Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Σαμαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Σαμαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαρτίου 2026

Για την επιδρομή των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν

0




του Βασίλη Σαμαρά



Πρόλογος, αλλά όχι ακριβώς


Δεν είναι ότι εκπλήσσομαι. Στα τόσα χρόνια που βαδίζω σ’ αυτή τη γη έχω δει να συντελούνται τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα από τους δυνάστες αυτού του κόσμου. Έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου για το ποιος είναι ποιος και τι επιδιώκει. Ταυτόχρονα και ένα ακόμα. Το ότι όταν επιχειρώ να προσεγγίζω και να κατανοώ τα όσα εκτυλίσσονται, χρήσιμο είναι να παραμερίζω τα συναισθήματά μου. Να προσδιορίζω τους όρους στη βάση των οποίων συμβαίνει το κάθε τι. Μόνο που δεν το καταφέρνω πάντα αυτό. Ίσως πάλι να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως το ότι μπορώ ακόμα να θυμώνω, να αγανακτώ, να απεχθάνομαι, να σημαίνει κάτι καλό. Το ότι συνεχίζουν να παραμένουν ενεργά τα κύτταρα που διαμόρφωσαν το είναι και την οπτική μου.


 

Δεν μπορώ, λοιπόν, να μην οργίζομαι όταν στην οθόνη προβάλλει η αποκρουστική εικόνα αυτού του διεστραμμένου καθάρματος, να δηλώνει απαθέστατα ότι το σχολείο στην Τεχεράνη το χτύπησαν οι Ιρανοί, ενώ πολύ καλά γνωρίζει ότι τα εκατόν εβδομήντα ανήλικα κοριτσάκια τα κομμάτιασαν οι τόμαχοκ που ο ίδιος εξαπέλυσε.

Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι για το ποια κόλαση ξέβρασε αυτή τη διαταραγμένη ύπαρξη που θρασύτατα διακηρύσσει πως τον ιρανικό λαό τον περιμένουν μεγαλύτερα δεινά αν δεν υποταχθεί στις ορέξεις του.

Δεν μπορώ να μην αναζητώ το μέσα από ποιο έρεβος, ποια τερατογένεση προήλθε αυτή η αιμοσταγής ναζισιωνιστική νυφίτσα που με τις πλάτες των ΗΠΑ προβάλλει το «εκ θεού» δικαίωμά της να δολοφονεί τους Παλαιστίνιους και άλλους «αλλόθρησκους».

Δεν μπορώ να μην αηδιάζω στο θέαμα των ασπόνδυλων ανθρωπάριων δημοσιογράφων και αναλυτών που εκστασιάζονται μπροστά στην αμερικανική ισχύ, που επιχαίρουν για τα χτυπήματα που δέχεται ένας λαός, αυτούς τους γυμνοσάλιαγκες που σέρνονται πάνω στη γλίτσα τους ευελπιστώντας ότι θα τους προσέξουν τα αφεντικά.



Η μήτρα του εγκλήματος


Το ότι εκφράστηκα με αυτόν τον τρόπο στις προηγούμενες γραμμές δε σημαίνει ότι δεν έχω τις απαντήσεις. Θεωρώ, λοιπόν, πως είναι το καπιταλιστικό σύστημα η μήτρα του εγκλήματος. Το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, το σύστημα που δίνει τη δυνατότητα στους λίγους να συγκεντρώνουν πλούτο και ισχύ και σε κλίμακες που τους κάνει ασύδοτους. Που διατρέφει και αναδείχνει τα πιο αποκρουστικά τους χαρακτηριστικά. Που τους αποθρασύνει ώστε να αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους ως υπηρέτες τους, ως αναλώσιμη ύλη, ως σκεύη των διαστροφών τους.

Είναι το ιμπεριαλιστικό σύστημα που αυτή τη σχέση πραγμάτων την μεταφέρει και την επεκτείνει σε διεθνή κλίμακα, που μακελεύει λαούς, που ρημάζει χώρες που εξαφανίζει πολιτισμούς.

Είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των λαών, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός που συνεχίζει τα εγκλήματά του από εκεί που τα ξεκίνησε, τη Χιροσίμα, το Ναγκασάκι, τη Δρέσδη και τα αναρίθμητα άλλα μέχρι τις μέρες μας.

Είναι το ναζισιωνιστικό μόρφωμα που εγκατέστησαν οι ιμπεριαλιστές της Δύσης στη Μέση Ανατολή, που αντιγράφοντας τους χιτλερικούς δήμιους του εβραϊκού λαού έχει μετατραπεί σε δήμιο του λαού της Παλαιστίνης.

Ας σταματήσω, όμως, εδώ. Ας επιστρέψω στην προσπάθεια προσέγγισης των όρων, των συνθηκών, των δυνάμεων και των εξελίξεων που οδήγησαν σ’ αυτόν τον πόλεμο και των όσων μέλλεται να ακολουθήσουν.



Προς τι και γιατί αυτός ο πόλεμος


Στην τρέχουσα φιλολογία διατυπώνονται διάφορες εκτιμήσεις για τους λόγους, τις αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτόν τον πόλεμο αλλά και τους στόχους που θέλει να υπηρετήσει. Θα αφήσω στην άκρη τα διάφορα προσχηματικά που επιστρατεύονται για να δικαιολογήσουν αυτό το εγκληματικό εγχείρημα. Για τα πυρηνικά του Ιράν, τα «ιδεώδη» του δυτικού κόσμου, τον αναχρονιστικό, αντιδραστικό χαρακτήρα του ιρανικού καθεστώτος και άλλα τέτοια. Θα αναφερθώ κατ’ αρχάς σε ορισμένες από αυτές τις εκτιμήσεις.

Μια άποψη που έχει μεγάλη απήχηση είναι εκείνη που υποστηρίζει ότι το Ισραήλ «σέρνει» τις ΗΠΑ σ’ αυτόν τον πόλεμο και για τους δικούς του λόγους. Υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζουν πως είναι το «λόμπι του πολέμου» και βασικά οι αμερικανικές στρατιωτικές βιομηχανίες που αποκομίζουν τεράστια κέρδη μέσα από τέτοιες εξελίξεις. Άλλες που θεωρούν ως βασικό παράγοντα το «λόμπι του πετρελαίου» που ορέγεται τα κοιτάσματα του Ιράν. Τελευταίας εσοδείας είναι και μια άποψη που υποστηρίζει ότι ο Τραμπ «εκβιάζεται» με βάση το μπλέξιμό του με το σκάνδαλο Έπσταϊν.



Ποιος αποφασίζει


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες ή και άλλοι που δεν ανέφερα έχουν την όποια επίδρασή τους ο καθένας στις τελικές επιλογές των ΗΠΑ. Όσο με αφορά, έχω την αμετακίνητη άποψη ότι ο αποφασιστικός παράγοντας βρίσκεται στις βασικές στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ. Δεν υπάρχει κανένας παράγοντας που θα μπορούσε να ωθήσει τους επιτελείς των ΗΠΑ σε ένα εγχείρημα τέτοιας κλίμακας, αν αυτό δεν υπηρετούσε αυτές τις στρατηγικές επιδιώξεις.

Απ’ εκεί και πέρα το κατά πόσο μια τέτοια επιλογή αποδειχτεί εύστοχη και αποτελεσματική ή όχι είναι μιας άλλης τάξης ζήτημα. Όσον αφορά το ποιες είναι αυτές οι επιδιώξεις, αυτές εκτίθενται αρκετά αναλυτικά στις θέσεις για τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ» που δημοσιοποιήθηκαν πριν ένα διάστημα.



Από τη στρατηγική ασφάλειας των ΗΠΑ


Ας υπενθυμίσω δύο βασικά στοιχεία αυτών των θέσεων. Το πρώτο αφορά την αναγνώριση από τις ΗΠΑ των νέων συσχετισμών που διαμορφώνονται στον κόσμο και με βάση τους οποίους θεωρείται ως μη ρεαλιστικός ο στόχος της παγκόσμιας κυριαρχίας. Δεύτερο -και ίσως «πρώτο»- το ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να επικεντρώσουν τις προσπάθειες και κινήσεις τους στη διατήρηση και εδραίωση της ηγετικής τους θέσης και ρόλου σε πλανητική κλίμακα. Σε σχέση με αυτά αλλά και τις κινήσεις που κάνανε στο επόμενο διάστημα οι ΗΠΑ (Βενεζουέλα, Γροιλανδία, Ιράν κ.λπ.) έθεσα σε προηγούμενη παρέμβασή μου ένα ερώτημα.

Το αν αυτές συνιστούν πλέον μια υπέρβαση της στρατηγικής που διατυπώθηκε αναδείχνοντας ξανά τον στόχο της κυριαρχίας (που ας σημειωθεί, υπάρχει πάντα στο «πίσω μέρος» της σκέψης των επιτελών των ΗΠΑ). Όσο με αφορά κλίνω περισσότερο προς την εκτίμηση ότι αυτό που έχουμε είναι μια επιθετική προώθηση της στρατηγικής που διατυπώθηκε.



Αντιφάσεις και σταθερές


Στην εκτίμησή μου αυτή επιμένω παρόλο που στις κινήσεις των ΗΠΑ και ιδιαίτερα σ’ αυτή την τελευταία (επίθεση στο Ιράν) θα μπορούσε να ειπωθεί ότι υπάρχουν και στοιχεία αντιφατικά αν τα συσχετίσουμε με τα όσα αναφέρονται στη στρατηγική που διατυπώθηκε. Ας υπενθυμίσω και πάλι. Αναφέρομαι στη θέση που αναγνωρίζει την «πολυπολικότητα» του κόσμου, που φθάνει έως και στην αποδοχή ύπαρξης σφαιρών επιρροής. Στη θέση περί αποφυγής πολεμικής σύγκρουσης στον ασιατικό χώρο. Στη θέση που προσδιορίζει το πεδίο της Μέσης Ανατολής ως περιοχή κυρίως οικονομικού ανταγωνισμού και όχι στρατιωτικού (όπως λ.χ. την περίοδο του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων ΗΠΑ και ΕΣΣΔ). Στη θέση περιορισμού των στρατιωτικών επεμβάσεων με «αυστηρά» ιεραρχικά κριτήρια.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, εναρμονίζονται με βασικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και οι οποίες υπηρετούν την προώθηση του στόχου διατήρησης και εδραίωσης της ηγετικής τους θέσης. Αναφέρομαι στην εκτίμηση ότι η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αποτελεί το κύριο πεδίο ανταγωνισμού για το επόμενο διάστημα.

Στο ότι οι ΗΠΑ κινήθηκαν και κινούνται στην κατεύθυνση διαμόρφωσης ευνοϊκών όρων στην περιοχή (και συνολικά στον κόσμο) ενόψει μιας τέτοιας εξέλιξης και σε όλα τα πεδία (συμμαχιών, οικονομίας, στρατιωτικό). Στη θέση για ισχυροποίηση της στρατιωτικής τους παρουσίας στην περιοχή. Στην άποψη περί αποτροπής κυριάρχησης άλλης δύναμης στις ενεργειακές πηγές της Μ. Ανατολής και διασφάλισης των θαλάσσιων περασμάτων και διαδρομών.


 



Κίνηση «υψηλού ρίσκου»


Θεωρώ ότι και η επίθεση στο Ιράν βρίσκεται στην υπηρεσία αυτών των στρατηγικών επιδιώξεων. Ταυτόχρονα, υπηρετούν και μια πολύ πιο συγκεκριμένη στρατηγική επιδίωξη. Την αποκοπή των βασικών τους ανταγωνιστών (Ρωσίας, Κίνας) από περιοχές και ερείσματα, οικονομικού, πολιτικού, στρατιωτικού και στρατηγικού χαρακτήρα (Συρία, Βενεζουέλα και τώρα Ιράν κ.λπ.).

Μια κατεύθυνση που ενθαρρύνθηκε από την επιτυχή έκβαση των προηγούμενων εγχειρημάτων αλλά και τις υποτονικές αντιδράσεις των ανταγωνιστών τους (Ρωσίας, Κίνας). Παρόλα αυτά θεωρώ ότι η επίθεση στο Ιράν αποτελεί μια κίνηση «υψηλού ρίσκου» και για πολλούς λόγους (θα αναφερθώ περισσότερο παρακάτω).

Σε σχέση μ’ αυτό και πέρα από τους λόγους που αναφέρθηκαν θεωρώ ότι υπήρξε ένας ακόμη και καθοριστικής σημασίας παράγοντας που ώθησαν τους επιτελείς των ΗΠΑ (και ειδικότερα τον Τραμπ) στο να αναλάβει αυτό το ρίσκο. Η αποτυχία της πολιτικής του στο πεδίο που προέτασσε ο Τραμπ ως τον άξονα στον οποίο θα όφειλαν κυρίως να κινηθούν οι ΗΠΑ και με στόχο τη συνολική τους ανάταξη. Το οικονομικό. Τα αποτελέσματα της πολιτικής του σ’ αυτό το πεδίο τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Αυτός υπήρξε ένας αποφασιστικός παράγοντας που ώθησε σε μια στροφή αξιοποίησης εκείνου του πεδίου στο οποίο οι ΗΠΑ συνέχιζαν να έχουν μια καθοριστική υπεροχή. Το πεδίο των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων. Με τις βάσεις τους κατεσπαρμένες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, τον έλεγχο των θαλάσσιων και εναέριων διαδρομών με τους στόλους, την αεροπορία, τις συμμαχίες τους, τις δυνάμεις επέμβασης. Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό μένει να το δούμε. Το αναμφίβολο βρίσκεται στον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής.



Κρίσιμα ερωτήματα


Αναφέρθηκα στο ότι αυτή η επίθεση αποτελεί μια κίνηση υψηλού ρίσκου για τις ΗΠΑ. Ένα ρίσκο που συνδέεται με δυο βασικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά τα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης. Το δεύτερο, τον κίνδυνο μιας άμεσης παρέμβασης της Ρωσίας και της Κίνας.

Ως προς το πρώτο. Το ερώτημα που τίθεται βρίσκεται στο αν η επίθεση των ΗΠΑ, Ισραήλ κατορθώσει να γονατίσει το Ιράν, αν μπορέσει να επιβάλλει ένα καθεστώς που θα ευθυγραμμίζεται με την πολιτική των ΗΠΑ. Αν δεν το κατορθώσουν αυτό με τους βομβαρδισμούς -και δεν φαίνεται να το κατορθώνουν- οι ΗΠΑ θα βρεθούν μπροστά σ’ ένα δίλημμα.

Είτε να σταματήσουν κάποια στιγμή την επίθεση με διάφορα προσχήματα και επιστρατεύοντας διάφορες θριαμβολογίες για τα πλήγματα που επέφεραν στον Ιράν. Μόνο που πολύ λίγους θα πείθουν.

Είτε να προχωρήσουν σε χερσαία επιχείρηση, εκδοχή που αποτελεί πραγματικό εφιάλτη για τους επιτελείς των ΗΠΑ καθώς θα σήμαινε το μπλέξιμο σε έναν βάλτο πολύ μεγαλύτερο από εκείνον στον οποίο βρέθηκαν σε Ιράκ και Αφγανιστάν.

Ταυτόχρονα, μια παράταση της σύγκρουσης θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους εταίρους των ΗΠΑ στην περιοχή (Σαουδική Αραβία κ.ά.) αλλά και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους που ήδη έχουν πάρει κάποιες αποστάσεις.

Ακόμη περισσότερο θα διευκόλυνε την παροχή στήριξης της αντίστασης του Ιράν από Ρωσία-Κίνα, την οποία θα μπορούσαν να παρέχουν χωρίς να χρειάζεται να παρέμβουν άμεσα και ανοιχτά.



Για τη στάση Ρωσίας-Κίνας


Ρωσία και Κίνα αντιμετωπίζουν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Μια απώλεια του Ιράν, ένα πέρασμά του στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ θα αποτελούσε μια ήττα στρατηγικού χαρακτήρα. Από την άλλη μεριά, μια ανοιχτή παρέμβασή τους θα τις έφερνε σε άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, κάτι που δείχνουν πως θέλουν να το αποφύγουν. Πολύ περισσότερο και ειδικά για τη Ρωσία, καθώς αντιμετωπίζει το ανοιχτό μέτωπο της Ουκρανίας. Έτσι και σύμφωνα με όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας η στήριξη στο Ιράν πραγματοποιείται μέσα από την παροχή πληροφοριών που διευκολύνουν τη στόχευση των ιρανικών πυραύλων αλλά και την προμήθεια κρίσιμων ανταλλακτικών για τη συνέχιση της παραγωγής τους.

Εκείνο στο οποίο φαίνεται να ποντάρουν είναι οι αντοχές του Ιράν που οδηγούν σε μια παράταση της σύγκρουσης. Μια παράταση που θα θέσει σοβαρά προβλήματα στις ΗΠΑ, Ισραήλ, στις χώρες της περιοχής αλλά και με σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.



Ο κρίσιμος παράγοντας


Με όλα αυτά είναι φανερό ότι δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις για το πώς τελικά θα εξελιχθεί αυτή η σύγκρουση και μέχρι πού μπορεί να φτάσει. Μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πολλές μεταβλητές, σε πλήρη σύμπλεξη και αλληλεπίδραση ανάμεσά τους.

Ζήτημα κλειδί αποτελούν οι αντοχές του Ιράν. Αν καταρρεύσει είναι προφανές το ποιος θα είναι ο νικητής και διακριτές οι συνέπειες που θα έχει κάτι τέτοιο. Όσο αυτό δε συμβαίνει και καθώς δεν φαίνεται και τόσο πιθανή μια χερσαία επέμβαση των ΗΠΑ, το ζήτημα τίθεται διαφορετικά. Όσο περισσότερο θα παρατείνεται η αντίσταση του Ιράν τόσο και θα ενεργοποιούνται οι παράγοντες που θα ωθούν προς μια κάποια διευθέτηση. Οι εξελίξεις, αντιδράσεις των χωρών της περιοχής που ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Οι συνέπειες στις οικονομίες σειράς χωρών από την εκτόξευση των τιμών σε πετρέλαιο και αέριο. Η όλο και μεγαλύτερη παροχή βοήθειας στο Ιράν από Ρωσία και Κίνα. Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ ακόμη και από δυνάμεις που πρόσκεινται στον Τραμπ.

Το αν με όλα αυτά το επιτελείο Τραμπ οδηγηθεί σε μια «έξοδο» που, καθώς συνηθίζει, θα την προβάλλει μέσα από διάφορα ταρατατζούμ ή θα επιμείνει σε μια εκστρατεία και με στόχο να γονατίσει τελικά το Ιράν δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.

Εκείνο που μπορεί να ειπωθεί, είναι ότι, ανεξάρτητα από την όποια εξέλιξη σ’ αυτό το πεδίο, η αναμέτρηση ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ανταγωνίζονται για την μοιρασιά του πλανήτη θα συνεχιστεί και με όλες τις μορφές της και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και στρατηγικά.



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

08 Φεβρουαρίου 2026

Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ και αν-ασφάλειας των λαών

0


Του Βασίλη Σαμαρά

Πρόλογος

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια προσέγγιση της στρατηγικής των ΗΠΑ, όπως αυτή εκτίθεται στην έκθεση για τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ». Πέραν αυτών, ωστόσο, που διατυπώνονται σε αυτή την έκθεση όλο και πιο έντονα στο μεταξύ διάστημα αναδεικνύεται ένα σημαντικό ζήτημα. Αναφέρομαι σε κινήσεις των ΗΠΑ που καταδείχνουν το πώς αντιλαμβάνονται την προώθηση αυτής της στρατηγικής στην πράξη.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

06 Ιανουαρίου 2026

Ποια είναι η εγκληματική οργάνωση;

0
του Βασίλη Σαμαρά 

«Οι ιδιοκτήτες του κόσμου»

Η επιδρομή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα μπορεί να χρωματίζεται από το στυλ νονού μαφιόζου του προέδρου τους Τραμπ, αλλά από άποψη ουσίας δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Είναι η σημερινή έκφραση μιας μακράς παράδοσης του λεγόμενου «δυτικού κόσμου». Αρχικά των Ευρωπαίων αποικιοκρατών που εξαπλώσανε την κυριαρχία τους σε όλο σχεδόν τον πλανήτη. Που ρήμαξαν χώρες, που εξόντωσαν ολάκερους λαούς, που εξαφάνισαν πολιτισμούς αιώνων. Που καταλήστευσαν αυτές τις περιοχές συγκεντρώνοντας πλούτο στις μητροπόλεις τους, διασφαλίζοντας την ισχύ τους και θεμελιώνοντας τον «πολιτισμό» τους. Μια εξέλιξη που διαμόρφωσε σε αυτές τις δυνάμεις μια αίσθηση «ιδιοκτητών του κόσμου». Που γέννησε το δουλεμπόριο, που εξέθρεψε τον ρατσισμό, που οδήγησε στην αντιμετώπιση των «άλλων» ως κατώτερο είδος, πάνω στο οποίο μπορεί να ασκηθεί ατιμώρητα κάθε μορφή βίας. 



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

01 Ιανουαρίου 2026

Έχω μια κολοκυθιά…

0
Του Βασίλη Σαμαρά

Θα θυμάστε βέβαια -τουλάχιστον οι παλιότεροι- εκείνο το παιδικό παιχνίδι. Σήμερα, ως φαίνεται, παίζεται αλλιώς και καθόλου αθώα, μια και αφορά χιλιάδες ζωές που χάνονται.

Έχω, λοιπόν, μια κολοκυθιά που κάνει 29 σημεία «ειρηνευτικής» συμφωνίας.Και γιατί να κάνει τόσα; Αμ πόσα; Ας κάνει 21. Και γιατί να κάνει τόσα; Αμ πόσα; Ας κάνει, ας κάνει …19. Και πάει λέγοντας, καθώς η κάθε πλευρά προτείνει τη δική της «ειρηνευτική» συμφωνία. Ας τα βάλουμε,όμως, σε μια σειρά.


Για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ δεν θα αναφερθώ, μια και τις απόψεις μου τις έχω εκθέσει επανειλημμένα και αναλυτικά σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου. Θα σταθώ κυρίως στο πώς τίθεται το ζήτημα σήμερα και βασικά όσον αφορά τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Τη σύγκρουση που η έκβασή της κρίνει σε αποφασιστικό βαθμό τη διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

28 Αυγούστου 2025

«Ειρηνοποιοί» οι εμπρηστές του πολέμου

0

 

Του Βασίλη Σαμαρά

Για το ζήτημα της Ουκρανίας έχω αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά (ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990). Από άποψη ουσίας δεν έχω να αλλάξω ούτε λέξη στα όσα έχω γράψει αλλά ούτε και να προσθέσω κάτι εντελώς «νέο». Κρίνω, ωστόσο, αναγκαίο να αναφερθώ σε ορισμένα ζητήματα, καθώς το πώς παρουσιάζονται τα όσα συντελούνται το μόνο που δεν υπηρετούν είναι το τι σημαίνουν και ιδιαίτερα το τι προετοιμάζουν. 

Για να το πω πιο απλά, μου είναι αδύνατο να αποδεχτώ ότι ο Τραμπ λ.χ. είναι ο άνθρωπος που κόπτεται για την ειρήνη στην Ουκρανία. Να μην αναφερθώ σε αστειότητες ότι ο «δόλιος» Πούτιν «χειρίζεται» την «αφελή» Τραμπ για να προωθήσει τους στόχους του. 




«Υπόθεση εργασίας» αλλά όχι ακριβώς

Για όλα αυτά θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά αλλά θα προσπαθήσω να περιοριστώ στα ουσιώδη. Θα ξεκινήσω κάπως «ιδιόρρυθμα» και με μια έννοια «ανάποδα». 

Όλοι έχουμε δει τον χάρτη που μάλιστα ανάρτησε στο οβάλ γραφείο ο Τραμπ και όπου εμφανίζονται τα εδάφη που κατέχει-διεκδικεί η Ρωσία. Εδάφη που αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του ουκρανικού εδάφους. Μόνο που υπάρχει και το άλλο 80%. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια υπόθεση εργασίας. Τα εδάφη αυτά παραμένουν υπό ρωσικό έλεγχο. Από την άλλη μεριά η Ουκρανία (το 80%) μπαίνει στο ΝΑΤΟ. 

Σε μια τέτοια περίπτωση ποιος ο «χαμένος» και ποιος ο «κερδισμένος», ή αν θέλετε, ποιος «την έφερε» σε ποιον; 

Απαραίτητη διευκρίνιση. Δεν αναφέρομαι στον ουκρανικό λαό, ο οποίος είναι ο χαμένος σε οποιαδήποτε εκδοχή και ήδη από τα τότε που η διεφθαρμένη άρχουσα ελίτ της Ουκρανίας αποφάσισε να εμπλέξει την χώρα στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. 

Αναφέρομαι στα «κέρδη και ζημίες» των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των ΗΠΑ-Δύσης από τη μια μεριά και της Ρωσίας (και των συν αυτή) από την άλλη. Αναμφίβολα, τα εδαφικά κέρδη της Ρωσίας είναι σημαντικά, πολύ περισσότερο καθώς επεκτείνουν-διευρύνουν τις δυνατότητες παρέμβασης, ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας. 

Απαραίτητες εδώ κάποιες διευκρινίσεις. Τα εδάφη αυτά δεν τα «χαρίζει» ο Τραμπ στη Ρωσία. Η Κριμαία έχει «επιστρέψει» στη ρωσική επικράτεια ήδη από το 2014. Η περιοχή του Ντονμπάς ήδη έχει αυτονομηθεί στο μεγαλύτερο μέρος της, επίσης από το 2014 μετά από εξέγερση του λαού της περιοχής. Τα δε εδάφη της Χερσώνα και της Ζαπορίζια τα έχει κατακτήσει και ελέγχει ο ρωσικός στρατός. 



«Δεσμεύσεις» του αέρος

Από την άλλη μεριά και πάντα υποθετικά μιλώντας, αν η Ουκρανία ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, ΗΠΑ-Δύση πετυχαίνουν αυτό που εξαρχής είχαν σαν στόχο. Τη δημιουργία μιας προκεχωρημένης ΝΑΤΟϊκής βάσης στα πλευρά της Ρωσίας. Το ότι η άμεση πρόσβασή της στα ρωσικά σύνορα έχει περιοριστεί στο Βορρά και έχει μετακινηθεί κατά 100-150 χιλιόμετρα δυτικότερα στο νότο, ελάχιστα επηρεάζει την ουσία του πράγματος. Με άλλα λόγια, ακυρώνει τον κύριο στόχο για τον οποίο η Ρωσία ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο. Δηλαδή την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.  

Θα πείτε και θα ‘χετε δίκιο, ότι στην κυοφορούμενη συμφωνία δεν προβλέπεται ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και μάλιστα ο Τραμπ την «απορρίπτει». Θα αποφύγω να απαριθμήσω το πόσες ανάλογες «δεσμεύσεις» έχουν αναληφθεί από Αμερικανούς-ΝΑΤΟϊκούς ιθύνοντες από το 1990 έως σήμερα. Θα σταθώ στα ουσιώδη του πράγματος. Αλήθεια, τι σημαίνουν οι «εγγυήσεις» που ζητούν Ζελένκσι, Ευρωπαίοι ηγέτες και συναινεί και ο Τραμπ; Τι σημαίνει η θέση για παρουσία ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος της Ουκρανίας με στήριξη και αεροπορική κάλυψη των ΗΠΑ; Τι σημαίνουν οι εγγυήσεις τύπου «άρθρου 5» του ΝΑΤΟ έστω κι αν τυπικά οι δυνάμεις αυτές δεν θα εμφανίζονται ως ΝΑΤΟϊκές; 



Το κρίσιμο -πλέον- των ζητημάτων

Αναμφίβολα, το εδαφικό όπως ήδη ανέφερα έχει τη σημασία του πολύ περισσότερο αν συνυπολογίσουμε την ασάφεια που συνεχίζει να υπάρχει σε σχέση με αυτό ή και τις διιστάμενες απόψεις. Το ζήτημα, ωστόσο, που δείχνει ότι θα αναδείξει τις αντιτιθέμενες διαθέσεις και επιδιώξεις των εμπολέμων είναι αυτό που χάριν συντομίας αναφέρεται ως το ζήτημα των «εγγυήσεων». 

Εγγυήσεων που κατά την άποψη Κιέβου και των Δυτικών θα διασφαλίζουν την Ουκρανία από ενδεχόμενες νέες επιθετικές ενέργειες της Ρωσίας. Μόνο που στο σύνθετο και περίπλοκο ουκρανικό ζήτημα εμφανίζονται και ορισμένες άλλες μορφές εγγυήσεων. Αυτές που αφορούν την τύχη και τα δικαιώματα των ρωσόφωνων που θα παραμείνουν στο ουκρανικό έδαφος. Πάνω απ’ όλα, των εγγυήσεων ασφαλείας που απαιτεί η ρωσική πλευρά απέναντι στη ΝΑΤΟϊκή απειλή. Ας τα δούμε πιο συγκεκριμένα όλα αυτά: 

Η ρωσική πλευρά απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την παρουσία δυτικών (διάβαζε ΝΑΤΟϊκών) στρατευμάτων στο ουκρανικό έδαφος. 

Αποστρατιωτικοποίηση, αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας. Πλήρη αποκατάσταση και πραγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ρωσόφωνων. Στη γλώσσα, στον πολιτισμό, στη θρησκεία. Τι σημαίνουν και πώς μπορεί να κατοχυρωθούν πραγματικά όλα αυτά; Σημαίνουν την επιβολή των ρωσικών όρων, σημαίνουν τον έλεγχο των εξελίξεων στην Ουκρανία από τον ρωσικό παράγοντα. 



Αντιτιθέμενες επιδιώξεις

Από την άλλη μεριά, ΗΠΑ-Δύση έχουν τις εντελώς αντίθετες επιδιώξεις. Την εγκατάσταση δυτικών-ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος της Ουκρανίας. Παράλληλα, ήδη ενισχύουν τις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις και βάσεις στις χώρες που συνορεύουν. Επιδιώκουν, και δεν το κρύβουν, την ανασυγκρότηση, ενίσχυση και επανεξοπλισμό του στρατού του Κιέβου, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τυχόν ρωσική επίθεση. Εκείνο που «δεν λένε» ανοιχτά είναι αυτό που διατηρούν στο «πίσω μέρος» των σκέψεών τους για χρησιμοποίηση αυτών των δυνάμεων για ανάκτηση των «χαμένων εδαφών». Όπως κι αν χαρακτηρίζει κανείς τις διαθέσεις και τις επιδιώξεις της μιας ή της άλλης πλευράς, εκείνο που είναι αναμφισβήτητο είναι πως πρόκειται για διαμετρικά αντίθετες και αγεφύρωτες στην ουσία τους. Οπότε το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Τι μέλλει γενέσθαι; 




Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε χθες

Όσο με αφορά θα αποφύγω κάθε πρόβλεψη που έτσι ή αλλιώς θα ‘ναι παρακινδυνευμένη. Θα «καταφύγω» για ακόμη μια φορά στις «σταθερές» των πραγμάτων. Έχοντας αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά σ’ αυτό το θέμα, θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος και επιγραμματικός. 

Διανύουμε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από τη συνολική αναμέτρηση των δυνάμεων της «Δύσης» με την «Ανατολή». Η σύγκρουση στην Ουκρανία ανέδειξε το κρίσιμο διακύβευμα. Η έκβασή της κρίνει το αν ΗΠΑ-Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τον κυρίαρχο ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων. Αυτό είναι που καθορίζει τη στάση όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ανεξάρτητα από μεταβολές στην τακτική τους και με βάση τις εξελίξεις σε όλα τα πεδία. Θεωρώ ότι αυτή η αναμέτρηση θα συνεχιστεί και για όσο ιστορικό διάστημα μπορώ να διακρίνω. Μια αναμέτρηση που αν δεν υπήρχε η λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου» πολύ πιθανά θα είχε εξελιχθεί σε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. 

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι αυτή η αναμέτρηση διευθετείται, αναβάλλεται, αναστέλλεται. Θα συνεχίσει να εξελίσσεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το ενεργειακό, το νομισματικό, της κίνησης κεφαλαίων, στην κούρσα της τεχνολογίας και των στρατιωτικών αναμετρήσεων με την έμμεση ή και άμεση εμπλοκή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. 

Μια από αυτές και η σημαντικότερη και πιο αιματηρή είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αυτή που, όπως κιόλας έχει αναφερθεί, έχει φέρει στην ημερήσια διάταξη το κρίσιμο διακύβευμα. Αυτό είναι που έχει «αιχμαλωτίσει», αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, τη σκέψη και τις επιλογές των εμπλεκόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τη διαρκή τροφοδοσία της σύγκρουσης με πολεμικά μέσα και στρατιωτικές δυνάμεις, τη διαρκή κλιμάκωσή της σε όλο και πιο επικίνδυνα επίπεδα. 




Αδιέξοδα, κίνδυνοι και πιέσεις

Το ζήτημα είναι ότι αυτή η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε ένα αδιέξοδο. Ούτε οι ΗΠΑ-Δύση μπόρεσαν να γονατίσουν τη Ρωσία ούτε η Ρωσία παρόλη την υπεροχή που εμφανίζει πλέον «επί του πεδίου» δεν δείχνει να μπορεί να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. 

Με αυτά τα δεδομένα τίθενται και για τις δύο πλευρές σημαντικά ερωτήματα. Η πιθανότητα παρ’ όλες τις προσπάθειές τους να οδηγηθούν σε μια στρατιωτική ήττα η οποία εκ των πραγμάτων θα έχει καταλυτικές συνέπειες για όποια πλευρά την υποστεί. 

Από την άλλη μεριά, η επιλογή της διαρκούς κλιμάκωσης μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικευμένη -έως και πυρηνική- αναμέτρηση, για την οποία καμία πλευρά δεν αισθάνεται «έτοιμη». 

Ταυτόχρονα, τον δικό τους ρόλο έχουν οι πιέσεις που αισθάνονται και οι δύο πλευρές με βάση το ότι έχουν ανοιχτά μέτωπα τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στη διεθνή σκακιέρα. Μέτωπα που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν καθώς η εμπλοκή τους στο ουκρανικό απορροφά το κύριο μέρος των μέσων και δυνατοτήτων που διαθέτουν. 

Είναι τελικά, αυτό το αδιέξοδο που οδηγεί στις «Αλάσκες» και στα διάφορα «σχέδια ειρήνης» που προτάσσονται από την κάθε πλευρά. Μόνο που το κάθε σχέδιο εμπεριέχει προβλέψεις εντελώς αντίθετες με εκείνες του άλλου. Με αυτό το δεδομένο και όπως ήδη ανέφερα, η κατάσταση δεν προσφέρεται για ασφαλείς προβλέψεις. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί είναι πρώτον, εκείνο που παλιότερα ανέφερα, πως έχουμε μπροστά μας μια περίοδο, όπου η εξέλιξη των μαχών θα εναλλάσσεται με την πορεία διαπραγματεύσεων. Δεύτερο, το ότι με βάση το αδιέξοδο δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς η πιθανότητα ενός είδους «διευθέτησης». Μια διευθέτηση, ωστόσο, που δεν θα είναι παρά προσωρινή, «ατελής» και εκ των πραγμάτων «ασταθής». 

Τρίτον, να επαναλάβω για πολλοστή φορά εκείνο που εξαρχής αυτής της κρίσης είχα αναφέρει. Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε χθες, δεν θα τελειώσει αύριο. Θα συνεχιστεί. Στην Ουκρανία, σε κάθε γωνιά της γης, και με όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει. 



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

02 Ιουλίου 2025

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΟΣ «ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΥ» του Βασίλη Σαμαρά

0


Και ξανά πόλεμος στην Μ. Ανατολή. Ένας πόλεμος που εμφανίστηκε σαν σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν αλλά που με την άμεση πλέον συμμετοχή των ΗΠΑ πιστοποίησε αυτό που εξ αρχής ήταν φανερό. Το γεγονός ότι δεν αποτελεί παρά ένα ακόμη «επεισόδιο» της μεγάλης αναμέτρησης που εξελίσσεται στους καιρούς μας. Εκείνης που σχηματικά ας την ορίσουμε σαν αναμέτρηση της «Δύσης» με την «Ανατολή». Αναμφίβολα, σημαντικά τα «τοπικά χαρακτηριστικά αυτής της σύγκρουσης, ο ρόλος, οι επιδιώξεις, οι αντιθέσεις των δυνάμεων της περιοχής. Ωστόσο, δεν μπορεί να κατανοηθεί στα πραγματικά της χαρακτηριστικά, τις διαστάσεις και συνέπειές της αν δεν τη δούμε σε σύνδεση με το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται (διαδραματίζεται) αυτή η σύγκρουση. 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

07 Μαΐου 2025

80 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη - Εκδήλωση στο στέκι Σφεντόνα 2015

0
Με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την Αντιφασιστική Νίκη της 9ης Μάη 1945 αναδημοσιεύουμε ομιλία του Βασίλη Σαμαρά σε εκδήλωση στο στέκι Σφεντόνα (2015)





Για τον χαρακτήρα της εκδήλωσης



Εκδήλωση τιμής

Γι’ αυτούς που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν.

Γι’ αυτούς που προσέφεραν στους λαούς και συνολικά στην ανθρωπότητα.

Ταυτόχρονα και ευκαιρία αναφοράς σε ορισμένα ζητήματα και ιδιαίτερα σε σχέση με όσα εκπορεύονται από διάφορες πλευρές.

Ζητήματα που αφορούν τόσο την ιστορική αλήθεια όσο και την ουσία των πραγμάτων.

Και βεβαίως συναγωγής ορισμένων συμπερασμάτων.



Για εμάς ο αντιφασιστικός αγώνας υπήρξε μορφή συνέχειας και αποφασιστικών βημάτων στον δρόμο που άνοιξε η Οκτωβριανή Επανάσταση, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σ.Ε. και η πάλη του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτή που προώθησε τη διαμόρφωση της μορφής του κόσμου για μια ολάκερη ιστορική περίοδο.

Σε αυτή τη βάση και με αυτή την έννοια συνέθεσε ό,τι καλύτερο, ό,τι πιο φωτεινό και ελπιδοφόρο είχε γνωρίσει στην ιστορική της πορεία η ανθρωπότητα.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

18 Απριλίου 2025

Σπέρνοντας δασμούς κι ανέμους

0
Του Βασίλη Σαμαρά

(Προδημοσίευση από την «Προλεταριακή Σημαία»)

Μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος υπήρξε η απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλλουν δασμούς στο σύνολο σχεδόν των χωρών με τις οποίες συναλλάσσονται. Απ’ ό,τι μάλιστα γράφεται πρόκειται γιατους υψηλότερους των τελευταίων 100 χρόνων.Εύλογη, συνεπώς, η αναστάτωση που προκλήθηκε και άλλο τόσο οι αντιδράσεις των χωρών που πλήττονται, με πολλές από αυτές να ανακοινώνουν αντίμετρα. Αντίστοιχα, οι αναλύσεις, εκτιμήσεις για τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης στις διεθνείς συναλλαγές, στην οικονομία, αλλά και γενικότερα στην πορεία των πραγμάτων στον κόσμο.


Το μέρος και το όλον

Όσο με αφορά, θεωρώ ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την «λογική» αυτής της κίνησης των ΗΠΑ, παρά μόνο με τη σύνδεσή της με το σύνολο των εξελίξεων στον κόσμο. Θεωρώ ότι αυτή η κίνηση της προεδρίας Τραμπ αποτελεί το άλλο σκέλος που «συμπληρώνει» τις κινήσεις της στο πολιτικό, στρατηγικό πεδίο. Βασικά τις κινήσεις της στο κρισιμότερο των μετώπων, της σύγκρουσης στο πεδίο της Ουκρανίας. Της σύγκρουσης που η έκβασή της θα έχει την πιο καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών.

Για το πώς φτάσαμε μέχρις εδώ έχω αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα υπενθυμίσω μόνο ορισμένα βασικά στοιχεία του όλου ζητήματος.

Πρώτον, το ότι αυτή η σύγκρουση έχει αναδείξει στην ημερήσια διάταξη και σε πρώτο πλάνο το μεγάλο διακύβευμα. Το αν δηλαδή ΗΠΑ-Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τη δεσπόζουσα θέση και ρόλο στα διεθνή δρώμενα ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και «ιεραρχία» των δυνάμεων στον κόσμο. Μια εξέλιξη που εξηγεί τόσο την εμπλοκή και άλλων δυνάμεων (και βασικά των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών) όσο και τη συνεχή κλιμάκωση αυτής της σύγκρουσης. Δεύτερο, ότι αυτή η σύγκρουση οδηγείται σε αδιέξοδο. Παρά τη σχετική υπεροχή που εμφανίζεται να έχει «επί του πεδίου» η ρωσική πλευρά, δεν διαφαίνεται η προοπτική μιας ολοκληρωτικής νίκης για καμιά από τις δύο πλευρές.

Δύσβατες ατραποί

Αυτή την κατάσταση βρήκε ο Τραμπ και αυτήν καλείται να αντιμετωπίσει. Σε σχέση με αυτό, επίσης να υπενθυμίσω τα εξής. Πρώτον, πως ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν σκέφτεται, ό,τι και αν επιχειρεί ο Τραμπ, ένα δεν μπορεί να κάνει. Να παρακάμψει το ζήτημα που έχει τεθεί, να «προσπεράσει» τη σημασία του διακυβεύματος που έχει αναδειχθεί και το οποίο θα «απαιτεί» την αντιμετώπισή του όποιες κι αν είναι οι εξελίξεις. Δεύτερο, πως η προώθηση της όποιας ιδιαίτερης δικής του ατζέντας έχει κατά νου, προϋποθέτει την απαγκίστρωσή του από την ουκρανική εμπλοκή, και με όρους που δεν θα σηματοδοτούν μια υποχώρηση των ΗΠΑ αλλά το αντίθετο. Προφανείς εδώ οι δυσκολίες και οι αντιφάσεις όσον αφορά τη δυνατότητα υλοποίησης ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Οι αντιθέσεις που επιμένουν

Όπως και να ‘χει, ο Τραμπ επεχείρησε τις δικές του κινήσεις. Σε πρώτο πλάνο προχώρησε στο άνοιγμα ενός ιδιότυπου «διαλόγου» με την ρωσική πλευρά. Σε σχέση μ’ αυτό, χρήσιμο είναι καταρχάς να αφήσουμε στην άκρη τις ανοησίες που γράφονται για απόπειρα προσεταιρισμού της Ρωσίας ενάντια στην Κίνα. Ούτε το επιτελείο Τραμπ τρέφει τέτοιες αυταπάτες, ούτε η Ρωσία και η Κίνα διατίθενται να του προσφέρουν τέτοια δώρα. Το περισσότερο στο οποίο μπορεί να ελπίζει, είναι αυτός ο «διάλογος» με την Ρωσία να μην βαρύνεται από μια ενεργό παρουσία της Κίνας.

Απ’ εκεί και πέρα, αυτή η προσέγγιση με την ρωσική πλευρά έχει σαν στόχο μια διευθέτηση που να δίνει τη δυνατότητα στον Τραμπ να απαγκιστρωθεί -προσωρινά έστω- από το ουκρανικό πρόβλημα. Μια διευθέτηση που να ήταν δυνατόν να εμφανιστεί σαν επιτυχία ενός «ειρηνοποιού» Τραμπ, προσφέροντας ταυτόχρονα κάποια από τα αναγκαία προσχήματα και στη ρωσική πλευρά.

Μόνο που κάτι τέτοιο ούτε εύκολο είναι ούτε απλό . Στο ουκρανικό ζήτημα εμφανίζονται συμπυκνωμένα μια σειρά δεδομένων και σε σύμπλεξη μεταξύ τους, που είναι ουσιαστικά αδύνατη η ρύθμιση μιας επιμέρους πλευράς χωρίς αυτή να «σύρει» και να φέρει σε πρώτο πλάνο το συνολικό ζήτημα. Εκείνο δηλαδή που βρίσκεται τόσο στην αφετηρία αυτής της κρίσης όσο στην παρόξυνσή της και αφορά τις διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις της κάθε πλευράς.

Στην πραγματικότητα, ΗΠΑ-Δύση δεν διατίθενται να παραιτηθούν από τις στρατηγικές τους επιδιώξεις, περίσφιξης και εξουθένωσης του ρωσικού παράγοντα. Ένα στοιχείο, μάλιστα, που σε σημαντικό βαθμό χαρακτήριζε και τις προτάσεις που επίσημα ή ανεπίσημα είδαν το φως της δημοσιότητας.

Από την άλλη μεριά, ούτε ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί από τις στρατηγικές του επιδιώξεις και πολύ περισσότερο να αποδεχτεί ρυθμίσεις που δεν θα τον διασφαλίζουν και με τον πιο χειροπιαστό τρόπο απέναντι σε μια τέτοια απειλή. Γι’ αυτό άλλωστε, και απέρριψε στην ουσία αυτές τις προτάσεις τόσο σε επίπεδο δηλώσεων όσο και κυρίως συνεχίζοντας τις πολεμικές του επιχειρήσεις.

Ποιος εκμεταλλεύεται ποιον

Το αδιέξοδο, συνεπώς, παραμένει ως έχει και δεν αποτελούν απάντηση οι απειλές Τραμπ πως θα επιβάλλει νέες και «τρομερές» κυρώσεις στη Ρωσία αν δεν «συμμορφωθεί». Απέναντι σ’ αυτό, το επιτελείο Τραμπ χωρίς να εγκαταλείπει το ουκρανικό μέτωπο (πράγμα που ούτε το θέλει ούτε και το μπορεί) επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους των εξελίξεων στον άλλον άξονα των επιδιώξεών του. Τον οικονομικό, που στην ουσία του είναι πολιτικοοικονομικός, καθώς συνδέεται άμεσα με τις συνολικές πολιτικές γεωστρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ.

Έτσι, περνώντας στην επίθεση σ’ αυτό το πεδίο ο Τραμπ ανακοίνωσε με τελετουργικό τρόπο την επιβολή δασμών στα εισαγόμενα στις ΗΠΑ προϊόντα από όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Μια κίνηση, μάλιστα, που όπως την χαρακτήρισε, σηματοδότησε την μέρα «απελευθέρωσης» των ΗΠΑ από τα δεσμά που τους είχαν επιβληθεί και απαλλαγής τους από την εκμετάλλευση που υφίστατο από όλες αυτές τις χώρες.

Θα ήθελα νασταθώ λίγο σ’ αυτό το τελευταίο. Θα ήταν απλώς κακόγουστο αστείο αν στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο γιαμια ακόμη έκφραση της θρασύτητας που χαρακτηρίζει τους δυνάστες των λαών. Η πραγματικότητα βρίσκεται στο ότι αιώνες κυριαρχίας των αποικιοκρατικών, ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Δύσης έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα σχέσεων σε όλα τα πεδία που διασφαλίζει τη διαρκή ροή πραγματικών αξιών από την «περιφέρεια» του πλανήτη στις καπιταλιστικές, ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και κατά κύριο λόγο στην Μητρόπολη των Μητροπόλεων, τις ΗΠΑ. Αυτή η σχέση πραγμάτων συνεχίζει να είναι παρούσα και ενεργή ακόμη και σήμερα. Μόνο που εδώ και μερικά χρόνια διαμορφώνονται τάσεις και δυναμικές στην κατεύθυνση διαφοροποίησης των συνολικότερων συσχετισμών στον κόσμο. Έκφρασή τους η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που εξελίσσεται σε πλήρη σύμπλεξη με καθοριστικού χαρακτήρα μεταβολές στο οικονομικό πεδίο. Τέτοιες που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την θέση και τον ρόλο των ΗΠΑ (και συνολικά της Δύσης) σαν την δύναμη που υπό τους δικούς της όρους και για τα δικά της συμφέροντα κινείται οικονομικά (και όχι μόνο) ο κόσμος.


Αναζητώντας διεξόδους

Απέναντι σε μια τέτοια προοπτική και μπροστά στο αδιέξοδο που έχουν οδηγηθεί οι επιλογές των ΗΠΑ στο άλλο πεδίο, εκστρατεύει με τη σειρά του και ο Τραμπ με βάση τις δικές του επιλογές και ιεραρχήσεις. Αυτές που αφορούν τις επιδιώξεις των ΗΠΑ στο οικονομικό πεδίο.

Με τα κίνητρα για «επαναπατρισμό» των αμερικανικών επιχειρήσεων που δρουν στο εξωτερικό.

Με τις πιέσεις για εγκατάσταση στις ΗΠΑ επιχειρήσεων άλλων χωρών (κυρίως ανταγωνιστικών).

Με κινήσεις που στοχεύουν στην προσέλκυση κεφαλαίων στις ΗΠΑ.

Με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων των ΗΠΑ στον ενεργειακό τομέα.

Με τον προγραμματισμό μεγάλων επενδύσεων στο πεδίο των πιο προωθημένων τεχνολογιών και με στόχο την ανάκτηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ σ’ αυτόν τον τομέα.

Με πιέσεις και απειλές σε χώρες που εκδήλωσαν προθέσεις συμμετοχής στους BRICS και σε μια προσπάθεια διατήρησης του δολαρίου σαν παγκόσμιου αποθεματικού και κύριου μέσου των διεθνών συναλλαγών.

Με τις πιέσεις για αύξηση στο 5% των στρατιωτικών δαπανών των χωρών μελών του ΝΑΤΟ που πέρα από τη στρατιωτική, στρατηγική πλευρά του έχει και μια οικονομική. Την προσδοκία ότι αυτά τα κεφάλαια θα διατεθούν κατά κύριο λόγο για την αγορά οπλικών συστημάτων από τις ΗΠΑ.

Με εκβιασμούς πολιτικού στρατιωτικού χαρακτήρα, όπως λ.χ. στην περίπτωση της διώρυγας του Παναμά όπου πέτυχε την εκτόπιση των κινεζικών επιχειρήσεων.

Και εν τέλει με την επιβολή δασμών γιγαντιαίας κλίμακας που ήδη προκάλεσαν μια μεγάλη αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία και όχι μόνο.

Οι άμεσες συνέπειες

Σε σχέση με όλα αυτά αναδείχνονται σειρά ερωτημάτων.Πρώτον, ποιες οι συνέπειες αυτών των μέτρων στην οικονομία της κάθε χώρας και συνολικά στον κόσμο; Δεύτερο, τι επιδιώκουν μέσω αυτών οι ΗΠΑ; Τρίτο, τελικά ποια η προοπτική όλων αυτών των κινήσεων;

Όσον αφορά τις συνέπειες, η πλειοψηφία των απόψεων και εκτιμήσεων που δημοσιοποιούνται συγκλίνουν στην άποψη ότι θα είναι αρνητικές. Επισημαίνουν την πτώση των δεικτών στα χρηματιστήρια και με δραματικούς τόνους αναφέρονται στην «εξαέρωση» κεφαλαίων σε επίπεδα τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλωστε, και ο ίδιος οΤραμπ παραδέχτηκε ότι θα υπάρξουν και κάποιες άμεσα αρνητικές συνέπειες. Έσπευσε, ωστόσο, να διακηρύξει ότι προοπτικά το μέλλον είναι λαμπρό. Τώρα κατά πόσο αυτό μπορεί να παρηγορήσει τους έως χθες υποστηρικτές και «φίλους» του δισεκατομμυριούχους που ήδη διαμαρτύρονται για τις απώλειές τους, μένει να το δούμε.

Το κύριο βρίσκεται στις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Το βέβαιο είναι ότι τα μέτρα αυτά (και τα αναπόφευκτα αντίμετρα) θα οδηγήσουν σε περιορισμούς στο πεδίο των διεθνών συναλλαγών. Θα πλήξουν τις ροές των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων. Θα βαρύνουν συνολικά το κλίμα στα της οικονομίας. Θα επιδράσουν στην αποθάρρυνση των επενδύσεων. Με τη σειρά τους, όλα αυτά θα επιδράσουν στην κατεύθυνση καθυστερήσεων στα παραγωγικά πεδία και επιβράδυνση της ανάπτυξης, ακόμη και σε μειώσεις του ΑΕΠ.

Πολύ περισσότερο, καθώς όλες οι χώρες και στα πλαίσια ενός προστατευτισμού που δείχνει να επανακάμπτει, θα προχωρήσουν σε αναπροσαρμογές των παραγωγικών, οικονομικών τους δομών. Μια εξέλιξη που και κόστη θα έχει και τον αναγκαίο χρόνο χρειάζεται μέχρι να αρχίσει να αποδίδει.

Από κοντά και οι τάσεις ανόδου της ανεργίας, οι κίνδυνοι πληθωριστικών πιέσεων, οι αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων, η άνοδος του κόστους διαβίωσης των λαϊκών μαζών. Συνέπειες που θα γίνονται τόσο μεγαλύτερες όσο περισσότερο διαρκέσει αυτή η αναστάτωση και μέχρις ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες μιας νέας ισορροπίας.

Σ’ αυτήν άλλωστε προσβλέπει ο Τραμπ ευελπιστώντας μάλιστα ότι αυτή θα διαμορφωθεί κάτω από τις υπαγορεύσεις των ΗΠΑ και στη βάση των δικών τους όρων και συμφερόντων. Μόνο που έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρις εκεί και το κύριο βρίσκεται στο ότι το ζήτημα δεν θα κριθεί με βάση και μόνο τις οικονομικές του παραμέτρους, ούτε μόνο από τις επιθυμίες και σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Πέρα που επικρέμεται το μεγάλο ερώτημα για το αν θα πρόκειται για μια νέα ισορροπία ή για μια ακόμη αναστάτωση ευρύτερων και πιο επικίνδυνων διαστάσεων.

Στόχοι και επιδιώξεις

Τις συνέπειες αυτών των μέτρων είναι μάλλον βέβαιο ότι τις αντιλαμβάνεται το επιτελείο Τραμπ. Έχει, ωστόσο, τις επιδιώξεις και τα σχέδιά του. Σε πρώτο πλάνο ο εξαναγκασμός σειράς χωρών να επαναδιαπραγματευτούν το δασμολογικό τους καθεστώς με τις ΗΠΑ. Άμεσος στόχος, η εξοικονόμηση πόρων που θα δώσουν ανάσες στην αμερικανική οικονομία και θα διευκολύνουν την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ. Το αν και κατά πόσο θα αποδώσουν παραμένει ερώτημα.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση των συμμάχων τους (ΕΕ, Ιαπωνία κ.ά.). Τα μέτρα αυτά έρχονται να πλαισιώσουν, ενισχύσουν τις πιέσεις των ΗΠΑ στο πολιτικό στρατιωτικό πεδίο. Συνολικός στόχος, η αναπροσαρμογή της θέσης και του ρόλου τους (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, στρατηγικά) στα πλαίσια της συμμαχίας και στη βάση των γενικών στρατηγικών επιδιώξεων των ΗΠΑ. Και, βεβαίως, συνδέονται με μια γενικότερη πολιτική φρεναρίσματος της Κίνας, που απειλεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ καταρχάς στο οικονομικό πεδίο και αντιμετωπίζεται σαν ο κύριος προοπτικά στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, συνδέονται με μια γενικότερη προσπάθεια των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν τη συνολική τους υπεροχή (που ακόμη διαθέτουν) στο οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό, στρατηγικό πεδίο για να αναπροσαρμόσουν συνολικά το πλέγμα των διεθνών οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών στη βάση των αμερικανικών όρων συμφερόντων και επιδιώξεων.


«Μεγάλες προσδοκίες»

Και όλα αυτά στην υπηρεσία μιας ευρύτερης και ακόμη πιο φιλόδοξης επιδίωξης. Τη διαμόρφωση εκείνων των όρων που θα συμβάλουν, θα ωθήσουν σε μια οικονομική εκτίναξη των ΗΠΑ και σε κλίμακα που να διασφαλίζει τη συνολικότερη ηγετική τους θέση για την επόμενη ιστορική περίοδο.

Σε μια τέτοια προοπτική εντάσσονται και τα κίνητρα για επαναπατρισμό των αμερικανικών επιχειρήσεων. Για την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων να εγκατασταθούν στο έδαφος των ΗΠΑ, προσέλκυση επενδύσεων κεφαλαίων κ.ά. Με αυτόν τον στόχο (αλλά όχι μόνο) συνδέονται και οι βλέψεις για Καναδά, Γροιλανδία κ.λπ. Έτσι ώστε όλες οι χώρες να προμηθεύονται τα αναγκαία γι’ αυτές προϊόντα και βασικά εκείνα με υψηλή προστιθέμενη αξία κατά κύριο λόγο από τις ΗΠΑ. Ένα όραμα που κατά το μάλλον εμπνέεται από την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου στις ΗΠΑ πραγματοποιούνταν το 60% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και χωρίς να υπολείπονται οι άλλοι τομείς της οικονομίας της. Κάπως έτσι θα «ξανακάνει την Αμερική μεγάλη», όπως επανειλημμένα διακηρύσσει ο Τραμπ.

Μόνο που εκείνη η κατάσταση δεν διαμορφώθηκε μόνο με βάση τις δυνατότητες των ΗΠΑ αλλά και στη βάση των συνθηκών που είχε κληροδοτήσει ο πόλεμος σε σειρά χωρών. Συνθηκών που σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές. Και εδώ αναδείχνονται ορισμένα ερωτήματα.

Όταν λ.χ. παροτρύνει ο Τραμπ τις αμερικανικές επιχειρήσεις να επαναπατρισθούν, πώς ακριβώς το αντιλαμβάνεται; Ότι αυτές οι επιχειρήσεις πήγαν σε άλλες χώρες για τουρισμό; Αντίθετα. Πήγανε επειδή στα πλαίσια του συνολικού ιμπεριαλιστικού πλέγματος και της ισχυρής θέσης των ΗΠΑ μπορούσαν έτσι να αποκομίζουν τεράστια κέρδη και τα οποία για δεκαετίες συνέρεαν στις ΗΠΑ.

Όταν πιέζει για εγκατάσταση στις ΗΠΑ επιχειρήσεις άλλων χωρών -και δεν εννοεί βέβαια την ελληνική φέτα αλλά επιχειρήσεις ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών χωρών- τι ακριβώς πιστεύει; Ότι θα συμμορφωθούν πειθήνια στις εντολές του; Ότι δεν θα αντιδράσουν, ότι δεν θα υπερασπίσουν τη δική τους παραγωγή, τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα, την ίδια τη δική τους υπόσταση;

Με όλα αυτά δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να δω το ζήτημα και από μια άλλη, πιο ανάλαφρη σκοπιά. Ας κάνουμε, λοιπόν, την υπόθεση εργασίας ότι όλα βαίνουν σύμφωνα με τις επιθυμίες του Τραμπ και ότι ο μεγάλος όγκος των επιχειρήσεων και μάλιστα των πιο προωθημένων εγκαθίσταται στις ΗΠΑ. Αλήθεια, πώςθα λειτουργήσουν; Με ποιο προσωπικό; Θα γκρεμίσει το τείχος που ο ίδιος έχτισε στα σύνορα με το Μεξικό; Θα καλέσει να ξαναγυρίσουν οι μετανάστες και μάλιστα πολλαπλάσιοι σε σχέση με αυτούς που τόσο βάρβαρα απέλασε;

Οι αναπόφευκτες αντιδράσεις

Αλλά ας επιστρέψουμε στα σοβαρά του πράγματος. Στις αντιδράσεις που εκδηλώνονται και ποιες προοπτικές συνεπάγονται αυτές.

Το ότι κάποιες χώρες και βασικά από τις πιο αδύναμες έσπευσαν να διαπραγματευτούν και στη βάση των όρων των ΗΠΑ, δεν λέει και πολλά πράγματα. Ούτε βέβαια πως αυτό δίνει καμιά απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ. Εκείνο που κύρια έχει σημασία είναι οι αντιδράσεις χωρών που έχουν ένα κάποιο ειδικό βάρος. Όπως λ.χ. οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες. Ήδη εκδήλωσαν τις αντιδράσεις τους εξαγγέλλοντας τα δικά τους αντίμετρα. Η πιο χαρακτηριστική ίσως, η απόφαση που αποκλείει τις ΗΠΑ από το εξοπλιστικό πρόγραμμα των 800 δις ευρώ που εξήγγειλαν.

Η αντίδρασή τους συνδέεται τόσο με τα οικονομικά όσο και τα πολιτικά τους συμφέροντα. Οικονομικά ο όγκος συναλλαγών τους με τις ΗΠΑ είναι σε τέτοια ύψη που η τέτοια ή αλλιώτικη ρύθμιση των σχέσεών τους αφορά ζωτικά οικονομικά τους συμφέροντα. Πολιτικά, αντιλαμβάνονται ότι οι ρυθμίσεις στο οικονομικό πεδίο θα έχουν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της θέσης και του ρόλου τους στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας αλλά και γενικότερα στα διεθνή τεκταινόμενα. Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια,ότι οι σχέσεις τους οδηγούνται απαραίτητα σε μια συνολική ρήξη. Παίρνοντας υπόψη τις συνολικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από μια κοινή πορεία δεκαετιών αποτελεί μια εξέλιξη που καμιά πλευρά δεν θα την ήθελε. Σ’ αυτή τη βάση το πιο πιθανό είναι να προχωρήσουν και σε κάποιες διαπραγματεύσεις. Μόνο που σ’ αυτές οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν προτίθενται να προσέλθουν «αφοπλισμένοι» αλλά σαν παράγοντες που, αναγνωρίζοντας πάντα τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ, διεκδικούν τη δική τους θέση και ρόλο.

Όσον αφορά την Κίνα. Χωρίς περιστροφές η Κίνα άμεσα «σήκωσε το γάντι». Καθόλου, βέβαια, τυχαία. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι αυτή αποτελεί τον κύριο στόχο στο οικονομικό πεδίο και πως αυτή η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε αυτό. Ταυτόχρονα, δηλώνει ανοιχτή στον διάλογο αλλά δεν έχει αυταπάτες. Γι’ αυτό άλλωστε και κραδαίνει τα δικά της όπλα. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ανακοινώνειαντίμετρα και σε πλήρη αντιστοιχία με τα μέτρα που προωθούν οι ΗΠΑ.

Σε πρώτο πλάνο αυτό που ξανοίγεται είναι ένας «πόλεμος δασμών». Ένας «πόλεμος» ευρύτερων οικονομικών διαστάσεων που εκ των πραγμάτων δεν θα περιοριστεί στα πλαίσια μιας αναμέτρησης ΗΠΑ-Κίνας. Με βάση την ολόπλευρη διασύνδεση αυτών των οικονομιών με το παγκόσμιο πλέγμα οικονομικών σχέσεων είναι βέβαιο ότι θα συμπαρασύρει στη δίνη του και τις οικονομίες πολλών άλλων χωρών και με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό πεδίο.

Σε σχέση με όλα αυτά, θα ήθελα να προσθέσω δυο ακόμη παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι το πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση που διαμορφώνεται και οι συνέπειές της, το υπογραμμίζουν οι τελευταίες (πριν τις επόμενες… τελευταίες) ανακοινώσεις Τραμπ για το προσωρινό πάγωμα των δασμών εκτός από εκείνους που αφορούν την Κίνα. Μια κίνηση στην οποία πρέπει να μέτρησαν -και ίσως καθοριστικά- οι συνέπειες στην διαχείριση των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την περίπτωση της Ρωσίας. Στην Ρωσία έχουν επιβληθεί τόσες κυρώσεις οικονομικού χαρακτήρα που οι όποιοι επιπλέον δασμοί δεν θα ‘χαν πλέον και τόσο νόημα. Μόνο που η περίπτωσή της κατέδειξε ένα πράγμα. Το ότι είναι πολύ δύσκολο να εξουθενωθεί μια ιμπεριαλιστική δύναμη με μέτρα οικονομικού και μόνο χαρακτήρα.

Συνοψίζοντας. Όπως και να ‘χει, το εγχείρημα του Τραμπ και πέρα από τα ζητήματα που θέτει ως αυτό καθ’ αυτό, δεν μπορούμε να το δούμε παρά μόνο σε σύμπλεξη με το σύνολο των ζητημάτων που έχουν τεθεί. Οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, στρατηγικών. Όπως ήδη ανέφερα στην αρχή αυτού του κειμένου, δεν αποτελεί παρά το άλλο σκέλος της συνολικής πολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ.

Ότι αποτελεί και αυτό βασικό συστατικό της μεγάλης αναμέτρησης που εξελίσσεται στους καιρούς μας. Μιας αναμέτρησης που ήδη έχει περάσει στο στάδιο των πολεμικών συγκρούσεων και με ανοιχτές τις πιο επικίνδυνες των προοπτικών.

Ένα ζήτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί και δεν θα απαντηθεί στο οικονομικό και μόνο πεδίο, αλλά στη βάση του συνόλου των δεδομένων και συσχετισμών. Ως προς αυτό δεν έχω να προσθέσω κάτι ιδιαίτερο σε σχέση με όσα επανειλημμένα και αναλυτικά έχω εκθέσει στις ως τα τώρα παρεμβάσεις μου.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

14 Μαρτίου 2025

Ουκρανία. Τα δύσκολα είναι μπροστά

0
Του Βασίλη Σαμαρά


Οι εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος σημαδεύτηκαν από το «επεισόδιο» που εξελίχθηκε στον Λευκό Οίκο ανάμεσα σε Τραμπ-Ζελένσκι. Ειπώθηκαν και γράφηκαν πολλά σε σχέση με αυτό. Για το τι σηματοδοτούσε και πώς συνδέεται με γενικότερες εξελίξεις θα αναφερθώ ιδιαίτερα παρακάτω. Εδώ θα ήθελα να ξεκινήσω αναφερόμενος σε ορισμένα σημαντικά ζητήματα που έχουν αναδειχθεί και για τα οποία διατυπώνονται διάφορες απόψεις.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

15 Ιανουαρίου 2025

Τα παγόβουνα ενέχουν κινδύνους

0
Του Βασίλη Σαμαρά

Déjà vu

«Δυστυχισμένε Καναδά. Τόσο μακριά απ’ τον Θεό και τόσο κοντά στις ΗΠΑ».


Εντάξει, η φράση δεν ειπώθηκε για τον Καναδά, ούτε απόκάποιον Καναδό. Ειπώθηκε για το Μεξικό στις αρχές του 20ου αιώνα από τον τότε πρόεδρό του Πορφύριο Ντίαζ. Όχι βέβαια επειδή έτσι του ‘ρθε. Το Μεξικό είχε ήδη βιώσει και με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις επεκτατικές διαθέσεις των ΗΠΑ. Στα μέσα του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στρατιωτικά στο Μεξικό και τελικά προσάρτησαν έναν μεγάλο αριθμό Μεξικάνικων έως τότε περιοχών (Τέξας, Καλιφόρνια, Αριζόνα, Νεβάδα, Νέο Μεξικό).

Ήταν από τα πρώτα αιματοβαμμένα βήματα του τότε αναδυόμενου αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ενός ιμπεριαλισμού που έμελλε να ισχυροποιηθεί σε μια πορεία τόσο πολύ, ώστε τις αρπακτικές του διαθέσεις να τις υποστεί όλος ο πλανήτης. Αναρίθμητα τα εγκλήματα που διέπραξε σε βάρος των λαών της γης στην πορεία του μέχρι τα σήμερα. Θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες για να αναφερθούμε σε αυτά.




Το σύνδρομο του αρπακτικού

Ας περάσουμε, λοιπόν, στο σημερινό μας θέμα. Αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα υπήρξαν οι πρόσφατα εκδηλωθείσες προθέσεις του νεοεκλεγμένου προέδρου των ΗΠΑ, Τραμπ. Ούτε λίγο ούτε πολύ διακήρυξε το «δικαίωμα» των ΗΠΑ να προσαρτήσουν τον Καναδά, την Γροιλανδία, τη διώρυγα του Παναμά. Αν μάλιστα «χρειαστεί», να το επιχειρήσει και μέσω στρατιωτικής επέμβασης.

Υπήρξαν πολλοί που εξεπλάγησαν τόσο από την εκδήλωση αυτών των προθέσεων όσο και από τον απροκάλυπτο κυνισμό με τον οποίο εκφράστηκαν. Ο υπογράφων καθόλου. Όχι μόνο επειδή είναι δεδομένες οι αρπακτικές επιθετικές διαθέσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού αλλά και επειδή είναι στα υπόψη και κάποια άλλα πράγματα. Ας τα βάλουμε όμως σε μια σειρά.

NAFTA

Στα 1992 υπογράφηκε η «Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής», γνωστή ως NAFTA, από τους προέδρους των ΗΠΑ, Καναδά, Μεξικού (Τζ. Μπους,ΜπράιανΜαλρόνεϊ και Κάρλος Σαλίνας).

Σε πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν επρόκειτο παρά για μια ακόμη από τις συνήθεις εμπορικές οικονομικές συμφωνίες που συνάπτονται ανάμεσα σε διάφορες χώρες. Μια συμφωνία που μάλιστα προβλήθηκε σαν κάτι αντίστοιχο της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Υπήρξε, όμως, και μια δεύτερη ανάγνωση και η οποία αφορούσε τις απώτερες διαθέσεις, βλέψεις και στοχεύσεις των ΗΠΑ. Μια ανάγνωση που όσο τουλάχιστον με αφορά, την είχα από τα τότε επιχειρήσει. (Βλέπε αρθρογραφία στην «Προλεταριακή Σημαία» και συνολικότερες αναλύσεις).

Στόχοι και αναντιστοιχίες

Ας γίνω, όμως, πιο συγκεκριμένος. Βρισκόμαστε στην περίοδο της κατάρρευσης του «ανατολικού» μπλοκ, της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της ανάδειξης των ΗΠΑ σε μοναδική υπερδύναμη. Μια εξέλιξη που έδωσε αέρα στα πανιά των δυνάμεων που είδαν σ’ αυτήν την «ιστορική ευκαιρία» για την επίτευξη του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Μόνο που υπήρχαν κάποια ζητήματα.

Πέρα από την αντίθεση δυνάμεων, όπως Ρωσία, Κίνα κ.ά., μια τέτοια στόχευση δημιουργούσε αντιθέσεις και με τους συμμάχους των ΗΠΑ ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Έθετε υπό αίρεση τη στρατηγική συμμαχία με βάση την οποία ΗΠΑ-Δύση είχαν κερδίσει τον «ψυχρό πόλεμο». Με βάση αυτά τα δεδομένα σε ορισμένα τουλάχιστον επιτελεία των ΗΠΑ κατανοούνταν εκείνο που έμελλε να καταδειχτεί με τον πιο σαφή τρόπο μερικά χρόνια αργότερα.

Η αναντιστοιχία στόχου και μέσων που διέθεταν από μόνες τους οι ΗΠΑ για την επίτευξή του. Ένα δεδομένο που επέδρασε καθοριστικά στην μετέπειτα πορεία των πραγμάτων και όσον αφορά τις επιλογές των ΗΠΑ και ειδικότερα στο ζήτημα των συμμαχιών.

Εκείνο, ωστόσο, που ειδικότερα θα ήθελα να σταθώ είναι οι βαθύτερες στοχεύσεις που συνδέονταν με το εγχείρημα της NAFTA.

Αναζητώντας στρατηγικό βάθος


Ας σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτό. Όπως από τα τότε είχα επισημάνει, για τους επιτελείς των ΗΠΑ η NAFTA δεν ήταν μια απλώς εμπορική οικονομική συμφωνία. Αποτελούσε το πρώτο βήμα μιας ευρύτερης στόχευσης. Μιας στόχευσης που ήθελε να διασφαλίσει για τις ΗΠΑ ένα μεγαλύτερο οικονομικό αλλά και γεωγραφικό, πληθυσμιακό και συνολικά στρατηγικό «βάθος». Τέτοιο που να μπορεί να στηρίζει τις βλέψεις των ΗΠΑ για παγκόσμια κυριαρχία.

Εκείνο, συνεπώς, που μπορούμε να δούμε σ’ αυτό είναι πως οι απόψεις του Τραμπ δεν είναι κάποιες φαεινές και εκδηλώσεις ενός ανεξέλεγκτου τύπου. Απηχούν δεδομένες υπαρκτές βλέψεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Αναπροσανατολισμοί

Είναι γεγονός ότι με βάση τις εξελίξεις, και ειδικότερα με την άνοδο της ομάδας Τσένι-Μπους του νεότερου, το εγχείρημα της NAFTA υποβαθμίστηκε. Η τάση που επικράτησε ήταν η άμεση προώθηση του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας. Εκστρατεία στο Αφγανιστάν, επιδρομή στο Ιράκ κ.λπ. Τα αποτελέσματα γνωστά. Η ανάδειξη της αναντιστοιχίας στην οποία προαναφέρθηκα οδήγησε στην άνοδο Ομπάμα, τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης με τους συμμάχους των ΗΠΑ κ.λπ. Θα παρακάμψω για λόγουςοικονομίας του κειμένου τα όσα επακολούθησαν. Θα περάσω απ’ ευθείας στις σημερινές εξελίξεις.

Το διακύβευμα έχει ήδη τεθεί

Το μέγιστο των ζητημάτων που έχουν τεθεί είναι αυτό που συνδέεται με την αναμέτρηση που εξελίσσεται στο έδαφος της Ουκρανίας. Μιας αναμέτρησης που, όπως επανειλημμένα έχω αναφερθεί, έχει αναδείξει το μεγάλο διακύβευμα. Το αν ΗΠΑ, Δύση θα συνεχίσουν να έχουν την δεσπόζουσα θέση και ρόλο στο διεθνές ταμπλό ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων. Από κοντά και οι δραματικές εξελίξεις στην Μ. Ανατολή που αναδείχνουν τις ευρύτερες διαστάσεις της αναμέτρησης που εξελίσσεται. Με αυτά βρίσκεται αντιμέτωπος ο νεοεκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ. Και όπως έχω ήδη αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο μου, ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν σκέφτεται, ό,τι κι αν σχεδιάζει ο Τραμπ ένα πράγμα δεν μπορεί να κάνει. Να προσπεράσει το ζήτημα που έχει τεθεί, να αγνοήσει το διακύβευμα που έχει αναδειχτεί.

Διακηρύξεις και ερωτήματα

Ο Τραμπ αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει απαντήσεις ούτε στο Μεσανατολικό ούτε πολύ περισσότερο στο ζήτημα της σύγκρουσης με τη Ρωσία. Όσον αφορά τις πιθανές εξελίξεις, αναφέρθηκα ως έναν βαθμό στο προαναφερόμενο άρθρο, με αναγκαία μια υπογράμμιση. Με βάση τη συνθετότητα και κρισιμότητα των ζητημάτων που έχουν τεθεί, κάθε εκτίμηση μπορεί να ανατραπεί από τις εξελίξεις.

Ας περιοριστώ για την ώρα στο κυρίως θέμα αυτού του άρθρου. Στις διακηρύξεις Τραμπ περί ενσωμάτωσης του Καναδά, της Γροιλανδίας και της διώρυγας του Παναμά στις ΗΠΑ. Το ότι αυτές απηχούν βαθύτερες σκέψεις, διαθέσεις και στοχεύσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι το ένα δεδομένο.

Το άλλο αφορά το κατά πόσο αποτελούν ζητήματα που σκοπεύει να τα θέσει άμεσα στην ημερήσια διάταξη ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός.

Το τρίτο, το κατά πόσο μπορούν να επιτευχθούν αυτές οι στοχεύσεις.

Αντιδράσεις

Το γεγονός είναι ότι οι δηλώσεις Τραμπ έχουν προκαλέσει ήδη τις αντιδράσεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Δανίας, της Γροιλανδίας, του Παναμά. Με απλά λόγια η προώθηση των στόχων που θέτει ο Τραμπ τον φέρνει απέναντι στους έως τώρα συμμάχους των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, δεν θεωρώ ότι ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ (Αγγλία) θα αποδεχόταν με ευχαρίστηση την προσάρτηση από τις ΗΠΑ ενός μέλους της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Καναδάς). Και βεβαίως δεν αναμένεται διαφορετική αντιμετώπιση από την μεριά της Ρωσίας, της Κίνας αλλά και πολλών άλλων χωρών.

Σπέρνοντας ανέμους

Σε τελευταία ανάλυση, πόσο απλό είναι να παρακάμψουν οι ΗΠΑ τις αντιδράσεις όλων αυτών των δυνάμεων; Να ξαναστείλουν τον στρατό τους στον Παναμά όπως το 1989; Να αποβιβάσουν στρατιωτικές δυνάμεις στην Γροιλανδία. Ποιους δρόμους ανοίγουν;

Και αν δηλαδή (υπόθεση εργασίας) αποφασίσουν και οι Ρώσοι να στείλουν τις δικές τους δυνάμεις στην Γροιλανδία, ποια «δικαιώματα» θα επικαλεστούν για να τους εμποδίσουν; Ποια απάντηση θα μπορούσαν να δώσουν στην Κίνα αν αποφάσιζε να «λύσει» στρατιωτικά την «εκκρεμότητα» της Ταϊβάν; Βεβαίως, όταν αναφερόμαστε σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, έχουμε επίγνωση ότι ελάχιστη σημασία έχουν τα προσχήματα, το «διεθνές δίκαιο» και άλλα τέτοια ηχηρά. Εκείνο που μετράει είναι τα πραγματικά δεδομένα και οι πραγματικοί συσχετισμοί. Εκεί βρίσκεται πάντα ο κόμπος.

«Υποθήκες»

Πρόκειται συνεπώς, για διακηρύξεις του αέρος; Είναι και τέτοιες, αλλά όχι ακριβώς.

Όπως ήδη ανάφερα, απηχούν βαθύτερες διαθέσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Το ζήτημα βρίσκεται στο αν οι επιτελείς των ΗΠΑ αυτές τις προθέσεις διατίθενται να τις θέσουν στην ημερήσια διάταξη και προς άμεση υλοποίησή τους. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό για το άμεσα προσεχές διάστημα με εξαίρεση ίσως κάποιου είδους παρέμβαση στη Διώρυγα που και αυτή δεν θα ‘ναι τόσο «απλή» σήμερα όπως το 1989.

Τότε προς τι όλα αυτά; Το προφανές βρίσκεται στο ότι με αυτές τις δηλώσεις ο Τραμπ βάζει υποθήκες. Προετοιμάζει το έδαφος για πιθανές μελλοντικές κινήσεις των ΗΠΑ. Το δεύτερο και σε σχετική σύνδεση με το προηγούμενο, βρίσκεται στο ότι «ρίχνει στο τραπέζι» ζητήματα. Αντιλαμβάνεται ότι στα πλαίσια της μεγάλης αναμέτρησης που εξελίσσεται θα ανοίξουν και κύκλοι διαπραγματεύσεων όλων με όλους. Κραδαίνοντας συνεπώς και τέτοιου χαρακτήρα διεκδικήσεις ευελπιστεί ότι θα ισχυροποιήσει τις ήδη υπαρκτές διαπραγματευτικές δυνατότητες των ΗΠΑ απέναντι σε εχθρούς και «φίλους».

Η μπάλα στις κερκίδες

Απ’ εκεί και πέρα, εκεί -που ίσως και κυρίως- απευθύνεται ο Τραμπ είναι «προς τα μέσα». Να δημιουργήσει από τα πριν κλίμα και όρους αντιμετώπισης της εσωτερικής αμφισβήτησης. Ο Τραμπ είναι ένας αδίστακτος και ταυτόχρονα ικανός δημαγωγός.

Γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι από πολύ δύσκολο έως αδύνατο να πετύχει μια αποφασιστική νίκη είτε στο μέτωπο της Μ. Ανατολής είτε πολύ περισσότερο στο μέτωπο της Ουκρανίας. Γνωρίζει επίσης ότι τα οικονομικά του μέτρα δεν πρόκειται να δώσουν τα αποτελέσματα που ευαγγελίζεται.

Γνωρίζει ακόμη ότι το όραμα της «μεγάλης και πανίσχυρης Αμερικής» που ανέξοδα πλασάρισε προεκλογικά δεν είναι μια οικοδομική εργολαβία σαν αυτές στις οποίες διαπρέπει. Έχει επίγνωση ότι τα προβλήματα τωνΗΠΑ, οικονομικά, στρατηγικά, θα συνεχίζουν να υπάρχουν και επί της δικής του προεδρίας. Αντιλαμβάνεται, συνεπώς, ότι είναι ζήτημα χρόνου ο αέρας που έδωσε στα πανιά του ο εκλογικός του θρίαμβος να αρχίσει να κοπάζει. Ότι θα αρχίσουν να ενισχύονται οι τάσεις αμφισβήτησής του. Απέναντι, λοιπόν, σ’ αυτές τις όχι και τόσο ευοίωνες προοπτικές πλασάρει μεγαλεπήβολους στόχους και οράματα. Μόνο που η προεκλογικήπερίοδος έχει τελειώσει. Είναι πλέον πρόεδρος. Και αυτό είναι διαφορετικό.

Τα άμεσα και κρίσιμα

Ας έρθω, όμως, στο κρίσιμο και ουσιώδες. Όλα αυτά στα οποία αναφέρθηκα προηγούμενα έχουν τη σημασία τους. Εκείνο όμως που δεσπόζει, εκείνο που έχει την πιο αποφασιστική επίδραση στις εξελίξεις είναι η μεγάλη αναμέτρηση που διεξάγεται στους καιρούς μας. Αυτή που εξελίσσεται πρώτα και κύρια στο μέτωπο της Ουκρανίας και «συνοδεύεται» από τις εξελίξεις στην Μ. Ανατολή αλλά και σε σειρά άλλων μετώπων.

Ένα ζήτημα στο οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά. Εδώ θα σταθώ κυρίως σε ένα ζήτημα που με κάποιον τρόπο συνδέεται με τα προηγούμενα. Όπως είναι γνωστό, ήδη στη διάρκεια της πρώτης του προεδρίας ο Τραμπ πίεζε τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ να αυξήσουν τη συνεισφορά τους στο 2% των προϋπολογισμών τους. Πρόσφατα αύξησε αυτό το ποσοστό στο 3% και τελευταία πιέζει για αύξηση στο 5%.

Οι τάσεις που ενισχύονται

Για το τι σημαίνουν όλα αυτά δεν έχω παρά να υπενθυμίσω αυτά που επεσήμανα σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου. Σε πρώτο πλάνο, η πίεση που θέλει να ασκήσει ο Τραμπ στους Ευρωπαίους -κυρίως- εταίρους του να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος στον πόλεμο που διεξάγεται στο έδαφος της Ουκρανίας. Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη διάσταση.

Εκείνη που επεσήμανα από την αρχή ακόμα της κρίσης. Το ότι στα πλαίσια αυτής της αναμέτρησης ενισχύονται στο έπακρο οι τάσεις στρατιωτικοποίησης της βιομηχανίας, της οικονομίας και συνολικά των κοινωνιών όλων των άμεσα εμπλεκόμενων (και όχι μόνο). Στη βάση λοιπόν, αυτών των δεδομένων ο «ειρηνοποιός» Τραμπ έρχεται να δώσει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση σε αυτές τις τάσεις και με στόχο την γιγάντωση της στρατιωτικής ισχύος του ΝΑΤΟ. Απέναντι σε όλα αυτά το μόνο που θα ‘χα να πω είναι να επαναλάβω την άποψη που εξ’ αρχής είχα διατυπώσει και σαν τίτλο της σχετικής μπροσούρας.

Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε χτες, δεν θα τελειώσει αύριο!

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

03 Ιανουαρίου 2025

Εκλογή Τραμπ και τι μπορούμε να περιμένουμε του Βασίλη Σαμαρά*

0

 


Η εκ νέου εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ αποτελεί αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη, καθώς μάλιστα αφορά την ισχυρότερη σήμερα ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο. Με αφορμή το γεγονός διατυπώθηκαν πολλές απόψεις και εκτιμήσεις. Γίνονται αναφορές και στις επιλογές Τραμπ στην πρώτη του προεδρία, καθώς και σε δηλώσεις του ίδιου και συνεργατών του.

Θα προσπεράσω τις «βαρυσήμαντες» ανοησίες που διατυπώθηκαν από «επιφανείς» αναλυτές για το τι σημαίνει και τι φέρνει αυτή τη εκλογή. Θα παραμείνω στα βασικά και στον όποιο βαθμό αυτά μπορούν να προσεγγιστούν.

Ποιους εκπροσωπεί και υπηρετεί ο Τραμπ

Ας ξεκινήσω από εκείνα για τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους αμφισβήτηση. Ο Τραμπ είναι άνθρωπος του κεφαλαίου. Είναι πολιτικός του εκπρόσωπος και κάτι περισσότερο, καθώς και ο ίδιος είναι εξέχον μέλος του κλαμπ των μεγιστάνων του κεφαλαίου. Είναι άνθρωπος του αμερικανικού κεφαλαίου και ανεξαρτήτως των -υπαρκτών- αντιθέσεων ανάμεσα σε διάφορες μερίδες του. Αυτές αφορούν «εσωτερικές» προτιμήσεις και «κατανομές» και οι οποίες κατά περίπτωση συνδέονται και με «εξωτερικές» ιεραρχήσεις. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν αναιρούν το βασικό, το ότι όποιες επιλογές κι αν γίνονται, όποια μέτρα και αν παίρνονται, προωθούνται πάντα σε αναφορά με τα συνολικά συμφέροντα και επιδιώξεις του αμερικανικού κεφαλαίου.

Οι μεγάλες φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο που ήδη εξαγγέλλονται, τα κίνητρα και οι επιδοτήσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς το ποιους έρχεται να υπηρετήσει ο Τραμπ. Όσο για το αν και πώς «αφουγκράζεται τον παλμό» των λαϊκών μαζών (άλλη σαχλαμάρα αυτή), οι περικοπές στο σύστημα περίθαλψης και γενικότερα σε κάθε μορφή κοινωνικών παροχών, το πώς αντιμετωπίστηκε επί προεδρίας του η πανδημία, το μένος του ενάντια στους μετανάστες, δείχνουν καθαρά σε ποια συνομοταξία κατατάσσεται αυτό το «είδος».

Ταυτόχρονα, αυτή η εκλογή φέρνει και κάτι ιδιαιτέρα σημαντικό. Η πολιτική που προτίθεται να προωθήσει ο Τραμπ στην «ατμομηχανή» του καπιταλιστικού συστήματος αποτελεί και σήμα ενθάρρυνσης των κεφαλαιοκρατών των άλλων χωρών να κλιμακώσουν την επίθεσή τους ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Κι από κοντά δίνει και αέρα στα πανιά των ακροδεξιών δυνάμεων, που ήδη σηκώνουν κεφάλι σε σειρά χωρών.

Απέναντι στο κρίσιμο διακύβευμα

Το ίδιο ισχύει και στην προς τα «έξω» πολιτική του. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να είναι και δεν θα είναι παρά ο εκφραστής των συνολικών οικονομικών, πολιτικών, στρατηγικών συμφερόντων και επιδιώξεων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Σε αυτή την πλευρά του ζητήματος θα σταθώ βασικά σ’ αυτή εδώ την παρέμβαση.

Όσον αφορά αυτό το ζήτημα και όσον αφορά τα όσα λέγονται, ένα πράγμα πρώτα και πάνω απ’ όλα θα ήθελα να ξεκαθαρίσω. Ένα ζήτημα αποτελούν οι δηλώσεις, τα σενάρια, οι υποθέσεις και ένα άλλο τα πραγματικά δεδομένα. Εκείνα δηλαδή που τελικά «αποφασίζουν». Ας αναφερθώ κατ’ αρχάς και απ’ ευθείας σε αυτό που έχει αναδειχτεί πλέον σαν το βασικό.

Το μεγάλο και κρίσιμο διακύβευμα, το οποίο έφερε στην ημερήσια διάταξη με τον πιο άμεσο (και αιματηρό) τρόπο η σύγκρουση στην Ουκρανία. Η σύγκρουση που αποτελεί την «τρέχουσα» μορφή μιας ευρύτερης αναμέτρησης. Της αναμέτρησης «Δύσης»-«Ανατολής». Μια αναμέτρηση που ήδη επεκτείνεται στην περιοχή της Μ. Ανατολής, όπου συνεχίζεται η σφαγή των Παλαιστινίων από τους ναζί του σιωνισμού. Και ας μην αναφερθώ και σε μια σειρά άλλων μετώπων στην οποία εκδηλώνεται (οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών).

Είναι μια αναμέτρηση της οποίας κορυφαία πλέον έκφραση αποτελεί η ένοπλη σύγκρουση στο έδαφος της Ουκρανίας. Μια σύγκρουση, που όπως ήδη ανέφερα, έφερε στην πρώτη γραμμή το κρίσιμο διακύβευμα. Το αν δηλαδή ΗΠΑ-Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τη δεσπόζουσα έως κυρίαρχη θέση και ρόλο στα τεκταινόμενα στον κόσμο ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και «ιεραρχία» δυνάμεων.

Με βάση αυτό ως δεδομένο, ό,τι και αν δηλώνει ο Τραμπ, ό,τι κι αν σκέφτεται και σχεδιάζει, ένα δεν μπορεί να κάνει. Να παρακάμψει αυτό που ήδη έχει τεθεί. Το διακύβευμα αυτής της αναμέτρησης. Αυτό είναι που έχει να αντιμετωπίσει. Το αν και με ποιο τρόπο αποτελεί ζητούμενο.

Ένα σύντομο ιστορικό

Το ζήτημα δεν είναι σημερινό. Η ανάδειξή του στην πρώτη γραμμή αποτελεί έκφραση της συσσώρευσης πολλών παραγόντων, κινήσεων και διεργασιών που συντελέστηκαν στο προηγούμενο διάστημα. Έχει μια ορισμένη χρησιμότητα και σημασία μια αναφορά σε όλα αυτά, έστω και αν για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου θα περιοριστώ σε ορισμένες σύντομες επισημάνσεις.

Σαν αφετηρία του ζητήματος μπορεί να προσδιοριστεί η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Μια εξέλιξη που στην πορεία της διαμόρφωνε όρους αμφισβήτησης της οικονομικής, πολιτικής και στρατηγικής υπεροχής των ΗΠΑ-Δύσης. Μια προοπτική που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τους επιτελείς της Δύσης και πρώτα και κύρια των ΗΠΑ ως ηγέτιδας δύναμης. Μια τέτοια εξέλιξη «έπρεπε» να αναστραφεί ή έστω να ανακοπεί.

Να αναστραφεί μέσω μια θεαματικής εκτίναξης του οικονομικού στάτους των ΗΠΑ. Να ανακοπεί μέσω της υπαρκτής ακόμη ισχύος και υπεροχής των ΗΠΑ και, ει δυνατόν, μέσω μιας συνδυασμένης προώθησης των δυο αυτών αξόνων κίνησης.

Ένα διπλό δίλημμα

Μόνο που εδώ υπάρχουν κάποια προβλήματα. Σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και ανελέητου ανταγωνισμού ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, υφίσταται πλήρης συνάρτηση των εξελίξεων στα δύο αυτά πεδία. Η οικονομική άνοδος των ιμπεριαλιστικών χωρών εξελίχθηκε σε πλήρη συνάρτηση με την επιβολή «οικονομικών» όρων δια της ισχύος.

Από την άλλη μεριά, η διατήρηση της στρατιωτικής, στρατηγικής ισχύος μπορεί να βασίζεται μόνο σε μια ισχυρή οικονομία, που να είναι σε θέση να την συντηρεί και να την αναπτύσσει. Ο συνδυασμός των δύο αυτών αναγκών δεν ήταν ποτέ εύκολος και ακόμα πιο δύσκολος εμφανίζεται στις συνθήκες και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονταν πλέον στο κόσμο. Ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος.

Στο οικονομικό πεδίο, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των άλλων δυνάμεων (ακόμη και των συμμάχων τους Ευρωπαίων) και πάνω απ’ όλα της Κίνας, που απειλούσε την οικονομική τους πρωτοκαθεδρία. Στο επίπεδο της στρατηγικής ισχύος και επιβολής, είχαν απέναντί τους, σαν αξεπέραστο εμπόδιο, το ισοδύναμο πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, κρίνονταν και όχι αβάσιμα, ότι δεν θα αποτελούσε «φρόνιμη» επιλογή η ταυτόχρονη «επιθετική» αντιμετώπιση των δύο αυτών δυνάμεων. Πολύ περισσότερο καθώς μια βασική επιλογή των ΗΠΑ αποτελούσε η με κάθε τρόπο αποτροπή της αναβάθμισης της συνεργασίας Ρωσίας-Κίνας σε συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα.

Με αυτά τα δεδομένα, κρίσιμο χαρακτήρα έπαιρνε και το ζήτημα του «χρόνου». Γινόταν όλο και πιο φανερό ότι αν μια τέτοια εξέλιξη συνεχιζόταν με βάση τους δεδομένους όρους, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου η διαφοροποίηση των συσχετισμών και η ενίσχυση τάσεων και όρων έως και ανατροπής τους.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος έπαιρνε συνεπώς χαρακτήρα επείγοντος και ταυτόχρονα έθετε ζήτημα ιεράρχησης στόχων και επιλογών. Ήταν ένα ζήτημα που δημιούργησε αντιθέσεις στο πλαίσιο της αμερικανικής ελίτ και οι οποίες διαγράφηκαν πιο αδρά με την εμφάνιση του Τραμπ στο προσκήνιο.

Για την πρώτη προεδρία Τραμπ

Όσον αφορά τις επιλογές Τραμπ, όπως τις είδαμε στην πρώτη του προεδρία, μπορούν να συνοψιστούν σε δυο βασικές και συμπλεκόμενες ιεραρχήσεις. Την επιλογή του δρόμου της οικονομικής ανάπτυξης με την ολόπλευρη στήριξη του αμερικανικού κεφαλαίου τόσο προς τα «μέσα» όσο και προς τα «έξω».

Ήταν μια επιλογή που εναρμονιζόταν με εκείνη που έθετε στο στόχαστρο τη δύναμη που αποτελούσε τον κύριο ανταγωνιστή των ΗΠΑ στο οικονομικό πεδίο, την Κίνα, την οποία ο Τραμπ, και πολλοί άλλοι στις ΗΠΑ, θεωρούσαν ότι προοπτικά αποτελούσε τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ.

Σ’ αυτούς κατά βάση τους άξονες κινήθηκε η πρώτη προεδρία Τραμπ. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς τις επιδόσεις της στο οικονομικό (και όχι μόνο) πεδίο, το ζήτημα είναι πως δεν έδωσε στο συνολικό πρόβλημα την απάντηση που θα εκπλήρωνε τις επιδιώξεις των ΗΠΑ.

Η επιλογή της ισχύος

Με αυτά τα δεδομένα, τα πράγματα οδηγήθηκαν στην επιλογή Μπάιντεν, η προεδρία του οποίου κινήθηκε σε μια διαφορετική τροχιά.

Κινήθηκε στην επιλογή της επιβολής δια της ισχύος, με βάση την οποία τέθηκε ως στόχος η εξουδετέρωση του ρωσικού παράγοντα. Μια επιλογή που θεωρήθηκε ότι αποτελεί τον κρίκο που θα σύρει την αλυσίδα των εξελίξεων στην τροχιά των επιδιώξεων των ΗΠΑ. Βασικός μοχλός η περίπτωση της Ουκρανίας. Η μετατροπή της σε προκεχωρημένο οχυρό του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Η άσκηση μιας πίεσης που θα εξανάγκαζε τη Ρωσία σε αποδοχή τετελεσμένων που θα αποδυνάμωναν τη θέση και τον ρόλο της. Μια επιλογή που, ας σημειωθεί, είχε προετοιμαστεί και προωθηθεί και από προηγούμενες προεδρίες των ΗΠΑ (Κλίντον, Μπους, Ομπάμα) σε συνεργασία με τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Υπήρξε σειρά παρεμβάσεων με κορυφαία το πραξικόπημα του Μαϊντάν, που ανατρέποντας τον εκλεγμένο πρόεδρο έφερε στην εξουσία της Ουκρανίας τα ενεργούμενα των ΗΠΑ και τις ακροδεξιές φασιστικές δυνάμεις.

Για τη ρωσική πλευρά

Από την άλλη μεριά, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός και όσον αφορά στο ζήτημα της Ουκρανίας είδε να ναυαγούν βασικές στρατηγικές του επιλογές. Αιφνιδιάστηκε από το πραξικόπημα του Μαϊντάν, που άνοιξε ολόπλευρα τον δρόμο στην προώθηση των επιδιώξεων των ΗΠΑ-Δύσης. Αποδέχτηκε τις συμφωνίες του Μινσκ, οι οποίες, ωστόσο, αξιοποιήθηκαν από τη Δύση για εδραίωση των θέσεών τους στην Ουκρανία, για αναδιοργάνωση και εξοπλισμό του στρατού του Κιέβου. Είδε αυτόν τον στρατό να προχωρά σε δολοφονικές επιθέσεις, ενάντια στους ρωσόφωνους του Ντονμπάς. Είδε να απορρίπτονται ασυζητητί οι προτάσεις του για την εκπόνηση μιας νέας και συνολικής «αρχιτεκτονικής ασφαλείας» για την Ευρώπη. Αντίθετα, είδε να επιταχύνονται οι διεργασίες για εισδοχή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, μια εξέλιξη που θα επισφράγιζε μια ιστορικών διαστάσεων ήττα.

Η ρωσική εισβολή και οι συνέπειές της

Με αυτά τα δεδομένα, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός προχώρησε στη στρατιωτική του επέμβαση στο έδαφος της Ουκρανίας. Θα παρακάμψω εδώ τη σειρά των γεγονότων που ακολούθησαν, την πορεία των μαχών κ.λπ. Θα σταθώ βασικά στις κύριες συνέπειες αυτής της εξέλιξης. Η ρωσική εισβολή σηματοδότησε το πέρασμα της αναμέτρησης στο στρατιωτικό της επίπεδο. Το πέρασμα στην κόλαση του πολέμου. Των χιλιάδων νεκρών και σακατεμένων, των ανυπολόγιστων καταστροφών. Το ότι μια τέτοια εξέλιξη «χρεώνεται» εκ των πραγμάτων στον ρωσικό ιμπεριαλισμό δεν σημαίνει ότι παραγράφονται οι ευθύνες των ΗΠΑ-Δύσης. Των δυνάμεων εκείνων που συν-διαμόρφωσαν τους όρους που οδήγησαν σε αυτήν. (Αν χωράει «επιμερισμός» ευθυνών σε μια τέτοια τραγική εξέλιξη).

Έφερε στην ημερήσια διάταξη και σε πρώτο πλάνο το κρίσιμο διακύβευμα, στο οποίο προηγούμενα αναφέρθηκα. Ένα διακύβευμα ευρύτερων διαστάσεων. Αυτό είναι που εξηγεί την άμεση εμπλοκή των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Την έμμεση για την ώρα αλλά διακριτή εμπλοκή της Κίνας και άλλων δυνάμεων. Αυτό είναι που εξηγεί τη διαρκή τροφοδοσία της ένοπλης σύγκρουσης, την κλιμάκωσή της σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, τη δημιουργία κινδύνων συνολικότερης ανάφλεξης έως και πυρηνικής. Όχι επειδή κάτι τέτοιο θα ήθελε ή σχεδιάζει να προχωρήσει σ’ αυτό (τουλάχιστον όχι στο άμεσο μέλλον) οποιαδήποτε από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Το θέμα είναι ότι βρίσκονται πλέον «αιχμάλωτες» μιας κατάστασης και ενός αδιεξόδου που οι ίδιες έχουν δημιουργήσει με τις επιδιώξεις και κινήσεις τους.

Έτσι, και όπως έχω και παλιότερα αναφέρει, έχουν επιδοθεί σε ένα θανάσιμο πόκερ, ποντάροντας διαδοχικά η μια μετά την άλλη ανθρώπινα κορμιά και πολεμικά μέσα. Επισείοντας τα πυρηνικά τους «ρέστα» και ευελπιστώντας ότι θα αναγκάσουν την αντίπαλη πλευρά σε υποχωρήσεις.

Σενάρια και πραγματικότητες

Αυτά είναι που έχει πλέον να διαχειριστεί ο Τραμπ, με αυτά έχει να αναμετρηθεί. Το αν θα μπορέσει και με ποιον τρόπο, είναι ένα ερώτημα που δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις. Όσον αφορά κατ’ αρχάς τα σενάρια που κυκλοφορούν. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι ο Τραμπ σκέφτεται, θέλει, σχεδιάζει να προχωρήσει με βάση τη δική του ατζέντα. Την οποία επίσης μόνο να την υποθέσουμε μπορούμε. Κατ’ αρχάς με βάση την πολιτική του στην πρώτη του προεδρία. Κατά δεύτερον μέσα από τις διάφορες δηλώσεις του ίδιου και συνεργατών του («ανεπίσημες» πάντα και καθόλου δεσμευτικές). Δηλώσεις που κοντά στα άλλα εγείρουν και ερωτήματα. Όπως αυτό που αφορά το κατά πόσο μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά δηλώσεις του τύπου «θα τελειώσω τον πόλεμο σε 24 ώρες». Ας το προσπεράσουμε όμως.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, η προώθηση μιας τέτοιας ατζέντας έχει μια βασική προϋπόθεση. Την απαγκίστρωση των ΗΠΑ από τη σύγκρουση στην οποία έχουν εμπλακεί στο μέτωπο της Ουκρανίας. Μόνο που η τέτοια ή αλλιώτικη μορφή απαγκίστρωσης συνδέεται αναπόσπαστα με την αντιμετώπιση του διακυβεύματος στο οποίο έχω αναφερθεί. Σε σχέση, λοιπόν, με αυτό και σε σχέση με τα διάφορα σενάρια και σχεδιασμούς που κυκλοφορούν, θα ήθελα να θέσω το ζήτημα στη βασική του διάσταση. Κανένας Τραμπ και κανένας Πούτιν από την άλλη μεριά, ούτε διατίθενται ούτε μπορούν να χρεωθούν μια συμφωνία που θα μπορούσε να καταγραφεί σαν στρατηγική ήττα της μιας ή της άλλη πλευράς. Αυτή είναι η αμετακίνητη βάση των όποιων υποθέσεων και εκτιμήσεων μπορούμε να κάνουμε απ’ εκεί και πέρα.

Η ουκρανική ιδιαιτερότητα

Με βάση αυτό το δεδομένο, το πρώτο που συνάγεται είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά συμφωνία που να διασφαλίζει μια πραγματική και διαρκή ειρήνευση. Οι βασικές-διαχρονικές επιδιώξεις της κάθε πλευράς είναι αγεφύρωτες και αυτό σημαίνει ένα πράγμα. Ότι αυτή η ευρύτερων διαστάσεων αναμέτρηση θα συνεχιστεί, ανεξάρτητα από το ποιες μορφές θα πάρει στην πορεία, ποιες φάσεις θα περάσει, σε ποια πεδία θα εκδηλωθεί.

Το δεύτερο αφορά το αν μπορεί να υπάρξει φόρμουλα που να ικανοποιεί (όσο και όπως) και τις δύο πλευρές ή τουλάχιστον να μην τις εκθέτει σαν συμφωνία που μπορεί να καταγραφεί σαν ήττα της μιας ή της άλλης. Μια φόρμουλα που, κατά τα λεγόμενα, μπορεί να έχει τη μορφή «παγώματος» λ.χ. της σύγκρουσης ή και ρυθμίσεων αποδεκτών (σχετικά πάντα) από τις δύο πλευρές που θα την «μεταθέτουν». Δεν είναι κάτι που βρίσκεται γενικά έξω από τη λογική των πραγμάτων ή κάτι που δεν έχει γίνει σε ανάλογες περιπτώσεις στην ιστορία ώστε να μπορεί να αποκλεισθεί παντελώς.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι στην περίπτωση της Ουκρανίας υπάρχουν συμπυκνωμένα σειρά δεδομένων που δεν προσφέρονται και τόσο για διαχωρισμούς ρυθμίσεων. Υφίστανται και λειτουργούν ως πλέγμα που η τέτοια ή αλλιώτικη «ρύθμιση» της οποιασδήποτε πλευράς φέρνει σε πρώτο πλάνο το συνολικό πρόβλημα.

Για να μην αναφερθώ ξεχωριστά στις διάφορες εκδοχές του πράγματος, ας το θέσω σε μια συνολική του μορφή. Η Ρωσία δεν μπήκε σ’ αυτή την αιματηρή (και για την ίδια) περιπέτεια για να αποδεχτεί ρυθμίσεις που θα αφήνουν περιθώρια εισδοχής της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ άμεσα ή και στο μέλλον. Από την άλλη μεριά, ούτε η Δύση είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί αξιώσεις που να παρέχουν στη Ρωσία τη δυνατότητα να ελέγχει τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία.

Ανιχνεύονται προθέσεις

Πρόκειται για ερώτημα που μόνο εύκολη δεν είναι η απάντησή του. Ας σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτό. Θα καλέσει, λέει, ο Τραμπ τον Πούτιν και τον Ζελένσκι και θα τους υποβάλλει τις προτάσεις του. Αν τις απορρίψει ο Ζελένσκι, θα σταματήσει κάθε ενίσχυσή του, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική. Αν τις απορρίψει ο Πούτιν, τότε θα προχωρήσει στην ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση του Κιέβου.

Δηλαδή αν εμφανιστεί «δύστροπος» ο Ζελένσκι (λέμε τώρα) θα τον εγκαταλείψει στην τύχη του; Θα χαρίσει, δηλαδή, και έτσι του καλού καιρού μια στρατηγική νίκη στον Πούτιν και αντίστοιχα θα χρεωθεί μια στρατηγική ήττα των ΗΠΑ; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει κάτι τέτοιο; Από την άλλη μεριά, μπορεί να αποδεχτεί ο Πούτιν ρυθμίσεις που δεν θα διασφαλίζουν τις βασικές τουλάχιστον επιδιώξεις, για τις οποίες ξεκίνησε έναν πόλεμο; Αν ήταν απαραίτητο να επιλέξω μια από τις δύο αυτές υποθετικές εκδοχές, θα πόνταρα στη δεύτερη. Έτσι ή αλλιώς, τις προτάσεις αυτές δεν τις γνωρίζουμε, καθώς δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επισήμως, ούτε το αν και με ποιον τρόπο πρόκειται να υποβληθούν και σε ποιους. Εκείνο που μπορούμε να πούμε γνωρίζοντας το ποιόν του προτείνοντος είναι πως δεν θα πρόκειται για προτάσεις που στόχο τους θα έχουν να φέρουν μια πραγματική ειρήνη στην Ουκρανία και τον κόσμο. Από τα πιο πιθανά είναι να συνιστούν μια κίνηση που θα θέλει να εμφανίσει τον Τραμπ σαν τον άνθρωπο της ειρήνης και να χρεώσει ξανά στον Πούτιν την ευθύνη για τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Πέρα από αυτό, μπορούμε ακόμα να υποθέσουμε και μια «παράπλευρη» στόχευση αυτής της κίνησης. Την προσπάθεια του Τραμπ να υποχρεώσει τους Ευρωπαίους συμμάχους του στο να πάρουν μεγαλύτερο βάρος στην αντιμετώπιση του ζητήματος (οικονομικό, στρατιωτικό κ.λπ.). Έτσι ώστε να διευκολύνουν τις ΗΠΑ στο να κινηθούν με μεγαλύτερη άνεση στα διάφορα μέτωπα που έχουν ή και στοχεύουν να ανοίξουν.

Πιθανές εξελίξεις

Όπως κι αν έχει και με όλο το ρίσκο που εμπεριέχουν οποιεσδήποτε προβλέψεις σε μια τέτοια κατάσταση, θα «διακινδυνεύσω» κάποιες εκτιμήσεις.

Θεωρώ αρκετά πιθανό το πέρασμα σε μια φάση όπου το άνοιγμα ενός «διαλόγου» και διαπραγματεύσεων (όπως κι αν το εννοεί κανείς και όποια μορφή κι αν πάρουν) θα συμπλέκεται και θα εναλλάσσεται με κινήσεις στρατιωτικού χαρακτήρα στο πεδίο των μαχών κ.λπ. Μια εξέλιξη που θα εμπεριέχει και τις δύο εκδοχές του πράγματος. Τόσο αυτή της κλιμάκωσης της σύγκρουσης μέχρι την ολέθρια κορύφωσή της, όσο και την εκδοχή της -προσωρινής πάντα- διευθέτησης.

Όσον αφορά την πρώτη εκδοχή, ας μην αναφερθώ ξανά στους παράγοντες που ωθούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ως προς τη δεύτερη, έχει μια ορισμένη σημασία να αναφερθώ σε παράγοντες και συνθήκες που θα μπορούσαν να ωθήσουν σε μια τέτοια «ανάπαυλα».

Παράγοντες επίδρασης

Όσον αφορά τους παράγοντες που ενδεχομένως μπορούν να επιδράσουν-πιέσουν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Σαν τέτοιοι μπορούν να θεωρηθούν:

Οι εξελίξεις στο στρατιωτικό πεδίο. Η διαμόρφωση μιας κατάστασης «επί του πεδίου» που η συνέχιση της σύγκρουσης θα οδηγούσε σε ακόμα πιο καταστροφικές συνέπειες για τη μια πλευρά των εμπολέμων. Ένας παράγοντας, ωστόσο, που τελεί υπό αίρεση, καθώς η πλευρά που θα αντιμετώπιζε την ήττα θα είχε πάντα τη δυνατότητα να καταφύγει στο «τελευταίο -πυρηνικό- της χαρτί».

Συμμαχίες και συσχετισμοί

Οι διαμορφώσεις στο επίπεδο των συμμαχιών καθώς και της στάσης πολλών άλλων δυνάμεων. Η πιθανότητα, δηλαδή, της διαμόρφωσης ολότελα αρνητικών συσχετισμών για τη μια ή την άλλη πλευρά. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι αναγκαίες ορισμένες επισημάνσεις.

Όσον αφορά τη Δύση, εμφανίζεται πιο συμπαγής, καθώς μάλιστα συγκροτείται στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, μιας ισχυρής και de facto «νομιμοποιημένης» και πλήρως ενεργούς στρατηγικής συμμαχίας.

Ειδικότερα και όσον αφορά τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές (αλλά και άλλους) δεν «σέρνονται» από τις ΗΠΑ, όπως ακούγεται. Αποτελούν άμεσο και ενεργό αντικείμενο της αναμέτρησης, καθώς η έκβασή της αφορά και τη δική τους θέση και ρόλο στον κόσμο.

Σε σχέση με την άλλη πλευρά, ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται για την περίπτωση της Κίνας. Η Κίνα, ούτε ήθελε ούτε θέλει αυτή την αναμέτρηση (τουλάχιστον όχι σ’ αυτή τη φάση) καθώς θεωρούσε -και όχι αβάσιμα- ότι ο χρόνος είναι με το μέρος της. Ωστόσο, το ζήτημα έχει τεθεί. Με αυτό ως δεδομένο, η Κίνα στέκεται με τον δικό της τρόπο στο πλευρό της Ρωσίας, καθώς γνωρίζει ότι αν εξουδετερωθεί η Ρωσία, μετά έρχεται η δική της σειρά. Ταυτόχρονα και όπως τουλάχιστον συνάγεται από δηλώσεις εκπροσώπων της, αντιμετωπίζει θετικά την εκδοχή μιας αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης.

Όσον αφορά άλλες δυνάμεις, όπως Ινδία, Βραζιλία κ.ά., ούτε αυτές θέλουν την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Επί του παρόντος μπορεί, αν αποκλίνουν προς τη μια ή την άλλη πλευρά, αλλά βασικά προσπαθούν να κρατούν τις αποστάσεις τους. Δείχνουν να θέλουν μια αποκλιμάκωση καθώς θεωρούν -και καθόλου αβάσιμα- ότι μια παρόξυνση της σύγκρουσης μπορεί να τις αναγκάσει να συρθούν σε μια αναμέτρηση που καθόλου δεν θα ήθελαν.

Πιθανά ρήγματα

Τα ρήγματα που μπορεί να εμφανισθούν στα μέτωπα των εμπόλεμων. Κατ’ αρχάς στο επίπεδο των αρχουσών ελίτ και σε αναφορά με την αναζήτηση των πιο ενδεδειγμένων για τα συμφέροντά τους επιλογών και στρατηγικής.

Αντιθέσεις έχουν ήδη καταγραφεί στις χώρες της Δύσης αλλά που είναι βέβαιο ότι ανάλογες θα υπάρχουν και στις χώρες της Ανατολής, ανεξάρτητα από το ότι η έλλειψη πληροφόρησης δεν αφήνει να τις διακρίνουμε καθαρά. Αντιθέσεις που για την ώρα τουλάχιστον δεν φτάνουν σε επίπεδα άμεσης αμφισβήτησης των έως τώρα επιλογών. Τίποτε, ωστόσο, δεν αποκλείει να οξυνθούν, καθώς η φύση των γεγονότων έχει τη δική της δυναμική και επιπτώσεις που αφορούν όλους. Οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και των συνολικότερων κινδύνων.

Ρήγματα μπορούν να εμφανιστούν και στην κοινωνική βάση των εμπλεκομένων χωρών, με βάση τις συνέπειες που έχει η συνέχιση της σύγκρουσης για τις λαϊκές μάζες. Τόσο αυτές που αφορούν το οικονομικό, το βιοτικό τους επίπεδο όσο και των ανθρώπινων απωλειών στα πεδία των μαχών. Ανάλογες αντιδράσεις μπορούν να υπάρξουν και σε άλλες χώρες, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος συνειδητοποιεί τους κινδύνους που συνεπάγεται για όλους η συνέχιση και κλιμάκωση αυτού του πολέμου.

Ήδη σε πολλές χώρες του κόσμου πραγματοποιούνται κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο. Είναι γεγονός ότι δεν φτάνουν ακόμα στο επίπεδο ανάπτυξης που θα μπορούσε να ασκήσει αποφασιστική επίδραση στις εξελίξεις. Ένα πρόβλημα που συνδέεται με τις συνέπειες της ήττας. Την έλλειψη εκείνων των πολιτικών κινητήρων και σε επίπεδα που θα μπορούσαν να δώσουν αποφασιστική ώθηση σε ένα τέτοιο κίνημα.

Όπως και να έχει ωστόσο, στην ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος μπορούν να δημιουργούνται όροι για την αντιμετώπιση του ζητήματος από τη μεριά των λαών. Μια αναγκαιότητα που τόσο περισσότερο θα γίνεται κατανοητή όσο περισσότερο θα σωρεύονται οι συνέπειες για τις λαϊκές μάζες και όσο «εγγύτερα» θα πλησιάζουν οι κίνδυνοι που τις απειλούν.

Αντιφάσεις και αδιέξοδα

Τέλος, η επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται και για όλους χωρίς καμιά εξαίρεση, η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση του πολέμου. Ας σταθώ λίγο σ’ αυτή την πλευρά.

Θεωρώ ότι καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θέλει την πυρηνική σύγκρουση, καθώς όλοι αντιλαμβάνονται το τι θα σήμαινε αυτό για όλο τον κόσμο και φυσικά και για τους ίδιους.

Ανάλογες διαθέσεις υπάρχουν και όσον αφορά την εκδοχή της χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων. Όλοι κατανοούν ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε τον δρόμο σ’ αυτό που θέλουν να αποφύγουν. Τη χρήση των στρατηγικών πυρηνικών όπλων.

Θεωρώ ακόμη ότι στο σύνολό τους οι εμπλεκόμενες (άμεσα ή έμμεσα) δυνάμεις δεν θα ήθελαν την κλιμάκωση της σύγκρουσης σε επίπεδα αναμέτρησης -με συμβατικά έστω όπλα- συνολικά Δύσης-Ανατολής. Πέραν όλων των άλλων, αντιλαμβάνονται ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει για πολύ σ’ αυτό το «συμβατικό» επίπεδο.

Παρόλα αυτά, συνεχίζουν να τροφοδοτούν και να κλιμακώνουν τη σύγκρουση με όλα τα μέσα. Με γενεσιουργό αιτία τη φύση τους ως ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, έχουν «αιχμαλωτιστεί» σε ένα πρόβλημα που οι ίδιες έχουν δημιουργήσει με τις επιδιώξεις και κινήσεις τους και πορεύονται με ανοιχτούς όλους τους θανατηφόρους «ορίζοντες» μιας τέτοιας εξέλιξης.

Με αυτά τα δεδομένα, ακόμη κι αν υποθέσουμε, όπως ήδη ανέφερα, ότι υποχρεωθούν να προχωρήσουν σε κάποιας μορφής διακανονισμούς, αυτοί θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Ένα «διάλειμμα» που κάθε πλευρά θα επιχειρεί να αξιοποιήσει στην ενίσχυση της θέσης της για τον «επόμενο γύρο» αυτής της διαρκούς αναμέτρησης.

Αυτά είναι που έχουμε μπροστά μας, αυτά έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Με Τραμπ ή και χωρίς Τραμπ.


*Δημοσιεύθηκε το Σάββατο 14 Δεκέμβρη 2024 στο φύλλο 975 της Προλεταριακής Σημαίας

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ