Από Προλεταριακή Σημαία:
Το γεγονός είναι οπωσδήποτε εντυπωσιακό, αν και όχι δυσεξήγητο, ούτε αιφνίδιο. Για ένα ευρύτατο τμήμα των δυνάμεων της Αριστεράς (ρεφορμιστικής και ριζοσπαστικής-εξωκοινοβουλευτικής), αλλά και για αρκετούς πανεπιστημιακούς, οικονομολόγους και άλλους δημοσιολόγους, είναι κοινή η απάντηση –που κατ' αυτούς πρέπει να δοθεί - απέναντι στην κρίση και την πρωτόγνωρη επίθεση που αντιμετωπίζει ο λαός και η εργατική τάξη της χώρας. Ολοι αυτοί υποστηρίζουν πως η άμεση και μονομερής παύση πληρωμών* των τοκοχρεολυσίων αποτελεί το θεμέλιο λίθο της απάντησης στο πρόβλημα. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο λίθο τους χτίζουν και μια ολόκληρη πολιτική πρόταση, οι αποδέκτες της οποίας διαφέρουν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κάθε συντάκτη. Αλλος την απευθύνει στην «κοινωνία», άλλος –δειλά αλλά καθαρά- στις δυνάμεις που θα απελευθερωθούν από «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ, ενδεχόμενο που πρέπει να ισχυροποιήθηκε σε πολλά μυαλά μετά τα τρία «παρών» στη Βουλή. Ο τρίτος την απευθύνει στο «μαζικό κίνημα και στις δυνάμεις της Αριστεράς». Αν κάτι είναι βέβαιο σχετικά με τον πιθανό αποδέκτη, είναι πως αυτός δεν καθορίζεται από τον ισχυρισμό του αποστολέα για το πού στέλνει την πρότασή του. Καθορίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο της πρότασης. Από το αν δηλαδή αυτό το περιεχόμενο αφορά ταξικά και πολιτικά τον υποτιθέμενο παραλήπτη του. Και βέβαια υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο –έχει συμβεί πολλές φορές στην πολιτική ζωή της χώρας και όχι μόνο - να μην υπάρχει παραλήπτης για την πρόταση που κατασκεύασε η α ή β ομάδα, οργάνωση ή κόμμα. Στις σημερινές καινούριες συνθήκες, αυτό το ενδεχόμενο ισχυροποιείται σε ευθεία αναλογία με την αναπαραγωγή λογικών και αντιλήψεων που για δεκαετίες κυριαρχούν στο αριστερό φάσμα και τις δυνάμεις που βρίσκονται σε αυτό.
Η πρόταση και η λογική της
Σε κάθε περίπτωση –ας μην το ξεχάσουμε- η πρόταση είναι ίδια από όλους αυτούς και ανεξάρτητα το πού ισχυρίζονται ότι την απευθύνουν. Ιδια πριν από όλα ως προς το ποιο είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί: το χρέος που διαπιστώνουν ότι δεν το αντιμετωπίζει η πολιτική της κυβέρνησης με τα μέτρα του μηχανισμού. Ιδια ως προς τα διεθνή παραδείγματα που επικαλούνται (Αργεντινή, Εκουαδόρ) ως «προηγούμενα» για να ισχυριστούν ότι η παύση πληρωμών έχει συμβεί και μπορεί άρα να ξανασυμβεί. Ιδια ως προς την εξέλιξή της, την «πολιτική κλιμάκωση» που πρέπει και μπορεί να έχει κατ’ αυτούς μια τέτοια επιλογή (εθνικοποίηση τραπεζών, έξοδος από ΟΝΕ, υποτίμηση της δραχμής κ.λπ.). Ακόμα και η δομή των άρθρων που εδώ και εβδομάδες μάχονται υπέρ αυτής της πρότασης επαναλαμβάνεται η ίδια.
Ενα τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα άρθρα των Γιάννη Τόλιου (Γ.Τ.) και Γιάννη Ελαφρού (Γ.Ε.) στην «Αυγή» και στο «Πριν» αντίστοιχα της Κυριακής 9 Μάη. Οι δύο συντάκτες συμφωνούν ακόμα και σε ειδικές πλευρές, όπως π.χ. ότι τα 28 δισ. που έδωσαν Καραμανλής-Παπανδρέου στις τράπεζες ήταν/είναι αρκετά για να γίνει η «εθνικοποίησή» τους ή ακόμα συμφωνούν σε μέτρα για την αποτροπή της εκροής κεφαλαίων από τη χώρα που θα προκαλούνταν από τέτοιες επιλογές και άλλα παρόμοια. Η μοναδική τους διαφορά είναι ίσως οι επιθετικοί προσδιορισμοί με τους οποίους οι συντάκτες τους επιλέγουν να χαρακτηρίσουν την πρότασή τους. «Προοδευτική διέξοδο» τη βαφτίζει ο πρώτος, «αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης» ο δεύτερος.
Αν κάποιος ήθελε να μπει στη συζήτηση αυτών των σχεδίων που περιγράφουν αυτά –και άλλα πολλά- άρθρα, το στοιχειώδες που θα ρωτούσε θα ήταν ποιος, ποια πολιτική εξουσία και κυβέρνηση θα αναλάμβανε να υλοποιήσει τα σχέδια αυτά. Γιατί όλα αυτά τα σχέδια περιγράφονται και αναφέρονται κυρίως ως οι επείγουσες αναγκαιότητες που πρέπει άμεσα να υλοποιηθούν. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ καθαρή από τον Γ.Τ. «Κατά συνέπεια, το πρόβλημα γίνεται πολιτικό. Δηλαδή αφορά στις προϋποθέσεις δημιουργίας μιας προοδευτικής κυβέρνησης που θα διεκδικήσει με αποφασιστικότητα και ενεργητική στήριξη του λαού μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, φτάνοντας έως τη μονομερή παύση πληρωμών, με παράλληλη προώθηση μέτρων οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης και αναγέννησης της χώρας» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). «Καθαρή» απάντηση, όσο «καθαρή» ήταν και η πολιτική του κινηματικού κυβερνητισμού της περιόδου Αλαβάνου στον ΣΥΡΙΖΑ, την οποία ο Γ.Τ. επιχειρεί να επανεκδώσει εν μέσω κρίσης και ιμπεριαλιστικού σφαγείου στη χώρα.
Από την άλλη, ο Γ.Ε. δεν είναι τόσο «τολμηρός». Στο άρθρο του έφτασε μέχρι του σημείου να εξηγήσει (σε ποιον άραγε;) πως «τα προβλεπόμενα φορολογικά έσοδα πριν τη φοροεπιδρομή είναι 54 δισ. ευρώ. Αρα φτάνουν μια χαρά για να πληρωθούν συντάξεις (σ.σ. παραπάνω τις έχει υπολογίσει σε 41 δισ.) και άλλες κοινωνικές ανάγκες». Η εξήγηση αυτή γίνεται γιατί ο Γ.Ε. θέλει να επιχειρηματολογήσει (σε ποιον άραγε;) πως η παύση πληρωμών και τα συνακόλουθά της δεν σημαίνουν πως δεν θα μπορούν να πληρώνονται μισθοί και συντάξεις. Ο Γ.Ε., λοιπόν, βρήκε το κονδύλι από τον τρέχοντα προϋπολογισμό (και «χωρίς τη φοροεπιδρομή») για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις στο πλαίσιο του σχεδίου του. Το μόνο που του λείπει είναι ο κατάλληλος… υπουργός Οικονομικών που θα δεχτεί να εκτελέσει την εντολή του. Μήπως λοιπόν θα έπρεπε να δώσει στο κίνημα –όπου λέει ότι απευθύνεται– και το υπόλοιπο μέρος της πρότασής του; Να μας πει ποιες δυνάμεις είναι αυτές που θα μπορούσαν άμεσα και για λογαριασμό του λαού να αναλάβουν την κυβερνητική εξουσία και να εφαρμόσουν όλα αυτά –και πολλά άλλα- που αναφέρει ως άμεσους στόχους στο άρθρο του;
Απέλπιδες ευχές
Υπάρχουν από δυνάμεις και στελέχη που αναφέρονται στην Αριστερά και άλλες προτάσεις για την αντιμετώπιση της «κρίσης του χρέους». Λόγου χάρη ο Γ. Δραγασάκης (Γ.Δ.) υποστηρίζει πως απέναντι στη «δημοσιονομική τρομοκρατία (…) η απάντηση της Αριστεράς πρέπει να δοθεί με όρους απασχόλησης, παραγωγικής ανασυγκρότησης και αναδιανομής». Δηλαδή ο Γ.Δ. επιλέγει να αποφύγει την… περιπέτεια της παύσης πληρωμών και προτιμά την… υπευθυνότητα της «ανάπτυξης». Προφανώς ισχυρίζεται πως, αν μεγεθυνθεί το ΑΕΠ της χώρας, μειώνεται ως ποσοστό και το χρέος της. Βάζει από δίπλα και την «αναδιανομή» και έτσι φτιάχνει και αυτός μια πρόταση «διεξόδου» και πάντα βέβαια για το «λαό» και την «Αριστερά». Εχουμε τη γνώμη πως αυτή η προσέγγιση δεν είναι μια «άλλη» κατεύθυνση από αυτήν της «επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους». Αποτελούν και οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, της ίδιας λογικής στην προσέγγιση του ζητήματος, που δεν έχει καμιά ή έχει εχθρική σχέση με την υπόθεση του λαού και την πάλη του. Θεωρούμε πως οι δυνάμεις και τα στελέχη που αναφέρονται στην Αριστερά και αγωνίζονται να δώσουν («φιλολαϊκή», «προοδευτική», «αντικαπιταλιστική») λύση στο «πρόβλημα του χρέους» είναι πολιτικοί όμηροι των εκβιασμών του συστήματος και σχεδιάζουν συνειδητά ή όχι «λύσεις» στο πλαίσιό του.
Υπάρχει ένα απλό και βασικό ερώτημα που χρειάζεται να τεθεί στο λαό και στο κίνημα: Πώς λογαριάζει άραγε η ίδια η αστική τάξη της χώρας να «διασωθεί» και να «αναπαραχθεί» ως άρχουσα τάξη μέσα στον κυκεώνα της κρίσης και των αντιθέσεων; Στοχεύει και επιδιώκει την εξάλειψη ή έστω τη σημαντική μείωση του χρέους στους ιμπεριαλιστές; Αυτό επιδιώκει με την καταφυγή της στο «μηχανισμό στήριξης», δηλαδή με την αναβάθμιση των όρων εξάρτησης και υποτέλειας στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο; Σχεδιάζει μήπως την «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας ή το ξεπούλημα κάθε πλουτοπαραγωγικής της δυνατότητας; Είναι πραγματικός τραγέλαφος –τουλάχιστον για τις δυνάμεις που παλεύουν στο κίνημα επιδιώκοντας να υπερασπιστούν το λαό- να διατυπώνονται όλες αυτές οι «απέλπιδες ευχές» για την αντιμετώπιση του χρέους, που ουσιαστικά αναζητούν συμμάχους στο αστικό στρατόπεδο για να αντιμετωπίσουν την ιμπεριαλιστική λαίλαπα.
Γενικά και από ιστορική άποψη υπήρξαν βέβαια και θα ξαναϋπάρξουν περιπτώσεις «κατανόησης» και «στήριξης» των ιμπεριαλιστών σε εξαρτημένες από αυτούς χώρες. Οπως υπήρξαν και θα ξαναϋπάρξουν περιπτώσεις βύθισης και καταστροφής εξαρτημένων χωρών, ακόμα και σημαντικά ισχυρότερων από την Ελλάδα. Σε όλες τις περιπτώσεις, το μοναδικό κριτήριο για τους ιμπεριαλιστές ήταν το δικό τους συμφέρον στο δοσμένο κάθε φορά πλαίσιο του ταξικού συσχετισμού στη χώρα και διεθνώς και στο δοσμένο πλαίσιο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Πού βρισκόμαστε σήμερα σε σχέση με όλα αυτά; Πιο κοντά σε ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ» (ή φόρο Τόμπιν στην πιο μοντέρνα εκδοχή του) ή πιο κοντά σε μια βίαιη βύθιση τύπου Αργεντινής; Τι εκτιμούν όλοι όσοι προτείνουν στην αστική τάξη να τη στηρίξουν για να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της χώρας; Γιατί, αν υπάρχει ένα ψήγμα πραγματικού περιεχομένου σε όλες αυτές τις εκθέσεις ιδεών, μόνο αυτό είναι. Και ακόμα, τι έχουν καταλάβει από τις περιπτώσεις της Αργεντινής και του Εκουαδόρ που τις επικαλούνται ως θετικά προηγούμενα; Σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα αυτοί οι λαοί; Και, κυρίως, ήταν πρωτοβουλία του κινήματος η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους που έγινε στις χώρες αυτές;
Το πραγματικό πρόβλημα
Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα που θέσαμε μόλις πριν για να το απαντήσουμε κατά την άποψή μας: Το μόνο που πραγματικά επιδιώκει η αστική τάξη της χώρας είναι η ισοπέδωση κάθε εργατικής-λαϊκής κατάκτησης και δικαιώματος. Με αυτό και μόνον αυτό τον όρο έχει δεσμευτεί στους ιμπεριαλιστές, χωρίς καν να έχει πάρει υπόσχεση ότι θα της «τα βολέψουν» τελικά, ώστε να ξαναβρεί μπίζνες και κάποιο ρόλο στην περιοχή. Στη θύελλα της κρίσης και των ανταγωνισμών που μαίνονται, δεν μπορεί ούτε να ζητηθούν ούτε να δοθούν τέτοιες υποσχέσεις. Στοχεύει και ελπίζει στην «οριστική» συντριβή της εργατικής τάξης και του λαού για να συνεχίσει να έχει την ιμπεριαλιστική στήριξη. Αυτό ακριβώς δηλώνουν όλοι οι βασικοί πολιτικοί της εκφραστές μέρα-νύχτα, που έχουν φτάσει να κάνουν δημόσια «αυτοκριτική» γιατί δεν έχουν τσακίσει τελείως το λαό και «κωλυσιεργούν» 30 χρόνια τώρα! Και βέβαια αυτό ακριβώς κάνει η κυβέρνηση με τα αλλεπάλληλα μέτρα και την άμεση και απροσχημάτιστη παρουσία-καθοδήγηση των αμερικάνων και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Αυτή την πολιτική εφαρμόζει με τον εκβιασμό της «αντιμετώπισης του χρέους» και το παραμύθι του «νοικοκυρέματος της χώρας», για να απαιτεί την υποταγή του λαού στη συντριβή των δικαιωμάτων του.
Δεν χρειάζεται λοιπόν διαφωτίσεις η αστική τάξη από την Αριστερά για το «αδιέξοδο της πολιτικής της», γιατί δεν έχει καμιά αυταπάτη για το τι πραγματικά κάνει και επιδιώκει. Και μαζί με τα «διαρθρωτικά» μέτρα -πολιτικού χαρακτήρα- για το γκρέμισμα κάθε δικαιώματος, ετοιμάζει και προωθεί ανοιχτά και ένα πολύ πιο αντιδραστικό πολιτικό πλαίσιο αναίρεσης των λαϊκών-νεολαιίστικων ελευθεριών. Ολες αυτές οι εκθέσεις ιδεών σχετικά με την αντιμετώπιση του χρέους και σε όλες τους τις εκδοχές θα ήταν απλώς διασκεδαστικές αν η κατάσταση για τους εργαζόμενους και τη νεολαία δεν ήταν τόσο βάρβαρη. Και οπωσδήποτε είναι ιδιαίτερα αρνητικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι στις σημερινές συνθήκες κάποιοι επαναλαμβάνουν με άνεση τη συνήθεια της ευκολίας που είχαν από τα προηγούμενα χρόνια. Την ευκολία να καταθέτουν ένα «πλήρες σχέδιο» για πάσα νόσο, βασισμένο σε δάνεια της αστικής οικονομικής αντίληψης και πασπαλισμένο με βερμπαλισμούς. Σχέδιο με το οποίο φαντάζονται πως όλα τα «τακτοποιούν» και το οποίο μάλιστα θεωρούν ότι «αρπάζει και την ευκαιρία» να τους φέρει στο «κέντρο» της πολιτικής ζωής, να τους κάνει πόλο, κόμμα, παράγοντα ρύθμισης των πολιτικών εξελίξεων.
Δεν υπάρχουν ευκολίες, σύντροφοι! Δεν είναι οικονομικό το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο λαός και η χώρα. Δεν μεταβάλλονται οι ταξικοί, πολιτικοί συσχετισμοί με λογιστικές πράξεις στα βιβλία του καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχει η ανάγκη να βρούμε στόχους και μορφές, να ενισχύσουμε την πιο πλατιά κοινή δράση, για να μπαίνουν στη λογική και την πρακτική της μαζικής πάλης ολοένα μεγαλύτερα τμήματα εργαζομένων και νεολαίας. Υπάρχει η ανάγκη μέσα από αυτή τη διαδικασία να γίνει ο λαός και η νεολαία δύναμη και σώμα πάλης ενάντια στο σύστημα και στον ιμπεριαλισμό. Υπάρχει η ανάγκη να συγκροτηθεί η εργατική τάξη εκ νέου σε τάξη για τον εαυτό της. Με αυτές τις ανάγκες έχει να αναμετρηθεί κάθε προσπάθεια που θέλει να αναφέρεται στην Αριστερά και στο κίνημα. Αυτές τις πολιτικές ανάγκες πρέπει να υπερασπίσουμε και να αναδείξουμε μέσα στο λαό και στην εργατική τάξη, αντί να αναπαράγουμε «από τα αριστερά» τους εκβιασμούς και τους αποπροσανατολισμούς του συστήματος. Αν δεν αντιμετωπιστούν αυτές οι ανάγκες, καμιά «ανακούφιση» δεν θα βρει ο λαός, καμιά «ανόρθωση» δεν θα συμβεί για τη χώρα, καμιά «κοινωνική αναγέννηση» δεν θα πέσει στα πόδια μας. Και βέβαια καμιά Αριστερά δεν θα υπάρξει. Θα υπάρχει μόνο η «Αριστερά» που καθοδηγείται από οικονομίστικες αναλύσεις, η «Αριστερά» που λειτουργεί στη βάση των πολιτικών εκβιασμών του συστήματος. Η οργή του λαού, ο απεργιακός ξεσηκωμός της 5ης Μάη δείχνουν πως μπορούμε και πρέπει να παλέψουμε πιο αποφασιστικά σε αυτό το δρόμο, για αυτές τις πραγματικές ανάγκες.
*Σημείωση δική μας: Τελευταία κυκλοφορεί η "μη αποδοχή του χρέους" ως κάτι διαφορετικό από την αναδιαπραγμάτευση ή τη παύση. Επί της ουσίας δεν θεωρούμε ότι αλλάζει και κάτι σε σχέση με τις προηγούμενες λογικές. Ίσως η διαφορά να είναι στα παραδείγματα που χρησιμοποιούν, αντί για Αργεντινή και Εκουδόρ, προτάσουν τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Καταλήγουν, προφανώς γνωρίζοντας πολύ καλά που βρισκόμαστε, ότι στη τελική το όλο ζήτημα θα λυθεί με επανάσταση. Τότε όμως θα ρωτάγαμε και 'μεις με τη σειρά μας τι χρειάζεται όλη αυτή η ανάλυση για τη μη αναγνώριση του χρέους και η επίκληση του Τσάβες ως παράδειγμα ανεξάρτητης και φιλολαϊκής κατεύθυνσης;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου