Οι καιροί μας χαρακτηρίζονται από πολέμους και επεμβάσεις. Οι μυλόπετρες των ιμπεριαλιστών αλέθουν λαούς και διαλύουν χώρες, οι πολεμικές προετοιμασίες παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις, ρίχνοντας τα βάρη τους στις πλάτες των εργαζόμενων και της νεολαίας, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα ένα αντιδραστικό πλαίσιο στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση κάποιοι θεωρούν ότι σχεδόν αυτόματα θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα αντιπολεμικό κίνημα το οποίο θα στεκόταν απέναντι στους πολέμους και τις επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών. Θα εξέφραζε την αλληλεγγύη του στους λαούς που αιματοκυλιούνται και θα πάλευε για ειρήνη και ελευθερία σε σύγκρουση με την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα. Ανάμεσα σε άλλους προβληματισμούς διαβάσαμε πρόσφατα και στην έντυπη και στην ψηφιακή έκδοση της «Εφ.Συν.» ρεπορτάζ–ανάλυση με τίτλο «Ποιος σκότωσε το αντιπολεμικό κίνημα;» τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Στο οποίο γίνεται μια προσπάθεια να εξηγηθεί η καθυστέρηση ανάπτυξής του σε σχέση με τις σημερινές απαιτήσεις, με αναφορές σε ιδεολογικές και κοινωνικές αιτίες οι οποίες μπορεί να έχουν κάποια βάση, αλλά έλειπαν τελείως οι πολιτικές αιτίες και αυτό έχει την εξήγησή του.
Το αντιπολεμικό κίνημα, όπως όλα τα κινήματα, δεν το «παραγγέλνεις», αλλά η συγκρότησή του και η ανάπτυξή του απαιτούν πολιτικές κατευθύνσεις και δράσεις που να δημιουργούν ευνοϊκούς όρους. Στη βάση αυτών των κατευθύνσεων και των δράσεων εδράζεται η πολιτική ανάλυση και οι εκτιμήσεις για τον χαρακτήρα του κόσμου και της χώρας όπου ζούμε και σε συνάρτηση με αυτόν ο χαρακτήρας των πολεμικών συγκρούσεων και των επεμβάσεων, οι επιπτώσεις τους για την εργατική τάξη και τους λαούς και κυρίως τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτήν την τοποθέτηση.
Η Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα αποτελούν τον βασικό τροφοδότη του αντιπολεμικού κινήματος και οι όποιες εξελίξεις στο εσωτερικό τους έχουν άμεση αντανάκλαση στο προχώρημα ή την υποχώρησή του. Από γενική άποψη, η οπισθοχώρηση και η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος είχαν -εκτός των άλλων- ως αποτέλεσμα τη σημαντική υποχώρηση του αντιπολεμικού - αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Ιδιαίτερα μάλιστα η κυριαρχία του ρεφορμισμού – ρεβιζιονισμού ήταν αυτή που είχε ως συνέπεια είτε τη μετάλλαξή του σε μια πασιφιστική καρικατούρα με ανάλογες δράσεις είτε, στη χειρότερη εκδοχή του, να εξυπηρετεί και να στηρίζει τον έναν ιμπεριαλιστή απέναντι στον άλλο. Και αν όλα τα παραπάνω εξελίχθηκαν σε περασμένες δεκαετίες, είναι ανάλογες οι επιπτώσεις τους και στην εποχή μας. Καθώς παραλλαγές των ίδιων αντιλήψεων αναπαράχθηκαν και συνεχίζουν να αναπαράγονται και σήμερα.
Ας δούμε λοιπόν ποιοι υπονόμευσαν και απονεύρωσαν το αντιπολεμικό κίνημα τα τελευταία χρόνια. Ξεκινώντας από την «κυβερνώσα Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία πολλοί μέσα στην Αριστερά αναζήτησαν την «ελπίδα» για να βρεθούν αντιμέτωποι με μια πολιτική που ενίσχυσε τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, διεύρυνε τον ρόλο και τη θέση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη χώρα, ανέπτυξε στρατηγικές σχέσεις με το σιωνιστικό μόρφωμα. Μάλιστα στην περίοδο των «σκληρών» διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ ανέδειξαν -στο πλαίσιο της δήθεν εκμετάλλευσης των αντιθέσεων- τον αμερικανικό ιμπεριαλιστικό παράγοντα σαν «σανίδα σωτηρίας» για τον λαό και τη χώρα. Είναι ο χώρος αυτός που πλήρως μεταλλαγμένος «ξέπλυνε» την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ΝΑΤΟ–Ε.Ε. και σήμερα, παρά την πολυδιάσπασή του, συνεχίζει το ίδιο τροπάρι περί «σεβασμού του διεθνούς δικαίου» ενώ υποτάσσεται πλήρως σε κάθε ιμπεριαλιστική επιταγή.
Από την άλλη μεριά, δυνάμεις με κομμουνιστική αναφορά όπως το ΚΚΕ και οργανώσεις του εξωκοινοβουλευτικού χώρου στις οποίες κυριαρχούν λαθεμένες εκτιμήσεις για τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων είτε βλέπουν μόνο «επιχειρηματικούς ομίλους» πίσω από τους πολέμους είτε διαμόρφωση όρων για «νέα Γιάλτα». Οι δύο όψεις της ίδιας οικονομίστικης αντίληψης, είτε αυτή λέγεται «ιμπεριαλιστική πυραμίδα» είτε «ολοκληρωτικός καπιταλισμός».
Αυτές οι αντιλήψεις οδηγούν και σε αντίστοιχες πρακτικές. Από τη μία πλευρά σε κομματικά περιχαρακωμένες κινήσεις χωρίς κανέναν στόχο διαμόρφωσης μαζικών όρων κίνησης κόσμου και, από την άλλη, σε σοβαρή υποτίμηση και αδιαφορία για την ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος.
Από άλλες δυνάμεις τα τελευταία χρόνια και σε αναφορά με τον πόλεμο στην Ουκρανία ξαναεμφανίστηκε η παλιά ρεβιζιονιστική θέση «πάρτε βοήθεια από τη Μόσχα» σε… σύγχρονη παραλλαγή, όπου σε μία ιμπεριαλιστική σύγκρουση η «ήττα του ΝΑΤΟ» βαφτίζεται «νίκη των λαών» και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα αναγνωρίζονται μόνο ως «μπακάλικα που κινδυνεύουν από τα σούπερ μάρκετ».
Τέλος, ο χώρος της αναρχίας/αυτονομίας, παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια ένα κομμάτι του, κάτω από την πίεση των εξελίξεων, αναγνωρίζει την ανάγκη της αντιπολεμικής - αντιιμπεριαλιστικής πάλης, το μεγαλύτερο μέρος του υποτιμά το ζήτημα του πολέμου και μένει στην άκρη.
Επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμούμε και την προσπάθεια της κυβέρνησης και όλων των παρατρεχάμενων του συστήματος που προβοκάρουν κάθε αντιπολεμική έκφραση του λαού, ταυτίζοντάς την είτε με τους «τρομοκράτες της Χαμάς» είτε με τους «μουλάδες του Ιράν», με στόχο να σπάσει αντιπολεμικές συνειδήσεις και να ενοχοποιήσει τον λαό που δεν θέλει να μπει στα φέρετρα του Δένδια πολεμώντας με τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».
Είναι φανερό ότι κάτω από το βάρος τόσο της επίθεσης του συστήματος όσο και όλων των λαθεμένων αντιλήψεων και πρακτικών που κυριαρχούν στο κίνημα υπονομεύεται η ανάπτυξη ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος το οποίο μπορεί να «στριμώξει» τόσο τους ιμπεριαλιστές όσο και την ντόπια άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Παρά τις διαθέσεις του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας, που εκφράστηκαν ιδιαίτερα στις μαζικές κινητοποιήσεις αλληλεγγύης προς τον ηρωικό παλαιστινιακό λαό και την αντίστασή του, τόσο στον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και σήμερα στην επίθεση των ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν η ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος είναι ακόμη πίσω από τις απαιτήσεις των καιρών.
*Στέλεχος του ΚΚΕ(μ-λ)
Αναδημοσίευση από την ΕφΣυν

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου