τα εργαστήρια, που εγκαταλείφθηκαν ή κλείστηκαν από τους ιδιοκτήτες τους, παραδίνονταν στις
συνεργατικές για να επαναλάβουν την παραγωγή. Και σα να ήθελε να υπογραμμίσει το χαρακτήρα
της, το χαρακτήρα μιας πραγματικά δημοκρατικής προλεταριακής κυβέρνησης, η Κομμούνα
καθόρισε ότι η αμοιβή των υπαλλήλων της διοίκησης και της κυβέρνησης όλων των βαθμών δεν
πρέπει να ξεπερνάει τα 6.000 φράγκα το χρόνο (λιγότερο από 200 ρούβλια το μήνα).
Όλα αυτά τα μέτρα έδειχναν αρκετά καθαρά ότι η Κομμούνα αποτελεί θανάσιμη απειλή για
τον παλιό κόσμο, το θεμελιωμένο στην υποδούλωση και στην εκμετάλλευση. Γι' αυτό η αστική
κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα όσο στο δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη
σημαία του προλεταριάτου. Και όταν τελικά η οργανωμένη κυβερνητική δύναμη κατόρθωσε να
καταβάλει την άσχημα οργανωμένη δύναμη της επανάστασης, οι βοναπαρτικοί στρατηγοί, που τις
έφαγαν από τους Γερμανούς και έκαναν το γενναίο απέναντι στους νικημένους συμπατριώτες τους,
οι Γάλλοι αυτοί Ρενενκάμπφ και Μέλερ - Ζακομέλσκι, οργάνωσαν μια σφαγή που δεν είχε ξαναδεί
το Παρίσι. Περίπου 30.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν από την εξαγριωμένη φανταρία,
45.000 περίπου πιάστηκαν και αργότερα πολλοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα
κάτεργα και στην εξορία. Γενικά το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 από τα παιδιά του και ανάμεσα
σ' αυτά τους καλύτερους εργάτες απ' όλα τα επαγγέλματα.
Η αστική τάξη ικανοποιήθηκε. «Με το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύν καιρό!», έλεγε
ο αρχηγός της, ο αιμοδιψής νάνος, ο Θιέρσος, ύστερα από το αιματηρό λουτρό που έκανε με τους
στρατηγούς του στο παρισινό προλεταριάτο. Του κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια.
Ύστερα από 6 περίπου χρόνια από την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της
έλιωναν ακόμα στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα.
Η καινούρια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δεν ήταν
όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των
μαχητών της Κομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά με τα συνθήματα: «Ζήτω
η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!». Και ύστερα από άλλα 2 χρόνια, το νέο εργατικό
κόμμα, με τη ζύμωση που ανέπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις να απελευθερώσουν
τους αιχμαλώτους κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.
Τη μνήμη των μαχητών της Κομμούνας την τιμούν όχι μόνο οι Γάλλοι εργάτες, αλλά και το
προλεταριάτο όλου του κόσμου. Γιατί η Κομμούνα δεν πάλευε για κάποιο τοπικό, είτε στενά
εθνικό σκοπό, αλλά για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλων των
ταπεινών και καταφρονεμένων. Η Κομμούνα, σαν πρωτοπόρος μαχητής της κοινωνικής
επανάστασης, απέσπασε τη συμπάθεια του προλεταριάτου παντού όπου αυτό υποφέρει και
αγωνίζεται. Η εικόνα της ζωής και του θανάτου της, η μορφή της εργατικής κυβέρνησης, που πήρε
και κράτησε στα χέρια της πάνω από δύο μήνες την πρωτεύουσα του κόσμου, το θέαμα της
ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και τα μαρτύριά του μετά την ήττα, όλα αυτά ανέβασαν το
ηθικό εκατομμυρίων εργατών, αναπτέρωσαν τις ελπίδες τους, και τράβηξαν τη συμπάθειά τους
προς το μέρος του σοσιαλισμού. Η βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο
καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ' ένα βαθύ ύπνο και έδωσε
παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής - σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Να γιατί το έργο
της Κομμούνας δεν πέθανε, ζει μέχρι σήμερα στον καθένα από μας.
Η υπόθεση της Κομμούνας είναι υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, υπόθεση της
ολοκληρωτικής πολιτικής και οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, είναι υπόθεση του
παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με την έννοια αυτή το έργο της Κομμούνας είναι αθάνατο.

«Ραμπότσαγια Γκαζέτα», αρ. φύλλου 4-5, 15(28) Απρίλη 1911

Τα διδάγματα της κομμούνας
Ύστερα από το πραξικόπημα που κατέληξε στην επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε για
48 χρόνια κάτω από το ζυγό του Ναπολέοντος*. Το καθεστώς αυτό, όχι μονο οδήγησε τη χώρα
στην οικονομική καταστροφή, μα και στην οικονομική ταπείνωση. Το προλεταριάτο που
ξεσηκώθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, είχε εκτελέσει δύο καθήκοντα: ένα εθνικό κι ένα
κοινωνικό. Ελευθέρωσε τη Γαλλία από τη Γερμανική εισβολή και τους εργάτες από τον
καπιταλισμό, εγκαθιστώντας το σοσιαλισμό. Το βασικό χαρακτηριστικό της Κομμούνας
συνίσταται στο συνδιασμό των δύο αυτών καθηκόντων.
H μπουρζουαζία συνέστησε τότε μια κυβέρνηση «εθνικής αμύνης» και το προλεταριάτο
υποχρώθηκε να αγωνιστεί κάτω από την καθοδήγησή της για εθνική ανεξαρτησία. Πραγματικά,
επρόκειτο για μια κυβέρνηση «εθνικής προδοσίας» που θεωρούσε τον εαυτό της σαν κλημένη να
παλαίψει κατά του προλεταριάτου του Παρισιού. Μα το προλεταριάτο δεν τα παρατηρούσε αυτά,
στραβωμένο καθώς ήταν από πατριωτικές αυταπάτες. Η πατριωτική ιδέα έλκει ακόμη την
καταγωγή της από τη Μεγάλη Επανάσταση του 18ου αιώνα. Σ’αυτή προσκολήθηκε το πνεύμα των
σοσιαλιστών της Κομμούνας κι ο Μπλανκί π.χ. που αναμφισβήτητα ήταν επαναστάτης και θερμός
οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε καταλληλότερο όνομα για την εφημερίδα του από την αστική
ιαχή: «Η πατρίδα κινδυνεύει!».
Το θανάσιμο σφάλμα των σοσιαλιστών βρισκόταν στην ένωση δυό αντίθετων σκοπών: του
σοσιαλισμού και του πατριωτισμού. Το Σεπτέμβρη του 1870 κιόλας, στο Μανιφέστο της Διεθνούς
ο Μαρξ τράβηξε την προσοχή του προλεταριάτου κατά της ψεύτικης εθνικής ιδέας. Συντελέσθηκαν
μεγάλες αλλαγές από τη Μεγάλη Επανάσταση και δώθε, οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν, και η
πάλη τότε κατά της αντίδρασης σ’ ολόκληρη την Ευρώπη αγκάλιαζε όλο το επαναστατικό έθνος,
ενώ τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να ενώσει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των
άλλων εχθρικών του τάξεων. Ας πάρει η μπουρζουαζία τις ευθύνες για την ταπείνωση του έθνους
—το έργο του προλεταριάτου είναι να παλαίψει για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της δουλειάς
από το ζυγό της μπουρζουαζίας.
Και πραγματικά, δεν άργησαν ν’αποκαλυφθούν οι πραγματικοί σκοποί του αστικού
«πατριωτισμού». Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού σύνηψε επαίσχυντη ειρήνη με τους
Πρώσσους, καταπιάστηκε με το άμεσό της καθήκον: χτύπησε τον εξοπλισμό, τρομερό γι’ αυτήν,
του Προλεταριάτου του Παρισιού. Οι εργάτες απάντησαν προκυρρήσσοντας την Κομμούνα του
Παρισιού και τον εμφύλιο πόλεμο.
Παρά το ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν διαιρεμένο σε πολλές ομάδες, η
Κομμούνα απετέλεσεν εξαίσιο παράδειγμα, για τον ομόφωνο τρόπο που το προλεταριάτο ξέρει να
λύνει τα δημοκρατικά προβλήματα που η μπουρζουαζία μόνο να διακυρήξει ήξερε. Το
προλεταριάτο αφού κατέλαβε την εξουσία, προχώρησε απλά και πραγματικά, χωρίς καμμιά
πολυσχιδή νομοθεσία, στη δημοκρατικοποίηση του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη
γραφειοκρατία, πραγματοποίησε την εκλογή των αντιπροσώπων από το λαό.
Δύο όμως σφάλματα εκμηδένισαν τους καρπούς της λαμπρής αυτής νίκης. Το
προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου, αντί να προβή στην «απαλλοτρίωση των
απαλλοτριωτών», άφησε να παρασυρθεί από το όνειρο της εγκαθίδρυσης μιας ανώτερης ισότητας
στη χώρα, ενωμένη γύρω στο εθνικό της καθήκον. Ιδρύματα όπως οι τράπεζες π.χ. έμειναν άθικτα,
η θεωρία των προυντονικών κυριαρχούσε ακόμη ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Το δεύτερο σφάλμα
βρισκόταν στην ανώτερη μεγαλοψυχία του προλεταριάτου. Έπρεπε να εκμηδενίσει τους εχθρούς
του αντί να προσπθαθεί αν τους επηρρεάσει ηθικά, παραμέλησε τη σημασία της καθαρά
στρατιωτικής δράσης στον εμφύλιο πόλεμο κι αντί να επιστέψει την παρισινή νίκη με μια
ενεργητική επίθεση κατά των Βερσαλλιών, τραινάρισε το πράμα κι έδωσε τον καιρό στην
κυβέρνηση των Βερσαλλιών να συντάξει τις δυνάμεις της και να ετοιμάσει τη ματωμένη βδομάδα
του Μάη.Παρ’όλα όμως τα σφάλματά της η Κομμούνα είναι το μεγαλύτερο παράδειγμα του
μεγαλύτερου προλεταριακού κινήματος του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ έδωσε μεγάλη σημασία στην
ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν κατά την προδοτική επίθεση των βερσαλλιέζικων ορδών
κατά του προλεταριάτου του Παρισιού να το αφοπλίσουν, οι εργάτες άφησαν ν’αφοπλιστούν χωρίς
μάχες, η ηθική κατάπτωση που θα προξενούσε μια τέτοια αδυναμία στους κόλπους του
προλεταριακού κινήματος, θα είχε συνέπειες πολύ πιο οδυνηρές, από τις απώλειες που υπέστη
ηεργατική τάξη κατά την πάλη, υπερασπίζοντας τα όπλα τους. Όσο μεγάλες κι αν είναι οι θυσίες τις
Κομμούνας, ισοζυγίζονται από τη σημασία της για το γενικό αγώνα του προλεταριάτου. Εκδήλωσε
το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ευρώπη, έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διάλυσε τις
πατριωτικές αυταπάτες και κατέρριψε την απλοϊκή πίστη προς τα εθνικά ιδανικά της
μπουρζουαζίας. Η Κομμούνα δίδαξε το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο, να βάζει συγκεκριμένα τα
καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Το μάθημα που πήρε το προλεταριάτο δε θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα το
εκμεταλλευτεί, όπως το εκμεταλλεύτηκε κιόλας στην επανάσταση του Δεκέμβρη (1905).
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Λένιν: Για τα "αριστερά" παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό

0
Από τις εκδόσεις Πρόγκρες, το 1985.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Λένιν: Σοσιαλισμός και θρησκεία

0
Όλη η σύγχρονη κοινωνία είναι θεμελιωμένη πάνω στην εκμετάλλευση των τεράστιων
μαζών της εργατικής τάξης από μια μηδαμινή μειοψηφία του πληθυσμού, που ανήκει στις τάξεις των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών*. Η κοινωνία αυτή είναι δουλοκτητική, γιατί οι “ελεύθεροι” εργάτες, που όλη τους τη ζωή δουλεύουν στο κεφάλαιο, “έχουν δικαίωμα” μόνο σε τόσα μέσα ύπαρξης όσα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση δούλων που παράγουν κέρδος, για την εξασφάλιση και την διαιώνιση της κεφαλαιοκρατικής δουλείας.
Η οικονομική καταπίεση των εργατών προκαλεί και γεννάει αναπόφευκτα κάθε είδους
πολιτική καταπίεση, κοινωνική ταπείνωση, εξαγρίωση και συσκότιση της πνευματικής και ηθικής
ζωής των μαζών. Οι εργάτες μπορούν να πετύχουν περισσότερη είτε λιγότερη πολιτική ελευθερία
με σκοπό τη διεξαγωγή του αγώνα για την οικονομική τους απελευθέρωση, καμμιά όμως ελευθερία
δε θα τους απαλλάξει από την αθλιότητα, την ανεργία και την καταπίεση, όσο δε θα έχει
αποτιναχτεί η εξουσία του κεφαλαίου.
Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής
καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαικές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια
δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την
εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια
καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του αγρίου στην πάλη με τη φύση
γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ'αυτόν που σ'όλη του τη ζωή
δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή,
παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σ'εκείνους που ζουν από ξένη
εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ
φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή
εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι
ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη
μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.
Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωση του παύει κιόλας κατά το ήμισυ να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια καλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη
ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή,
συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.
Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχθεί ατομική υπόθεση. Με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να
εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των
λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μην μπορούν να προκαλούν κανενός είδους
παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε
καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το Κόμμα
μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμμία δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν
πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να
πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως
και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.
Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το
άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη
εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και
θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες,
ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των
διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η
εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι ρώσοι πολίτες
βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και
εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους
ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία,
που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα
δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του
κράτους. Ολκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος - αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το
σοσιαλ ιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.
Η ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο
συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται
σε εξαιρετικά ευνοικές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικο-δουλοπαροικιακής
απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο.
Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και
αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων
στην Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται
ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που
επιβλήθηκε στους “λειτουργούς του υψίστου”. Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό
το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να
τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να τους ζητήσουμε να κόψουν
αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είσθε ειλικρινείς, και
τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του
σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας
σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και
τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως
εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως
δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από
την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σας κηρύττουν
αμείλικτο πόλεμο.
Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το
κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής
τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη
συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών.
Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη
θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά, και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον τύπο μας, με το
λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωση μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε ανάμεσα
στ'άλλα, έναν τέτοιο ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για
μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του
προλεταριάτου.
Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμα μας πως είμαστε άθεοι; γιατί δεν
απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σ'εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπάινουν στο κόμμα
μας;
Η απάντηση σ'αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της
θρησκείας.
Ολόκληρο το πρόγραμμα μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην
υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι'αυτό η εξήγηση του προγράμματος μας συμπεριλαμβάνει
υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της
θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα
του αθεϊσμού. Η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε
αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική-δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει
ν'αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλειάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως
στην ανάγκη ν'ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδωσε κάποτε ο Ένγκελς στους γερμανούς
σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής
φιλολογίας του XVIII αιώνα.
Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε
ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας “από το λόγο” και όχι από την
ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα
ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και
αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με
καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική
καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προιόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης
στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κήρυγμα δεν
μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις
σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά
επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημηουργία ενός επίγειου παραδείσου,
είναι σπουδαιότερη για μας από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο
παράδεισο.
Να γιατί δε μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμα μας για τον αθεϊσμό μας. Να
γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλεταρίους που έχουν
διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλαιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα
μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία. Μας είναι απαραίτητο να
καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε "χριστιανών", αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως
πρέπει να προωθούμε το θρησκευτικό ζήτημα στην πρώτη σειρά, γιατί σε καμία περίπτωση δεν
είναι αυτή η σειρά του, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των
δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες
απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα
στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.
Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στην χώρα
μας, ν'ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών,
αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα
οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του
πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που
σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι
μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτα πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν
πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από
κάθε συδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης
και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.
Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά
ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ'αυτό το ξεκαθαρισμένο από την μεσαιωνική μούχλα
πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θ'αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της
οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της
ανθρωπότητας.
Ν. Λένιν
3 Δεκεμβρίου 1905
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Λένιν: Η Επαναστασή Μας (Σχετικά με τα σχόλια του N. Sukhanov)

0
I
Πρόσφατα έριχνα ματιές μέσα στα σχόλια του Sukhanov για την επανάσταση. Aυτό που
φαίνεται κατά το πλείστον είναι η σχολαστικότητα όλων των ασήμαντων-αστών Δημοκρατών μας
και όλων των ηρώων της Δευτέρας Διεθνούς. Εκτός από το γεγονός ότι είναι όλοι υπερβολικά
δειλοί,ώστε όταν έρχονται στη παραμικρή απόκλιση από το Γερμανικό μοντέλο [ του
Σοσιαλισμού ] ακόμα και οι καλύτεροι από αυτούς οπλίζουν τους εαυτούς τους με επιφυλάξεις -
εκτός από αυτό το χαρακτηριστικό, που είναι κοινό σε όλους τους ασήμαντους-αστούς Δημοκράτες
και έχει εμφανιστεί άφθονα από αυτούς σε ολόκληρη την επανάσταση,αυτό που φαίνεται είναι η
δουλική απομίμηση τους του παρελθόντος.

Όλοι αποκαλούν τους εαυτούς τους Μαρξιστές, αλλά η αντίληψης τους για τον Μαρξισμού
είναι ανέφικτα σχολαστική. Έχουν αποτύχει εντελώς να καταλάβουν τι είναι αποφασιστικό στον
Μαρξισμό, δηλαδή, οι επαναστατικές διαλεκτικές του.Έχουν ακόμη απολύτως αποτύχει να
καταλάβουν τις σαφείς δηλώσεις του Mάρξ ότι σε περιόδους επαναστάσεως η μέγιστη ευλυγισία
απαιτείταιii, και έχουν ακόμη αποτύχει να προσέξουν, παραδείγματος χάριν, τις δηλώσεις που ο
Mάρξ έκανε στις επιστολές του -νομίζω ήταν το 1856- εκφράζοντας την ελπίδα για ένωση του
πολέμου των αγροτών στη Γερμανία,ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει μια επαναστατική
κατάσταση, με το κίνημα της εργατικής τάξεωςiii - αποφεύγουν ακόμη και αυτήν την σαφή δήλωση
και περπατούν γύρω και γύρω από αυτή όπως μια γάτα γύρω από ένα κύπελλο καυτού χυλού.
Η συμπεριφορά τους τους προδίδει σαν δειλούς ρεφορμιστές που φοβούνται να παρεκκλίνουν
από την αστική τάξη, πόσο μάλλον να θέσουν τέρμα με αυτή,συγχρόνως έκρυψαν την δειλία τους
με τον πιο άγριο στόμφο και καυχησιά. Αλλά αυτό που φαίνεται σε όλους τους ακόμα και από την
καθαρά θεωρητική άποψη είναι η πλήρης ανικανότητά τους να συλλάβουν τις ακόλουθες
Μαρξιστικές μελέτες: έως τώρα έχουν δει τον καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία στην Δυτική
Ευρώπη να ακολουθούν ένα καθορισμένο μονοπάτι ανάπτυξης, και δεν μπορούν να διανοηθούν ότι
αυτό το μονοπάτι μπορεί να ληφθεί ως μοντέλο μόνο τηρουμένων των αναλογιών ,μόνο με
ορισμένες τροποποιήσεις (αρκετά ασήμαντες από την άποψη της γενικής ανάπτυξης της
παγκόσμιας ιστορίας).
Πρώτον - η επανάσταση συνδέθηκε με τον πρώτο ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο.Τέτοια
επανάσταση ήταν προορισμένη να αποκαλύψει νέα χαρακτηριστικά,ή παραλλαγές, ως αποτέλεσμα
από τον ίδιο τον πολέμο,ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ έναν τέτοιο πόλεμο σε μια τέτοια κατάσταση.
Βρίσκουμε ότι από τον πόλεμο εως αυτήν την ημέρα η αστική τάξη των πλουσιότερων χωρών ήταν
ανίκανη να αποκαταστήσει τις "κανονικές" αστικές σχέσεις. Ακόμα οι ασήμαντοι-αστοί
ρεφορμιστές μας -που κάνουν μια επίδειξη οτι είναι επαναστάτες- πίστεψαν, και πιστεύουν
ακόμα,ότι οι κανονικές αστικές σχέσεις είναι το όριο (ως εδώ θα πάτε και οχι μακρύτερα). Και
ακόμη και η αντιληψή τους " των κανονικών" είναι υπερβολικά στερεότυπη και στενή.
Δεύτερον, είναι τελείως ξένοι στην ιδέα ότι ενώ η ανάπτυξη της παγκόσμιας ιστορίας
συνολικά ακολουθεί γενικούς νόμους δεν αποκλείεται με κανένα τρόπο, αλλά, αντίθετα, θεωρείται
δεδομένο, ότι ορισμένες περιόδους ανάπτυξης μπορεί να φανερώσουν ιδιομορφίες είτε στην μορφή
είτε στην σειρά αυτής της ανάπτυξης. Παραδείγματος χάριν, δεν έχει συμβεί ακόμα και σε αυτούς
αυτό επειδή η Ρωσία στέκεται πάνω στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των πολιτισμένων χωρών
και των χωρών τις οποίες αυτός ο πόλεμος για πρώτη φορά σίγουρα έφερε στην τροχιά του
πολιτισμού -όλες τις Ασιατικές, μη Ευρωπαϊκές χώρες- μπόρεσε και ήταν, πράγματι,προοριζόμενη
να αποκαλύψει ορισμένα ξεχωριστά χαρακτηριστικά' αν και αυτοί, φυσικά,είναι σύμφωνα με την
γενική γραμμή της παγκόσμιας ανάπτυξης,ξεχωρίζουν την επανάστασή της από εκείνες που έγιναν
στις Δυτικοευρωπαϊκές χώρες και εισαγάγουν ορισμένες μερικώς καινοτομίες καθώς η επανάσταση
κινείται προς τις χώρες της Ανατολής.
Απείρως στερεότυπο, παραδείγματος χάριν,είναι το επιχείρημα που έμαθαν παπαγαλίστικα
κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Σοσιαλ-Δημοκρατίας, δηλαδή, ότι δεν
είμαστε ακόμα ώριμοι για τον σοσιαλισμό, αλλά όπως συγκεκριμένος "σοφός" κύριος μεταξύ τους
το έθεσε, οι αντικειμενικές οικονομικές βάσεις για τον σοσιαλισμό δεν υπάρχουν στη χώρα μας.Και
δεν σκέφτηκε κανείς τους να ρωτήσει:τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που βρέθηκαν σε μια
επαναστατική κατάσταση όπως αυτή που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου
ιμπεριαλιστικού πολέμου;Ίσως οχι,επηρεασμένοι από την απελπισία της κατάστασής τους,
ρίχνοτας τους εαυτούς σε έναν αγώνα που θα τους πρόσφερε τουλάχιστον κάποια ευκαιρία να
εξασφαλίσουν συνθήκες για την περαιτέρω ανάπτυξη του πολιτισμού που ήταν κάπως ασυνήθιστο;
"Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας δεν έχει φτάσει ακόμα το επίπεδο που
κάνει τον σοσιαλισμό πιθανό." Όλοι οι ήρωες της Δευτέρας Διεθνούς, συμπεριλαμβανομένου,
φυσικά,του Sukhanov, χτυπούν τα τύμπανα για αυτήν την δήλωση. Συνεχίζουν να μιλούν διαρκώς
για αυτήν την αδιαμφισβήτητη δήλωση σε χίλιους διαφορετικόυς τόνους, και θεωρούν ότι είναι
αποφασιστικό κριτήριο της επανάστασής μας.
Αλλά τι εάν η κατάσταση, που έσυρε τη Ρωσία στον ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο που
ανακάτεψε λίγο πολύ κάθε σημαντική Δυτικό Ευρωπαϊκή χώρα και την έκανε μάρτυρα της
παραμονής των επαναστάσεων που ωριμάζουν ή εν μέρει έχουν ήδη αρχίσει στην
Ανατολή,δημιουργώντας τις περιστάσεις που έβαλαν τη Ρωσία και την ανάπτυξή της σε μια θέση
που μας επέτρεψε να επιτύχουμε ακριβώς εκείνη την ένωση ενός "πολέμου των αγροτών" με το
κίνημα της εργατικής τάξεως που προτάθηκε το 1856 από έναν όχι λιγότερο Μαρξιστή από τον
Mάρξ τον ίδιο ως πιθανή προοπτική για την Πρωσία;
Τι εάν η πλήρης απελπισία της καταστάσεως,με το να παρακινεί τις προσπάθειες των εργατών
και των αγροτών δεκαπλάσια, μας πρόσφερε την ευκαιρία να δημιουργήσουμε τις θεμελιώδεις
προϋποθέσεις του πολιτισμού με έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν των Δυτικό Ευρωπαϊκών
χωρών; Έχει αυτό αλλάξει τη γενική γραμμή ανάπτυξης της παγκόσμιας ιστορίας; Έχει αυτό
αλλάξει τις βασικές σχέσεις μεταξύ των βασικών τάξεων όλων των χωρών που είναι, ή
ήταν,συρμένες μέσα στη γενική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας;
Εάν ένα καθορισμένο επίπεδο πολιτισμού απαιτείται για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού
(αν και κανένας δεν μπορεί να πει ακριβώς ποιό εκείνο το καθορισμένο "επίπεδο πολιτισμού" είναι,
γιατί διαφέρει σε κάθε Δυτικό Ευρωπαϊκή χώρα), γιατί να μην μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα να
επιτύχουμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για εκείνο το καθορισμένο επίπεδο πολιτισμού με έναν
επαναστατικό τρόπο, και έπειτα , με την βοήθεια της κυβέρνησης των εργατών και των αγροτών
και του Σοβιετικού συστήματος,να προχωρήσουμε για να προφθάσουμε τα άλλα έθνη;
16 Ιανουαρίου,1923

II
Λέτε ότι ο πολιτισμός είναι απαραίτητος για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Πολύ καλά.
Αλλά γιατί δεν μπορούμε πρώτα να δημιουργήσουμε τέτοιες απαραίτητες προϋποθέσεις του
πολιτισμού στη χώρα μας με την εκδίωξη των γαιοκτημόνων και των Ρώσων καπιταλιστών, και
έπειτα να αρχίσουμε να κινούμαστε προς τον σοσιαλισμό; Πού, σε ποια βιβλία,έχετε διαβάσει ότι
τέτοιες παραλλαγές της συνηθισμένης ιστορικής σειράς γεγονότων είναι ανεπίτρεπτες ή αδύνατες;
Ο Ναπολέων,νομίζω, έγραψε: "On s'engage et puis ... on voit."σε ελεύθερη απόδοση αυτό
σημαίνει: "Πρώτα συμλέξου σε μια σοβαρή μάχη και έπειτα δες τι συμβαίνει."Λοιπόν,όντως πρώτα
συμπλακήκαμε σε μια σοβαρή μάχη τον Οκτώβριο του 1917, και έπειτα είδαμε τέτοιες
λεπτομέρειες ανάπτυξης (από την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας ήταν βεβαίως λεπτομέρειες)
όπως την ειρήνη του Brest, την Νέα Οικονομική Πολιτική, και ούτω καθ'εξής. Και τώρα δεν μπορεί
να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι κατά το πλείστον είμασταν νικηφόροι.
Oι Sukhanovs μας, χωρίς να αναφέρω τους Σοσιαλ-Δημοκράτες ακόμη μακρύτερα από το
δικαίωμα, ποτέ ούτε καν ονειρεύονται ότι οι επαναστάσεις δεν μπορούν να γίνουν με οποιοδήποτε
άλλο τρόπο. Οι Ευρωπαίοι φιλισταίοι μας ποτέ ούτε καν ονειρεύονται ότι οι μεταγενέστερες
επαναστάσεις στις Ασιατικές χώρες, που κατέχουν πολύ τεραστιότερους πληθυσμούς με μια πολύ
τεραστιότερη ποικιλία κοινωνικών συνθηκών,αναμφισβήτητα θα δείξουν ακόμα μεγαλύτερες
διαφορές από την Ρωσική Επανάσταση.
Χρειάζεται μόλις και μετά βίας να ειπωθεί ότι ένα εγχειρίδιο που γράφτηκε σε Καουτσκικές
γραμμές ήταν ένα πολύ χρήσιμο πράγμα στον καιρό του. Αλλά είναι ώρα, δεδομένου ότι, να
εγκαταλειφθεί η ιδέα που προέβλεψε όλες τις μορφές ανάπτυξης της μεταγενέστερης παγκόσμιας
ιστορίας.Θα ήταν έγκαιρο να πω ότι εκείνοι που σκέφτονται έτσι είναι απλά ανόητοι.
17 Ιανουαρίου,1923


Γράφτηκε: 16 Ιανουαρίου, 1923
Πρωτοδημοσιεύτηκε: Pravda (Αριθ. 117) 30 Μαϊου, 1923
Πηγή: Συλλεγμένα Έργα, Εκδότες Progress, Μόσχα, Αριθμ 33 (σελ. 476-80)
Copyleft: Διαδίκτιακό Αρχείο Β.Ι. Λένιν (www.marx.org) 2003. Η δικαιοδοσία χορηγείται στο να αντιγράφεται ή/και να διανέμεται αυτό το έγγραφο υπό τον όρο της ελεύθερης άδειας τεκμηρίωσης GNU Ελληνική Μετάφραση: Λεωνίδας
HTML Markup: Aντώνης Μεγρέμης για το ελληνικό Αρχείο των Μαρξιστών στο Internet

ii Παραπομπή στο έργο του Mάρξ Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία και στην επιστολή του στον Kugelmann που
χρονολογείται από της 12 Απριλίου,1871.

iii Δείτε την επιστολή του Mαρξ και του Ένγκελς της 16ης Απριλίου, 1856.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

ΛΕΝΙΝ: «Επαγρύπνηση, επιφυλακτικότητα και αντοχή, σύντροφοι!

0
Ο λόγος που εκφώνησε ο Λένιν στις 15 Ιουλίου 1918 ενώπιον της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, με αφορμή το αίτημα της γερμανικής κυβέρνησης σχετικά με τη φρούρηση της πρεσβείας της στη Μόσχα, του έδωσε την ευκαιρία να καυτηριάσει την πολιτική των αριστερών σοσιαλεπαναστατών καθώς η διαμάχη οδηγούσε το νέο κράτος ταχύτατα στον εμφύλιο πόλεμο.

Σύντροφοι, η Σοβιετική Δημοκρατία μας δεν μπορεί να διαμαρτύρεται για οιανδήποτε έλλειψη
πολιτικών κρίσεων και αιφνίδιων πολιτικών αλλαγών. Άσχετο πόσο απλές, πόσο στοιχειώδεις είναι όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (και δεν μπορούν, φυσικά, να νιώθουν άνετα πλάι- πλάι με τη Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία), σε μια κατάσταση όπως αυτή την οποία την παρούσα στιγμή διερχόμαστε, με τον πόλεμο να συνεχίζεται ακόμη στην προηγούμενή του κλίμακα, οι καταφανώς κυρίαρχες δυνάμεις, ο συνεταιρισμός των δύο ιμπεριαλιστικών ομάδων, εξακολουθεί να προκαλεί πολιτική κρίση και τα παρόμοια. Αναφορικά με ένα τέτοιο γεγονός, το οποίο είτε προσομοιάζει είτε είναι μια πραγματική πολιτική κρίση, έχω να σας κάνω μια ανακοίνωση.

Χθες, 14 Ιουλίου, στις 11 μ.μ., ο Επίτροπος του Λαού για τις Εξωτερικές Υποθέσεις δέχθηκε επίσκεψη από τον γερμανό απεσταλμένο, δρα Ρίτσιερ, ο οποίος τον πληροφόρησε για το περιεχόμενο
ενός τηλεγραφήματος που είχε μόλις λάβει από το Βερολίνο, στο οποίο η γερμανική κυβέρνηση του
έδινε την εντολή να ζητήσει από τη ρωσική κυβέρνηση να επιτρέψει σε ένα τάγμα ένστολων γερμανών στρατιωτών να εισέλθει στη Μόσχα με σκοπό τη φρούρηση της γερμανικής πρεσβείας και να επιτρέψει στους στρατιώτες αυτούς να προωθηθούν αμέσως στη Μόσχα.
Επιπρόσθετα στο μήνυμα διατυπωνόταν ότι η γερμανική κυβέρνηση απείχε πολύ από το να
αποσκοπεί σε οιανδήποτε μορφή κατάληψης. Ο Επίτροπος του Λαού για τις Εξωτερικές Υποθέσεις, σε συμφωνία με τον πρόεδρο του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, απάντησε ότι οι απλοί άνθρωποι της Ρωσίας επιθυμούν την ειρήνη, ότι η ρωσική κυβέρνηση είναι προετοιμασμένη να προσφέρει στη γερμανική πρεσβεία, το προξενείο και στις υπηρεσίες μια πέρα για πέρα επαρκή και υπεύθυνη φρουρά απαρτιζόμενη από τα δικά της στρατεύματα, αλλά ότι δεν δύναται κάτω από οιεσδήποτε περιστάσεις να επιτρέψει σε μια ξένη στρατιωτική μονάδα να εισέλθει στη Μόσχα· ελπίζει ακράδαντα ότι η γερμανική κυβέρνηση, εμπνευσμένη από την ίδια επιθυμία για ειρήνη, δεν θα εμμείνει στο αίτημά της.
Ουσιαστικά το αίτημα προς τη ρωσική κυβέρνηση βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τη δήλωση
που έκανε ο Αυτοκρατορικός Καγκελάριος στο Ράιχσταγκ, ότι η θλιβερή δολοφονία του κόμη Μίρμπαχ δεν θα οδηγούσε σε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Αντικρούει επίσης την ευχή που γνωρίζουμε ότι έχει διατυπωθεί από κορυφαίους εμπορικούς και βιομηχανικούς κύκλους για τη δημιουργία και προώθηση στενών οικονομικών σχέσεων επ' ωφελεία και των δύο χωρών. Αντιφάσκει με τις διαπραγματεύσεις που προχωρούσαν επιτυχώς. Πολυάριθμες εκθέσεις που έγιναν σε εκπροσώπους μας στο Βερολίνο αναφορικά με την πολιτική κατάσταση και τη στάση απέναντι στη Ρωσία μαρτυρούν επίσης το γεγονός αυτό.
Έχουμε ακόμη κάθε λόγο να ελπίζουμε ότι θα βρεθεί μια ευνοϊκή λύση σε αυτό το απροσδόκητο
συμβάν, όποτε όμως εμφανίζεται ένταση στις διεθνείς μας σχέσεις θεωρούμε απαραίτητο να
γνωστοποιούμε δημοσίως τα γεγονότα και να ξεκαθαρίζουμε τα ζητήματα. Για τον λόγο αυτό θεωρώ
καθήκον μου να προβώ στην ακόλουθη κυβερνητική δήλωση:
«Η κυβέρνηση της Σοβιετικής Δημοκρατίας είχε πλήρη επίγνωση, όταν σύναψε το Σύμφωνο
ειρήνης του Μπρεστ, του δυσβάσταχτου καθήκοντος που θα ήταν αναγκασμένοι να αναλάβουν οι
εργάτες και οι χωρικοί της Ρωσίας ένεκα της διεθνούς κατάστασης που είχε αναπτυχθεί. Η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας στο Δ' Συνέδριο των Σοβιέτ ήταν απόλυτα ξεκάθαρη· οι εργατικές τάξεις απαίτησαν ειρήνη επειδή χρειάζονταν μια παύση προκειμένου να είναι σε θέση να εργασθούν, να οργανώσουν τη σοσιαλιστική οικονομία, να ανακτήσουν και να εντείνουν τις δυνάμεις τους, οι οποίες είχαν υπονομευθεί από έναν μαρτυρικό πόλεμο.
Υπακούοντας στη βούληση του Συνεδρίου η κυβέρνηση έχει εφαρμόσει κατά γράμμα τους
σκληρούς όρους του Συμφώνου ειρήνης του Μπρεστ και τελευταία οι διαπραγματεύσεις μας με τη
γερμανική κυβέρνηση, που αφορούν το ακριβές ποσό των αποζημιώσεων που πρέπει εμείς να
καταβάλουμε και τη μορφή της αποζημίωσης την οποία αποφασίσαμε να αποπληρώσουμε το
συντομότερο δυνατό, έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο.
Την ώρα όμως που η σοβιετική κυβέρνηση πραγματώνει με τον πιο σχολαστικό τρόπο τους
όρους του Συμφώνου ειρήνης του Μπρεστ και στηρίζει τη βούληση των εργατών και των χωρικών για ειρήνη, δεν έχει ποτέ παραβλέψει το γεγονός ότι υπάρχουν όρια πέρα από τα οποία ακόμη και τα πιο ειρηνόφιλα πλήθη των εργατών θα εξαναγκαστούν να ξεσηκωθούν, και θα ξεσηκωθούν, σαν ένας
άνθρωπος, να υπερασπιστούν τη χώρα τους με τα όπλα στα χέρια. Η παράλογη και εγκληματική
απερισκεψία των αριστερών σοσιαλεπαναστατών μάς έφερε στο χείλος του πολέμου. Οι σχέσεις μας με τη γερμανική κυβέρνηση βρίσκονταν, παρά τη θέλησή μας, στα πρόθυρα της έντασης. Αναγνωρίζουμε τη νομιμότητα της επιθυμίας της γερμανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη φρούρηση της πρεσβείας της και έχουμε συμβάλει πολύ προκειμένου να ικανοποιήσουμε την επιθυμία αυτή.
Όταν όμως πληροφορηθήκαμε για την επιθυμία της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία δεν έχει
ακόμη διατυπωθεί ως κατηγορηματική απαίτηση, ότι θα έπρεπε να επιτρέψουμε σε ένα τάγμα
οπλισμένων γερμανών στρατιωτών να προσεγγίσουν τη Μόσχα, απαντήσαμε - και επαναλαμβάνουμε
τώρα αυτή την απάντηση ενώπιον του ανώτατου οργάνου της σοβιετικής κυβέρνησης των εργατών και χωρικών, ενώπιον της Πανρωσικής Κεντρικής Επιτροπής - ότι δεν θα μπορούσαμε κατά κανέναν τρόπο και σε καμία περίπτωση να ικανοποιήσουμε ένα τέτοιο αίτημα, επειδή αυτό θα αποτελούσε
αντικειμενικά την απαρχή της κατοχής της Ρωσίας από ξένα στρατεύματα.
Σε αυτή την ενέργεια θα ήμασταν υποχρεωμένοι να αντιδράσουμε όπως έχουμε αντιδράσει στην
ανταρσία των Τσεχοσλοβάκων και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Βρετανών στον Βορρά, ήτοι με
εκτεταμένη κινητοποίηση, με επιστράτευση όλων των ενήλικων εργατών και χωρικών για ένοπλη
αντίσταση και με την καταστροφή, στην περίπτωση μιας προσωρινά επιβεβλημένης απόσυρσης,
απολύτως κάθε δρόμου και σιδηροδρομικής γραμμής ανεξαιρέτως και επίσης των καταστημάτων,
ειδικότερα των καταστημάτων τροφίμων, ούτως ώστε να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Ο πόλεμος τότε θα ήταν για εμάς μια μοιραία αλλά απόλυτη και άνευ όρων αναγκαιότητα και αυτός θα ήταν ένας επαναστατικός πόλεμος που θα διεξαγόταν από τους εργάτες και τους χωρικούς της Ρωσίας πλάι -πλάι με τη σοβιετική κυβέρνηση μέχρι ύστατης πνοής. Όπως η εξωτερική της πολιτική, η εσωτερική πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης, με απαρέγκλιτη προσκόλληση στις αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, παραμένει αμετάβλητη. Η εγκληματική απερισκεψία των αριστερών σοσιαλεπαναστατών, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε πρωτοπαλίκαρα των λευκοφρουρών, των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, τώρα που τα σύννεφα συγκεντρώνονται και ο κίνδυνος πολέμου αυξάνεται, θα είναι ακόμη πιο εγκληματική στα μάτια του λαού και θα υποστηρίξουμε πλήρως και ολόψυχα και θα φέρουμε εις πέρας την ανηλεή τιμωρία των προδοτών που έχουν αμετάκλητα καταδικασθεί με τη βούληση του 5ου Συνεδρίου των Σοβιέτ. Αν ο πόλεμος, παρ' όλες τις προσπάθειές μας, καταστεί γεγονός, δεν θα είμαστε σε θέση να διατηρήσουμε ούτε ελάχιστο ίχνος εμπιστοσύνης στη συμμορία των αριστερών σοσιαλεπαναστατών προδοτών, οι οποίοι είναι ικανοί να ανατρέψουν τη βούληση των Σοβιέτ, καταφεύγοντας στη στρατιωτική προδοσία και τα παρόμοια. Θα αντλήσουμε νέα δύναμη για πόλεμο από την ανηλεή καταστολή τόσο των παράφορα απερίσκεπτων (αριστερών σοσιαλεπαναστατών) όσο και των ταξικά ενσυνείδητων (γαιοκτημόνων, καπιταλιστών και κουλάκων) υπέρμαχων της αντεπανάστασης.
Προς τους εργάτες και χωρικούς ολόκληρης της Ρωσίας, αυτή είναι η έκκλησή μας: «Τριπλή
επαγρύπνηση, επιφυλακτικότητα και αντοχή, σύντροφοι! Όλοι πρέπει να βρίσκονται στα πόστα τους!
Όλοι πρέπει να δώσουν τη ζωή τους αν χρειαστεί, προκειμένου να υπερασπιστούν τη σοβιετική δύναμη, να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των εργαζομένων, όσων έχουν πέσει θύματα εκμετάλλευσης, των φτωχών, να υπερασπιστούν τον σοσιαλισμό!»

15 Ιούλη 1918
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Λένιν - Γράμματα για την τακτική

0
«Η διδασκαλία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση», έτσι έλεγαν πάντα ο Μαρξ και
ο Ενγκελς, που δίκαια ειρωνεύονταν την αποστήθιση και την απλή επανάληψη «διατυπώσεων»,
ικανών στην καλύτερη περίπτωση μόνο να προδιαγράφουν τα γενικά καθήκοντα, που
τροποποιούνται αναπόφευκτα από τη συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση της κάθε
ιδιαίτερης περιόδου του ιστορικού προτσές.
Από ποια λοιπόν αντικειμενικά γεγονότα, με ακρίβεια διαπιστωμένα, πρέπει να καθοδηγείται
σήμερα το κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου για τον καθορισμό των καθηκόντων και των
μορφών της δράσης του;

Και στο πρώτο μου «Γράμμα από μακριά» («Το πρώτο στάδιο της πρώτης επανάστασης»),
που δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα», αρ. φύλ. 14 και 15, της 21 και 22 του Μάρτη 1917, και στις
θέσεις μου καθορίζω την «ιδιομορφία της τρέχουσας στιγμής στη Ρωσία», σαν περιόδου
περάσματος από το πρώτο στάδιο της επανάστασης στο δεύτερο. Και γι' αυτό βασικό σύνθημα,
«καθήκον της ημέρας» γι' αυτή τη στιγμή θεωρούσα: «Εργάτες, δείξατε θαύματα προλεταριακού,
λαϊκού ηρωισμού στον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στον τσαρισμό, πρέπει να δείξετε θαύματα
προλεταριακής και παλλαϊκής οργάνωσης, για να προετοιμάσετε τη νίκη σας στο δεύτερο στάδιο
της επανάστασης» («Πράβντα», αρ. φύλ. 15).
Σε τι συνίσταται, λοιπόν, το πρώτο στάδιο;
Στο πέρασμα της κρατικής εξουσίας στην αστική τάξη.

«Η ομιλία του Βλ. Ι. Λένιν στο 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ»
Ως την επανάσταση του Φλεβάρη - Μάρτη 1917, η κρατική εξουσία στη Ρωσία βρισκόταν
στα χέρια μιας παλιάς τάξης, δηλαδή της τάξης των φεουδαρχών - ευγενών - τσιφλικάδων, με
επικεφαλής τον Νικόλαο Ρομάνοφ.
Ύστερα από αυτή την επανάσταση, η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας άλλης, νέας τάξης,
δηλαδή της αστικής τάξης.
Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια μιας άλλης είναι το
πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά επιστημονική, όσο
και με την πρακτικά - πολιτική σημασία αυτής της έννοιας.
Μ' αυτή την έννοια, η αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε.
Στο σημείο αυτό ακούμε το θόρυβο των διαφωνούντων, που πρόθυμα αυτοαποκαλούνται
«παλιοί μπολσεβίκοι»: Δε λέγαμε λοιπόν πάντα πως η αστικοδημοκρατική επανάσταση τελειώνει
μόνο με την «επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»;
Μήπως η αγροτική επανάσταση, που είναι επίσης αστικοδημοκρατική, τελείωσε; Μήπως,
απεναντίας, δεν είναι γεγονός πως η επανάσταση αυτή ούτε άρχισε καν;
Απαντώ: Γενικά, τα μπολσεβίκικα συνθήματα και ιδέες έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως από την
ιστορία, συγκεκριμένα όμως τα πράγματα διαμορφώθηκαν διαφορετικά απ' ό,τι θα μπορούσε να
περιμένει κανείς (οποιοσδήποτε και αν ήταν), πιο πρωτότυπα, πιο ιδιόμορφα, πιο ποικιλόμορφα.
Το να αγνοείς, το να ξεχνάς αυτό το γεγονός θα σήμαινε να εξομοιώνεσαι με εκείνους τους
«παλιούς μπολσεβίκους», που πολλές ήδη φορές έπαιξαν θλιβερό ρόλο στην ιστορία του Κόμματός
μας, επαναλαμβάνοντας αβασάνιστα μια αποστηθισμένη διατύπωση, αντί να μελετήσουν την
ιδιομορφία της νέας, της ζωντανής πραγματικότητας.
Έχει ήδη πραγματοποιηθεί...
Η «επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» έχει ήδη
πραγματοποιηθεί1 στη ρωσική επανάσταση, γιατί η «διατύπωση» αυτή προβλέπει μόνο το
συσχετισμό των τάξεων και όχι το συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό, που πραγματώνει αυτό το
συσχετισμό, αυτή τη συνεργασία. Το «Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών» - να η
πραγματοποιημένη ήδη από τη ζωή «επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου
και της αγροτιάς».
Η διατύπωση αυτή πάλιωσε πια. Η ζωή την έβγαλε από το βασίλειο των διατυπώσεων και την
έμπασε στο βασίλειο της πραγματικότητας, της έδωσε σάρκα και οστά, τη συγκεκριμενοποίησε και
έτσι την τροποποίησε.
Στην ημερήσια διάταξη μπήκε ήδη ένα διαφορετικό, ένα νέο καθήκον: Η διάσπαση στο
εσωτερικό αυτής της δικτατορίας ανάμεσα στα προλεταριακά στοιχεία (αντιαμυνίτικα, διεθνιστικά,
«κομμουνιστικά», που είναι υπέρ του περάσματος στην κομμούνα) και στα μικρονοικοκυρίστικα ή
μικροαστικά (Τσχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ, σοσιαλεπαναστάτες κτλ. κτλ., επαναστάτες αμυνίτες,
αντίπαλοι του κινήματος που ακολουθεί το δρόμο προς την κομμούνα, οπαδοί της «υποστήριξης»
της αστικής τάξης και της αστικής κυβέρνησης).
Όποιος μιλάει σήμερα μόνο για «επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου
και της αγροτιάς», αυτός έμεινε πίσω από τη ζωή και για το λόγο αυτό πέρασε στην πράξη με το
μέρος των μικροαστών ενάντια στην προλεταριακή ταξική πάλη, αυτόν πρέπει να τον
παραδώσουμε στο αρχείο των «μπολσεβίκικων» προεπαναστατικών σπάνιων αντικειμένων
(μπορούμε να το ονομάσουμε: αρχείο «παλιών μπολσεβίκων»).
Η επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς
πραγματοποιήθηκε ήδη, αλλά εξαιρετικά πρωτότυπα, με μια σειρά εξαιρετικά σπουδαίες
τροποποιήσεις. Γι' αυτές θα μιλήσω ιδιαίτερα σε ένα από τα κατοπινά γράμματά μου. Τώρα είναι
απαραίτητο να κάνουμε κτήμα μας τούτη την αναντίρρητη αλήθεια, ότι ο μαρξιστής πρέπει να
παίρνει υπόψη του τη ζωντανή πραγματικότητα, τα ακριβή γεγονότα της πραγματικότητας και όχι
να εξακολουθεί να αγκιστρώνεται από τη θεωρία του χθες, που, όπως και κάθε θεωρία, στην
καλύτερη περίπτωση προδιαγράφει απλώς το βασικό, το γενικό, πλησιάζει απλώς στη σύλληψη της
πολυπλοκότητας της ζωής.
Με αντιπροσώπους του 10ου Συνεδρίου του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος - Μάρτης
1921
Γκρίζα η κάθε θεωρία, φίλε μου ακριβέ, το χρυσοδέντρι της ζωής πράσινο θάλλει.
Όποιος βάζει με τον παλιό τρόπο το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικής επανάστασης,
αυτός θυσιάζει το ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα.
Κατά την παλιά αντίληψη προκύπτει πως: Ύστερα από την κυριαρχία της αστικής τάξης,
μπορεί και πρέπει να ακολουθήσει η κυριαρχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η δικτατορία
τους.
Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα, τα πράγματα ήρθαν ήδη διαφορετικά: Προέκυψε μια
εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτη σύμπλεξη του ενός με το άλλο. Υπάρχουν δίπλα, μαζί,
ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η
επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει
θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημά της.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ουσιαστικά στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια
των εργατών και των στρατιωτών, ότι η νέα κυβέρνηση δεν ασκεί και ούτε μπορεί ν' ασκήσει πάνω
τους βία, επειδή δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε χωρισμένος από το λαό στρατός, ούτε
πανίσχυρη υπαλληλία που να στέκεται πάνω από το λαό. Αυτό είναι γεγονός. Πρόκειται ακριβώς
για ένα γεγονός, που είναι χαρακτηριστικό για ένα κράτος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Το
γεγονός αυτό δε χωράει στα παλιά σχήματα. Πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα
στη ζωή και όχι να επαναλαμβάνει λέξεις για «δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»
γενικά, λέξεις που έχασαν κάθε νόημα.
Για να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα, ας το εξετάσουμε από μιαν άλλη πλευρά.
Ανάλυση των ταξικών σχέσεων
Ο μαρξιστής δεν πρέπει να ξεφεύγει από την ακριβή βάση της ανάλυσης των ταξικών
σχέσεων. Στην εξουσία βρίσκεται η αστική τάξη. Αλλά μήπως και η μάζα των αγροτών δεν
αποτελεί επίσης αστική τάξη διαφορετικού στρώματος, διαφορετικού είδους, διαφορετικού
χαρακτήρα; Από πού βγαίνει ότι αυτό το στρώμα δεν μπορεί να έρθει στην εξουσία,
«αποτελειώνοντας» την αστικοδημοκρατική επανάσταση; Για ποιο λόγο αυτό είναι αδύνατο;
Έτσι σκέπτονται συχνά οι παλιοί μπολσεβίκοι.
Απαντώ: Αυτό είναι πολύ πιθανό. Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει
να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό.
Και η πραγματικότητα μας παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες
και αγρότες βουλευτές συμμετέχουν ελεύθερα στη δεύτερη, την παράπλευρη κυβέρνηση, και
ελεύθερα τη συμπληρώνουν, την αναπτύσσουν, την ολοκληρώνουν. Και άλλο τόσο ελεύθερα
παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη - φαινόμενο που δεν «παραβιάζει» καθόλου τη θεωρία
του μαρξισμού, γιατί εμείς ξέραμε πάντα και πολλές φορές το τονίσαμε ότι η αστική τάξη κρατιέται
όχι μόνο με τη βία, αλλά και με την έλλειψη συνειδητότητας, τη ρουτίνα, την αποβλάκωση και την
ανοργανωσιά των μαζών.
Και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα, είναι στ' αληθινά γελοίο να αγνοείς το γεγονός
και να μιλάς για «πιθανότητες».Είναι πιθανό η αγροτιά να πάρει όλη τη γη και όλη την εξουσία.
Εγώ όχι μόνο δεν παραβλέπω αυτή τη δυνατότητα, δεν περιορίζω τον ορίζοντά μου μόνο στο
σήμερα, άλλα διατυπώνω καθαρά και με ακρίβεια το αγροτικό πρόγραμμα, παίρνοντας υπόψη το
καινούριο φαινόμενο: Την πιο βαθιά διάσπαση των εργατών γης και των φτωχών αγροτών με τους
αγρότες - νοικοκυραίους.
Είναι όμως πιθανό και το άλλο: Είναι πιθανό οι αγρότες να ακούσουν τις συμβουλές του
μικροαστικού κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που υπέκυψε στην επιρροή των αστών, πέρασε
στον αμυνιτισμό και συνιστά την αναμονή ως τη Συντακτική Συνέλευση, αν και ως τώρα δεν έχει
ακόμη οριστεί ούτε η ημερομηνία της σύγκλησής της!2
Είναι πιθανό οι αγρότες να διατηρήσουν, να συνεχίσουν τη συμφωνία τους με την αστική
τάξη, συμφωνία που την έκλεισαν τώρα μέσω των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών
όχι μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά.
Πολλά τα πιθανά. Θα ήταν σοβαρότατο λάθος να ξεχνάμε το αγροτικό κίνημα και το
αγροτικό πρόγραμμα, θα ήταν όμως εξίσου λάθος να ξεχνάμε την πραγματικότητα που μας
παρουσιάζει το γεγονός της συμφωνίας - ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο ακριβή, λιγότερο νομική
και περισσότερο οικονομικοταξική έκφραση - το γεγονός της ταξικής συνεργασίας της αστικής
τάξης και της αγροτιάς.
Όταν το γεγονός αυτό πάψει να είναι γεγονός, όταν η αγροτιά ξεκόψει από την αστική τάξη,
όταν πάρει τη γη παρά τη θέληση της αστικής τάξης, όταν πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική
τάξη - τότε αυτό θα είναι ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και γι' αυτό θα
γίνει λόγος ιδιαίτερα.
Ο μαρξιστής, που, εξαιτίας της δυνατότητας ενός τέτοιου μελλοντικού σταδίου, θα ξεχνούσε
τις υποχρεώσεις του σήμερα, τώρα που η αγροτιά συμφωνεί με την αστική τάξη, θα μεταβαλλόταν
σε μικροαστό. Επειδή στην πράξη θα καλλιεργούσε στο προλεταριάτο την εμπιστοσύνη προς τους
μικροαστούς («οι μικροαστοί αυτοί, η αγροτιά αυτή πρέπει να αποσπαστεί από την αστική τάξη
ακόμη μέσα στα πλαίσια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ο μαρξιστής αυτός, εξαιτίας της
«δυνατότητας» ενός ευχάριστου και ωραίου μέλλοντος, τότε που η αγροτιά δε θα είναι ουρά της
αστικής τάξης, και οι εσέροι, οι Τσχεΐτζε, οι Τσερετέλι και οι Στεκλόφ δε θα είναι εξάρτημα της
αστικής κυβέρνησης, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου μέλλοντος, θα ξεχνούσε το
δυσάρεστο παρόν, τώρα που η αγροτιά παραμένει ακόμη ουρά της αστικής τάξης και οι
σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν παραιτούνται ακόμη από το ρόλο του
εξαρτήματος της αστικής κυβέρνησης, από το ρόλο αντιπολίτευσης της «αυτού μεγαλειότητας» του
Λβοφ.Ο άνθρωπος που υποθετικά πήραμε θα έμοιαζε με έναν γλυκανάλατο Λουί Μπλαν, με έναν
γλυκερό καουτσκιστή, αλλά σε καμιά περίπτωση με επαναστάτη μαρξιστή.
Δε μας απειλεί τάχα ο κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να
«υπερπηδήσουμε» μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, που δεν
έχει ξεπεράσει ακόμη το αγροτικό κίνημα - για να φτάσουμε στη σοσιαλιστική επανάσταση;
Αν έλεγα: «Δίχως τσάρο, και κυβέρνηση εργατική» - ο κίνδυνος αυτός θα με απειλούσε. Εγώ
όμως δεν είπα αυτό, εγώ είπα άλλο. Είπα πως στη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κυβέρνηση
(εξαιρώντας την αστική), εκτός από τα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των στρατιωτών και
των αγροτών βουλευτών. Είπα ότι τώρα η εξουσία στη Ρωσία μπορεί να περάσει από τον
Γκουτσκόφ και τον Λβοφ μόνο σ' αυτά τα Σοβιέτ, και σ' αυτά επικρατεί ακριβώς η αγροτιά,
επικρατούν οι στρατιώτες, επικρατούν οι μικροαστοί, για να εκφραστούμε με επιστημονικό,
μαρξιστικό όρο, χρησιμοποιώντας όχι το συνηθισμένο, όχι το μικροαστικό, όχι τον επαγγελματικό,
μα τον ταξικό χαρακτηρισμό.
Με την πείρα της Κομμούνας...
Στις θέσεις μου ασφάλισα απόλυτα τον εαυτό μου από κάθε υπερπήδηση του αγροτικού ή,
γενικά, του μικροαστικού κινήματος, που δεν έχει φτάσει στο τέρμα του, από κάθε παιχνίδι
«κατάληψης της εξουσίας» από εργατική κυβέρνηση, από κάθε μπλανκιστικό τυχοδιωκτισμό,
επειδή αναφέρθηκα απευθείας στην πείρα της Κομμούνας του Παρισιού. Και η πείρα αυτή, όπως
είναι γνωστό και όπως το έδειξε λεπτομερειακά ο Μαρξ το 1871 και ο Ενγκελς το 1891, απέκλεισε
εντελώς τον μπλανκισμό και εξασφάλισε απόλυτα την απευθείας, άμεση και απεριόριστη κυριαρχία
της πλειοψηφίας και τη δραστηριότητα των μαζών μόνο στο βαθμό της συνειδητής δράσης της
ίδιας της πλειοψηφίας.
Στις θέσεις συνόψισα εντελώς συγκεκριμένα όλο το ζήτημα στην πάλη για την απόκτηση
επιρροής μέσα στα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών
βουλευτών. Για να μην αφήσω ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω σ' αυτό, δυο φορές υπογράμμισα στις
θέσεις την ανάγκη της υπομονετικής, επίμονης, της «προσαρμοζόμενης στις πρακτικές ανάγκες των
μαζών» «διαφωτιστικής» δουλειάς.
Οι αμαθείς, είτε οι αποστάτες του μαρξισμού, σαν τον κ. Πλεχάνοφ κτλ., μπορούν να
φωνάζουν για αναρχισμό, μπλανκισμό κτλ. Όποιος θέλει να σκέπτεται και να μαθαίνει, αυτός δεν
μπορεί παρά να καταλάβει ότι ο μπλανκισμός είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία,
ενώ τα Σοβιέτ των εργατών κτλ. βουλευτών είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση
οργάνωση της πλειοψηφίας του λάου. Η δουλιά που έχει αναχθεί στην πάλη για την απόκτηση
επιρροής μέσα σ' αυτά τα Σοβιέτ δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο
βάλτο του μπλανκισμού. Και δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του αναρχισμού, γιατί ο
αναρχισμός είναι άρνηση της αναγκαιότητας του κράτους και της κρατικής εξουσίας για την εποχή
του περάσματος από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Εγώ,
όμως, με σαφήνεια, που αποκλείει κάθε δυνατότητα παρεξηγήσεων, υποστηρίζω την αναγκαιότητα
του κράτους γι' αυτή την εποχή, αλλά, σύμφωνα με τον Μαρξ και την πείρα της Κομμούνας του
Παρισιού, όχι του συνηθισμένου κοινοβουλευτικού - αστικού κράτους, παρά ενός κράτους δίχως
τακτικό στρατό, δίχως αστυνομία αντίθετη στο λαό, δίχως τοποθετημένη πάνω από το λαό
υπαλληλοκρατία.
Αν ο κ. Πλεχάνοφ στη «Γεντίνστβο» του φωνάζει με όλη του τη δύναμη για αναρχισμό, μ'
αυτό αποδείχνει απλώς για μια ακόμη φορά ότι ξέκοψε από το μαρξισμού. Στην πρόκληση που του
έκανα από την «Πράβντα» (αρ. φύλ. 26) να μας πει, τι δίδασκαν για το κράτος ο Μαρξ και ο
Ενγκελς το 1871, το 1872, το 1875, ο κ. Πλεχάνοφ είναι και θα είναι αναγκασμένος να απαντήσει
με σιωπή πάνω στην ουσία του ζητήματος και με κραυγές, σαν αυτές που συνηθίζει η μανιασμένη
αστική τάξη.
Ο πρώην μαρξιστής κ. Πλεχάνοφ δεν κατάλαβε καθόλου τη μαρξιστική διδασκαλία για το
κράτος. Εξάλλου τα σπέρματα αυτής της μη κατανόησης τα βλέπει κανείς και στη γερμανική
μπροσούρα του για τον αναρχισμό.
***
Ας δούμε τώρα πώς διατυπώνει ο σ. Γ. Κάμενεφ στο σχόλιό του στην «Πράβντα», αρ. φύλ.
27, τις «διαφωνίες» του με τις θέσεις μου και με τις απόψεις που ανέπτυξα παραπάνω. Αυτό θα μας
βοηθήσει να τις ξεκαθαρίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια.
«Όσο για το γενικό σχήμα του σ. Λένιν - γράφει ο σ. Κάμενεφ - μας φαίνεται απαράδεκτο,
εφόσον ξεκινά από το ότι θεωρεί την αστικοδημοκρατική επανάσταση τελειωμένη και υπολογίζει στην
άμεση μετεξέλιξή της σε σοσιαλιστική...».
Εδώ υπάρχουν δυο μεγάλα λάθη.
Πρώτο. Το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης τοποθετήθηκε
λαθεμένα. Στο ζήτημα αυτό δόθηκε μια αφηρημένη, απλή, μονόχρωμη, αν μπορούμε να
εκφραστούμε έτσι, τοποθέτηση, που δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.
Οποιος βάζει το ζήτημα έτσι, όποιος ρωτάει σήμερα: «τέλειωσε, άραγε, η αστικοδημοκρατική
επανάσταση;» και σταματά εδώ - αυτός στερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να καταλάβει την
εξαιρετικά πολύπλοκη, τουλάχιστο «δίχρωμη», πραγματικότητα. Αυτό στη θεωρία. Και στην πράξη
παραδίνεται ανίσχυρος στη μικροαστική επαναστατικότητα.
Και στ' αλήθεια. Η πραγματικότητα μας δείχνει και πέρασμα της εξουσίας στην αστική τάξη
(«τελειωμένη» αστικοδημοκρατική επανάσταση συνηθισμένου τύπου) και ύπαρξη, πλάι στην
πραγματική κυβέρνηση, μιας άλλης παράπλευρης κυβέρνησης, που αποτελεί «επαναστατική -
δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Αυτή η τελευταία
«παρακυβέρνηση» παραχώρησε μόνη της την εξουσία στην αστική τάξη, μόνη της προσδέθηκε
στην αστική κυβέρνηση.
Αγκαλιάζει, άραγε, αυτή την πραγματικότητα η παλαιομπολσεβίκικη διατύπωση του σ.
Κάμενεφ: «η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει τελειώσει»;
Οχι. Η διατύπωση έχει παλιώσει. Είναι εντελώς άχρηστη. Νεκρή. Οι προσπάθειες να την
αναστήσουν θα είναι μάταιες.
Δεύτερο. Ζήτημα πρακτικό. Είναι άγνωστο, αν μπορεί τώρα να υπάρξει ακόμη στη Ρωσία μια
ιδιαίτερη «επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»
ξεκομμένη από την αστική κυβέρνηση. Και δεν επιτρέπεται να βασίζουμε τη μαρξιστική τακτική
στο άγνωστο.
Αν όμως αυτό μπορεί ακόμη να συμβεί, τότε ο δρόμος που οδηγεί σ' αυτό είναι ένας και μόνο
ένας: Άμεσος, αποφασιστικός, αμετάκλητος διαχωρισμός των προλεταριακών, κομμουνιστικών
στοιχείων του κινήματος από τα μικροαστικά.
Γιατί;
Επειδή όλη η μικροαστική μάζα στράφηκε, όχι τυχαία, μα αναγκαστικά προς το σοβινισμό (=
αμυνιτισμό), προς την «υποστήριξη» της αστικής τάξης, προς την εξάρτηση από αυτή, προς το
φόβο να μείνει χωρίς αυτή κτλ. κτλ.
Πώς μπορεί κανείς να «σπρώξει» τους μικροαστούς στην εξουσία, όταν οι μικροαστοί αυτοί
μπορούν τώρα κιόλας να την πάρουν, μα δε θέλουν;
Απαλλαγμένη από την ατολμία των μικροαστών
Μόνο με το διαχωρισμό του προλεταριακού, κομμουνιστικού κόμματος, με την απαλλαγμένη
από την ατολμία αυτών των μικροαστών προλεταριακή ταξική πάλη. Μόνο η συσπείρωση των
προλετάριων, απαλλαγμένων στην πράξη και όχι στα λόγια από την επιρροή των μικροαστών, είναι
ικανή να κάνει τόσο «πυρακτωμένο» το έδαφος κάτω από τα πόδια των μικροαστών, που να
αναγκαστούν, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να πάρουν την εξουσία· δεν αποκλείεται μάλιστα,
οι Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ - και πάλι κάτω από ορισμένες περιστάσεις - να ταχθούν υπέρ της
παντοκρατορίας του Τσχεΐτζε, του Τσερετέλι, των σοσιαλεπαναστατών, του Στεκλόφ, γιατί, όπως
και να είναι, «αμυνίτες» είναι!
Εκείνος που ξεχωρίζει τώρα κιόλας, αμέσως και αμετάκλητα, τα προλεταριακά στοιχεία των
Σοβιέτ (δηλ. το προλεταριακό, κομμουνιστικό, κόμμα) από τα μικροαστικά, αυτός εκφράζει σωστά
τα συμφέροντα του κινήματος και για τις δυο πιθανές περιπτώσεις: Και για την περίπτωση που η
Ρωσία θα ζήσει ακόμη μια ιδιαίτερη, ανεξάρτητη, όχι υποταγμένη στην αστική τάξη «δικτατορία
του προλεταριάτου και της αγροτιάς», και για την περίπτωση που οι μικροαστοί δε θα μπορέσουν
να αποσπαστούν από την αστική τάξη και θα ταλαντεύονται αιώνια (δηλ. ως το σοσιαλισμό)
ανάμεσα σ' αυτή και σε μας.
Όποιος καθοδηγείται στη δράση του μόνο από τη διατύπωση: «η αστικοδημοκρατική
επανάσταση δεν έχει τελειώσει», είναι σαν να εγγυάται έτσι πως οι μικροαστοί είναι ασφαλώς
ικανοί να τραβήξουν ανεξάρτητα από την αστική τάξη. Αυτός παραδίνεται έτσι ανίσχυρος τη
στιγμή αυτή στο έλεος των μικροαστών.
Με την ευκαιρία. Σχετικά με τον «τύπο» δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, δε
θα πείραζε πάντως να θυμηθούμε ότι στις «Δυο τακτικές» (Ιούλης 1905) υπογράμμιζα ειδικά (σελ.
435 στο «Μέσα σε 12 χρόνια»):
«Η επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς έχει, όπως
καθετί στον κόσμο, παρελθόν και μέλλον. Το παρελθόν της είναι η απολυταρχία, η δουλοπαροικία, η
μοναρχία, τα προνόμια... Το μέλλον της είναι ο αγώνας ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία, ο αγώνας
του μισθωτού εργάτη ενάντια στο αφεντικό, ο αγώνας για το σοσιαλισμό...»3.
Το λάθος του σ. Κάμενεφ είναι ότι αυτός και στα 1917 βλέπει μόνο το παρελθόν της
επαναστατικής - δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Ενώ στην πράξη
άρχισε, ήδη, γι' αυτή το μέλλον, γιατί τα συμφέροντα και η πολιτική του μισθωτού εργάτη και του
νοικοκυράκου στην πράξη έχουν ήδη χωρίσει, και μάλιστα σ' ένα τόσο σπουδαιότατο ζήτημα, όπως
ο «αμυνιτισμός», όπως η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Και δω έφτασα στο δεύτερο λάθος του συλλογισμού του σ. Κάμενεφ, που ανέφερα. Με
κατηγορεί ότι το σχήμα μου είναι «υπολογισμένο» στην «άμεση μετεξέλιξη αυτής της
(αστικοδημοκρατικής) επανάστασης σε σοσιαλιστική».
Αυτό δεν είναι σωστό. Εγώ όχι μόνο δεν «υπολογίζω» στην «άμεση μετεξέλιξη» της
επανάστασής μας σε σοσιαλιστική, αλλά και εφιστώ άμεσα την προσοχή ενάντια σ' αυτό, δηλώνω
ανοιχτά στη θέση αρ. 8: «...Όχι "εφαρμογή" του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας...».
Δεν είναι, λοιπόν, φανερό ότι ένας άνθρωπος που υπολογίζει στην άμεση μετεξέλιξη της
επανάστασής μας σε σοσιαλιστική, δε θα μπορούσε να ταχθεί ενάντια στην εισαγωγή του
σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον;
Και όχι μόνο αυτό. Στη Ρωσία δεν είναι δυνατό να εισαγάγουμε «αμέσως» ακόμη και ένα
«κράτος - κομμούνα» (δηλ. κράτος οργανωμένο σύμφωνα με τον τύπο της Κομμούνας του
Παρισιού), επειδή γι' αυτό είναι απαραίτητο η πλειοψηφία των βουλευτών σε όλα (ή στα
περισσότερα) Σοβιέτ να καταλάβει καλά πόσο λαθεμένη και πόσο επιζήμια είναι η τακτική και η
πολιτική των εσέρων, των Τσχεΐτζε, Στεκλόφ κτλ. Κι εγώ δήλωσα εντελώς συγκεκριμένα ότι στον
τομέα αυτό «υπολογίζω» μόνο στην «υπομονετική» εξήγηση (χρειάζεται άραγε να είναι κανείς
υπομονετικός, για να πετύχει μια αλλαγή, που μπορεί να την πραγματοποιήσει «αμέσως»;)!
Ο σ. Κάμενεφ επιτέθηκε λιγάκι «ανυπόμονα» και επανέλαβε τη μικροαστική πρόληψη
σχετικά με την Κομμούνα του Παρισιού, ότι τάχα ήθελε να εισαγάγει «αμέσως» το σοσιαλισμό.
Αυτό δεν είναι σωστό. Η Κομμούνα, δυστυχώς, αργοπόρησε πολύ στην εφαρμογή του
σοσιαλισμού. Η πραγματική ουσία της Κομμούνας δε βρίσκεται εκεί που την αναζητούν συνήθως
οι αστοί, αλλά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου τύπου κράτους. Και ένα τέτοιο κράτος έχει ήδη
γεννηθεί στη Ρωσία, είναι τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών!
Ο σ. Κάμενεφ δε βάθυνε στο γεγονός, στη σημασία των Σοβιέτ που υπάρχουν, στο ότι,
σύμφωνα με τον τύπο τους, σύμφωνα με τον κοινωνικοπολιτικό τους χαρακτήρα, είναι ταυτόσημα
με το κράτος της Κομμούνας, και αντί να μελετήσει το γεγονός, άρχισε να μιλάει για ένα ζήτημα,
που εγώ το «θεωρώ» τάχα σαν ζήτημα του άμεσου μέλλοντος. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, ήταν να
επαναληφθεί η μέθοδος πολλών αστών: Αποσπούν την προσοχή από το ζήτημα τι είναι τα Σοβιέτ
των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, αν είναι ανώτερος τύπος από την κοινοβουλευτική
δημοκρατία, χρησιμότερα για το λαό, δημοκρατικότερα, καταλληλότερα για την αντιμετώπιση,
λ.χ., της έλλειψης ψωμιού κτλ., αποσπούν την προσοχή απ' αυτό το φλέγον, το ουσιαστικό ζήτημα,
που το έβαλε στην ημερήσια διάταξη η ζωή, και τη στρέφουν στο κούφιο, δήθεν επιστημονικό, μα
στην πραγματικότητα χωρίς περιεχόμενο και δασκαλίστικα - νεκρό ζήτημα του «υπολογισμού μιας
άμεσης μετεξέλιξης». Κούφιο, λαθεμένα τοποθετημένο ζήτημα. Εγώ «υπολογίζω» μόνο στο ότι,
αποκλειστικά στο ότι οι εργάτες, οι στρατιώτες και οι αγρότες θα τα βγάλουν πέρα με τα δύσκολα
πρακτικά ζητήματα της αύξησης της παραγωγής σιτηρών, της καλύτερης διανομής τους, του
καλύτερου εφοδιασμού των στρατιωτών κτλ. κτλ. καλύτερα από τους δημοσίους υπαλλήλους,
καλύτερα από τους αστυνομικούς.
Πιστεύω ακράδαντα ότι τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών θα εξασφαλίσουν
γρηγορότερα και καλύτερα την αυτοτέλεια της μάζας του λαού απ' ό,τι η κοινοβουλευτική
δημοκρατία (για τη σύγκριση των δυο τύπων κράτους θα γίνει λόγος λεπτομερέστερα σε άλλο
γράμμα). Τα Σοβιέτ θα κρίνουν καλύτερα, πρακτικότερα, σωστότερα, πώς μπορούν να γίνουν, και
ποια ακριβώς βήματα μπορούν να γίνουν προς το σοσιαλισμό. Ο έλεγχος των τραπεζών, η
συγχώνευση όλων των τραπεζών σε μια, δεν είναι ακόμη σοσιαλισμός, αλλά βήμα προς το
σοσιαλισμό. Τέτοια βήματα κάνουν σήμερα ο γιούνκερ και ο αστός στη Γερμανία ενάντια στο λαό.
Αύριο το Σοβιέτ των στρατιωτών και εργατών βουλευτών θα μπορέσει να τα κάνει πολύ καλύτερα
για όφελος του λαού, αν θα έχει στα χέρια του όλη την κρατική εξουσία.
Και τι είναι εκείνο που επιβάλλει αυτά τα βήματα;
Η πείνα. Η εξάρθρωση της οικονομίας. Η απειλή της χρεοκοπίας. Οι φρίκες του πολέμου. Οι
φοβερές πληγές που προξενεί ο πόλεμος στην ανθρωπότητα.
Ο σ. Κάμενεφ τελειώνει το σχόλιό του με τη δήλωση ότι «ελπίζει σε πλατιά συζήτηση να
υπερασπιστεί την άποψή του σαν τη μοναδικά δυνατή για την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία,
εφόσον αυτή θέλει και πρέπει να παραμείνει ως το τέλος κόμμα των επαναστατικών μαζών του
προλεταριάτου και δε θέλει να μετατραπεί σε ομάδα προπαγανδιστών - κομμουνιστών». Μου
φαίνεται πως στα λόγια αυτά διαφαίνεται μια πολύ λαθεμένη εκτίμηση της στιγμής. Ο σ. Κάμενεφ
αντιπαραθέτει το «κόμμα των μαζών» στην «ομάδα των προπαγανδιστών». Μα, οι «μάζες» είναι
ακριβώς που παρασύρθηκαν τώρα από τη μέθη του «επαναστατικού» αμυνιτισμού. Δε θα ήταν,
άραγε, πολύ καλύτερα και για τους διεθνιστές να ξέρουν σε μια τέτοια στιγμή να αντιστέκονται στη
«μαζική» μέθη, παρά να «θέλουν να μείνουν» με τις μάζες, δηλ. να παρασυρθούν από το γενικό
ρεύμα; Δεν είδαμε, μήπως, πως οι σοβινιστές σε όλες τις εμπόλεμες ευρωπαϊκές χώρες
δικαιολογούσαν τον εαυτό τους με την επιθυμία «να μείνουν με τις μάζες»; Δεν είναι, μήπως,
υποχρεωτικό να ξέρει κανείς για ένα χρονικό διάστημα να είναι μειοψηφία απέναντι στη «μαζική»
μέθη; Δεν είναι, μήπως, η δουλειά ακριβώς των προπαγανδιστών, αυτή ακριβώς τη στιγμή, το
κεντρικό σημείο για την απαλλαγή της προλεταριακής γραμμής από τη «μαζική» αμυνίτικη και
μικροαστική μέθη; Η συγχώνευση ακριβώς των μαζών, και των προλεταριακών και των μη
προλεταριακών, χωρίς διάκριση των ταξικών διαφορών μέσα στις μάζες, αποτέλεσε έναν από τους
όρους της αμυνίτικης επιδημίας. Το να μιλάει κανείς περιφρονητικά για «ομάδα προπαγανδιστών»
της προλεταριακής γραμμής δεν είναι ίσως και πολύ τιμητικό.

Γράφτηκε ανάμεσα στις 8 και 13 (21 και 26) του Απρίλη 1917.
Δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 1917 στην Πετρούπολη, σε ξεχωριστή μπροσούρα, από το
εκδοτικό «Πριμπόι».
1 Με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό.
2 Για να μην παρερμηνεύσουν τα λόγια μου, θα προτρέξω και θα πω ευθύς αμέσως: Είμαι αναντίρρητα υπέρ της άποψης να πάρουν τα Σοβιέτ των εργατών γης και των αγροτών αμέσως τώρα όλη τη γη, αλλά να τηρούν αυστηρότατα τα ίδια την τάξη και την πειθαρχία, να μην επιτρέπουν την παραμικρή φθορά των μηχανών, των κτιρίων και των ζώων, να μην αποδιοργανώνουν σε καμιά περίπτωση τα νοικοκυριά και την παραγωγή σιτηρών, αλλά να την ενισχύουν, γιατί οι στρατιώτες χρειάζονται διπλάσιο ψωμί, και ο λαός δεν πρέπει να πεινάει.

3 Βλ. «Απαντα», 5η έκδ., τόμ. 11ος, σελ. 74
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ