08 Φεβρουαρίου 2026

Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ και αν-ασφάλειας των λαών


Του Βασίλη Σαμαρά

Πρόλογος

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια προσέγγιση της στρατηγικής των ΗΠΑ, όπως αυτή εκτίθεται στην έκθεση για τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ». Πέραν αυτών, ωστόσο, που διατυπώνονται σε αυτή την έκθεση όλο και πιο έντονα στο μεταξύ διάστημα αναδεικνύεται ένα σημαντικό ζήτημα. Αναφέρομαι σε κινήσεις των ΗΠΑ που καταδείχνουν το πώς αντιλαμβάνονται την προώθηση αυτής της στρατηγικής στην πράξη.

Κινήσεις όπως η αεροπορική επίθεση στο Ιράν, η επιδρομή στη Βενεζουέλα ή και τελευταία η ανακίνηση του ζητήματος Γροιλανδία κ.λπ. Κινήσεις που θέτουν ένα ερώτημα. Μια εκδοχή είναι πως πρόκειται για μια τακτική επιθετικής προώθησης της στρατηγικής που εκπονήθηκε από τους επιτελείς των ΗΠΑ. Μια δεύτερη ότι αυτές οι επιθετικές πρωτοβουλίες συνθέτουν πλέον μια στρατηγική που την υπερβαίνει θέτοντας πλέον ευρύτερους στόχους. Όσο με αφορά κλίνω προς την πρώτη εκδοχή.

Σε σχέση, λοιπόν, με τα ζητήματα που τίθενται στις σελίδες που ακολουθούν. Το πρώτο και κύριο μέρος αφορά την εξέταση της στρατηγικής ασφάλειας των ΗΠΑ, όπως αυτή εκτίθεται στο ντοκουμέντο που δημοσιεύτηκε. Ακολουθεί στη συνέχεια ένα μέρος όπου επιχειρείται μια πιο αναλυτική προσέγγιση του ζητήματος που έθεσα σε αυτόν τον πρόλογο.

Δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα ένα κείμενο, όπου διατυπώνεται η, όπως ονομάστηκε, Στρατηγική Εθνικής  Ασφάλειας των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια συνολική έκθεση των θέσεων και εκτιμήσεων στη βάση των οποίων οι ΗΠΑ προτίθενται να κινηθούν στο επόμενο διάστημα. Δεν πρόκειται για κάτι εντελώς νέο. Βασικά στοιχεία αυτής της πολιτικής είχαν ήδη αναφανεί από την πρώτη κιόλας προεδρία Τραμπ. Βασικό στοιχείο αυτής της θεώρησης αποτελεί η παραδοχή ότι ο κόσμος έχει αλλάξει, ότι νέοι συσχετισμοί δυνάμεων διαμορφώνονται και ότι στη βάση αυτών των δεδομένων οφείλουν, πλέον, να κινηθούν οι ΗΠΑ. Τα ζητήματα που τίθενται είναι πολλά και αντίστοιχες οι στοχεύσεις και οι οποίες αφορούν τόσο την εσωτερική όσο και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Οι διαχωρισμοί δεν είναι εύκολοι, καθώς στις περισσότερες των περιπτώσεων (αν όχι όλων) υπάρχει μια σύμπλεξη ανάμεσα σε ζητήματα που μπορεί να αφορούν στην κύρια πλευρά τους διαφορετικά θέματα.,

Όσο με αφορά, ένας διαχωρισμός που κατ’ αρχάς θεωρώ ότι μπορεί να διευκολύνει την εξέταση των ζητημάτων που τίθενται, είναι αυτός που αφορά: α) ζητήματα γεωστρατηγικής, β) ζητήματα που αφορούν την οικονομική διάσταση των πραγμάτων.

Προς κατοχύρωση του ηγετικού ρόλου

Ξεκινώντας από το πρώτο. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί η παραδοχή ότι ήταν λάθος η επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας. Ή αλλιώς παραδοχή της αναντιστοιχίας στόχου και μέσων που διέθεταν οι ΗΠΑ για την επίτευξή του. Ταυτόχρονα, έμμεση απάντηση στο δίλημμα που τέθηκε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δηλαδή αν οι ΗΠΑ θα πρέπει να επιδιώξουν την επιβολή της κυριαρχίας τους στον κόσμο ή αν θα αρκεστούν στη στερέωση-διατήρηση της ηγεμονικής τους θέσης και ρόλου τους. Η κατεύθυνση που επιλέγεται, πλέον, στρέφεται προς το δεύτερο και όλες οι στοχεύσεις σε τομείς και πεδία δείχνουν να υπηρετούν την υλοποίησή της. Αυτό δε σημαίνει ότι στο «πίσω μέρος» των σκέψεων διαφόρων κύκλων της αμερικανικής ελίτ δε συνεχίζει να ελλοχεύει ο στόχος της κυριαρχίας, αλλά δεν είναι αυτό που σήμερα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο.

Σύντομο ιστορικό

Ας θυμίσουμε κάποια πράγματα. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1989-1991) αποτέλεσε το γεγονός που οδήγησε στην ισχυροποίηση των τάσεων στις ΗΠΑ που έκριναν ότι πρέπει να τεθεί ως στόχος η επιβολή της κυριαρχίας των ΗΠΑ στον κόσμο. Ένα πρώτο δείγμα υπήρξε η διακήρυξη του προέδρου Μπους (του πρεσβύτερου) για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων που έρχεται να επιβληθεί στον κόσμο. Ταυτόχρονα, εκδηλώνονταν τάσεις και απόψεις που θεωρούσαν πως βρίσκεται μπροστά τους η «ιστορική ευκαιρία» για την επιβολή του «αιώνα των ΗΠΑ» στον κόσμο. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν οι ΗΠΑ ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της ηγεσίας από την ομάδα Τσένι-Μπους (του νεότερου), Ράμσφελντ, Γούλφοβιτς κ.ά.. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, δεν ήταν αυτά που ανέμεναν. Αντίθετα, ανέδειξαν αυτό που προανέφερα ως αναντιστοιχία στόχου και δυνατοτήτων που διέθεταν οι ΗΠΑ.

Στο ίδιο διάστημα διαδραματιζόταν και μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων. Στα πλαίσιά της είχαμε την πορεία ανασυγκρότησης της Ρωσίας, την άνοδο της Κίνας, τις τάσεις παρεμβολής και άλλων δυνάμεων (Ινδία, Βραζιλία κ.ά.) που αναζητούσαν τον ρόλο τους, ενώ ακόμη και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έπαιρναν τις αποστάσεις τους από τις διαθέσεις κυριαρχίας των ΗΠΑ. Πάντα στο ίδιο διάστημα άρχισαν να γίνονται πιο ευδιάκριτες οι «παρενέργειες» της «παγκοσμιοποίησης» (όπως την είχαν επιβάλλει ΗΠΑ-Δύση) και οι οποίες αξιοποιούνταν προς ίδιον όφελος κατά κύριο λόγο από την Κίνα, αλλά και άλλες δυνάμεις. 

Διλήμματα

Με βάση το σύνολο των εξελίξεων διαμορφώνονταν νέοι συσχετισμοί στον κόσμο και τέτοιοι που έθεταν υπό αμφισβήτηση τον δεσπόζοντα ρόλο των ΗΠΑ και συνολικά της Δύσης, τόσο στο οικονομικό όσο και στο γεωστρατηγικό πεδίο. Οι «διορθωτικές» κινήσεις που επιχειρήθηκαν τόσο από την προεδρία Ομπάμα όσο και την πρώτη προεδρία Τραμπ ( η κάθε μία με τη δική της οπτική και ιεράρχηση) δεν έδωσαν τις ζητούμενες απαντήσεις. Ανέδειξαν, μάλιστα, ένα «διπλό» δίλημμα. Το αν το βάρος της απάντησης έπρεπε να δοθεί κύρια στην οικονομική ανάπτυξη ή στη χρήση της πολύμορφης ισχύος που εξακολουθούσαν να διαθέτουν οι ΗΠΑ. Σε σύμπλεξη με αυτό, το αν έπρεπε να προταχθεί η αντιμετώπιση της Κίνας ή της Ρωσίας, καθώς μάλιστα δε θεωρούνταν ρεαλιστική επιλογή η ταυτόχρονη αντιμετώπιση και των δύο.

Η αναμέτρηση και το διακύβευμα της

Η προεδρία Μπάιντεν επεχείρησε να λύσει τον γόρδιο δεσμό δια της ισχύος. Την εξουθένωση της Ρωσίας θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί τον βασικό κρίκο που θα σύρει την αλυσίδα των αμερικανικών επιδιώξεων. Μια πολιτική που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προωθούνταν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και που με διαδοχικούς σταθμούς προχωρούσε στο τελικό της στάδιο. Τη διαμόρφωση της Ουκρανίας στο προωθημένο οχυρό των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και σε θέση βολής στα πιο ζωτικά της κέντρα.

Η ρωσική αντίδραση ξεπέρασε ίσως τα  αναμενόμενα. Στρατιωτική εισβολή ευρείας κλίμακας στην Ουκρανία, πέρασμα της αντιπαράθεσης στο ανοιχτά στρατιωτικό της πεδίο, στον πραγματικό πόλεμο. Έναν πόλεμο που, όπως έχω αναφέρει, ανέδειξε ένα κρίσιμο διακύβευμα. Η έκβασή του θα επιδρούσε αποφασιστικά στο αν ΗΠΑ-Δύση θα διατηρούσαν τη δεσπόζουσα θέση και ρόλο τους στον κόσμο ή θα περνούσαμε σε μια νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων. Μια εξέλιξη που έθεσε νέα και κρίσιμα διλήμματα. Οι ΗΠΑ είτε θα έπρεπε να προχωρήσουν στην παραπέρα κλιμάκωση της παρέμβασής τους  δηλαδή όπως θα μπορούσε να ειπωθεί να «τα παίξουν όλα για όλα», είτε να αναζητήσουν άλλους δρόμους.

«Πολυπολικός» αλλά όχι ακριβώς

Η δεύτερη  προεδρία Τραμπ ήρθε να δώσει τη δική της απάντηση τόσο σ’ αυτό όσο και στο συνολικό ζήτημα στρατηγικής που αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ. Βασικό της στοιχείο, η θεώρηση σε πιο ρεαλιστική βάση της πραγματικής κατάστασης, των πραγματικών συσχετισμών στον κόσμο. Σε μια τέτοια βάση και όπως κιόλας αναφέρθηκε, παραμέρισε (όπως και για όσο) την κατεύθυνση επιδίωξης της κυριαρχίας. Μια θέση που συνοδεύεται από αναφορές που αναγνωρίζουν την ανάδειξη και άλλων δυνάμεων στον κόσμο που διεκδικούν θέση και ρόλους. Φτάνει, μάλιστα, στην αποδοχή (ως αντικειμενικής και ιστορικού χαρακτήρα πραγματικότητας) τη δυνατότητά τους να ασκούν επιρροή σε περιοχές ενδιαφέροντός τους. Συναφής και η θέση για «τερματισμό της αντίληψης ότι το ΝΑΤΟ είναι μια διαρκώς διευρυνόμενη συμμαχία». Διατυπώσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πως συνιστούν μια έμμεση παραδοχή πως ο κόσμος είναι «πολυπολικός» πλέον.

Σε συνάρτηση με όλα αυτά ασκείται και μια κριτική στην προηγούμενη πολιτική των ΗΠΑ και στην τάση παρέμβασης στο σύνολο σχεδόν των τεκταινομένων στον πλανήτη. Αντ’ αυτής προτάσσεται η αναγκαιότητα ιεράρχησης προτεραιοτήτων και επικέντρωσης σε συγκεκριμένες κάθε φορά στοχεύσεις. Συνακόλουθα, επισημαίνεται η αναγκαιότητα απόρριψης μιας λογικής που υπερεκτιμούσε τις δυνατότητες των ΗΠΑ να χρηματοδοτούν τόσο το σύνολο των εσωτερικών αναγκών και οργανισμών όσο και τους μηχανισμούς (πολιτικούς, στρατιωτικούς κ.ά.) δράσης των ΗΠΑ σε διεθνή κλίμακα. Αξιοσημείωτη και η θέση «απόρριψης» των επεμβάσεων σε διάφορες περιοχές. Θέση, ωστόσο, που συνοδεύεται από άλλη που δεν αποκλείει και τέτοιες επεμβάσεις, οι οποίες, ωστόσο, θα πρέπει να προκρίνονται με σοβαρά κριτήρια αναγκαιότητας, ιεράρχησης κ.λπ.

Μια κεντρική στόχευση

Στον παρονομαστή, ωστόσο, όλων αυτών βρίσκονται θέσεις, στοχεύσεις και κατευθύνσεις που προσδιορίζουν τους θεμελιώδεις στρατηγικούς προσανατολισμούς των ΗΠΑ. Η θέση που διακηρύσσει ότι θεμελιώδης στόχευση των ΗΠΑ αποτελεί η αποτροπή ανάδειξης μιας κυρίαρχης δύναμης στον κόσμο. Θέση που επαναλαμβάνεται σε αναφορά με την αποτροπή κυριαρχίας άλλης δύναμης σε οποιαδήποτε περιοχή του κόσμου.

Όσο για την «απόρριψη» του επεμβατισμού έχουμε ήδη σαφή δείγματα του πώς ακριβώς εννοείται και πόσο σοβαρά μπορούμε να την πάρουμε. Έχουμε κιόλας τη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν. Τη διαρκή στήριξη του Ισραήλ (με όπλα και οικονομικά μέσα) στο μακέλεμα των Παλαιστίνιων της Γάζας αλλά και της Δυτικής Όχθης. Τον βομβαρδισμό της Νιγηρίας. Και βεβαίως, την αποικιοκρατικού χαρακτήρα επιδρομή στη Βενεζουέλα. Κινήσεις που καταδείχνουν το πώς αντιλαμβάνονται στις ΗΠΑ του Τραμπ τη «μη επεμβατικότητα» αλλά και το τι επίκειται.

Όσο για τις θρυλούμενες αντιρρήσεις οπαδών του MAGA, αυτές μπορούν να συνεχίσουν να καταναλώνονται εσωτερικά. Με τα ίδια κριτήρια μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και τις απόψεις («δεσμεύσεις») περί μη επέκτασης του ΝΑΤΟ. Δεν είναι μόνο επειδή γνωρίζουμε πού τις γράφανε παλιότερες δεσμεύσεις τους οι ΗΠΑ για το ίδιο ζήτημα, αλλά και το τι συνάγουμε από τα πραγματικά δεδομένα. Εκείνο που εντέλει συμπεραίνουμε  με όλα αυτά είναι πως οι ΗΠΑ, ανεξάρτητα από τακτικές επιλογές, κινήσεις και διακηρύξεις, διατηρούν αμετακίνητους τους βασικούς τους στόχους. Την ανάδειξη ισχύος και στερέωσης της ηγετικής τους θέσης και ρόλου, τόσο σε διάφορες περιοχές όσο και συνολικά στον κόσμο. Μια στόχευση που προωθούν με όλα τα μέσα, οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά. 

Συνοπτικό διάγραμμα στοχεύσεων

Ένα συνοπτικό κατ’ αρχάς διάγραμμα των αξόνων στη βάση των οποίων στοχεύουν να κινηθούν οι ΗΠΑ μπορεί να έχει ως εξής:

Στρατιωτική ισχυροποίηση

Ανάπτυξη, ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ τόσο στο συμβατικό όσο και στο πυρηνικό πεδίο. Οι ΗΠΑ είναι η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, θέλουν να διατηρήσουν αυτή τη θέση και να την ενισχύσουν ακόμη περισσότερο. Αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι αυτό αποτελεί βασικό όργανο προώθησης της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής. Ταυτόχρονα, έχουν ήδη προωθήσει την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ στο 5% του προϋπολογισμού τους και με στόχο τον υπερεξοπλισμό της Δυτικής Συμμαχίας ενόψει των αναμετρήσεων που μέλλονται. Στην ίδια βάση πιέζουν για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των συμμάχων τους στην περιοχή  Ασίας, Ειρηνικού και σε αναφορά με τις επιδιώξεις τους σ’ αυτό το πεδίο.

Η οικονομία ως βάση ισχύος

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναγκαιότητα οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ανάδειξη των ΗΠΑ σε υπερδύναμη βασίστηκε στις τεράστιες δυνατότητες της οικονομίας της. Ταυτόχρονα, είναι γεγονός ότι η πρωτοκαθεδρία της σ’ αυτό το πεδίο απειλείται από τη ραγδαία άνοδο της Κίνας αλλά και τη δράση και άλλων δυνάμεων. Είναι φανερό ότι η διατήρηση και ενίσχυση αυτής της θέσης αποτελεί ζωτική ανάγκη για τις ΗΠΑ τόσο ως αυτή καθ’ αυτή όσο και για μια ακόμη κρίσιμη πλευρά του όλου ζητήματος. Όπως επισημαίνεται και στις θέσεις που διατυπώθηκαν, η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ δεν μπορεί να διατηρηθεί και αναπτυχθεί παρά μόνο αν υποστηρίζεται από μια ισχυρή στρατιωτική βιομηχανία και η οποία με τη σειρά της να έχει σαν βάση μια συνολικά ισχυρή οικονομία.

Ο κρίσιμος ρόλος των συμμαχιών

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο ζήτημα των συμμαχιών, ένα ζήτημα που έχει ίσως την πιο άμεση και κρίσιμη επίδραση στη διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών. Σ’ αυτή τη βάση προωθούν τη στερέωση των υπαρκτών συμμαχιών τους, τη δημιουργία, διεύρυνση συμμαχιών σε διάφορες περιοχές ενδιαφέροντός τους (δυτικό ημισφαίριο, Ευρώπη, Μ. Ανατολή, Ασία, Αφρική) και σε αναφορά τόσο με γεωστρατηγικές όσο και οικονομικές τους επιδιώξεις. Ταυτόχρονα, βασική τους στόχευση αποτελεί η αποτροπή δημιουργίας ανταγωνιστικών - εχθρικών συμμαχιών και κατά κύριο λόγο η αναβάθμιση της σχέσης Ρωσίας-Κίνας σε πλήρη στρατηγική συμμαχία.

Στόχοι κατά περιοχές του κόσμου

Όσον αφορά την κίνησή τους σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, θεωρούν ότι εκείνη που διαμορφώνεται πλέον ως το κύριο πεδίο του στρατηγικού ανταγωνισμού, είναι η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Θα αναφερθώ ειδικότερα σ’ αυτό παρακάτω. Εδώ θα σημειώσω μόνο το εξής. Οι στοχεύσεις, κινήσεις των ΗΠΑ σε όλα τα πεδία υπηρετούν την κατεύθυνση ισχυροποίησης της θέσης και του ρόλου τους σε πλανητική κλίμακα. Εμπεριέχουν, ωστόσο, και μια ειδικότερη μέριμνα. Τη διαμόρφωση όρων που θα υπηρετούν και θα ισχυροποιούν την παρέμβασή τους σ’ αυτό το πεδίο, καθώς εκτιμούν -και όχι αβάσιμα- ότι εμφανίζει σύνθετα προβλήματα και δυσκολίες.

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από αυτήν την ιεράρχηση εκτιμούν ως άμεσους πρωταρχικούς στόχους τη διασφάλιση της ηγετικής τους θέσης (ως και κυριαρχίας) σε δύο περιοχές. Την περιοχή της αμερικανικής ηπείρου (το «δυτικό ημισφαίριο») και την Ευρώπη. Την αμερικανική ήπειρο, την οποία θέλουν σαν περιοχή αποκλειστικής «αρμοδιότητας» των ΗΠΑ και σε μια λογική αναβίωσης του παλιού δόγματος Μονρόε (1815) στη σημερινή τραμπική του εκδοχή.

Τις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ. Τις χώρες, οι οποίες συνδέονται με τις ΗΠΑ με τα πιο σημαντικά και δοκιμασμένα ζωτικά συμφέροντα. Οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, στρατηγικά. Της συμμαχίας πάνω στην οποία στηρίχθηκε και οικοδομήθηκε η ηγετική θέση και ρόλος των ΗΠΑ-Δύσης στον κόσμο και με βάση την οποία -ανεξάρτητα από τριβές- στοχεύουν να κινηθούν και στο επόμενο διάστημα.

Στο ίδιο κεφάλαιο δείχνει να διαφοροποιείται το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή της Μ. Ανατολής, καθώς δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις οικονομικές συναλλαγές, τις επενδύσεις κ.λπ. Μόνο που σ’ αυτή την προσέγγιση θα πρέπει να επισημανθούν δύο ζητήματα που την «επαναφέρουν» στη βασική λογική με την οποία αντιμετωπίζουν όλα τα θέματα οι ΗΠΑ. Το πρώτο αφορά στη διατύπωση της θέσης ότι οι ΗΠΑ έχουν ως βασικούς στόχους την αποτροπή κυριάρχησης οποιασδήποτε ανταγωνιστικής δύναμης στις πηγές ενέργειας, καθώς και τη διασφάλιση των θαλάσσιων διαδρομών και διελεύσεων στην περιοχή.

Το ουκρανικό αδιέξοδο

Σε αναφορά με όλες τις προηγούμενες στοχεύσεις και επιδιώξεις αναδύεται ένα ζήτημα, την αντιμετώπιση του οποίου «χρεώθηκε» ευθύς εξαρχής η διοίκηση Τραμπ. Την -προσωρινή έστω- απαγκίστρωση από το μέτωπο της Ουκρανίας και με όρους που -το λιγότερο- δε θα σηματοδοτούν μια ήττα των ΗΠΑ-Δύσης. Μια απαγκίστρωση που κρίνεται αναγκαία για την επικέντρωση των προσπαθειών τους σε πεδία που ιεραρχούν ότι χρήζουν πιο άμεσης αντιμετώπισης. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, από αυτό.

Όπως έχω ήδη αναφέρει, η σύγκρουση αυτή έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Ούτε οι ΗΠΑ-Δύση έχουν κατορθώσει να γονατίσουν τη Ρωσία, αλλά ούτε και η Ρωσία, παρά την υπεροχή που εμφανίζει τελευταία «επί του πεδίου», έχει κατορθώσει να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση δύο είναι οι βασικές επιλογές που προβάλλουν και οι οποίες αφορούν και τις δύο πλευρές.

Η μία συνίσταται στην κλιμάκωση της σύγκρουσης με μεγαλύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και την επιδίωξη νίκης στο στρατιωτικό πεδίο. Η δεύτερη, την προσπάθεια επίτευξης ενός προσωρινού έστω διακανονισμού, που -κατά την άποψή μου- δεν μπορεί να δώσει πραγματική και ουσιαστική λύση στο ζήτημα, αλλά και δεν θα εμφανίζει ως ηττημένη τη μια ή την άλλη πλευρά.

Ως προς το πρώτο, θα ‘θελα να επισημάνω σε συντομία τα εξής.

Κατ’ αρχάς, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μια μεγαλύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ θα φέρει τη νίκη στο στρατιωτικό πεδίο. Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο της ήττας, μια εκδοχή που αποτελεί πραγματικό εφιάλτη και όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και για τη Ρωσία. Δεύτερο, ο κίνδυνος μιας κλιμάκωσης που μπορεί να οδηγήσει σε έναν γενικευμένο έως και πυρηνικό πόλεμο, πράγμα που καμία πλευρά δε θέλει, καθώς όλοι γνωρίζουν το τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο. Τρίτο, μπορεί να οδηγήσει στην αναβάθμιση - στερέωση της στρατηγικής συμμαχίας Ρωσίας-Κίνας, κάτι που οι ΗΠΑ δεν θα ‘θελαν με κανένα τρόπο να συμβεί. Τέταρτο, θα σήμαινε ότι οι ΗΠΑ θα είναι αναγκασμένες να διαθέτουν τις περισσότερες και κυριότερες δυνατότητές τους σε αυτό το μέτωπο. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούν να διαθέσουν τις δυνάμεις που κρίνονται αναγκαίες για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που τίθενται στην περιοχή Ασία-Ειρηνικός και η οποία θεωρούν ότι θα αποτελέσει το κύριο πεδίο των ανταγωνισμών που θα κρίνουν την πορεία των πραγμάτων.

Μπορούμε να πούμε ότι τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζει από τη μεριά της και η ρωσική πλευρά. Είναι σαφές ότι η Ρωσία δεν θα ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπη με μια άμεση παρέμβαση των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Ειδικότερα στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν θα ήθελε να διαταράξει το επίπεδο των όποιων συνεννοήσεων διατηρεί με τις ΗΠΑ. Πολύ περισσότερο, καθώς αντιμετωπίζει πιέσεις από σημαντικά προβλήματα σε περιοχές άμεσου ενδιαφέροντός της στον περίγυρό της. Ζητήματα, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των οποίων η Ρωσία δε διαθέτει το εύρος των δυνατοτήτων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους το απορροφά το ουκρανικό μέτωπο.

Ένα πρόβλημα που «επιμένει»

Αυτά είναι τα δεδομένα που κατά κύριο λόγο πιέζουν τις δύο πλευρές ωθώντας τες στην αναζήτηση διεξόδου. Μιας -ει δυνατόν- διευθέτησης, η οποία, ωστόσο, δεν θα μπορεί  παρά να έχει προσωρινό χαρακτήρα. Που στην πραγματικότητα θα αποτελεί μια απόπειρα «μετάθεσης» του ζητήματος ή και (ειδικά για τις ΗΠΑ) μετατόπισης του επίκεντρου αντιπαράθεσης. Για να το θέσω ευθέως. Θεωρώ ότι το ουκρανικό δεν μπορεί να «κλείσει» είτε μέσα από μια «ειρηνευτική» συμφωνία είτε χωρίς αυτήν. Αν είναι προφανές ότι χωρίς μια συμφωνία θα παραμείνει ανοιχτό, άλλο τόσο ισχύει αυτό και στην περίπτωση που -ας το υποθέσουμε- υπάρξει μια κάποιας μορφής συμφωνία. Ως προς αυτό δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει τα διάφορα σχέδια «ειρήνευσης». Θα διαπιστώσει ότι οι όποιες ρυθμίσεις διαφόρων πλευρών του ζητήματος αφήνουν τέτοιες εκκρεμότητες που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν στο να τεθεί ξανά επί τάπητος το συνολικό ζήτημα.

Δεδομένος, συνεπώς, ο προσωρινός χαρακτήρας της όποιας διευθέτησης, αν υποθέσουμε ότι θα μπορέσει να υπάρξει. Το ότι δεν θα αποτελεί παρά μια «ανάπαυλα», κατά την οποία οι αντιμαχόμενες πλευρές θα επιχειρούν να διαμορφώσουν τους ευνοϊκότερους όρους και για λογαριασμό της η καθεμιά, ενόψει των επόμενων γύρων. Μια κατάσταση που αναπόφευκτα θα έχει τις επιδράσεις της και στα άλλα μέτωπα, τόσο στα ήδη ανοιχτά όσο και σ’ αυτά που επίκειται να ανοίξουν στα πλαίσια αυτής της συνολικού χαρακτήρα αντιπαράθεσης που εξελίσσεται στον κόσμο.

Το οικονομικό ζήτημα και η «παγκοσμιοποίηση»

Κεντρική θέση στη στρατηγική που προτίθενται να ακολουθήσουν οι ΗΠΑ έχει το ζήτημα της οικονομίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί και επισημαίνεται (το αυτονόητο), ότι η συνολική ισχύς των ΗΠΑ και η θέση τους στον κόσμο βασίστηκαν στο ότι διέθεταν την πιο ισχυρή οικονομική βάση.

Με βάση μια τέτοια διαπίστωση τίθεται ως στόχος η συνολική οικονομική ανάπτυξη - ισχυροποίηση των ΗΠΑ. Κατ’ αρχάς, ασκείται μια κριτική στην πολιτική που ασκήθηκε σ’ αυτό το πεδίο από τις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις. Ειδικότερα στην πολιτική της «παγκοσμιοποίησης», η οποία «αποψίλωσε» τη βιομηχανική βάση πάνω στην οποία στηρίζονταν η οικονομική και στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ. Θα ήθελα να σταθώ σ’ αυτό το ζήτημα. Θεωρώ ότι σ’ αυτή την κριτική υπάρχουν σημαντικές παραλείψεις. Το πρώτο και κυριότερο. Το ότι αυτό που ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση δεν ήταν παρά οι όροι που επέβαλλαν ΗΠΑ-Δύση μετά τις ανατροπές του 1989-1991 στα παγκόσμια δρώμενα και ειδικότερα στην έτσι κι αλλιώς υπάρχουσα παγκόσμια αγορά. Όροι που απέδωσαν τεράστια οφέλη σε ΗΠΑ-Δύση, τόσο γεωπολιτικά όσο και στο πεδίο της οικονομίας, κυρίως στη δεκαετία του 1990 αλλά και επόμενα.

Όσο για την «αποψίλωση» της αμερικανικής βιομηχανίας, αυτή δεν ήταν συνέπεια κάποιου βίτσιου των αμερικανικών πολιτικών και οικονομικών παραγόντων αλλά μια συγκεκριμένη και κερδοφόρα για τις ΗΠΑ επιλογή. Την εξάπλωση των αμερικανικών επενδυτικών δραστηριοτήτων κάθε είδους, συνολικά στον κόσμο και με όρους περίπου νεο-αποικιακούς. Αντίστοιχα κέρδη αποκόμισαν από τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων, τη χρήση του δολαρίου, τις -με ληστρικούς όρους- συμβάσεις εμπορικών συναλλαγών. Άλλο τόσο με τον έλεγχο των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών, της διακίνησης εμπορευμάτων, τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρομών. Την επιβολή, έως και βίαια, του δυτικού πολιτικού μοντέλου. Τον έλεγχο της «πληροφορίας», τη διάδοση και επιβολή των δυτικών «πολιτιστικών» προτύπων.

Το πρόβλημα τέθηκε από τη στιγμή που στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε και κατ’ αρχάς στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου, υπήρξε μια εξέλιξη έξω και ενάντια στους σχεδιασμούς και προβλέψεις των ΗΠΑ-Δύσης. Η αξιοποίησή του και από τη μεριά και άλλων δυνάμεων. Κατά πρώτο και κύριο λόγο της Κίνας που σημείωσε μια εκρηκτική οικονομική άνοδο και σε σημείο μάλιστα που να θέτει πλέον σε αμφισβήτηση την οικονομική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Ένα πρόβλημα που οι ΗΠΑ καλούνται να αντιμετωπίσουν, πολύ περισσότερο καθώς έχει συνέπειες και επιδράσεις στη διαμόρφωση συνολικά των παγκόσμιων συσχετισμών ισχύος.

Εδώ και πριν προχωρήσω παρακάτω θα ήθελα να σημειώσω ένα πράγμα. Η κριτική στην πολιτική της «παγκοσμιοποίησης» δε σημαίνει καθόλου ότι η πολιτική ΗΠΑ-Τραμπ θέτουν υπό αίρεση την ύπαρξη και λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς. Ή όπως βαρύγδουπα αναφέρεται από διάφορους «επιφανείς» αναλυτές, «παγκοσμιοποίηση» τέλος. Η παγκόσμια αγορά αποτελεί μια πραγματικότητα που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να αγνοήσουν, να παρακάμψουν οι ΗΠΑ ή οποιοσδήποτε άλλος.

Εκείνο που επιχειρούν είναι πρώτον να διαμορφώσουν εκείνους τους «εσωτερικούς» βιομηχανικούς, παραγωγικούς, οικονομικούς όρους, που να ισχυροποιούν τη θέση των ΗΠΑ απέναντι στις αυξημένες πλέον και διαφοροποιημένες απαιτήσεις που θέτουν οι εξελίξεις. Δεύτερο και αξιοποιώντας την ισχυρή θέση που ακόμα διαθέτουν οι ΗΠΑ (στο οικονομικό, στρατιωτικό, στρατηγικό πεδίο) για να επιβάλλουν αναπροσαρμογές στους όρους λειτουργίας των διεθνών συναλλαγών των ΗΠΑ και προς όφελός τους. 

Ανασυγκρότηση βιομηχανίας-οικονομίας

Όσον αφορά το εσωτερικό, εκείνα που προτάσσονται είναι:

Η ενίσχυση, διεύρυνση των υποδομών. Μια κατεύθυνση που είχε ήδη επιλεχθεί από την προεδρία Μπάιντεν με σχεδιαζόμενες επενδύσεις ύψους τριών τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η ανασυγκρότηση, διεύρυνση της βιομηχανικής βάσης των ΗΠΑ με «ενθάρρυνση» των επενδύσεων μέσω φόρο-ελαφρύνσεων και άλλων κινήτρων, ή όπως χαρακτηρίζεται ως «επανεκβιομηχάνιση» της οικονομίας των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε μια κατεύθυνση «επαναπατρισμού» αμερικανικών επιχειρήσεων που δρουν στο εξωτερικό. Προσέλκυση ξένων επενδύσεων μέσω των πλεονεκτημάτων που εμφανίζει η αμερικανική αγορά και κινήτρων που μπορούν να παρασχεθούν. Κινήτρων που συνδέονται και με την υπεροχή, τα πλεονεκτήματα που διαθέτουν οι ΗΠΑ στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για προέλκυση κεφαλαίων όσο και επενδύσεων.

Ανασυγκρότηση της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας και για λόγους στους οποίους ήδη έχω αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο.

Αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που έχουν δημιουργήσει οι ΗΠΑ στον ενεργειακό τομέα (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα, πυρηνική ενέργεια) τόσο για τη διασφάλιση εσωτερικής ενεργειακής επάρκειας όσο και για τη διείσδυσή τους στη διεθνή αγορά. Μια πρώτη σημείωση εδώ. Η απαρίθμηση των πηγών καταδείχνει ότι η «πράσινη» ενέργεια παραπέμπεται στις καλένδες. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις σχεδιαζόμενες επενδύσεις στις «αναδυόμενες» νέες και πρωτοποριακές τεχνολογίες και με στόχο τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ σ’ αυτό το πεδίο.

Στόχοι και όριά τους

Ορισμένες παρατηρήσεις. Αναμφίβολα πρόκειται για μεγαλεπήβολο σχεδιασμό με το κυρίως ερώτημα να βρίσκεται στο αν, σε ποια πεδία και σε ποιο διάστημα μπορούν να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι. Από τη μεριά μου θα ήθελα να σταθώ λίγο σε ένα ζήτημα. Εκείνο που αφορά την παρότρυνση «επαναπατρισμού» αμερικανικών επιχειρήσεων. Ένα εγχείρημα που δεν είναι εύκολο να υλοποιηθεί τόσο για «τεχνικούς» (ας τους  πούμε έτσι) λόγους, όσο και για άλλους σημαντικότερους, πολιτικούς και οικονομικούς.

Όπως έχω ήδη αναφερθεί, οι αμερικανικές επενδύσεις σε άλλες χώρες υπηρέτησαν και υπηρετούν σημαντικά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Εκείνο που σημαίνει αυτό είναι ότι οι ΗΠΑ ως ιμπεριαλιστική δύναμη θα συνεχίσουν να δρουν διεθνώς σε όλα τα πεδία καθώς οι επενδύσεις στο εξωτερικό υπηρετούν τα συμφέροντα του αμερικανικού κεφαλαίου και τη συνολική πολιτική των ΗΠΑ. Ένα συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ όλα αυτά είναι ότι ο βασικός και υλοποιήσιμος στόχος αφορά τη διατήρηση-εγκατάσταση νευραλγικών τομέων και βιομηχανιών στο μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ. Της πολεμικής βιομηχανίας, του ενεργειακού τομέα, των πρωτοπόρων τεχνολογιών κ.λπ. Όλων εκείνων δηλαδή που ευρισκόμενοι υπό τον άμεσο έλεγχο του αμερικανικού κράτους παρέχουν την απαραίτητη «ασφάλεια» αλλά και στηρίζουν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία σ’ αυτά τα πεδία.

Επιδιώξεις επιβολής όρων

Στην ίδια λογική, της ισχυροποίησης της αμερικανικής οικονομικής θέσης στον κόσμο, κινούνται και οι προτεραιότητες που τίθενται για την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο. Μια κατεύθυνση που κατ’ αρχάς και όπως αναφέρεται, μπορεί να βασιστεί στα πλεονεκτήματα που διαθέτουν οι ΗΠΑ. Την πιο ισχυρή και καινοτόμα οικονομία. Την πρωτοκαθεδρία που ακόμη διαθέτουν στις πιο πρωτοπόρες τεχνολογίες. Τον πιο ισχυρό ενεργειακό τομέα. Τη δεσπόζουσα θέση του χρηματοπιστωτικού της τομέα και τον ρόλο που έχει το δολάριο. Ένα αναπτυγμένο και ευρύ δίκτυο συμμαχιών. Τις δυνατότητες αξιοποίησης της υπεροχής που εμφανίζει στη χρήση της «ήπιας» ισχύος. Δεν αναφέρεται, αλλά θα μπορούσε να προστεθεί και η χρήση της «σκληρής» ισχύος.

Με βάση αυτά προτάσσονται και αναγκαιότητες. Η συνολική αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεων. Η προώθηση «δίκαιων» (κατά τη λογική Τραμπ) εμπορικών συμφωνιών. Όπως λ.χ. οι συμφωνίες που ως έναν βαθμό επιβλήθηκαν με την επιβολή δασμών. Βασική επιδίωξη η μείωση των εμπορικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ. Η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμες πηγές και αλυσίδες εφοδιασμού πρώτων υλών εξαρτημάτων και τελικών προϊόντων.

Ειδικότερα τίθενται ως αναγκαιότητες. Η απόρριψη της προηγούμενης πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, όπως η πληθώρα των αμερικανικών επενδύσεων στο έδαφος της Κίνας, το άνοιγμα της αγοράς των ΗΠΑ στα κινεζικά προϊόντα κ.λπ. Γενικότερα, η επαναφορά στην όπως αναφέρεται, ως «σχέση ισορροπίας» των εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας.

Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κινήσεις που σχεδιάζονται απέναντι στους συμμάχους των ΗΠΑ και ειδικότερα τους Ευρωπαίους. Κατ’ αρχάς κριτικάρεται η προηγούμενη πολιτική στη βάση της οποίας οι ΗΠΑ επωμίζονταν το συνολικό κόστος της πολιτικής της Δύσης. Τίθεται, λοιπόν, η αναγκαιότητα ανάληψης μέρους αυτού του κόστους από τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ.

Σε αναφορά με το ίδιο πρόβλημα επισημαίνεται και αναγνωρίζεται ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ δεν είναι «βιώσιμο». Ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, αλλά συνολικά τη Δύση, τη θέση και τον ρόλο της. Σ’ αυτή τη βάση τίθεται ως αναγκαιότητα το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς στα αμερικανικά προϊόντα και υπηρεσίες. Δείγμα γραφής μπορούμε να δούμε στον εξαναγκασμό των Ευρωπαίων να προμηθεύονται το πανάκριβο αμερικανικό αέριο και να εξαρτώνται από τις ΗΠΑ για τις ενεργειακές τους ανάγκες.

Η πολιτική αυτή επιχειρείται να εμφανιστεί πως αφορά στα συνολικά συμφέροντα της Δύσης. Αναφέρεται στο ότι το διατλαντικό εμπόριο αποτελεί πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας. Ακόμη αναφέρεται στο συνολικό δυναμικό των δυτικών χωρών. Ένα οικονομικό δυναμικό με βάση το οποίο η συνολική Δύση μπορεί να κινηθεί αποτελεσματικά στο διεθνές οικονομικό πεδίο. Πέραν αυτών των στοχεύσεων και μέτρων υπάρχουν και μια σειρά ακόμη προβλέψεις οικονομικού χαρακτήρα που συνδέονται με την πολιτική που προτίθενται να ακολουθήσουν σε διάφορες περιοχές του κόσμου και στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Ιεραρχήσεις και προτεραιότητες

Είναι ευνόητο ότι ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το πώς προτίθενται να κινηθούν οι ΗΠΑ στις διάφορες περιοχές του κόσμου. Εκείνο που διαφαίνεται στις τοποθετήσεις τους είναι πως θεωρούν ως βασικό πεδίο και εκεί όπου κατά την άποψή τους θα κριθούν οι παγκόσμιες ισορροπίες είναι η περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού. Ένα πεδίο στο οποίο αναμένεται να επικεντρωθούν οι μεγαλύτερες προσπάθειές τους αλλά που ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν και τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Θα αναφερθώ πιο συγκεκριμένα σ’ αυτό παρακάτω.

Πέραν αυτού υπάρχει και το θέμα της πολιτικής που προτίθενται να ακολουθήσουν σε άλλες περιοχές του κόσμου. Σε σχέση με αυτό διατυπώνονται στοχεύσεις που αφορούν την πολιτική των ΗΠΑ σ’ αυτές τις περιοχές αυτές καθ’ αυτές. Δεύτερον, που συνδέονται άμεσα με τη συνολική στρατηγική των ΗΠΑ στον πλανήτη. Ταυτόχρονα, τα στηρίγματα που επιδιώκουν να διαμορφώσουν σ’ αυτές τις περιοχές αναμένεται να συμβάλλουν μαζί με άλλα στην παρέμβαση των ΗΠΑ στο θεωρούμενο ως κρίσιμο πεδίο, Ασίας-Ειρηνικού.

Περιχαράκωση της «αυλής»

Οι περιοχές που αντιμετωπίζονται ως άμεσου ζωτικού και κρίσιμου ενδιαφέροντος για τις ΗΠΑ είναι της αμερικανικής ηπείρου ή, όπως αναφέρεται, ως δυτικό ημισφαίριο και της Ευρώπης. Ας ξεκινήσω με τις κατευθύνσεις που προκρίνονται για το δυτικό ημισφαίριο. Κατευθύνσεις που συνιστούν μια νέα -κατά Τραμπ- εκδοχή του γνωστού δόγματος Μονρόε. Ένα δόγμα που διατυπώθηκε το 1823 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μονρόε και στη βάση του οποίου θεωρούνταν κάθε παρέμβαση των ευρωπαϊκών (αποικιακών τότε) δυνάμεων ως εχθρική ενέργεια απέναντι στις ΗΠΑ και ως τέτοια θα αντιμετωπιζόταν. Με άλλα λόγια, η διακήρυξη των προθέσεων των ΗΠΑ να καταστούν η μόνη και κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή. Κάτι ανάλογο επιχειρείται και σήμερα, με βάση τη διακήρυξη στρατηγικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Μια κατεύθυνση που συνοπτικά περιγράφεται με τους όρους συστράτευση, επέκταση.

Ως προς το πρώτο, τη συστράτευση. Ανάπτυξη της συνεργασίας με χώρες που είναι «κοντά» μας σε όλα τα πεδία αλλά και επιδίωξη συνεργασίας και με άλλες που έχουν διαφορετική οπτική. Σημαντικό ότι με βάση τις βλέψεις για αυτή την περιοχή, τίθεται το ζήτημα αναπροσαρμογής της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ γενικότερα. Επικέντρωση στο δυτικό ημισφαίριο και απομάκρυνση στρατιωτικών δυνάμεων από περιοχές ελάσσονος ενδιαφέροντος.

Πιο συγκεκριμένα, ενίσχυση ακτοφυλακής και πολεμικού ναυτικού, ώστε να ελέγχονται οι θαλάσσιες οδοί. Κρίνεται ως αποτυχημένη η πολιτική ασφάλειας των συνόρων αστυνομικού χαρακτήρα πράγμα που σημαίνει αυξημένο ρόλο σε στρατό, ακτοφυλακή. Δημιουργία πρόσβασης σε στρατηγικά σημαντικές τοποθεσίες, προώθηση εμπορικών συμφωνιών.

Ως προς το δεύτερο, την επέκταση: παρατίθεται σειρά μέτρων και μεθόδων με διπλή στόχευση. Την ανάπτυξη οικονομικών δεσμών και ελέγχου των ΗΠΑ στην αμερικανική ήπειρο, που θα αποτρέπουν τη διείσδυση και επέκταση της επιρροής άλλων δυνάμεων. Επισημαίνεται ότι ανταγωνιστικές δυνάμεις έχουν διεισδύσει στην περιοχή και ότι αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πιο συγκεκριμένα, ότι οι όροι των συμμαχιών πρέπει να θέτουν ως όρο την εκτόπιση της επιρροής άλλων, όπως ελέγχου στρατιωτικών εγκαταστάσεων, λιμένων και κρίσιμων υποδομών. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να προωθήσουν μια πολιτική εξαγορών και επενδύσεων, να επιβάλλουν ευνοϊκή μεταχείριση των αμερικανικών εταιριών και εκτοπισμού των επενδύσεων ανταγωνιστικών δυνάμεων.

Συνολικά, αυτό που τονίζεται είναι ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να είναι η κυρίαρχη δύναμη στο δυτικό ημισφαίριο σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το στρατιωτικό, του ελέγχου υποδομών και θαλάσσιων διαδρομών. Σημαντικά δείγματα αυτών των κατευθύνσεων έχουμε ήδη με τις πιέσεις στον Παναμά για εκτοπισμό των κινεζικών εταιριών. Την πίεση στη Βενεζουέλα με τις επιθέσεις σε πλοιάρια και τη δολοφονία δεκάδων ανθρώπων. Το πρόσχημα της καταπολέμησης του ναρκεμπορίου δεν μπορεί να συγκαλύψει τους πραγματικούς στόχους μιας κατ’ ουσίαν  νεοαποικιακής πολιτικής.

Συνοψίζοντας. Ενόψει των κρίσιμων αναμετρήσεων που επίκεινται οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαμορφώσουν-οικοδομήσουν τους όρους τους. Να διασφαλίσουν τον στρατηγικό, στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό έλεγχο της αμερικανικής ηπείρου (του δυτικού ημισφαιρίου, όπως αναφέρεται). Ταυτόχρονα, ευδιάκριτες οι τάσεις για διεύρυνση του στρατηγικού βάθους των ΗΠΑ με τις βλέψεις που εκδήλωσαν για Καναδά-Γροιλανδία. Τάσεις που είχαν ήδη εκδηλωθεί και επιχειρηθεί με το εγχείρημα της ΝΑΦΤΑ.

Ο ιστορικός εταίρος

Αντίστοιχης και ισοϋψούς προτεραιότητας η διατήρηση της στρατηγικής συμμαχίας με την Ευρώπη. Είναι γεγονός ότι η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη (επί Τραμπ) εμφανίζει αντιφατικά στοιχεία και τα οποία θέτουν ορισμένα ερωτήματα.

Θέλουν ή μπορούν οι ΗΠΑ να «ξεγράψουν» την Ευρώπη, όπως ανέξοδα υποστηρίζεται από διάφορους αναλυτές; Θεωρώ τις απόψεις αυτές επιεικώς ανόητες. Η απάντηση στο ερώτημα μπορεί να αναζητηθεί στην ιστορία, μπορεί να αναζητηθεί  -πάνω απ’ όλα- στα πραγματικά δεδομένα αλλά και στα όσα αναφέρονται στη «στρατηγική ασφάλειας των ΗΠΑ». Όπως ρητά αναφέρεται, «η Ευρώπη παραμένει στρατηγικά και πολιτικά ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ … όχι μόνο δεν μπορούμε να αντέξουμε το να ”ξεγράψουμε” την Ευρώπη, κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκαταστροφικό σε σχέση με τους στόχους αυτής της στρατηγικής». Οι αναφορές αυτές ούτε τυχαίες είναι ούτε έγιναν για να γίνουν. Απηχούν την επίγνωση τόσο των ιστορικών εμπειριών όσο και των πραγματικών δεδομένων και των αναγκαιοτήτων που αυτά αναδείχνουν.

Το κοινό διακύβευμα

Όπως επανειλημμένα έχω αναφέρει, εκείνο που έχει αναδειχθεί στους καιρούς μας είναι ένα κρίσιμο διακύβευμα. Το αν δηλαδή ΗΠΑ-Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τη δεσπόζουσα θέση και ρόλο στα διεθνώς τεκταινόμενα ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων. Μια θέση που από κοινού κατακτήθηκε από ένα συγκεκριμένο μπλοκ δυνάμεων. Δυνάμεων που συναποτελούνταν από τις ΗΠΑ-Ευρώπη (με τις ΗΠΑ σε ηγετικό ρόλο) και από κοντά με άλλους πιο σταθερούς ή κατά περίσταση συμμάχους.

Είναι αυτονόητο ότι τα πλήγματα που μπορεί να δεχθεί αυτή η θέση ή πολύ περισσότερο η απώλειά της αναπόφευκτα θα πλήξουν τόσο την Ευρώπη όσο και τις ΗΠΑ. Μπορεί, συνεπώς, να ειπωθεί πως όσο η Ευρώπη «χρειάζεται» τις ΗΠΑ, άλλο τόσο «χρειάζονται» οι ΗΠΑ την Ευρώπη. Με αυτούς τους όρους θεωρώ ότι με αυτό το μπλοκ δυνάμεων σχεδιάζουν να κινηθούν μακροπρόθεσμα οι ΗΠΑ ενόψει των αναμετρήσεων που επίκεινται. Καθόλου τυχαίες δεν είναι επίσης και θα πρέπει να τους αποδοθεί η σημασία που έχουν και ορισμένες ακόμη αναφορές όπως:

«Το διατλαντικό εμπόριο εξακολουθεί να είναι ένας από τους πυλώνες της παγκόσμιας οικονομίας και αμερικανικής ευημερίας. Ευρωπαϊκοί τομείς από τη βιομηχανία μέχρι την τεχνολογία και την ενέργεια εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους πιο ανθεκτικούς παγκοσμίως. Η Ευρώπη φιλοξενεί αιχμιακή  επιστημονική έρευνα και κορυφαίους πολιτιστικούς θεσμούς». Παραπλήσια και πολλαπλή σημασία έχει μια ακόμη αναφορά. «Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί μας διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα ”σκληρής ισχύος” έναντι της Ρωσίας σχεδόν σε κάθε μέτρο πλην των πυρηνικών όπλων».

Σ’ αυτά τα πεδία οι ΗΠΑ αναζητούν τα βασικά σημεία στήριξης της στρατηγικής τους, με μια «υποσημείωση». Όπως με έναν έμμεσο τρόπο θέτουν το ζήτημα, έχουν πάντα στα υπόψη ως έσχατη εφεδρεία το αγγλοσαξονικό μπλοκ.

Επιλογές αβέβαιες

Αυτά είναι τα δεδομένα που προσδιορίζουν και τη δική μου βάση θεώρησης του όλου ζητήματος. Απ’ εκεί και πέρα τα ερωτήματα προς απάντηση αφορούν το τι σημαίνουν οι διάφορες κινήσεις αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού ζητήματος στις σημερινές συνθήκες.

Πριν προχωρήσω σ’ αυτό, αναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση με άλλες πλευρές του ίδιου ζητήματος. Για το τι επιδιώκει ο Τραμπ όσον αφορά τις σχέσεις με τη Ρωσία μπορούν να γίνουν διάφορες υποθέσεις και εκτιμήσεις. Εκείνο πάντως που δεν ισχύει είναι η ύπαρξη αυταπατών περί του αν η Ρωσία μπορεί να μετατραπεί σε σύμμαχο των ΗΠΑ, όπως λ.χ. υπήρξαν και παραμένουν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις. Απ’ εκεί και πέρα, το τι μπορεί να πετύχει σε σχέση με το ουκρανικό ή στο πόσο μπορεί να επιβραδύνει την προσέγγιση Ρωσίας, Κίνας, μένει να το δούμε. Όσον αφορά τώρα άλλους συμμάχους, υπαρκτούς, όπως κάποιες αραβικές χώρες κ.ά., σαφώς και είναι χρήσιμες για την πολιτική των ΗΠΑ δεν αποτελούν, ωστόσο, δυνάμεις πάνω στις οποίες μπορούν να στηρίζουν την μακροπρόθεσμη στρατηγική τους. Κάτι ανάλογο ισχύει σε σχέση με επιδιωκόμενες συνεργασίες με σημαντικές δυνάμεις, όπως λ.χ. η Ινδία κ.ά. Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την αναβάθμιση των σχέσεών τους με την Ινδία τόσο σε αναφορά με τη διαμόρφωση των γενικότερων συσχετισμών στον κόσμο όσο και ειδικότερα σε σχέση με την παρέμβασή τους στην περιοχή της Ασίας και την αντιμετώπιση της Κίνας. Μόνο που η Ινδία δεν είναι πλέον από τις χώρες που μπορεί να συρθούν εύκολα στο άρμα της μιας ή της άλλης δύναμης. Έχει τη δική της ατζέντα, στη βάση της οποίας μπορεί να συναλλάσσεται τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τη Ρωσία ή ακόμη και την Κίνα.

Οι απαιτήσεις των ΗΠΑ

Για να επανέλθω στα ερωτήματα που αφορούν τη «συμπεριφορά» των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη. Εκείνο που βασικά θεωρώ πως επιδιώκεται είναι το να συνταχθούν με τις ΗΠΑ ενόψει των μεγάλων αναμετρήσεων που επίκεινται και μάλιστα με τους όρους που θεωρούν πλέον αναγκαίους οι ΗΠΑ. Να συμβάλλουν στη στρατιωτική ισχυροποίηση του δυτικού μπλοκ μέσα από την αύξηση στο 5%  των στρατιωτικών δαπανών  στους προϋπολογισμούς τους.  Να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ. Ήδη έχουν υποχρεωθεί να αντικαταστήσουν το φθηνό ρωσικό αέριο με το πανάκριβο αμερικανικό. Ταυτόχρονα, πιέζονται να ανοίξουν ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή αγορά σε αμερικανικά προϊόντα και υπηρεσίες.

ΗΠΑ-Ευρώπη-Ουκρανία

Όσον αφορά το ζήτημα της Ουκρανίας. Αναφέρθηκα ήδη ότι το ουκρανικό δεν πρόκειται να κλείσει είτε υπάρξει μια κάποια συμφωνία είτε όχι. Ένα δεδομένο που ούτε οι ΗΠΑ ούτε κανείς αγνοεί. Με βάση αυτό και σε αναφορά με το σύνολο των ζητημάτων που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ επιλέγουν την εκδοχή της -προσωρινής έστω- απαγκίστρωσης. Αυτό καθόλου δε σημαίνει «εγκατάλειψη» ούτε της Ουκρανίας ούτε βέβαια της Ευρώπης.

Σε σχέση μ’ αυτό πολύς λόγος γίνεται και σε δραματικούς τόνους για τα «βάρη» που φορτώνονται στην Ευρώπη. Αναμφίβολα, υπαρκτό πρόβλημα μόνο που επιδέχεται και μια δεύτερη ανάγνωση. Το ότι σηματοδοτούν και την ανάθεση ρόλου αντιμετώπισης του ουκρανικού ζητήματος και για όσο οι ΗΠΑ θα επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους σε άλλα μέτωπα. Μια αντιμετώπιση που εν τέλει υπογραμμίζεται από τη θέση ότι οι ΗΠΑ θέλουν μια Ευρώπη που δεν θα κυριαρχείται από καμία άλλη εχθρική δύναμη. Τώρα ως προς το ποια μπορεί να εννοείται σαν τέτοια δύναμη, μπορεί κανείς να υποθέσει την Κίνα, μόνο που αυτή πέφτει κάπως μακριά, ενώ ακριβώς δίπλα βρίσκεται η Ρωσία.

Όσον αφορά τις αντιδράσεις των  ευρωπαϊκών  ελίτ, αυτές συνδέονται κατά κύριο λόγο με ένα ζήτημα. Στο ότι διεκδικούν  για τον εαυτό τους  έναν πιο αναβαθμισμένο ρόλο στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας από αυτόν που διαφαίνεται στους σχεδιασμούς Τραμπ. Όσον αφορά το ουκρανικό, η στάση τους  επιδέχεται και αυτή μια δεύτερη ανάγνωση. Οι αντιδράσεις τους  χρησιμεύουν και ως παράγοντες πίεσης στη ρωσική πλευρά στο πεδίο των διαπραγματεύσεων. Ταυτόχρονα, μέσω αυτών επιδιώκουν  τη μεγαλύτερη ανάμειξη των ΗΠΑ αφ’ ενός για να ισχυροποιείται η διαπραγματευτική θέση της Δύσης και αφετέρου -μακροπρόθεσμα- για τη συνολική αντιμετώπιση του «ευρασιατικού» ζητήματος. Πέραν αυτών, η «δυσφορία» των Ευρωπαίων συνδέεται με τον ωμό χαρακτήρα της παρέμβασης Τραμπ στις ευρωπαϊκές πολιτικές διεργασίες. Την ενθάρρυνση δυνάμεων που δείχνουν τάσεις μεγαλύτερης  προσαρμογής και ευθυγράμμισης με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ. Τις παρεμβάσεις που φτάνουν μέχρι την άσκηση πιέσεων για παραμερισμό των σημερινών πολιτικών ηγεσιών στην Ευρώπη.

Σε σχέση με όλα αυτά μια παρατήρηση. Εκείνα που θα καθορίσουν μακροπρόθεσμα τις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης θα είναι τα πραγματικά δεδομένα του όλου ζητήματος στα οποία (όσο και όπως) αναφέρθηκα. Αυτά είναι που υπαγορεύουν αναγκαιότητες και οι οποίες θα αφορούν τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Ευρώπη. Αυτές που -κυρίως- θα καθορίσουν τις μορφές πολιτικής που θα τις υπηρετήσουν και όχι το αντίστροφο.

Μέση Ανατολή

«Μετακύλιση βαρών, οικοδόμηση ειρήνης». «Εδώ και μισό αιώνα οι ΗΠΑ έδιναν προτεραιότητα στη Μ. Ανατολή». Αυτό οφειλόταν, όπως αναφέρεται, στη σημασία που είχε το ενεργειακό ζήτημα, καθώς και στο ότι η περιοχή αποτελούσε πεδίο ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Το ενεργειακό δεν έχει την ίδια βαρύτητα με όση είχε. Μια εξέλιξη που συνδέεται στο ότι έχουν διευρυνθεί οι πηγές ενέργειας. Ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων έχει εκλείψει και, όπως αναφέρεται, έχει αντικατασταθεί με τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων όπου «οι ΗΠΑ πλεονεκτούν». Αυτά δε σημαίνουν, βέβαια, ότι οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται ή δεν παρεμβαίνουν ενεργά στα τεκταινόμενα στην περιοχή.

Οι διαθέσεις τους είναι σαφείς και εκφράζονται συγκεκριμένα. «Η Αμερική θα έχει πάντα σαν ζωτικό ζήτημα το ότι τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής δεν θα πέσουν στα χέρια ενός εχθρικού καθεστώτος». Ότι τα στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά, ότι η Ερυθρά Θάλασσα πλωτή, ότι το Ισραήλ θα είναι ασφαλές. Αυτά είναι που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της παρουσίας - παρέμβασης των ΗΠΑ στην περιοχή και τα «όρια» που θέτουν. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο βλέπουν την εξέλιξη του ανταγωνισμού στην περιοχή καθώς θεωρούν ότι «η περιοχή θα μετατραπεί σε πηγή και προορισμό διεθνών επενδύσεων» κ.λπ.

Καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το γίγνεσθαι σ’ αυτή την περιοχή είναι αυτά που αναφέρονται ως πλεονεκτήματα των ΗΠΑ. Πλεονεκτήματα που είναι όντως υπαρκτά, τόσο αυτά που αναφέρονται όσο και εκείνα που δεν αναφέρονται. Θα αναφερθώ κατ’ αρχάς σ’ εκείνα που έχουν και τον πιο αποφασιστικό χαρακτήρα. Στη δυνατότητα των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στρατιωτικά στην περιοχή, να πιέζουν, να εκβιάζουν, να απειλούν τις χώρες και τις δυνάμεις της περιοχής. Μια δυνατότητα που δεν έχει η Κίνα, αλλά ούτε και η Ρωσία, όπως αποδείχτηκε με την περίπτωση της Συρίας. Μια δυνατότητα που στηρίζεται στην ύπαρξη του Ισραήλ, που οι ΗΠΑ έχουν μετατρέψει σε μια υπερεξοπλισμένη δύναμη και η οποία με την κάλυψη των ΗΠΑ μπορεί να επιφέρει σοβαρά πλήγματα στις γύρω χώρες. Μια δυνατότητα που υποστηρίζεται από την ύπαρξη βάσεων των ΗΠΑ, όπως αυτή της Σούδας, αλλά και των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, καθώς και της δύναμης κρούσης που αποτελεί ο στόλος των αεροπλανοφόρων των ΗΠΑ.

Από κοντά και οι συμμαχίες που έχουν οικοδομήσει στην περιοχή με αραβικές χώρες, αλλά και την Τουρκία, ανεξάρτητα με τις τριβές που εκδηλώνονται στις σχέσεις τους με αυτή τη χώρα. Παράγοντες που τους είδαμε να δρουν τόσο στην περίπτωση της Συρίας όσο και στην ανελέητη σφαγή των Παλαιστινίων από το σιωναζιστικό καθεστώς του Ισραήλ. Στην ίδια βάση και η επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, ένα χτύπημα με πολλούς αποδέκτες. Τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, Ρωσία-Κίνα, το ίδιο το Ιράν αλλά και τις άλλες χώρες της περιοχής «φιλικές» ή όχι και οι οποίες θα πρέπει να υπολογίζουν στο τι μπορεί να τους έρθει πριν τις όποιες κινήσεις τους.

Αυτή η «υπενθύμιση» έχει τη χρησιμότητά της επειδή παρά τις επιτυχίες των ΗΠΑ (Συμφωνίες του Αβραάμ κ.λπ.) η περιοχή παραμένει σχετικά ασταθής και επιδεχόμενη αναταράξεις και ανατροπές. Το Ιράν, παρά τα πλήγματα που έχει δεχτεί, παραμένει πόλος αντίστασης. Αντίστοιχα, Χεζμπολάχ και Χαμάς που και αυτές έχουν πληγεί εξακολουθούν να διατηρούν μέρος των δυνάμεών τους.

Ο παράγοντας, ωστόσο, που διαχρονικά παραμένει καταλύτης εξελίξεων στην περιοχή είναι το ζήτημα της Παλαιστίνης, είναι η αντίσταση του παλαιστινιακού λαού. Παρά τα σχέδια «ειρήνευσης» που έχουν προωθηθεί, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο ότι ούτε το Ισραήλ ούτε οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να αποδεχτούν λύσεις που στοιχειωδώς να εκφράζουν τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των Παλαιστινίων αλλά τις ακριβώς αντίθετες. Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι όροι που θα πυροδοτούν κάθε τόσο τις εξεγέρσεις των Παλαιστινίων που με τη σειρά τους θα προκαλούν γενικότερες αναστατώσεις.

«Το δικό μας κάθαρμα»

Σε αυτό το πλαίσιο και με αυτούς τους όρους, σχεδιάζουν οι ΗΠΑ στην περιοχή να προωθήσουν τις επενδύσεις τους, να αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους. Στην ίδια βάση διατυπώνεται και η άποψη πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να σταματήσουν να κριτικάρουν και να πιέζουν τις αραβικές χώρες για τα καθεστώτα τους και να βάζουν σε προτεραιότητα τις οικονομικές τους σχέσεις με αυτές. Με απλά λόγια, να βάλουν στις άκρη τις όποιες ενστάσεις που αφορούν τις σχέσεις τους με τα καθεστώτα που αποδεδειγμένα είναι από τα πιο αναχρονιστικά, αυταρχικά και διεφθαρμένα.

Δεν είναι κάτι νέο στην πολιτική των ΗΠΑ, ούτε έχει σχέση μόνο με την οικονομία που, όπως υποστηρίζεται, είναι το μόνο που απασχολεί τον Τραμπ. Αποτελεί έκφραση μιας συνολικής πολιτικής οπτικής που επιδιώκει τη στερέωση δεσμών και ελέγχου με τις άρχουσες τάξεις χωρών της περιοχής. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι η σημερινή εκδοχή της απάντησης που είχε δώσει υπουργός των ΗΠΑ σε γερουσιαστή που διαμαρτυρόταν για τη στήριξη που δινόταν σε δικτάτορα σε χώρα της Λατινικής Αμερικής, τον οποίο χαρακτήριζε ως κάθαρμα. «Ναι, αλλά είναι δικό μας κάθαρμα», απάντησε ο υπουργός.

Αφρική

Όσον αφορά την αφρικανική ήπειρο, οι αναφορές στη «στρατηγική ασφάλειας» δεν έχουν την έκταση ούτε φέρουν τη βαρύτητα που δίνεται σε άλλες περιοχές. Μια πιθανή εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στο ότι δε δίνεται άμεση προτεραιότητα παρέμβασης σε αυτή την περιοχή, με δεδομένο ότι στοχεύουν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους σε άλλα μέτωπα που είτε είναι ανοιχτά είτε στοχεύουν να ανοίξουν. Πιθανό επίσης και με βάση τις προηγούμενες ιεραρχήσεις, να μην έχουν προχωρήσει σε ολοκληρωμένη ανάλυση, διαμόρφωση της στρατηγικής τους σε αυτή την ήπειρο.

Αυτό δε σημαίνει ότι οι ΗΠΑ στοχεύουν να αφήσουν το αφρικανικό πεδίο έξω από κάθε δική τους παρέμβαση. Με τα σημερινά δεδομένα, ωστόσο, σκοπεύουν να προχωρήσουν σε τακτικές κινήσεις που θα υποδηλώνουν την παρουσία τους στα τεκταινόμενα στην περιοχή και θα διαμορφώνουν το έδαφος μελλοντικών πιο δραστικών παρεμβάσεων. Έτσι, διατυπώνεται η θέση πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να επιδιώκουν συνεργασία με επιλεγμένα κράτη. «Να παρέμβουν σε μια κατεύθυνση μετριασμού των συγκρούσεων και να ευνοήσουν μια επενδυτική πρακτική και την αξιοποίηση των άφθονων φυσικών πόρων και του λανθάνοντος δυναμικού της Αφρικής. Θα πρέπει οι ΗΠΑ να μεταβούν από μια σχέση με την Αφρική βασισμένη στη βοήθεια σε μια σχέση βασισμένη στο εμπόριο και τη συνεργασία. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υπάρχει επαγρύπνηση απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία με αποφυγή, ωστόσο, μιας μακροπρόθεσμης στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ ή ανάλογες δεσμεύσεις».

Αυτό που διαφαίνεται με όλα αυτά είναι πως οι ΗΠΑ ιεραρχούν σε πρώτο πλάνο την ανάπτυξη πολιτικών εμπορικών, οικονομικών σχέσεων και διαμόρφωση συνθηκών ευνοϊκών για αμερικανικές επενδύσεις. Ταυτόχρονα, κρίνεται ως μη αναγκαία μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία είτε επειδή δεν αισθάνονται έτοιμες για κάτι τέτοιο, είτε επειδή, με ανοιχτά τόσα μέτωπα, δεν επαρκούν οι δυνάμεις τους.

Ωστόσο, ούτε αυτή η πλευρά (η στρατιωτική) απουσιάζει. Έχει εδώ και χρόνια δημιουργηθεί ένα στρατηγείο  που αφορά την Αφρική ενώ ο πρόσφατος βομβαρδισμός «τρομοκρατικών» βάσεων στη Νιγηρία υπενθυμίζει ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τα στρατιωτικά μέσα αλλά και την πρόθεση να τα χρησιμοποιήσουν για να στηρίζουν και με αυτά  την παρέμβασή τους.

Ασία-Ειρηνικός

Στο κεφάλαιο Ασία προτάσσονται ως βασικές επιδιώξεις: «Νίκη στο οικονομικό μέλλον. Αποτροπή στρατιωτικής αναμέτρησης». Πιο συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι ο Ινδοειρηνικός αποτελεί πηγή του 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ. (Ας προστεθεί ότι εκεί βρίσκονται και 4,8 δισεκατομμύρια κάτοικοι). Αυτό καθιστά την περιοχή κρίσιμο πεδίο οικονομικής και πολιτικής αντιπαράθεσης για το επόμενο διάστημα. Μια σημασία που μεγεθύνεται από το γεγονός της ύπαρξης θαλάσσιων διαδρομών και περασμάτων απ’ όπου διακινείται ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Και βεβαίως στο ότι σ’ αυτή την περιοχή υπάρχει και ο θεωρούμενος ως ο κύριος -προοπτικά- ανταγωνιστής των ΗΠΑ, η Κίνα. Αυτοί είναι συνοπτικά οι λόγοι που οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι εκεί θα κριθούν τελικά οι παγκόσμιοι συσχετισμοί.

Σε σχέση με αυτές τις θέσεις. Η θέση περί αποτροπής στρατιωτικής αναμέτρησης δε σημαίνει βέβαια ότι οι ΗΠΑ μετατράπηκαν ξαφνικά σε φιλειρηνική δύναμη. Σχετίζεται με την εκτίμηση ότι οι συσχετισμοί στην περιοχή είναι τέτοιοι που δεν προσφέρονται και τόσο για στρατιωτικές επεμβάσεις σαν αυτές που συνηθίζουν οι ΗΠΑ. Αυτό το μειονέκτημα επισημαίνεται με σαφήνεια στην έκθεση ασφάλειας όπου αναφέρεται: «Ενίσχυση της ικανότητας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να αποτρέψουν απόπειρα κατάληψης της Ταϊβάν ή την επίτευξη μιας τέτοιας ανισορροπίας δυνάμεων σε βάρος μας που θα καθιστούσε αδύνατη την υπεράσπιση του νησιού».

Διαμόρφωση όρων ισχύος

Με βάση αυτά τα δεδομένα σχεδιάζουν την ισχυροποίηση των όρων και προϋποθέσεων που θα καθιστούν την παρέμβασή τους αποτελεσματική σ’ αυτό το κρίσιμο πεδίο. Κατ’ αρχάς την ισχυροποίηση  των ίδιων των ΗΠΑ οικονομικά και στρατιωτικά. Αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενα κεφάλαια στα μέτρα που παίρνονται σε μια τέτοια κατεύθυνση, καθώς και σε κάποια ακόμη, όπως η αύξηση στο 5% των στρατιωτικών δαπανών του ΝΑΤΟ καθώς και η ισχυροποίηση της θέσης των ΗΠΑ σε διάφορες περιοχές, ώστε να διαμορφώνεται ένας συνολικά ευνοϊκός συσχετισμός για την παρέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή. Γενικότερα εκτιμάται ότι «η αξιοποίηση της οικονομικής και τεχνολογικής υπεροχής των ΗΠΑ είναι ο ασφαλέστερος τρόπος αποφυγής μιας μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής σύγκρουσης».

Η σημασία των συμμαχιών

Όπως και γενικότερα, αλλά και ειδικότερα για την παρέμβασή τους σ’ αυτή την περιοχή, ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο ζήτημα των συμμαχιών (οικονομικού, πολιτικού και στρατιωτικού χαρακτήρα). Οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι στο δύσβατο πεδίο Ασίας-Ειρηνικού η παρέμβασή τους για να είναι αποτελεσματική χρειάζεται τη στήριξη ευρύτερων συμμαχιών και σε όλα τα πεδία. Βασικός στόχος (και «κίνητρο» και για άλλες δυνάμεις) «η αποτροπή κυριάρχησης μιας δύναμης στην περιοχή» (και προφανώς εννοείται η Κίνα), «η διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης των θαλάσσιων διαδρομών και περασμάτων, η ανεμπόδιστη ανάπτυξη του εμπορίου, των εν γένει οικονομικών συναλλαγών».

Για την υλοποίηση αυτού του στόχου επιδιώκουν την ενεργό συμβολή των συμμάχων τους στην περιοχή (Ιαπωνία, Αυστραλία, Ν. Κορέα, Ν. Ζηλανδία) αλλά και των Ευρωπαίων. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται η ανάπτυξη πολύμορφων σχέσεων και με τον άλλο γίγαντα της περιοχής (Ινδία) καθώς και με άλλες χώρες, όπως Ινδονησία, Βιετνάμ(!), Φιλιππίνες κ.ά., προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι αυτά που επιδιώκουν οι ΗΠΑ υπηρετούν και δικά τους οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται «Βελτίωση εμπορικών και άλλων σχέσεων με Ινδία, ώστε να συνεισφέρει στην ασφάλεια του Ινδοειρηνικού και με συνέχιση της τετραμερούς συνεργασίας (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία, Ινδία) για την αποτροπή κυριαρχίας οποιασδήποτε ανταγωνιστικής δύναμης».

Αναπροσαρμογή οικονομικών σχέσεων με Κίνα

Όσον αφορά τα της οικονομίας. Είναι δεδομένο το ότι βασικό πρόβλημα των ΗΠΑ σ’ αυτό το πεδίο συνδέεται με την Κίνα και σε αναφορά όχι μόνο με αυτή την περιοχή αλλά συνολικότερα. Οι στοχεύσεις τους αφορούν αφενός την ισχυροποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ και αφετέρου την αποδυνάμωση, τον περιορισμό της Κίνας. Σε μια τέτοια λογική απορρίπτεται η προηγούμενη πολιτική απέναντι στην Κίνα. Τίθεται ως στόχος η επαναφορά  σε σχέση  ισορροπίας των εμπορικών συναλλαγών   ΗΠΑ-Κίνας. Η γενικότερη αναδιαπραγμάτευση και επαναρρύθμιση (προς όφελος των ΗΠΑ) των οικονομικών συναλλαγών με την Κίνα. Μια πολιτική που ήδη εκφράστηκε αμέσως μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Τραμπ και εκδηλώθηκε με διάφορα μέτρα. Στην ίδια κατεύθυνση καλούν και τους Ευρωπαίους και άλλους συμμάχους τους να ξαναδούν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Κίνα και να τις αναπροσαρμόσουν στη βάση των νέων αναγκαιοτήτων που θέτει η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Εκκλήσεις συστράτευσης

Σε σχέση με όλα αυτά -και όχι μόνο- ιδιαίτερο βάρος και σε αναφορά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και συνολικά η Δύση, όχι μόνο στην περιοχή αλλά και συνολικά στον κόσμο έχουν και ορισμένες σημαντικές επισημάνσεις. «Έχουμε καταστήσει σαφές στους συμμάχους μας ότι το τρέχον έλλειμμα συναλλαγών των ΗΠΑ δεν είναι βιώσιμο». Έχουμε εδώ μια «ομολογία» η οποία ωστόσο έχει συγκεκριμένο νόημα και στόχευση. Απευθυνόμενες οι ΗΠΑ στους συμμάχους τους εννοούν ότι το έλλειμμα των ΗΠΑ είναι και δικό τους πρόβλημα και ως τέτοιο οφείλει  να αντιμετωπιστεί από κοινού. (Σε μια τέτοια λογική άλλωστε «πείστηκαν» οι Ευρωπαίοι να αγοράζουν το πανάκριβο αμερικανικό αέριο, στην ίδια πιέζονται να ανοίξουν κι άλλο την αγορά τους στα αμερικανικά προϊόντα κ.λπ.). Ταυτόχρονα σε αντιστάθμισμα των «θυσιών» που απαιτούν από τους συμμάχους τους προβάλλουν και τις δυνατότητες και την προοπτική που έχει μια τέτοια συνεργασία. Αυτό το νόημα έχει η αναφορά στα 30 τρισεκατομμύρια δολάρια στα οποία ανέρχεται το ΑΕΠ των ΗΠΑ και η στόχευση να ανέβει στα 40 στο προσεχές διάστημα. Στο ότι σ’ αυτά θα πρέπει να συνυπολογίζονται τα 35 τρισεκατομμύρια του ΑΕΠ των συμμάχων των ΗΠΑ, το άθροισμα των οποίων προσφέρει «μια συνολική οικονομική ισχύ που μπορεί να αντιμετωπίσει αρπακτικές πρακτικές, να διαφυλάξει την προνομιούχα θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία».

«Παραφράζοντας» αυτές τις αναφορές θα μπορούσε να ειπωθεί πως αυτά που λένε οι ΗΠΑ στους συμμάχους τους είναι τα εξής: Η κυριαρχία της Δύσης, τα οφέλη που αποκομίσατε και εσείς (οικονομικά, πολιτικά κ.λπ.) πραγματοποιήθηκαν μέσα από τη δράση μιας συμμαχίας που είχε ως ατμομηχανή της τις ΗΠΑ. Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, στις δυσκολίες που εμφανίζονται τόσο σ’ αυτή την περιοχή όσο και συνολικά στον κόσμο, η διέξοδος είναι μία. Η ισχυροποίηση αυτής της ατμομηχανής, ως της μόνης ικανής να σύρει ξανά το τρένο της δυτικής συμμαχίας στις ράγες της επιτυχίας.

Οι στρατιωτικοί όροι

Οι επιτελείς των ΗΠΑ γνωρίζουν πολύ καλά ότι σε συνθήκες ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών η στρατιωτική στήριξη αποτελεί απαράγραπτο όρο προώθησης των οικονομικών και πολιτικών τους επιδιώξεων. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως «μια ευνοϊκή συμβατική στρατιωτική ισορροπία παραμένει ουσιώδες στοιχείο του στρατηγικού ανταγωνισμού». Προς τούτο, και όπως ξεκαθαρίζουν, «θα θωρακίσουμε και θα ενισχύσουμε την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Ινδοειρηνικό». Ταυτόχρονα, καλούν τους συμμάχους τους να αναλάβουν δράση και «να ξοδέψουν περισσότερα για τη συλλογική τους άμυνα». Μια παρότρυνση που απευθύνεται στους συμμάχους τους στην περιοχή παρόμοια με εκείνη που επέβαλλαν με την αύξηση στο 5% των στρατιωτικών   προϋπολογισμών τους στις χώρες του ΝΑΤΟ. Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διασφαλίσουν στο συμβατικό πεδίο εκείνον τον στρατιωτικό συσχετισμό που να υπηρετεί και να επιβάλλει τις επιδιώξεις τους στην περιοχή.

Το πρόβλημα Ταϊβάν

Κρίσιμο στοιχείο από στρατιωτική, στρατηγική άποψη (και οικονομική εντέλει) είναι το ζήτημα της Ταϊβάν. Παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αναφορές στο ζήτημα αυτό. «Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να μην υποστηρίζουν οποιαδήποτε μονομερή μεταβολή του status quo στα στενά της Ταϊβάν». Και ακόμη, «Συναφής πρόκληση ασφαλείας η πιθανότητα οποιοσδήποτε ανταγωνιστής να αποκτήσει τον έλεγχο της θάλασσας της Νότιας Κίνας». Ταυτόχρονα, γίνονται αναφορές στο πρόβλημα που τίθεται σε σχέση με τον έλεγχο της πρώτης και δεύτερης «αλυσίδας νήσων» στην περιοχή. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα αναφέρθηκα προηγούμενα στην αναγκαιότητα συμβολής των συμμάχων τους και διαμόρφωσης γενικότερα ενός συμβατικού στρατιωτικού συσχετισμού χωρίς τον οποίο δεν θα είναι δυνατή η υπεράσπιση του νησιού. Σε αναφορά με το ίδιο ζήτημα, οι προσπάθειες προσεταιρισμού και άλλων δυνάμεων (Ινδία κ.ά.) για ένα πρόβλημα που θεωρείται ότι αφορά και τις ίδιες.

Πέραν αυτών, ερωτηματικά γεννάνε και ορισμένες διατυπώσεις. Αναφέρομαι λ.χ. στο τι μπορεί να σημαίνει η διατύπωση της εναντίωσης σε μια «μονομερή» μεταβολή του status quo στα στενά της Ταϊβάν. Πρόκειται απλώς για μια «τυχαία» διατύπωση ή υποδηλώνει και μια διάθεση μιας «πολυμερούς» ρύθμισης. Και αν  ναι και με δεδομένο ότι από μια τέτοια ρύθμιση δεν μπορεί να απουσιάζει η Κίνα, ποια θέματα μπορεί να αφορά και μέχρι ποιου ορίου;

Ως προς τα όρια, αυτό που συνάγεται είναι πως βασικός και αμετακίνητος στόχος της επιδιωκόμενης συστράτευσης είναι η αποτροπή κυριάρχησης μιας δύναμης (δηλαδή της Κίνας) στις θάλασσες που την περιβάλλουν. Ανάλογης βαρύτητας η στόχευση διασφάλισης των θαλάσσιων οδών και περασμάτων, συνοδευόμενες και από αναφορές στη σημασία της πρώτης και δεύτερης αλυσίδας νήσων της περιοχής. Απ’ εκεί και πέρα το αν και κατά πόσο μπορεί να υπάρξει και πεδίο διαπραγμάτευσης και σε αναφορά με ποια ζητήματα, μένει να το δούμε. Πολύ περισσότερο, καθώς και μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ υπάρχουν διαφορετικές τάσεις και απόψεις, ενώ και σε αναφορά με το σύνολο των εξελίξεων στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού κινείται μέσα από μια σύμπλεξη πολλών μεταβλητών, παραγόντων και δυνάμεων, των σχέσεων και αντιθέσεών τους.

Αντί επιλόγου

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η στρατηγική που εκπονήθηκε από τους επιτελείς των ΗΠΑ για το επόμενο διάστημα. Αν χρειαζόταν μια συνόψιση, αυτή απλώς θα επαναλάμβανε τα όσα αναφέρω στο κεφάλαιο «Συνοπτικό διάγραμμα στοχεύσεων», όπου αναφέρομαι στους βασικούς άξονες μέσω των οποίων στοχεύουν να κινηθούν ως ΗΠΑ στο επόμενο διάστημα.

Τακτική επιθετικής προώθησης

Πέραν αυτών, ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό ζήτημα. Ένα ζήτημα που αναδεικνύεται με βάση μια σειρά κινήσεις και πρωτοβουλίες των ΗΠΑ. Κινήσεις που με έναν τρόπο καταδείχνουν το πώς αντιλαμβάνονταν οι ΗΠΑ την προώθηση αυτής της στρατηγικής στην πράξη. Το ερώτημα που τίθεται αφορά στο τι σηματοδοτούν αυτές οι κινήσεις σε αναφορά με τη διατυπωμένη στρατηγική.

Μια εκδοχή είναι πως πρόκειται για μια τακτική επιθετικής προώθησης αυτής της στρατηγικής. Μια δεύτερη, πως αυτές οι επιθετικές πρωτοβουλίες συνθέτουν πλέον μια στρατηγική που την υπερβαίνει και θέτει πλέον ευρύτερες στοχεύσεις. Μια στρατηγική που περισσότερο θα απέκλινε προς τις επιλογές Μπάιντεν παρά στα όσα έχει εξαγγείλει ο Τραμπ.

Βεβαίως το τελευταίο που θα περίμενε κανείς  είτε με Μπάιντεν είτε με Τραμπ θα ‘ταν μια «παραίτηση» των ΗΠΑ από τη χρήση της ισχύος τους. Κάτι τέτοιο είναι ασύμβατο με τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα αυτής της χώρας και όπως άλλωστε έχει καταδειχτεί τόσες φορές και με τον πιο αιματηρό τρόπο.

Το ερώτημα αφορά το στη βάση ποιας στρατηγικής προκρίνονται οι μορφές άσκησης αυτής της ισχύος. Όσο με αφορά κλίνω προς την πρώτη εκδοχή (της επιθετικής προώθησης) με μια υποσημείωση. Μια «τελεσίδικη» απάντηση στο ερώτημα συνδέεται και με τα αποτελέσματα αυτής της επιθετικής τακτικής. Το αν δηλαδή τα αποτελέσματά της θα είναι τέτοια που να «ενθαρρύνουν» σε μια κατεύθυνση προώθησης ευρύτερων στοχεύσεων ή το αντίθετο. Όπως και να ‘χει, είναι η διερεύνηση αυτών των κινήσεων και των αποτελεσμάτων τους εκείνη που μπορεί να μας δώσει πιο συγκεκριμένες απαντήσεις.

Κινήσεις υψηλού ρίσκου

Όσον αφορά τώρα τις σημαντικότερες από αυτές τις κινήσεις. Αναφέρομαι στην από κοινού (Ισραήλ-ΗΠΑ) επίθεση στο Ιράν και στον βομβαρδισμό των πυρηνικών του εγκαταστάσεων από τη στρατηγική αεροπορία των ΗΠΑ. Στην επιδρομή στη Βενεζουέλα, την απαγωγή του προέδρου της Νικολάς Μαδούρο, τις απειλές και εκβιασμούς της πολιτικής της ηγεσίας. Από κοντά και στις απειλές επέμβασης σε Κολομβία, Μεξικό. Στις πειρατικού χαρακτήρα αιχμαλωσίες δεξαμενόπλοιων που ορισμένα έφεραν ρωσική σημαία καθώς και στις απειλές επιβολής δασμών 25% σε όσες χώρες συναλλάσσονται οικονομικά με τη Ρωσία. Στις απειλές περί στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν, με αφορμή την αιματηρή κατάπνιξη των διαδηλώσεων από το καθεστώς. Και βεβαίως στις απειλές περί προσάρτησης της Γροιλανδίας ακόμη και με στρατιωτική κατάληψή της.

Ως προς τα αποτελέσματα ή τις συνέπειες αυτών των κινήσεων θα ήθελα κατ’ αρχάς να σταθώ σε αυτό που και σημαντικό είναι αλλά που ενέχει και τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα. Με τις κινήσεις τους αυτές οι ΗΠΑ παίρνουν το ρίσκο να θέσουν στις άλλες δυνάμεις (και βασικά σε Ρωσία και Κίνα) ένα σημαντικό δίλημμα. Είτε να απαντήσουν σε ανάλογη κλίμακα είτε να περιοριστούν σε φραστικές καταγγελίες αποδεχόμενες στην ουσία τα τετελεσμένα. Στην τροχιά αυτή κινούνται οι ΗΠΑ αξιοποιώντας ένα υπαρκτό δεδομένο. Το γεγονός ότι τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα δεν έχουν δυνατότητες υπερπόντιων παρεμβάσεων σαν αυτές που διαθέτουν οι ΗΠΑ (όπως άλλωστε φάνηκε και παλιότερα στις περιπτώσεις Λιβύης, Συρίας κ.λπ.). Μόνο που όσο ισχύει αυτό άλλο τόσο ισχύει ότι είναι πολύ ισχυρές στα σύνορα και την εγγύτερη περιφέρειά τους.

Στις περιπτώσεις αυτές το ρίσκο «μεταφέρεται» και στην πλευρά των ΗΠΑ και συνολικά παρμένο αφορά πλέον όλες τις ανταγωνιζόμενες πλευρές. Το μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει αυτό και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει είναι ένα ερώτημα που επίσης αφορά όλες τις πλευρές.

Απέναντι σε Ρωσία-Κίνα

Και για να γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Αναφέρομαι κατ’ αρχάς στο ζήτημα της Ουκρανίας. Εδώ η πολιτική Τραμπ δεν είναι βέβαια η «εγκατάλειψη» της Ουκρανίας, ούτε η παραίτηση από την επιδίωξη αντιμετώπισης της Ρωσίας. Το βασικό εδώ, η αποφυγή μιας κλιμάκωσης στην οποία θα κριθούν τα πάντα, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας ήττας στρατηγικού χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, προωθεί μια πολιτική που στην ουσία αφήνει το ζήτημα ανοιχτό, μέσα από τα «ειρηνευτικά» σχέδια και την ανάθεση διατήρησης του μετώπου στους Ευρωπαίους. Την ίδια στιγμή η διατήρηση των κυρώσεων, η προσθήκη νέων, η καταδίωξη του «σκιώδους στόλου» εντάσσονται σε μια στρατηγική οικονομικής αποδυνάμωσης της Ρωσίας ώστε να ενδώσει στις απαιτήσεις των ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά ωστόσο, στο κύριο μέτωπο, το στρατιωτικό, την πρωτοβουλία κινήσεων συνεχίζουν να την έχουν οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Με διαφορές αλλά και αναλογίες τίθεται και το ζήτημα που αφορά τις θαλάσσιες περιοχές, οδούς και περάσματα που βρίσκονται στο βεληνεκές της Κίνας και ιδιαίτερης κρισιμότητας το ζήτημα της Ταϊβάν. Για να μην επαναλάβω εδώ τα όσα εκθέτω στο κύριο μέρος αυτού του κειμένου, θα υπενθυμίσω μόνο ένα. Στο αντίστοιχο κεφάλαιο της «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» ο ένας εκ των δύο αξόνων που τίθενται αναφέρεται στην επιδίωξη «αποφυγής μιας αναμέτρησης ευρείας κλίμακας». Τόσο αυτή η διατύπωση όσο και αυτά που αναφέρονται ειδικότερα σηματοδοτούν ένα πράγμα. Το ότι οι ΗΠΑ δεν αισθάνονται έτοιμες για σύγκρουση αποφασιστικού χαρακτήρα στην περιοχή αυτή.

Σε αυτό το πλαίσιο αλλά και με σημαντικές ιδιαιτερότητες εντάσσεται και η περίπτωση του Ιράν. Δεν είναι μόνο η γεωγραφική εγγύτητα, πρώτα με τη Ρωσία και δευτερευόντως με την Κίνα (μέσω και Πακιστάν). Πάνω απ’ όλα η γεωστρατηγική σημασία του ζητήματος. Η ενδεχόμενη απώλεια του Ιράν θα συνιστούσε μια μείζονος σημασίας στρατηγική ήττα τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας. Είναι γεγονός ότι στον πόλεμο των 12 ημερών και στην αεροπορική επιδρομή των ΗΠΑ οι αντιδράσεις τους δεν ήταν ανάλογης βαρύτητας. Ωστόσο, στο διάστημα που μεσολάβησε προχώρησαν σε σημαντική προμήθεια οπλικών συστημάτων στο Ιράν. Κινήσεις που σηματοδοτούν προθέσεις αντιδράσεων άλλης κλίμακας σε περίπτωση νέας επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράν. Αντιδράσεις, ωστόσο, που συναρτώνται από τη στάση του ίδιου του Ιράν και της αντίστασης που θα σταθεί ικανό να προβάλλει.

Συμπερασματικά, τόσο οι ΗΠΑ όσο και Ρωσία-Κίνα δεν επιδιώκουν μια μετωπική και εφ όλης της ύλης αναμέτρηση στη φάση αυτή. Ταυτόχρονα, ωστόσο, και στη βάση αυτών των δεδομένων οι ΗΠΑ επιχειρούν να αξιοποιήσουν τα «περιφερειακά» τους πλεονεκτήματα ώστε να διαμορφώσουν συνολικά ευνοϊκούς όρους για λογαριασμό τους. Εκτιμούν ότι έτσι θα αναγκάσουν τους αντιπάλους τους σε υποχωρήσεις. Μόνο που τα συνολικά δεδομένα της κατάστασης που διαμορφώνεται εμπεριέχουν πάντα τον κίνδυνο ανεξέλεγκτων εξελίξεων.

Ευθυγράμμιση ή Αντίσταση

Οι επεμβάσεις των ΗΠΑ, ιδιαίτερα οι επιδρομές τους σε Ιράν και Βενεζουέλα, είχαν ορισμένες σημαντικές συνέπειες. Απέστειλαν σημαντικά μηνύματα και προειδοποιήσεις τόσο στις χώρες που δέχτηκαν αυτές τις επιθέσεις όσο και στις άλλες χώρες των αντίστοιχων περιοχών. Το ζήτημα, ωστόσο, βρίσκεται πλέον ακριβώς εδώ. Στο κατά πόσο αυτές οι χώρες, οι λαοί τους, οι πολιτικές τους δυνάμεις διατίθενται να συμμορφωθούν ή αντίθετα να αντισταθούν στις επιταγές των ΗΠΑ.

Ως προς αυτό έχουμε ήδη αρκετές χώρες που χωρίς πολλά-πολλά και για διάφορους η καθεμιά λόγους ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ. Υπάρχουν και εκείνες που δυσφορούν, που αντιτίθενται ή και αντιδρούν στην πολιτική και τις ενέργειες των ΗΠΑ. Το ερώτημα που τίθεται αφορά το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αντίδρασή τους με δεδομένη την πίεση που μπορούν και διατίθενται να ασκήσουν οι ΗΠΑ. Είναι δεδομένο ότι οι λαοί βρίσκονται στην πλευρά της αντίστασης. Το πρόβλημα στις σημερινές συνθήκες βρίσκεται στο ότι αυτές οι διαθέσεις «περνάνε» και εκφράζονται μέσα από μορφές συγκρότησης μικροαστικού, αστικού ή και φεουδαρχικού χαρακτήρα. Μέσα δηλαδή από δυνάμεις που χαρακτηρίζονται από ταλαντεύσεις ή και τάσεις συνδιαλλαγής.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν μπορούμε να προδικάσουμε κανένα αποτέλεσμα. Μπορούμε, ωστόσο, να επισημάνουμε τα εξής. Οι κινήσεις των ΗΠΑ έχουν αναμφισβήτητα ισχυροποιήσει τη δυνατότητά τους να ασκούν μια όλο και μεγαλύτερη πίεση, ιδιαίτερα στις άρχουσες ελίτ αυτών των χωρών. Δεν έχουν φέρει, ωστόσο, εκείνες τις ολοκληρωμένες «λύσεις» που επιδιώκουν οι ΗΠΑ. Δεν έχουν οδηγήσει λ.χ. στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και την ανάληψη της εξουσίας από δυνάμεις φίλα προσκείμενες στις ΗΠΑ. Όσον αφορά τη Βενεζουέλα είναι γεγονός ότι το κυβερνητικό σχήμα που διαμορφώθηκε μετά την απαγωγή του Μαδούρο εκδηλώνει τάσεις «συνεργασίας» με τις ΗΠΑ. Μόνο που σ’ αυτή τη χώρα παραμένουν ισχυρές οι δυνάμεις που διαμορφώθηκαν από το τσαβικό καθεστώς που έχουν διαφορετικές απόψεις και διαθέσεις.

Πέραν αυτών, υπάρχει και το ζήτημα της στάσης των άλλων χωρών που περιβάλλουν τις προηγούμενες. Όσον αφορά τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες, οι περισσότερες, πλην Πακιστάν και Αφγανιστάν, κινούνται στις ράγες που έχουν διαμορφώσει οι ΗΠΑ. Αλλά ακόμη κι αυτές και παρά τις αντιθέσεις τους με το Ιράν, δεν θέλουν ανατροπές και αναστατώσεις, πόσο μάλλον έναν πόλεμο, που μπορεί να μεταφερθούν και στο εσωτερικό τους. Πολύ περισσότερο που η ανοιχτή πληγή της Παλαιστίνης επιμένει να τους «υπενθυμίζει» ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα της περιοχής και των λαών της.

Ακόμη πιο έντονο εμφανίζεται το πρόβλημα στην περιοχή που οι ΗΠΑ θέλουν να την μετατρέψουν ξανά στην «πίσω αυλή» του σπιτιού τους. Δεν είναι μόνο οι αντιδράσεις της Κολομβίας και του Μεξικού που δέχονται τις ευθείες απειλές Τραμπ. Είναι σειρά χωρών της περιοχής που δεν διατίθενται να μετατραπούν ξανά σε μπανανίες των ΗΠΑ. Ιδιαίτερης σημασίας η στάση της Βραζιλίας, μιας χώρας που με βάση και το μέγεθός της δεν είναι και τόσο διαχειρίσιμη. Πολύ περισσότερο που έχει πλέον τις δικές της φιλοδοξίες τόσο σε αναφορά με τον ρόλο της στην περιοχή όσο και γενικότερα.

Στρατιωτική επέμβαση -πόσο εφικτή;

Με όλα αυτά αποτελεί ερώτημα το αν οι ΗΠΑ κατορθώσουν να πετύχουν ολοκληρωτικά τους στόχους που έχουν θέσει. Με τη σειρά του αυτό θέτει ένα άλλο και ιδιαίτερα κρίσιμο ερώτημα. Το κατά πόσο οι ΗΠΑ διατίθενται ή και μπορούν να επέμβουν στρατιωτικά για να επιβάλλουν τις θελήσεις τους. Δεν εννοώ επιχειρήσεις όπως ο βομβαρδισμός στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών, απαγωγές και δολοφονίες ηγετικών στελεχών ή και βύθιση πλοιαρίων στην Καραϊβική. Αυτές βρίσκονται ήδη στο ρεπερτόριό τους. Το ερώτημα αφορά επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας, όπως αφήνεται να εννοηθεί μέσα από κάποιες τοποθετήσεις παραγόντων των ΗΠΑ.

Μόνο που αυτές παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στρατιωτικού, πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα. Στρατιωτικά απαιτούν τη χρησιμοποίηση, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ιράν αλλά πιθανά και της Βενεζουέλας, εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Την κινητοποίηση ενός μεγάλου μέρους των στρατιωτικών μηχανισμών των ΗΠΑ (στόλος, αεροπορία κ.λπ.) με αμφίβολα, μάλιστα, αποτελέσματα, όπως έχει καταδειχτεί στις περιπτώσεις Αφγανιστάν, Ιράκ κ.λπ. Πολιτικά  θα πρέπει να «πεισθεί» η ίδια η κοινή γνώμη των ΗΠΑ πως κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και να κατανικηθούν οι αντιδράσεις που ήδη εκδηλώνονται έως και ανάμεσα στους οπαδούς του Τραμπ (MAGA).

Ευρύτερων διαστάσεων το πολιτικό ζήτημα που μπορεί να τεθεί με βάση τις αντιδράσεις των χωρών αυτών των περιοχών που το τελευταίο που θα ήθελαν είναι εγχειρήματα που μπορούν να προκαλέσουν μια συνολικότερη ανάφλεξη στην περιοχή τους.

Οικονομικά θα εμφανίσουν ένα κόστος που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

Συμπερασματικά, με δεδομένες από τη μια μεριά τις διαθέσεις των ΗΠΑ, τις δυνατότητες αλλά και τα όριά τους. Από την άλλη, το γεγονός ότι οι πολιτικές δυνάμεις που ηγούνται αυτών των χωρών και κάτω από τις πιέσεις που υφίστανται (εσωτερικές και εξωτερικές) εκδηλώνουν διαθέσεις (λιγότερο ή περισσότερο ανά περίπτωση) συνδιαλλαγής με τις ΗΠΑ, εμφανίζεται ως αρκετά πιθανή μια συγκεκριμένη εξέλιξη. Εκείνη των διαπραγματεύσεων μέσω των οποίων οι ΗΠΑ θα προσπαθούν να πετύχουν τα όσο γίνεται μεγαλύτερα οφέλη και τις δυνάμεις αυτών των χωρών να διαφυλάξουν ό,τι περισσότερο μπορούν.

Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό δεν είναι προβλέψιμο, ενώ το ενδεχόμενο αδιεξόδων που θα επαναφέρουν το πρόβλημα στις συνολικές του διαστάσεις είναι πάντα μέσα στον λογαριασμό.

Οι σύμμαχοι στον πάγο

Ας έρθω στο άλλο και ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα που έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Το ζήτημα της Γροιλανδίας. Σε σχέση μ’ αυτό και τα δεδομένα του.

Είναι αναμφισβήτητο ότι μια προσάρτηση της Γροιλανδίας θα μεγέθυνε κατά πολύ το γεωστρατηγικό βάθος των ΗΠΑ προσφέροντάς τους σημαντικά πλεονεκτήματα. Γεωστρατηγικά, πολιτικά και οικονομικά (αν και υπάρχουν ερωτηματικά για το πόσο εκμεταλλεύσιμος μπορεί να είναι για το ορατό διάστημα ο ορυκτός πλούτος της Γροιλανδίας). Από την άλλη μεριά, ωστόσο, μια τέτοια επιδίωξη έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των Ευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ. Δεν είναι απλά το «τυπικό» μέρος καθώς η Γροιλανδία υπάγεται σε μια ευρωπαϊκή χώρα (Δανία). Το κύριο βρίσκεται στο ότι μια αποδοχή της προσάρτησης της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ σημαίνει μια παραίτηση των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών από τη διεκδίκηση ενός σημαίνοντος ρόλου στα διεθνή τεκταινόμενα. Σημαίνει μια ταπεινωτική αποδοχή του ρόλου του πειθήνιου ακολούθου των ΗΠΑ. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις, οι διαμαρτυρίες, οι καταγγελίες, γι’ αυτό και οι λεονταρισμοί περί αποστολής ευρωπαϊκών στρατευμάτων στη Γροιλανδία. Εξελίξεις που θέτουν υπό αίρεση τη συνοχή του δυτικού μπλοκ και κατά ορισμένες εκτιμήσεις την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα. Πολλά λέγονται για τις διαθέσεις του Τραμπ, την «αντιπάθεια» που τρέφει για τους Ευρωπαίους κ.λπ. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι αυτά έχουν υπόσταση, υπάρχουν πάντα τα πραγματικά δεδομένα του πράγματος. Μια διάλυση του ΝΑΤΟ θα σήμαινε μια δραματική ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών. Με ποιους συμμάχους λ.χ. θα πορευτούν οι ΗΠΑ στο πεδίο των ανελέητων ανταγωνισμών και αναμετρήσεων που επίκεινται; Μπορούμε μήπως να πάρουμε στα σοβαρά τις ανοησίες που ακούγονται για προσεταιρισμό της Ρωσίας ενάντια στην Κίνα; Με ποιους θα βαδίσουν οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές αν όχι με τη δύναμη που αποτέλεσε στήριγμά τους εδώ και σχεδόν ογδόντα χρόνια; Πολύ περισσότερο όταν έχουν κάψει τις γέφυρές τους με τη Ρωσία και δυσπιστούν απέναντι στην Κίνα, καθώς μάλιστα πρόκειται για δυνάμεις που περισσότερο τις φοβούνται παρά μπορούν να τις εμπιστευθούν.

Ακριβώς, λοιπόν, επειδή έτσι έχουν τα πραγματικά δεδομένα, στην ίδια τη διακήρυξη για τη στρατηγική ασφάλειας των ΗΠΑ η συμμαχία με την Ευρώπη τίθεται ως βασική προτεραιότητα των ΗΠΑ. Για τον ίδιο λόγο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη εκδηλώνονται τάσεις που αναζητούν μια ρεαλιστικότερη προσέγγιση του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα διατυπώνονται προτάσεις που θέλουν την αντιμετώπιση του ζητήματος Γροιλανδία σε ΝΑΤΟϊκή βάση.

Προτάσεις, ωστόσο, που, για την ώρα τουλάχιστον, βρίσκουν εμπόδια στην ασυγκράτητη επιθυμία του Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία. Ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, δηλώνει πως προτίθεται να καταλάβει στρατιωτικά τη Γροιλανδία για να αποτρέψει, λέει, την κατάληψή της από τη …Ρωσία και την Κίνα. Πρόκειται, βέβαια, για αστειότητες, που κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά αν δεν εκστομίζονταν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και αν δεν απηχούσαν υπαρκτές διαθέσεις του αρπακτικού αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αστειότητες, ωστόσο, που βρίσκουν «ευήκοα ώτα»  σε Ευρωπαίους παράγοντες που σπεύδουν να τις αναπαράξουν.

Δεν μπορούμε να προδιαγράψουμε το πού μπορούν να καταλήξουν όλα αυτά. Φαίνεται αρκετά πιθανή η επικράτηση των πιο ρεαλιστικών απόψεων που θέλουν την υπαγωγή της Γροιλανδίας στη ΝΑΤΟϊκή αρμοδιότητα, αλλά ας μην αποκλείσουμε εντελώς και νέα επεισόδια για το προσεχές διάστημα

Συνοψίζοντας. Η επιθετική προώθηση της στρατηγικής των ΗΠΑ έχει φέρει κάποια αποτελέσματα. Έχει ισχυροποιήσει τη διαπραγματευτική τους θέση απέναντι στις άλλες δυνάμεις (έως και τις «φιλικές»)  αλλά δεν έχει δώσει αποτελέσματα αποφασιστικού χαρακτήρα. Ίσως μάλιστα να είναι κι αυτός ένας λόγος που ο Τραμπ θέλει διακαώς τη Γροιλανδία ώστε να αποτελέσει το πετράδι του στέμματος που τόσο θέλει να φορέσει.  Όπως και να ‘χει, το συνολικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Ένα ζήτημα με πολλές μεταβλητές και το οποίο συνεχίζει να κρίνεται στο μέτωπο της Ουκρανίας, τις κινεζικές θάλασσες, τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή κ.ά. Ένα ζήτημα  έμφορτο εκρηκτικών υλικών και κινδύνων ανάφλεξης σε διάφορες περιοχές του κόσμου ή και συνολικότερης. 

Το άρθρο και σε μορφή pdf για όποιον θέλει να το κατεβάσει:

Δεν υπάρχουν σχόλια: