Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Α.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Α.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Οκτωβρίου 2025

Τα ιερά μνημεία των αστών και η ανίερη υποταγή των ρεφορμιστών

0

 

Για την κυβέρνηση που «προσβάλλει το μνημείο, όταν το εργαλειοποιεί και το διαχωρίζει από τον λαό», έκανε λόγο ο Δημήτρης Κουτσούμπας στην τοποθέτησή του στη Βουλή. Και αφού φρόντισε να υπενθυμίσει με αυτή του την αναφορά ότι το ΚΚΕ είναι ένα «υπεύθυνο» κόμμα, που σέβεται τα ιερά και τα όσια της αστικής τάξης, εκτόξευσε και μερικές αγωνιστικές κορώνες για την «ορμή του λαού», σε κατάφωρη αντίθεση βέβαια με τη στάση αποχής που έχει επιλέξει όλο το τελευταίο διάστημα από τις κινητοποιήσεις συμπαράστασης στον απεργό πείνας, Πάνο Ρούτσι, αλλά και από τη χθεσινή (21/10), συγκέντρωση ενάντια στη, φασιστικής έμπνευσης, τροπολογία της κυβέρνησης.

"Μ' αγώνες τιμάμε τα ιερά μνημεία - Κάτω η Νέα Δημοκρατία"(!!!), έλεγε το σύνθημα που ακουγόταν από το μπλοκ του ΜέΡΑ25 και των φοιτητών της ΑΡΑΣ.

Άραγε τι υπερασπίζεται σήμερα το κίνημα; Τον «άγνωστο στρατιώτη» ή το δικαίωμα στη συγκέντρωση, τη διαδήλωση, την απεργία;

Είναι για τους νεκρούς μας το μνημείο! Αυτό κραυγάζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις, για να βάλουν τον λαό «στον γύψο», για να του στερήσουν την Πλατεία του, τον τόπο των αγώνων του, το σημείο που έχει ταυτιστεί με κάποιες από τις πιο σπουδαίες στιγμές στην ιστορία του κινήματος της χώρας μας. 

Δεν θα μας πάρετε το μνημείο! Αυτό απαντάνε οι δυνάμεις της αριστεράς του συμβιβασμού, λες και δεν καταλαβαίνουν το επίδικο της επιθετικής κίνησης της κυβέρνησης, που έρχεται για να εντείνει τις απαγορεύσεις και την καταστολή και όχι φυσικά για να... «καπηλευτεί» τα μνημεία. 

Φαίνεται ότι σε καιρούς ιδεολογικού εκφυλισμού και αποκομμουνιστικοποίησης, οφείλεις να υπενθυμίζεις και να εξηγείς μέχρι και τα αυτονόητα. Γιατί πολλοί τα ξεχνάνε.

Ξεχνάνε ότι η ιστορία που ξαναγράφουν σήμερα οι αστικές τάξεις δεν έχει καμία σχέση με τη συλλογική μνήμη του λαού και την ιστορική αλήθεια. Ότι σε αυτούς που θυσιάστηκαν για την «πατρίδα» των αστών δεν θα δει κανείς να μνημονεύεται η εποποιία των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ενάντια στη ναζιστική κατοχή, των αγωνιστών του Πολυτεχνείου, που τα έβαλαν με την αμερικανοστήριχτη χούντα που άνοιξε τον δρόμο για την εισβολή στην Κύπρο, των αναρίθμητων λαϊκών ανθρώπων που έπεσαν για τα οράματα της «λεύτερης πατρίδας και της πανανθρώπινης λευτεριάς».

Αντιθέτως, στο διαβόητο μνημείο παρατηρεί κανείς να αποθεώνονται -μεταξύ άλλων- οι τυχοδιωκτισμοί του ντόπιου εξαρτημένου αστισμού στη Μικρά Ασία (ΑΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΝ-ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ-ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ), οι πεσόντες στον αγώνα κατά του... κομμουνισμού στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία στην Ουκρανία και τον πόλεμο της Κορέας (ΧΕΡΣΩΝ-ΣΕΡΜΙ-ΚΑΣ-ΟΔΗΣΣΟΣ-ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΙΣ και ΚΟΡΕΑ), η ξενόδουλη συμμετοχή στο πλευρό των «συμμάχων» της Αντάντ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (ΣΚΡΑ), η αλυτρωτική διαστροφή του χαρακτήρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην ιταλική φασιστική εισβολή του 1940 με συνέχιση της προέλασης στη Νότια Αλβανία, αλλά και τα σημερινά μέτωπα στα οποία θέλει η αστική τάξη της χώρας να σύρει τον λαό στην αντιδραστική της αντιπαράθεση με την ανταγωνίστρια τουρκική άρχουσα τάξη. 

Μήπως, όμως, δεν πρόκειται απλώς περί άγνοιας και ιστορικής υποτίμησης;

Γιατί η συμμόρφωση στη γραμμή της «εθνικής ενότητας» και σε αυτήν την περίπτωση βγάζει μάτι! Κάποιοι δεν μπορούν να διανοηθούν με τίποτα ότι το κίνημα μπορεί να καταπατάει τις «κόκκινες γραμμές» που χαράζει ο αντίπαλος. Μην τα ισοπεδώνουμε και όλα! 

Το ίδιο δεν γίνεται, άλλωστε, ακόμα πιο φανερό, αν ανατρέξει κανείς στις διατυπωμένες θέσεις μιας σειράς δυνάμεων για τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό; Και να σκεφτεί κανείς ότι πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να ξορκίζουν την αντιιμπεριαλιστική πάλη ως μη... ταξική και εσχάτως ανακάλυψαν ότι η γραμμή της Τρίτης Διεθνούς γεννούσε «εθνικοπατριωτικές» παρεκκλίσεις τύπου... ΕΑΜ.

Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του!

Αντώνης Α.



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

01 Ιουλίου 2016

Σημεία για το Brexit και την Αριστερά

2

Αντώνης Α.
Είναι γνωστό από καιρό ότι έχει γίνει δεύτερη φύση πολλών δυνάμεων και παραγόντων της αριστεράς το να παίρνουν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα. Να αρνούνται πεισματικά να αναθεωρήσουν απόψεις και εκτιμήσεις, ακόμα και αν αυτές ανατρέπονται με τον πιο παταγώδη τρόπο από τις εξελίξεις. Το βάθρο της μεθοδολογίας που ακολουθούν… γνωστό και αυτό εδώ και αιώνες: «Αφού δεν συμφωνεί η πραγματικότητα μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». 

Ένα σχήμα ανάλυσης της κατάστασης και των αδιάκοπων μεταβολών της, δηλαδή, που το πρόβλημά του δεν είναι μόνο ότι διαστρεβλώνει γεγονότα, ότι παράγει λαθεμένες ερμηνείες, ότι χάνει από το οπτικό του πεδίο τη μια ή την άλλη παράμετρο του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι ή αδυνατεί να συνθέσει μια απόλυτα ολοκληρωμένη του εικόνα (άλλωστε, ο εξωτερικός και αλάνθαστος παρατηρητής του κόσμου δεν γεννήθηκε ακόμα και ούτε πρόκειται ποτέ να γεννηθεί). Είναι πρώτα και κύρια το γεγονός ότι η αφετηρία του, το σημείο εκκίνησής του, δεν είναι αυτό καθαυτό το γίγνεσθαι, αλλά προκαθορισμένες αντιλήψεις, προκατασκευασμένα μοντέλα, στα οποία αυτό καλείται να «προσαρμοστεί». Αν όχι, όπως είπαμε, τόσο το χειρότερο… Κάτι που πολύ απλά συνιστά την αποθέωση της μεταφυσικής.

Και για να περάσουμε απευθείας στο θέμα μας, θα θέσουμε μόνο κάποια σημεία προς προβληματισμό:

1. Υπάρχει ένα ζήτημα που έχει περάσει, είναι η αλήθεια, «στα ψιλά» της σχετικής συζήτησης. Ομολογουμένως, και με ευθύνη όσων δεν θα έπρεπε να δείχνουν ανοχή σε κάτι τέτοιο. Ο καταιγισμός ανοησίας, όμως, και ακριβώς επειδή έχει τη μορφή καταιγισμού, σε υποχρεώνει πολλές φορές εκ των πραγμάτων να ασχοληθείς με αυτόν, να του δώσεις μια κάποια προσοχή, να παραμερίσεις και εσύ ο ίδιος, έστω και προσωρινά, αυτό που είναι το πιο σημαντικό και που πρέπει πρώτα και κύρια να αναδειχτεί. 

Το Brexit εντάσσεται σε εκείνο το σπιράλ εξελίξεων όλων των τελευταίων χρόνων, που στην ουσία τους αντιπροσωπεύουν την κονιορτοποίηση και πολιτική χρεοκοπία των αστικών θεωρημάτων περί παγκοσμιοποίησης και των «αριστερών» αναλόγων τους περί ολοκληρώσεων. Γεγονός που δεν μπορεί να σκεπαστεί κάτω από το πέπλο της προσφιλούς στον οπορτουνισμό μεθόδου του ελιγμού, των συνεχών αναπροσαρμογών και μεταμφιέσεων της άποψής του. Μιας μεθόδου, που οδήγησε ορισμένους, κάτω από την πίεση των πραγμάτων, να ανακαλύπτουν και να ψελλίζουν δειλά αναφορές σε σχέση με τον ιμπεριαλισμό και τους ανταγωνισμούς, πλην όμως διατηρώντας το θεωρητικό βάθρο των αντιλήψεών τους αναλλοίωτο. 

Που πήγαν, λοιπόν, η «κατάρρευση» των συνόρων, η υποχώρηση του έθνους-κράτους, το «διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου»; Που πήγε η ηγεμονική παρουσία στο διεθνές σκηνικό των «πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων», που θα πρόσδεναν στο άρμα τους όλον τον κόσμο, τραβώντας ακατανίκητα τον καπιταλισμό προς ένα νέο στάδιο; Πόσο «μουμιοποιημένη» είναι αυτή η θεωρία του ιμπεριαλισμού τελικά; Και πόσο «ολοκλήρωση» είναι εν πάση περιπτώσει η Ε.Ε.; Εξακολουθεί κανείς να πιστεύει ότι οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί δεν είναι παρά μια δευτερεύουσα όψη, υπηγμένη στην τάση για συνεργασία και υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών, ή σε τελική ανάλυση, είναι το κύριο και καθοριστικό στοιχείο της ιμπεριαλιστικής-καπιταλιστικής πραγματικότητας;

2. Αν η Ελλάδα είναι κάποιου επιπέδου ιμπεριαλιστική χώρα, τότε το ζήτημα τίθεται και σε αυτή περίπου με τους ίδιους όρους, όπως και στο Ην. Βασίλειο, έστω και με τις όποιες «ανισομετρίες» του. Αν η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες έχουν να λογαριαστούν κατά βάση με μια «γραφειοκρατία των Βρυξελλών», με έναν «υπερεθνικό μηχανισμό» στον οποίο συναρθρώνονται τα επιμέρους εθνικά κράτη και εκχωρούν μέρος της ισχύος και της κυριαρχίας τους, τότε 28-1=27, άρα ο κόσμος της εργασίας αντιμετωπίζει πλέον έναν πιο εύκολο αντίπαλο, κλονισμένο και αποδυναμωμένο. Αν η Ε.Ε. αποτελεί μια διακρατική καπιταλιστική ένωση, μικρών και μεγαλύτερων ιμπεριαλισμών, τότε το καθήκον της «αποδέσμευσης» από αυτήν μπαίνει πάνω-κάτω με όρους άλλης μιας εκκρεμότητας που θα πρέπει να διευθετήσει η «λαϊκή εξουσία», γιατί όχι, μέσα και στα πρώτα από τα διατάγματα που θα αναγκαστεί αυτή να εκδώσει. 

Αν, όμως, η Ε.Ε. δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά έναν ιμπεριαλιστικό συνασπισμό, στο εσωτερικό του οποίου διεξάγεται μια ανηλεής διαμάχη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη που τον συναποτελούν, και όχι μόνο, με αντικείμενο το ποιος θα καταληστεύσει πιο άγρια τις εξαρτημένες χώρες-μέλη του, μεταξύ άλλων, τότε τα πράγματα τίθενται διαφορετικά. Τότε αυτό που εμφανίζεται σαν «πολιτική της Ε.Ε.», δεν είναι παρά το αποκρυστάλλωμα του συσχετισμού που διαμορφώνεται κάθε φορά από αυτή τη διαρκή διαμάχη, περνώντας μέσα από κάθε λογής συμβιβασμούς, για να καταλήξει σε ακόμα πιο απότομες και μεγαλύτερες οξύνσεις των ανταγωνισμών.

Ο πυρήνας αυτής της πολιτικής, από τη σκοπιά των εργαζόμενων λαϊκών μαζών, είναι με μια έννοια διττός. Εμπεριέχει, από τη μια, την κατεύθυνση που έχουν χαράξει εδώ και δεκαετίες το κεφάλαιο και οι άρχουσες τάξεις απανταχού της γης: τη στρατηγικού χαρακτήρα επίθεση ενάντια στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και των λαών. Από την άλλη, σε άμεση συνάφεια με το προηγούμενο, συστατικό του μέρος αποτελεί η εκστρατεία επανακατάκτησης-επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.  

Επομένως, όσο αυτά παραμένουν ανέπαφα, κάθε άλλο παρά μπορούν να φέρουν εξελίξεις υπέρ των λαών τα παραγόμενα σε κάποιο άλλο πεδίο πέρα από αυτό της πάλης τους, το οποίο είναι και το μοναδικό που μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή των αρνητικών συσχετισμών και σε αναδιπλώσεις τις δυνάμεις του συστήματος. Το πεδίο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αφορά το «ποιος-ποιον» μεταξύ των ιδιοκτητών του κόσμου και δεν θέτει σε καμία του καμπή υπό αμφισβήτηση τον πυρήνα που προαναφέραμε. Τα αποτελέσματα της παρόξυνσης αυτών των ανταγωνισμών, ως εκ τούτου, όπως είναι εν προκειμένω το Brexit, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σπέρνουν τον εφησυχασμό στους λαούς και για κανένα λόγο δεν πρέπει να τους κάνουν να πιστεύουν ότι χαμήλωσε το «μπόι» του εχθρού τους. 

3. Ανακαλύφτηκαν όψιμα από ορισμένους  ζητήματα που άπτονται της «ανεξαρτησίας» και «κυριαρχίας», εθνικής, λαϊκής και με όποιον άλλο προσδιορισμό θέλετε. Το φαιδρό είναι ότι εν πολλοίς πρόκειται για δυνάμεις που έχουν στο παρελθόν συστηματικά λοιδορήσει τις απόψεις για ιμπεριαλιστική εξάρτηση και την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας, ως «παρεκκλίνουσες» προς τον «εθνικοπατριωτισμό».

Αυτό που προβάλλεται, με λίγα λόγια, είναι ότι η ένταξη στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ συνεπάγεται έλλειμμα εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας. Η έξοδος από αυτές το αποκαθιστά. Έτσι, αποκτά αυτόματα ένας λαός τη δυνατότητα να καθορίζει ελεύθερος τη μοίρα του ή -στο πιο «ταξικό»- το κίνημα μπορεί από εκεί και πέρα να επιβάλλει με μεγαλύτερη άνεση τις διεκδικήσεις του, χωρίς να πέφτει πάνω στις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στην Ε.Ε.

Όλα ωραία και στρωτά, μόνο που δεν απαντιέται το εξής: υπό την ηγεμονία ποιας τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί η έξοδος και μέσα από ποια διαδικασία;

Γιατί, όσον αφορά τον ελληνικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, μπορούμε να πούμε ότι αυτός αντιμετωπίζει «έλλειμμα κυριαρχίας» από συστάσεώς του, λόγω της πρόσδεσης των συμφερόντων και της πορείας της αστικής «μας» τάξης στις μεγάλες δυνάμεις (ιμπεριαλιστικές στη συνέχεια). Το καθεστώς της εξάρτησης απορρέει από αυτή τη σχέση, μέσω της οποίας η ιμπεριαλιστική επικυριαρχία στη χώρα διαιωνίζεται δια της αναπαραγωγής της εξουσίας της υποτελούς στους ιμπεριαλιστές άρχουσας τάξης.

Δεν υπάρχουν, επομένως, τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης που θα μπορούσαν να κινηθούν «εθνικοανεξαρτησιακά». Το καθήκον αυτό, από την άποψη των κοινωνικών δυνάμεων που θα το υλοποιήσουν, πέφτει πρώτα και κύρια στις πλάτες της εργατικής τάξης.

Αυτό, μεταξύ άλλων, καθορίζει και το πώς μπορεί να τεθεί στην περίπτωσή μας το αίτημα της «εξόδου από την Ε.Ε.». Όσοι επιχειρούν να το χωρέσουν στο πεδίο της τακτικής και να προτείνουν ένα δρόμο υλοποίησής του μέσα από κυβερνητικά-μεταβατικά προγράμματα ή ακόμα και από δημοψηφίσματα, σε συνθήκες μάλιστα αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης, είτε δεν έχουν πάρει χαμπάρι το τι ισχύει στην πραγματικότητα, είτε αναζητούν –μάταια- μερίδες της αστικής τάξης που θα το προωθήσουν. Είναι λογικό και επόμενο οι φαντασιώσεις αυτών των δυνάμεων να αναζωπυρωθούν μετά το Brexit, όπως αυτό τέθηκε σε μια ιμπεριαλιστική χώρα και σαν αποτέλεσμα της διαπάλης τμημάτων της εκεί αστικής τάξης.

Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και του λαού στη χώρα μας, αντιθέτως, το αίτημα αυτό μόνο σαν στρατηγικός στόχος του κινήματος μπορεί να τεθεί και με όρους συνολικού σπασίματος των δεσμών της εξάρτησης, μέσα από μια επαναστατική διαδικασία που θα θέσει το ζήτημα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ με κατεύθυνση και σε σύνδεση με το ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ. Έτσι ώστε να μπορέσει η εργατολαϊκή συμμαχία να πάρει την εξουσία.

Για να μην αναφέρουμε ότι στην περίπτωσή μας ένα Grexit τύπου Σόιμπλε, όπως αναδύθηκε ως πιθανότητα το περασμένο καλοκαίρι, κάθε άλλο παρά θα έλυνε τα ζητήματα και ίσα-ίσα θα πολλαπλασίαζε τους κινδύνους και θα ενέτεινε το καθεστώς της εξάρτησης. 

4. Όσον αφορά πάλι την περίπτωση της χώρας μας, ακόμα και αν ορισμένες φορές τίθεται ξώφαλτσα και χάνεται μέσα σε μια «θάλασσα» αιτημάτων, τις περισσότερες ξεχνιέται μια μικρούλα, ασήμαντη, αμελητέα λεπτομέρεια: αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ΝΑΤΟ, βάσεις, πυρηνικά, πρεσβεία, μυστικές υπηρεσίες, στρατηγεία, περιπολίες στο Αιγαίο, πραξικοπήματα, ναπάλμ κλπ Τώρα τι παραπάνω να πει κανείς σε αυτά; Πόσης περαιτέρω εξήγησης και ανάπτυξης, δηλαδή, χρήζουν τα αυτονόητα; Πόσο εγκληματικά ανόητοι και αφελείς είναι αυτοί που τα παραβλέπουν; Ο νοών νοείτω… 

5. Θα μπορούσαν να διατυπωθούν με ένα σχετικά απλό τρόπο τα εξής ερωτήματα: «ταξικό» είναι καθετί που κάνει η «τάξη» ή αυτό που αντικειμενικά ανταποκρίνεται στα ταξικά της συμφέροντα, ανεξάρτητα από το τι θέλει ή το πώς σκέφτεται σε κάθε φάση; Από πότε η θέληση του λαϊκού κόσμου εκφράζεται συνειδητά μέσω της κάλπης, όποια και αν είναι αυτή; Από πότε οι «κορυφαίες ταξικές μάχες» δίνονται έξω από όρους κίνησης μαζών και ταξικής πάλης;

Η σχετική φιλολογία κρατάει πολύ καιρό τώρα. Από την περίοδο του περσινού ελληνικού δημοψηφίσματος. Αν η «γεωγραφική» κατανομή της ψήφου είναι αυτό, όμως, που παράγει τις «ταξικές συγκρούσεις», τότε γιατί να μην χαρακτηρίσουμε ως «ταξική» την ψήφο, ας πούμε, στον ΣΥΡΙΖΑ; Για να μείνουμε μόνο σε αυτό και να μην «προβοκάρουμε» περισσότερο, γιατί θα μπορούσε κάποιος να βρει τέτοιες «ταξικές ψήφους» ακόμα και στις πιο μαύρες και αντιδραστικές κατευθύνσεις.

Και για να τελειώνουμε με αυτό, γενικά, στις αστικές εκλογικές διαδικασίες, από την εποχή της κατάκτησης του γενικού εκλογικού δικαιώματος, ψηφίζουν πλατιές λαϊκές μάζες και εν πολλοίς η εκλογική τους συμπεριφορά καθορίζει και το αποτέλεσμα. Αυτό δεν τις κάνει λιγότερο ταξικές με την… αστική έννοια. Τώρα το αν και με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις έχουν ενεργοποιηθεί φωνές που επιδιώκουν να σπρώξουν τα πράγματα πίσω ακόμα και από αυτό το βασικό αστικοδημοκρατικό δικαίωμα (για να μην έχει η «αμόρφωτη πλέμπα» τη δυνατότητα ούτε καν να ψηφίζει), αποτελεί «σημείο των καιρών» και του προς τα πού βαδίζει το σύστημα μέσω της διαρκώς εντεινόμενης φασιστικοποίησης.

Το ζήτημα, επομένως, δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στο σε ποια κατεύθυνση εκφράζεται ο λαϊκός παράγοντας και με ποιον τρόπο το κάνει αυτό. Γίνεται υποχείριο αστικών, ρεφορμιστικών και αντιδραστικών δυνάμεων ή καταφέρνει και χειραφετείται από αυτές σε επαναστατική κατεύθυνση; Λειτουργεί ως ψηφοφόρος και «στη γωνία» ή γίνεται ενεργό υποκείμενο των εξελίξεων και στο κέντρο της ταξικής πάλης;

6. Στην περίπτωση του βρετανικού δημοψηφίσματος, ο παράγοντας που καθόρισε την προκήρυξη του, το πραγματικό του περιεχόμενο, την έκβασή του και θα αποφασίσει και τη μορφή διαχείρισής του, δεν είναι άλλος παρά η βρετανική άρχουσα τάξη και οι οξυμμένες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της. Συνολικά σαν τάξη, για χρόνια τοποθετούσε τα όρια της στη σχέση της με την Ε.Ε., διατηρούσε ειδικό καθεστώς σαν μέλος της και το τελευταίο διάστημα ένιωθε να στενεύεται όλο και περισσότερο κάτω από το βάρος της γερμανικής ηγεμονίας σε αυτή. Γι’ αυτό και άνοιξε το ζήτημα της επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης της, που μέσα από μια πορεία οδηγήθηκε στο δημοψήφισμα. Το αν η μερίδα της εκείνη, που στρατεύτηκε ενεργά στο Brexit και διείδε μέσα από αυτό ευνοϊκότερες προοπτικές για τα συμφέροντα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, προτίθεται να τραβήξει τα πράγματα μέχρι το τέλος, μένει να το δούμε. 

7. Θα ήμασταν από τους τελευταίους που δεν θα αναγνώριζαν στο αποτέλεσμα στοιχεία έκφρασης της λαϊκής οργής και αγανάκτησης ή ακόμα και διεργασίες στις συνειδήσεις του κόσμου της εργασίας. Δεν ήταν, όμως, αυτός ο παράγοντας που το καθόρισε, ούτε το ειδικό του βάρος είναι τέτοιο, όσο θέλουν να το παρουσιάζουν ορισμένοι.

Θα ήμασταν από τους τελευταίους που θα χαρακτήριζαν συλλήβδην αυτόν τον κόσμο «ξενοφοβικό», «ρατσιστή» και «γερασμένο», αλλά δεν έχουμε και καμιά διάθεση να συσκοτίσουμε τα πραγματικά, εξαιρετικά αρνητικά δεδομένα. Τα οποία δεδομένα υποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, ότι τα αντιμεταναστευτικά αντανακλαστικά και ο εθνικισμός έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Ότι τέθηκαν επικεφαλής του Leave αστικές, δεξιές, εθνικιστικές δυνάμεις και ο πόθος της κυρίαρχης τάξης για έναν πιο «αυτοκρατορικό» ρόλο. Ή ότι το 75% μιας νεολαίας, που στην πλειονότητά της προορίζεται να ζήσει ένα μαύρο και εφιαλτικό μέλλον, επέλεξε να στηρίξει την παραμονή στην Ε.Ε.

Δεν είναι, λοιπόν όλα «μαύρο»- «άσπρο» και αυτή η εμμονική περιστροφή γύρω από διλήμματα του τύπου «θετικό ή αρνητικό», στην πραγματικότητα το μόνο που κάνει είναι να θολώνει συνειδήσεις και να δυσκολεύει μια αντικειμενική εξέταση της πραγματικότητας.

Και αν κάποιοι (βλ. καμπάνια Lexit), ενώ δεν όρθωσαν καμία αντίσταση στο να στοιχηθεί ο κόσμος πίσω από συμφέροντα ανταγωνιστικά προς τα δικά του, αλλά, αντιθέτως, συνέβαλαν και εκείνοι σε αυτό το σύρσιμο, με το πρόσχημα ότι θα προσδώσουν διαφορετικό χαρακτήρα στο δημοψήφισμα και στο αποτέλεσμά του, θεωρούν πως θα «παρέμβουν» και θα αλλάξουν το περιεχόμενο των εξελίξεων κατόπιν εορτής, είναι βαθιά γελασμένοι. Δεν μπορείς, όντας απροπόνητος και σκουριασμένος για πολλά χρόνια, να θες να διαγωνιστείς στα 100 μέτρα στο στίβο και να κερδίσεις. Αυτά τα πράγματα δεν απαντώνται με «ταχύρυθμες συνταγές» και αν δεν έχεις διαμορφώσει κάποιους στοιχειώδεις όρους από τα πριν, τότε δεν είσαι τίποτε άλλο παρά ένας φαφλατάς, που καλλιεργεί, όμως, επικίνδυνες αυταπάτες. 

8. Παραβιάζει ανοιχτές θύρες όποιος μας επισημάνει ζητήματα για τη διαφαινόμενη όξυνση της κρίσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, και όχι μόνο, τις «γενετικές» του αστάθειες που έρχονται στην επιφάνεια, τις οικονομικές, πολιτικές, αλλά και γεωπολιτικές αναταράξεις, που είναι προ των πυλών μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Επίσης, το ίδιο κάνει όποιος προβαίνει σε μια γενική θεωρητική διατύπωση για την αναγκαιότητα να παίρνει υπόψη του το κίνημα τις «ρωγμές» στο αντίπαλο στρατόπεδο, να καταβάλλει προσπάθειες να εκμεταλλεύεται προς όφελός του τις κάθε λογής αντιθέσεις μέσα σε αυτό.

Μόνο που, αν και «θεωρητικά» σωστός, προσπερνάει μια από τις βασικές επιταγές της «θεωρίας», που είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Και επί της ουσίας, δραπετεύει από την πραγματικότητα. Δεν γίνεται συνεχώς να υψώνονται σινικά τείχη ανάμεσα στον αντικειμενικό και τον υποκειμενικό παράγοντα και να αποσπάται με τέτοιο απόλυτο τρόπο ο ένας από τον άλλο.

Το θεμελιώδες ερώτημα που μπαίνει είναι: ποιο κίνημα θα τα κάνει όλα αυτά; Με ποιο υποκείμενο στο τιμόνι, με τι στόχους και σε ποια κατεύθυνση; Γιατί όταν το εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα έκανε λόγο για την ανάγκη αξιοποίησης των ρηγμάτων και στην πράξη προωθούσε και μια τέτοια τακτική, πρώτα απ’ όλα, υπήρχε ως τέτοιο, ισχυρό, συγκροτημένο, με υπόσταση και ερείσματα, ακόμα και σε επίπεδο κράτους και σίγουρα στα μυαλά και τις καρδιές εκατοντάδων εκατομμυρίων μαζών. 

Σήμερα, αντιθέτως, διανύουμε μια περίοδο που έχει βγει από τα σπλάγχνα της ήττας και της οπισθοχώρησης αυτού του κινήματος. Και για να μπορέσει αυτό να ανασυγκροτηθεί και να υπάρξει, θα πρέπει πρώτα να περάσουμε μέσα από εντελώς διαφορετικές διαδρομές. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι η επίπονη διαδικασία ανασύστασης του δεν θα εκπληρωθεί μέσα από λύσεις ευκολίας, ούτε στη βάση των «ανωμαλιών» που θα παράγουν συνεχώς οι οξύνσεις και οι αναταράξεις στο πλαίσιο του συστήματος. Θα προχωρήσει και θα πάρει σάρκα και οστά μέσα στα μέτωπα αντίστασης και πάλης της εργατικής τάξης και των λαών, στις συγκρούσεις και τις αναμετρήσεις που βρίσκονται μπροστά μας.

Και για να το θέσουμε πιο χυδαία και ωμά, σε αντιστοιχία με το εκφυλισμένο επίπεδο αντιπαράθεσης που κυριαρχεί στο πλαίσιο της αριστεράς και την ημιμάθεια που βασιλεύει: ας σταματήσουν κάποιοι να φαντασιώνονται πως είναι ο Λένιν την εποχή που έγραφε τον «Αριστερισμό». Ούτε ο Λένιν είναι, ούτε η εποχή επιτρέπει κάτι τέτοιο. Ας σταματήσουν να βλέπουν τον εαυτό τους σαν τον μεγάλο Ναπολέοντα, που μπορεί με πάσα άνεση να παράγει τα πλείστα όσα ευφυή στρατηγήματα, λες και έχει από κάτω έναν παρατεταγμένο στρατό να τον περιμένει. Δεν υπάρχουν στρατηγοί χωρίς στρατιώτες. Και με τέτοια μυαλά, ούτε για δεκανείς της πεντάρας δεν κάνουν!



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ