Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κορέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κορέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Δεκεμβρίου 2024

Το Βραβείο Νόμπελ της Han Kang είναι μια Κραυγή για την Παλαιστίνη*

0


του KJ Noh | 14 Οκτωβρίου 2024

Η Νοτιοκορεάτισσα μυθιστοριογράφος Χαν Κανγκ (Han Kang) κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, κερδίζοντας συγγραφείς υποψήφιους όπως ο Τόμας Πίντσον (Thomas Pynchon), ο Χαρούκι Μουρακάμι (Haruki Murakami), ο Σάλμαν Ράσντι (Salman Rushdie), ο Τζέραλντ Μορνέιν (GeraldMurnane) και το φαβορί όλων των προγνωστικών ο Κινέζος συγγραφέας Καν Ξουέ (CanXue). Η Χαν Κανγκ σοκαρίστηκε όσο κανείς άλλος όταν έλαβε το τηλεφώνημα που την ενημέρωνε ότι είχε κερδίσει. Όταν ρωτήθηκε τι θα έκανε μετά, είπε[1] ότι θα έπινε ήσυχα «ένα τσάι με τον γιο της».

 
Η Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας Χαν Κανγκ



Αρνήθηκε να παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου, λέγοντας ότι «με τους πολέμους που μαίνονται μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, Ισραήλ και Παλαιστίνης, και με τους θανάτους που αναφέρονται καθημερινά, δεν θα μπορούσε να παραχωρήσει μια πανηγυρική συνέντευξη Τύπου. Ζήτησε κατανόηση στο συγκεκριμένο ζήτημα».

Μία λαμπρή συγγραφέας με δυνατή γραφή, αλλά ξεκάθαρα μια λογοτέχνιδα που κανείς δεν περίμενε να νικήσει[2] στην κούρσα, η απροσδόκητη βράβευση της Χαν Κανγκ είναι όσο πιο κοντά θα μπορούσε να φτάσει η επιτροπή απονομής των βραβείων Νόμπελ στην αναγνώριση της γενοκτονίας των Παλαιστινίων. Η ίδια η Χαν Κανγκ δεν είχε αναφερθεί στην Παλαιστίνη μέχρι την πρόσφατη βράβευσή της με το Νόμπελ. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι η βράβευσή της αποτελεί αντανάκλαση της τρέχουσας ιστορικής στιγμής.

Φυσικά, δεν μπορούμε να υποθέσουμε ποια είναι η θέση της Επιτροπής Νόμπελ για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Ασφαλώς, η Επιτροπή θα είχε σταυρωθεί από τις θεσμικές δυνάμεις αν είχε απονείμει το βραβείο σε έναν/μία άξιο-α συγγραφέα ή ποιητή-τρια από την Παλαιστίνη· ούτε θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια αναβίωση της δημόσιας καταγγελίας[3] της δυτικής βαρβαρότητας και υποκρισίας από τον Χάρολντ Πίντερ.

Τα βραβεία Νόμπελ όμωςείναι πάντα πολιτικές δηλώσεις, τοποθετημένες στην πολιτική στιγμή, και είναι αδιανόητο ότισε ένα σκηνικό ζωντανής μετάδοσης της γενοκτονίας και της καθημερινής θηριωδίας αυτή η γενοκτονία των Παλαιστινίων θα ήταν δυνατό να μην υπάρχει στο νου ή να αγνοηθεί στις διαβουλεύσεις της Επιτροπής.

Η απονομή του βραβείου Νόμπελ στην Χαν Κανγκ είναι αυτή η έμμεση αναγνώριση. Η ουσία είναι ότι είναι η μόνη σύγχρονη συγγραφέας που είναι αφιερωμένη στο να παρακολουθεί και να καταγράφει τη φρίκη της ιστορικής θηριωδίας και της μαζικής σφαγής που έχουν διαπράξει οι ιμπεριαλιστικές (Imperial) δυνάμεις και οι κουίσλινγκς τους.

Η επιτροπή Νόμπελ[4] το υπονοεί αυτό επαινώντας την «γιατην έντονη ποιητική της πρόζα που αντιμετωπίζει τα ιστορικά τραύματα και εκθέτει την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής» και χαρακτηρίζει το έργο της ως «λογοτεχνία μαρτύρων», «μια προσευχή που απευθύνεται στους νεκρούς» και ως έργα τέχνης του πένθους που επιδιώκουν να αποτρέψουν τη διαγραφή (erasure).

Ο απόηχος της Παλαιστίνης υπάρχει στην περιγραφή των σημαντικότερων έργων της:

Στο Human Acts ("The BoyisComing"), έγραψε για τις επιπτώσεις των σφαγών αμάχων στην πόλη Γκουάνγκτζου (Gwangju)[5] που έγιναν με το πράσινο φως των ΗΠΑ από μια στρατιωτική δικτατορία των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων των ΗΠΑ.

Εκείνη την εποχή, οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να επαναληφθεί[6] η πτώση του Σάχη του Ιράν, όπου η λαϊκή διαμαρτυρία ανέτρεψε έναν δικτάτορα συνεργάτη των κατοχικών δυνάμεων των ΗΠΑ. Αντίθετα, η κυβέρνηση Κάρτερ ενέκρινε[7] την ανάπτυξη νοτιοκορεατικών στρατευμάτων (τότε υπό τον πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο των ΗΠΑ) για να πυροβολήσουν και να σφάξουν φοιτητές και πολίτες που διαμαρτύρονταν για το πρόσφατο στρατιωτικό πραξικόπημα που υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ.

Και ακριβώς όπως τώρα, οι ΗΠΑ παρουσίασαν τον εαυτό τους ως ένα δύσμοιρο θεατή στη μαζική δολοφονία, εμπλεκόμενο αλλά ανίκανο να την αποτρέψει, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο υπογράφων και ο αυτουργός των σφαγών.

Ο Τιμ Σόροκ (TimShorrock) κατέγραψε με σαφήνεια τη διγλωσσία:

«Το Γκουάνγκτζου ήταν μια ανείπωτη τραγωδία που κανείς δεν περίμενε να συμβεί», είπε. «Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ συνεχίζει να πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ηθική ευθύνη για ό,τι συνέβη στο Γκουάνγκτζου», πρόσθεσε.

Το βιβλίο της Χαν Κανγκ δεν μπαίνει στον κόπο να κατηγορήσει τις ΗΠΑ: το βιβλίο της δεν είναι πολιτικό φυλλάδιο, και οι περισσότεροι άνθρωποι στη Νότια Κορέα γνωρίζουν αυτά τα γεγονότα από την καλή και από την ανάποδη. Αντίθετα, επαναφέρει στη ζωή τον ανθρώπινο πόνο αυτής της σφαγής από τη σκοπιά πολλών χαρακτήρων: των πενθούντων, των νεκρών, των βασανισμένων, των αντιστεκόμενων, των ζώντων ενόχων —συμπεριλαμβανομένου του εαυτού της.

Ξεκινώντας με ένα σωρό από εκατοντάδες πτώματα σε αποσύνθεση σε ένα πρόχειρο νεκροτομείο, το οποίο φροντίζει με εξαιρετική φροντίδα ένα νεαρό αγόρι, ο Ντουν Χο (Dong Ho), η Χαν Κανγκ μας δείχνει τι μυρίζει και τι αισθάνεται κανείς όταν έρχεται σε επαφή με μια αφιλτράριστη σφαγή. Ο Ντουν Χο στην πραγματικότητα παίρνει τη θέση ενός πραγματικού προσώπου, του Μουν Τζε-Χάκε (Moon Jae-Hak), ενός μαθητή λυκείου που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στο Γκουάνγκτζου. Η Χαν Κανγκ αποκαλύπτει ότι ο Ντουν Χο/Τζε-Χάκε είχε μετακομίσει στο δωμάτιο του σπιτιού που η ίδια η Χαν Κανγκ είχε εκκενώσει 4 μήνες νωρίτερα, καθώς η οικογένειά της απρόσμενα μετακόμισε από την πόλη Γκουάνγκτζου. Είναι ξεκάθαρο ότι αν δεν ήταν η μοίρα, η ίδια η Χαν Κανγκ θα μπορούσε πολύ εύκολα να ήταν εκείνο το νεκρό παιδί: Ο Ντουν Χο παίρνει τη θέση τόσο του Τζε-Χάκε όσο και της Χαν Καν. Αυτή η αλληγορία γίνεται προφανής καθώς ο Ντουν Χο επιζεί από μια πρώτη συμπλοκή, το σκάει από έναν πυροβολισμό, ενώ ο σύντροφός του σκοτώνεται. Η Χαν Κανγκ γράφει:

Θα το είχα σκάσει... θα είχες φύγει. Ακόμα κι αν ήταν ένας από τους αδερφούς σου, ο πατέρας σου, η μητέρα σου, πάλι θα είχες φύγει... Δεν θα υπάρξει συγχώρεση. Κοιτάς μέσα στα μάτια του, που αποφεύγουν το θέαμα που απλώνεται μπροστά τους σαν να είναι το πιο φρικτό πράγμα σε ολάκερο τον κόσμο. Δεν θα υπάρξει συγχώρεση. Τουλάχιστον για μένα.

Ίσως να μην είναι εφικτό να συγχωρέσει στον εαυτό της για την επιβίωσή της, και η Χαν Κανγκ δεν το επιχειρεί.

Δεν είσαι σαν εμένα… Πιστεύεις σε ένα θεϊκό ον, και σε αυτό που ονομάζουμε ανθρωπότητα. Ποτέ δεν κατάφερες να με κερδίσεις… Δεν θα μπορούσα καν να τελειώσω την προσευχή χωρίς να στεγνώσουν τα λόγια στο λαιμό μου. Συγχώρεσέ μας τα παραπτώματα μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε εκείνους που αμαρτάνουν εναντίον μας. Δεν συγχωρώ κανέναν, και κανείς δεν συγχωρεί εμένα.

Απλώς αναφέρει:

Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο ακρωτηριασμένο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας, τα χαρακτηριστικά της οποίας είχαν κοπεί με ξιφολόγχη. Αθόρυβα, και χωρίς φασαρία, κάτι τρυφερό βαθιά μέσα μου έσπασε. Κάτι που, μέχρι τότε, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε.

Και θρηνεί αυτό που δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο θρήνου (the unmournable):

Αφότου πέθανες, δεν μπόρεσα να κάνω κηδεία, Έτσι αυτά τα μάτια που κάποτε σε αντίκριζαν έγιναν ιερός χώρος. Αυτά τα αυτιά που κάποτε άκουγαν τη φωνή σου έγιναν ιερός χώρος. Αυτοί οι πνεύμονες που κάποτε εισέπνεαν την ανάσα σου έγιναν ιερός χώρος... Αφότου πέθανες δεν μπόρεσα να κάνω κηδεία. Και έτσι η ζωή μου έγινε κηδεία.

Και καταγγέλλει, αυτό που εύκολα θα μπορούσε να είναι απόηχος του σημερινού ισραηλινού δόγματος «Αμαλέκ»:

Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα για ποιον σκοπό γινόταν όλο αυτό. Τα λόγια που αυτά τα βασανιστήρια και η λιμοκτονία είχαν σκοπό να προκαλέσουν. Θα σας κάνουμε να συνειδητοποιήσετε πόσο γελοίοι ήσασταν όλοι σας...Θα σας αποδείξουμε ότι δεν είστε τίποτα άλλο παρά σιχαμένα βρομερά κορμιά. Ότι δεν είστε κάτι καλύτερο από τα κουφάρια των πεινασμένων ζώων.

Σε ένα άλλο μυθιστόρημα, στο I do not part("I won't say farewell"· "ImpossiblePartings"), η Χαν Κανγκ αφηγείται την ιστορία εκείνων που χάθηκαν, εξαφανίστηκαν, θάφτηκαν, χωρίς αποχαιρετισμό. Ο τίτλος είναι ένα μήνυμα σε εκείνους που εξαφανίστηκαν, πέθαναν κάτω από τα συντρίμμια ή αφανίστηκαν σε ομαδικούς τάφους χωρίς ούτε ένα αντίο, μια πεισματική διαβεβαίωση ότι δεν θα χαθούν, δεν θα εγκαταλειφθούν, δεν θα ξεχαστούν.

Αντλώντας από μια εικόνα από ένα επίμονο όνειρο, και από μια ατάκα από ένα ποπ τραγούδι[8] που ακούγεται από ένα ταξί, αφηγείται την ιστορία της υποκινούμενης από τις ΗΠΑ γενοκτονίας στο νησί Τζετζού (Jeju)[9] το 1948, όπου το 20% του πληθυσμού εξοντώθηκε, βομβαρδίστηκε, σφαγιάστηκε, πέθανε από την πείνα υπό τις διαταγές της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης στην Κορέα. Είναι η Γάζα —με χιόνι:

Ακόμα και τα νήπια;

Ναι, γιατί ο στόχος ήταν ο ολοκληρωτικός αφανισμός.

Μετά την παράδοση/συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ πήραν τη θέση του θεματοφύλακα στη μετα-αποικιακή Κορέα. Στις 15 Αυγούστου 1945, ο λαός της Κορέας κήρυξε την απελευθέρωση και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας, ενός απελευθερωμένου σοσιαλιστικού κράτους που αποτελείτο από χιλιάδες αυτοοργανωμένες εργατικές και αγροτικές συλλογικότητες. Η ΕΣΣΔ ήταν υποστηρικτική, αλλά οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο σε αυτές τις συλλογικότητες, απαγόρευσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας, επέβαλαν μια ψηφοφορία στον Νότο ενάντια στη θέληση των Κορεατών που δεν ήθελαν μια διαιρεμένη χώρα, και εξαπέλυσαν μια εκστρατεία πολιτικής δολοφονίας εναντίον όσων αντιτάχθηκαν ή αντιστάθηκαν σε αυτό. Το νησί Τζετζού ήταν ένα από τα μέρη όπου η σφαγή πήρε γενοκτονικές διαστάσεις, πριν κορυφωθεί στην πλήρους κλίμακας πανκτονία[10] του πολέμου της Κορέας. Αυτή η γενοκτονία συγκαλύφθηκε και διαγράφηκε για μισό αιώνα, τότε που δεν επιτρεπόταν ούτε ένας ψίθυρος αλήθειας. Για αυτό το λόγο, η Χαν Κανγκ χρησιμοποιεί ξανά και ξανά τη μεταφορική έκφραση του χιονιού:

«Ένα σύνολο από σαράντα σπίτια, πάνω-κάτω, βρισκόταν στην άλλη πλευρά, και όταν βγήκαν οι εντολές εκκένωσης το 1948, πυρπολήθηκαν όλα, οι άνθρωποι μέσα σ' αυτά σφαγιάστηκαν, το χωριό κάηκε.

Μου μίλησε για το πώς, όταν ήταν μικρή, στρατιώτες και αστυνομικοί είχαν δολοφονήσει τους πάντες στο χωριό της...

Την επόμενη μέρα, έχοντας ακούσει τα νέα, οι αδελφές επέστρεψαν στο χωριό και περιπλανήθηκαν στο χώρο του δημοτικού σχολείου, όλο το απόγευμα, αναζητώντας τα πτώματα του πατέρα και της μητέρας τους, του μεγαλύτερου αδελφού τους και της οκτάχρονης αδελφής τους. Κοίταξαν τα σώματα που είχαν πέσει με κάθε τρόπο το ένα πάνω στο άλλο και διαπίστωσαν ότι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ένα λεπτό στρώμα χιονιού είχε καλύψει και είχε παγώσει πάνω σε κάθε πρόσωπο. Δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν κανέναν λόγω του χιονιού, και επειδή η θεία μου δεν μπορούσε να το απομακρύνει με γυμνά χέρια, χρησιμοποίησε ένα μαντήλι για να σκουπίσει το κάθε πρόσωπο...».

Το χιόνι, για την Χαν Κανγκ «είναι σιωπή». Η βροχή, λέει, «μια τιμωρία»[11].

Γίνονται θέμα στα βιβλία της: ο καθαρισμός των σωμάτων, το σκούπισμα του αίματος και του χιονιού με ακρίβεια, για να δει τα πράγματα καθαρά, η προσπάθεια ανάκτησης κάποιας αξιοπρέπειας και αλήθειας, όσο τραγικά επώδυνη κι αν είναι. Το ίδιο το βιβλίο είναι μια ανασκαφή —μια σκυταλοδρομία, όπως το έθεσε η ίδια— που περνάει μέσα από τρεις γυναικείους χαρακτήρες, που ο καθένας σκάβει πιο βαθιά μέσα στην οδυνηρή/ψυχοφθόρα αλήθεια —«στον πάτο του ωκεανού» της φρίκης.

Το χιόνι που έπεσε πάνω σε αυτό το νησί, αλλά και σε άλλα αρχαία, μακρινά μέρη, θα μπορούσε όλο μαζί να έχει συμπυκνωθεί μέσα σε αυτά τα σύννεφα. Όταν, σε ηλικία πέντε ετών, άπλωσα το χέρι μου για να αγγίξω το πρώτο μου χιόνι στο G[Gwangju]—, και όταν, στα τριάντα, βρέθηκα σε μια ξαφνική βροχή που με άφησε μούσκεμα καθώς έκανα ποδήλατο κατά μήκος της όχθης του ποταμού στη Σεούλ, όταν το χιόνι κάλυψε τα πρόσωπα των εκατοντάδων παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων στην αυλή του σχολείου εδώ στο Τζετζού πριν από εβδομήντα χρόνια. ... ποιος μπορεί να πει ότι αυτές οι σταγόνες βροχής και οι θρυμματισμένοι κρύσταλλοι χιονιού και τα λεπτά στρώματα αιματοβαμμένου πάγου δεν είναι ένα και το αυτό, ότι το χιόνι που πέφτει τώρα πάνω μου δεν είναι το ίδιο αυτό το νερό;

Καθώς αποκαλύπτει —όπως «μια δύσκολη εργασία για το σπίτι»— τη σφαγή των ατόμων που είχαν σχέση με την Οργάνωση Bodo[12], τις σφαγές στο Τζετζού, στο Βιετνάμ, στην Γκουάνγκτζου, προσπαθεί να τις συνδέσει όλες με ένα αδιάσπαστο νήμα χρησιμοποιώντας «ένα εξαιρετικά δύσκολο εργαλείο» ("animpossible tool”) —το σθένος της γραφής της[13]— που διακατέχεται από την «πολύ έντονη, ανεξάντλητη αγάπη» και την επίμονη άρνηση να στρέψει αλλού το βλέμμα της:

Η Χαν Κανγκ θυμάται τον πολύ νεαρό εαυτό της όταν για πρώτη φορά πληροφορήθηκε τις φρικαλεότητες από ένα εμπιστευτικό φυλλάδιο/βιβλιαράκι, και διαμόρφωσε έτσι το ερώτημα στο οποίο επικεντρώνεται το γράψιμό της:

Αφού διακινήθηκε/κυκλοφόρησε στους ενήλικες, κρατήθηκε κρυμμένο σε μια βιβλιοθήκη, με τη ράχη στραμμένη προς τα πίσω. Το άνοιξα άθελά μου, χωρίς να έχω ιδέα τι περιείχε.

Ήμουν πολύ νέα για να ξέρω πώς να λάβω την απόδειξη της πολύ μεγάλης βίας που περιέχονταν σε αυτές τις σελίδες.

Πώς μπορούν οι άνθρωποι να κάνουν τέτοια πράγματα ο ένας στον άλλον;

Αμέσως μετά από αυτό το πρώτο ερώτημα, ακολούθησε γρήγορα ένα άλλο: τι μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε μια τέτοια βία;».

Το ερώτημα της Χαν Κανγκ είναι το ερώτημα που πρέπει να μας κινητοποιεί όλους, καθώς συνειδητοποιούμε και εμείς τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει κάτω από τα αυτοκρατορικά (imperial) αποικιοκρατικά καθεστώτα.

Κανείς μας δεν μπορεί να παραβλέπει/ να αδιαφορεί (unsee) για αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Οι Γάλλοι έχουν την κατάλληλη διατύπωση:

Noussommesentraind'assister à ungenocide: γινόμαστε μάρτυρες —δηλαδή, βοηθάμε, κατά κάποιο τρόπο— γενοκτονίας. Όπως το θέτει ο Τζέισον Χίκελ (JasonHickel):

Οι εικόνες που βλέπω καθημερινά από τη Γάζα —κομματιασμένα παιδιά, σωροί από μπλεγμένα πτώματα, απανθρωποποίηση σε στρατόπεδα βασανιστηρίων, άνθρωποι να καίγονται ζωντανοί— είναι ίδιες και απαράλλακτες, από πλευράς ηθικής, με τις εικόνες που έχω δει στα μουσεία του Ολοκαυτώματος. Το απόλυτο κακό σε τρομακτική κλίμακα.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Ο καθένας μας πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα ατομικά και συλλογικά και όλοι μας, από κοινού, πρέπει να αναλάβουμε δράση. Κανείς μας δεν θα συγχωρεθεί αν στρέψει αλλού το βλέμμα του.



Σημειώσεις

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 14/10/2024 στον ιστότοπο τουKorea Policy Institute (KPI)με τίτλο «Han Kang's Nobel Prize Award is a Cry for Palestine». Βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.kpolicy.org/post/han-kang-s-nobel-prize-award-is-a-cry-for-palestine.

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο K. J. Noh. Ο Noh είναι ερευνητής και ακτιβιστής για την ειρήνη και επικεντρώνεται σε θέματα γεωπολιτικής της ασιατικής ηπείρου. Γράφει στο Counterpunch και το Dissident Voice και δημοσιεύει ρεπορτάζ σε τοπικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Τη μετάφραση από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.

Η δημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με όλες τις απόψεις που διατυπώνονται.




Παραπομπές


[1]https://www.youtube.com/watch?v=cxrWN0enQwY&t=157s


[2]ΣτΜ. darkhorse :»ένας συνήθως ελάχιστα γνωστός διεκδικητής (όπως ένα άλογο κούρσας) που κάνει μια απροσδόκητα καλή εμφάνιση. Ένας υποψήφιος ή ένας ανταγωνιστής για τον οποίο ελάχιστα είναι γνωστά, αλλά ο οποίος απροσδόκητα κερδίζει ή πετυχαίνει. Ένα προηγουμένως λιγότερο γνωστό πρόσωπο που αναδεικνύεται σε μια κατάσταση, ιδίως σε έναν διαγωνισμό που περιλαμβάνει πολλούς αντιπάλους, που είναι απίθανο να πετύχει αλλά έχει μια ευκαιρία μάχης, σε αντίθεση με το αουτσάιντερ που αναμένεται να χάσει. Υπερίσχυση (νίκη) από κάποιον παίκτη που δεν περίμενε κανείς


[3]https://www.nobelprize.org/prizes/literature/2005/pinter/lecture/


[4]https://www.nobelprize.org/prizes/literature/2024/press-release/


[5]ΣτΜ. Η εξέγερση της Γκουανγκτζού, γνωστή στα κορεατικά ως 18 Μαΐου, ήταν μια σειρά διαδηλώσεων υπό την ηγεσία φοιτητών που έλαβαν χώρα στην πόλη Γκουανγκτζού της Νότιας Κορέας τον Μάιο του 1980, ενάντια στη δικτατορία του Τσουν Ντου-Χουάν (ChunDoo-hwan). Ο Τσουν ως στρατιωτικός δικτάτορας, μετά την άνοδό του στην εξουσία με πραξικόπημα στα τέλη του 1979, συνέλαβε ηγέτες της αντιπολίτευσης, έκλεισε όλα τα πανεπιστήμια, απαγόρευσε τις πολιτικές δραστηριότητες, κατέστειλε τον Τύπο και επέβαλε στρατιωτικό νόμο. Η εξέγερση καταπνίγηκε βίαια από τον στρατό της Νότιας Κορέας με την έγκριση και την υλικοτεχνική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την κυβέρνηση Κάρτερ, που φοβήθηκαν ότι η εξέγερση θα μπορούσε να εξαπλωθεί σε άλλες πόλεις και να βάλει σε πειρασμό τη Βόρεια Κορέα να παρέμβει. Η εξέγερση ξεκίνησε όταν φοιτητές του Εθνικού Πανεπιστημίου Τσονάμ (Chonnam National University) που διαδήλωναν κατά του στρατιωτικού νόμου δέχθηκαν πυρά, σκοτώθηκαν, βιάστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν από τον στρατό της Νότιας Κορέας. Ορισμένοι πολίτες της Γκουανγκτζού πήραν τα όπλα, σχημάτισαν πολιτοφυλακές και κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγάλα τμήματα της πόλης πριν οι στρατιώτες εισέλθουν εκ νέου στην πόλη και καταστείλουν την εξέγερση. Οι μελετητές της σφαγής σήμερα υπολογίζουν τα θύματα από 600 έως 2.300. Υπό τη στρατιωτική δικτατορία του Τσουν, η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας χαρακτήρισε την εξέγερση ως «ταραχές» και ισχυρίστηκε ότι υποκινήθηκε από «κομμουνιστές συμπαθούντες και ταραξίες» που δρούσαν υπό την εντολή της κυβέρνησης της Βόρειας Κορέας.https://en.wikipedia.org/wiki/Gwangju_Uprising


[6]https://timshorrock.com/documents/


[7]https://www.thenation.com/article/world/two-days-in-may-that-shattered-korean-democracy/


[8]https://www.youtube.com/watch?v=ajgodM_hHN8


[9]ΣτΜ. Jeju – Νότια Κορέα: Ο καταραμένος παράδεισος. Άρθρο στην στήλη "Αθέατος Κόσμος" στις 25/06/2011.https://atheatoskosmosps.blogspot.com/2011/06/jeju.html


[10]ΣτΜ. omnicide := πανκτονία :» Η καταστροφή όλης της ζωής ή όλης της ανθρώπινης ζωής. Η εξαφάνιση του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης.


[11]ΣτΜ. "asentence" := πρόταση, απόφαση/γνώμη/άποψη/γνωμοδότηση, καταδίκη, ποινή, τιμωρία, ακολουθία (π.χ. νεκρώσιμη ακολουθία).


[12]ΣτΜ. Στις 27 Ιουνίου 1950 (μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου στην Κορέα) ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας Σήγκμαν Ρη (Syngman Rhee)διέταξε την εκτέλεση κομμουνιστών και πιθανών συμπαθούντων που είχαν σχέση είτε με τη Λέγκα Bodo είτε με το Εργατικό Κόμμα της Νότιας Κορέας. Υπολογίζεται ότι 100.000 έως 200.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν σε αυτό που έγινε γνωστό ως η σφαγή της BodoLeague. Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας κατέβαλε προσπάθειες να αποκρύψει τη σφαγή για τέσσερις δεκαετίες. Απαγόρευσε στους επιζώντες να την αποκαλύψουν, υπό την απειλή ότι θα αντιμετωπίζονταν ως συμπαθούντες τους κομμουνιστές —η δημόσια αποκάλυψη συνεπαγόταν την απειλή βασανιστηρίων και θανάτου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, αρκετά πτώματα ανασύρθηκαν από ομαδικούς τάφους, με αποτέλεσμα να ευαισθητοποιηθεί το κοινό σχετικά με τη σφαγή. Μισό αιώνα μετά τη σφαγή, η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης διερεύνησε αυτό το γεγονός μεταξύ άλλων περιστατικών που παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό κρυμμένα από την ιστορία, σε αντίθεση με τις πολυδιαφημισμένες εκτελέσεις δεξιών της Νότιας Κορέας από του Βορειοκορεάτες.

https://www.dailymotion.com/video/x6n5goz


[13]ΣτΜ. Αδόκιμηαπόδοσηστηνελληνική γλώσσατουόρου … theflickeringheartofherlanguage.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

07 Δεκεμβρίου 2024

Η εξέγερση της Γουανγκτζού της Νότιας Κορέας το 1980

0

Το 1980 σε άρθρο/σημείωμα του στην τότε Προλεταριακή Σημαία ο Γιάννης Χοντζέας είχε τοποθετηθεί σχετικά με την εξέγερση της Γουανγκτζού, της Νότιας Κορέας. Για την «έφοδο στον ουρανό» των εξεγερμένων σε μία καθόλου επαναστατική περίοδο.

Οι συγκρίσεις με τα όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο στην Νότιο Κορέα είναι βέβαια…αρκετά δυσανάλογη ωστόσο το πνεύμα της εξέγερσης απέναντι στην κρατική καταστολή που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του νοτιοκορεάτικου καθεστώτος δεν είναι κάτι που σπάνια το συναντάς στην μεταπολεμική ιστορία του τόπου.

Το άρθρο που ακολουθεί το αναδημοσιεύουμε από το ELALIPERTA GR και δίνει αρκετές ιστορικές πληροφορίες για μία λαϊκή εξέγερση που ξέσπασε σε άνυδρο ιστορικό χρόνο….

ΔΜ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

09 Αυγούστου 2019

Κορέα: Ένα σύντομο ιστορικό που δίνει εξηγήσεις

1
Πάμπλο Πικάσο: σφαγή στην Κορέα

Αν οι Αμερικανοί «ξέρουν» κάτι για την Κορέα, είναι πως οι Βορειοκορεάτες ξεκίνησαν τον Πόλεμο της Κορέας το 1950, όταν εισέβαλαν στη Νότια Κορέα σε όλο τον 38ο παράλληλο, και ότι μετά από τρία χρόνια μαχών, τα σύνορα χαράχτηκαν και πάλι στην ίδια γραμμή. Η πραγματικότητα της σύγκρουσης μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας είναι πολύ πιο περίπλοκη και πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτή την απλοϊκή θεώρηση.

Ένα καλό αφετηριακό σημείο για την κατανόηση της συνεχιζόμενης σύγκρουσης μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας είναι η συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας το 1905, γνωστή ως Μνημόνιο Taft-Katsura, το οποίο υπογράφηκε καθώς η Ιαπωνία νικούσε τη Ρωσία στον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο 1904-05. Στη συμφωνία αυτή, οι ΗΠΑ συμφώνησαν για την εμπορική αποικιοποίηση της Κορέας από τους Ιάπωνες ως αντάλλαγμα για την αμερικανική κατοχή της Χαβάης (την οποία οι ΗΠΑ είχαν προσαρτήσει το 1898) και των Φιλιππίνων (τις οποίες οι ΗΠΑ είχαν αποκτήσει ως λεία το 1898, αποτέλεσμα του ισπανικο-αμερικανικού Πολέμου). Φυσικά δε ζητήθηκε η γνώμη των Κορεατών για τη ρύθμιση αυτή.

Ο 38ος παράλληλος είναι μια φανταστική γραμμή, μη ορατή από το διάστημα

Το 1910 η Ιαπωνία προσάρτησε την Κορέα, καθιστώντας την υποτελή αποικία. Αυτό είχε κυρωθεί από τις ΗΠΑ στο μνημόνιο Taft-Katsura πέντε χρόνια πριν. Η γιαπωνέζικη κατοχή ήταν σκληρή. Εκτιμάται ότι τουλάχιστον 18.000 Κορεάτες σκοτώθηκαν επειδή αντιστάθηκαν. Οι Κορεάτες αναγκάστηκαν να πάρουν γιαπωνέζικα ονόματα και μιλούσαν μόνο ιαπωνικά, νεαροί Κορεάτες εξαναγκάστηκαν να καταταγούν στο στρατό και τους έστειλαν στην Ιαπωνία για να εργαστούν ως μισθωτοί σκλάβοι και δεκάδες χιλιάδες νεαρών Κορεατισσών εξαναγκάστηκαν σε σεξουαλική δουλεία για την ευχαρίστηση των Ιαπώνων ανδρών.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όταν η Ιαπωνία παραδόθηκε στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στις 15 Αυγούστου 1945, οι Κορεάτες ήταν ενθουσιασμένοι με την απελευθέρωση από την γιαπωνέζικη καταπίεση. Ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να σχηματίσουν τη δική τους κυβέρνηση. Μια επιτροπή, που σχηματίστηκε ευθύς αμέσως, για την προετοιμασία της κορεατικής ανεξαρτησίας (CPKI) διοργάνωσε λαϊκές επιτροπές σε όλη τη χώρα για να συντονίσει τη μετάβαση στην ανεξαρτησία. Στις 28 Αυγούστου 1945 το CPKI ανακοίνωσε ότι θα λειτουργήσει ως προσωρινή εθνική κυβέρνηση της Κορέας. Στις 6 Σεπτεμβρίου, εκπρόσωποι από ολόκληρη την Κορέα, τόσο βόρεια όσο και νότια της τεχνητής γραμμής οριοθέτησης, συγκεντρώθηκαν στη Σεούλ, δημιούργησαν την Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας (PRK). Συμπτωματικά, η ανακοίνωση των Κορεατών για την ενιαία ανεξαρτησία τους ήρθε μόλις τέσσερις ημέρες μετά τη δήλωση του Χο Τσι Μινχ για ενοποιημένη ανεξαρτησία για όλο το Βιετνάμ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως είχαν διαφορετικό σχέδιο για την Κορέα. Στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας του 1945, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ πρότεινε στον Στάλιν, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη των Κορεατών, πως η Κορέα θα έπρεπε να τεθεί υπό κοινή προστασία μετά τον πόλεμο προτού να της δοθεί η ανεξαρτησία της. Στις 11 Αυγούστου, δύο μέρες μετά τη ρίψη της δεύτερης ατομικής βόμβας, που επιβεβαίωνε την επικείμενη παράδοση της Ιαπωνίας και τρεις μέρες μετά την είσοδο ρωσικών δυνάμεων στη Μαντζουρία και την Κορέα για να εκδιώξουν τους Ιάπωνες, όπως συμφωνήθηκε για να αποφευχθούν περαιτέρω αμερικανικές απώλειες, ο Τρούμαν παρήγγειλε βιαστικά το πολεμικό υπουργείο του να επιλέξει μία διαχωριστική γραμμή για την Κορέα. Δύο νέοι συνταγματάρχες είχαν 30 λεπτά για να επιλύσουν το θέμα. Ο 38ος παράλληλος επιλέχθηκε γρήγορα. Στις 15 Αυγούστου, σχηματίστηκε η στρατιωτική κυβέρνηση του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κορέα και στις 8 Σεπτεμβρίου 72.000 στρατιώτες των ΗΠΑ άρχισαν να φτάνουν για να επιβάλουν την επίσημη κατοχή του νότου. Ο στρατηγός Ντάγκλας Μακάρθουρ, ως διοικητής των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων στον Ειρηνικό, εξέδωσε μια επίσημη διακήρυξη που απευθύνονταν στον "Λαό της Κορέας", ανακοινώνοντας ότι οι δυνάμεις υπό την εντολή του «θα καταλάβουν σήμερα το έδαφος της Κορέας νότια των 38 μοιρών βόρειου γεωγραφικού πλάτους». Κατά ειρωνικό τρόπο, η Κορέα, η οποία ήταν μη επιθετική χώρα κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου και σε όλη την ιστορία, ήταν πλέον διαιρεμένη, ενώ η Ιαπωνία παρέμεινε ακέραιη.

Οι ΗΠΑ κατανοούσαν ότι, εάν επρόκειτο να διεκδικήσουν δυτικού τύπου καπιταλιστικό έλεγχο στην Κορέα, έπρεπε να νικήσουν και έπειτα να εξαλείψουν την ευρεία λαϊκή και σοσιαλιστική επιρροή, φιλικά διακείμενη στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας (PRK). Αντί να επαναπατρίσουν τους Ιάπωνες όπως είχαν εντολή, η στρατιωτική κυβέρνηση των ΗΠΑ, με 2.000 αξιωματικούς των ΗΠΑ, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν μπορούσαν να μιλήσουν ή να καταλάβουν την κορεατική γλώσσα, στρατολόγησαν γρήγορα αυτούς και τους Κορεάτες συνεργάτες τους για να συνεχίσουν τις διοικητικές λειτουργίες. Εξίσου γρήγορα η στρατιωτική κυβέρνηση των ΗΠΑ ανασύστησε την φοβισμένη ιαπωνική αποικιακή αστυνομία, ως Κορεατική Εθνική Αστυνομία (KNP). Περίπου το 85% των Κορεατών που είχαν υπηρετήσει στην ιαπωνική αποικιακή αστυνομική δύναμη, χρησιμοποιήθηκαν από τις Η.Π.Α. για να επανδρώσουν την Κορεατική Εθνική Αστυνομία (KNP).

Η Κορέα είναι μια χώρα σχεδόν μυστικιστικής ομορφιάς

Οι ΗΠΑ οργάνωσαν βιαστικά πλούσιους συντηρητικούς Κορεάτες που εκπροσωπούσαν την παραδοσιακή ελίτ γαιοκτημόνων και στις 16 Σεπτεμβρίου συγκάλεσαν το Κορεατικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP). Οι ΗΠΑ ταυτοποίησαν γρήγορα «αρκετές εκατοντάδες συντηρητικούς» μεταξύ των παλαιότερων και πιο μορφωμένων Κορεατών που είχαν υπηρετήσει τους Ιάπωνες οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πυρήνας για το ταχέως συγκληθέν KDP. Αυτοί ήταν Κορεάτες που είχαν γίνει πλούσιοι ως αποτέλεσμα των χρόνων συνεργασίας με τους Ιάπωνες αποικιστές

Στις 12 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ έστειλαν αεροπορικώς τον Αμερικανό-Κορεάτη Σίγκμαν Ρι από την Ουάσιγκτον -όπου ζούσε τα τελευταία 40 χρόνια- στη Σεούλ, για να ηγηθεί αυτής της νέας κυβέρνησης. Στις 12 Δεκεμβρίου 1945, η στρατιωτική κυβέρνηση των ΗΠΑ απαγόρευσε το KPR και όλες τις σχετικές οργανώσεις και δραστηριότητες τοπικών, επαρχιακών και εθνικών δημοκρατικών λαϊκών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των εργατικών συνδικάτων. Εάν το KPR είχε μπορέσει να προχωρήσει με το σχέδιο της ενωμένης Κορέας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο κομμουνιστής Κιμ Ιλ Σουνγκ θα είχε εκλεγεί πρόεδρος σε μια ενωμένη Κορέα (ακριβώς όπως θα είχε κερδίσει ο Χο Τσι Μινχ, εάν είχαν διεξαχθεί εκλογές στο διαιρεμένο Βιετνάμ το 1956), καθώς είχε ηγηθεί τα προηγούμενα 10 χρόνια σε αντάρτικες ενέργειες εναντίον των κατακτητών Ιαπώνων και ήταν ευρέως δημοφιλής.

Στη νεοσύστατη Νότια Κορέα δημιουργήθηκε ένα κίνημα αντίστασης μεγάλης κλίμακας ενάντια στον στρατό των ΗΠΑ και τη διορισμένη κορεάτικη κυβέρνηση-μαριονέτα. Τον Σεπτέμβριο του 1946 μια απεργία των εργαζομένων εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, η οποία στη συνέχεια κτυπήθηκε άγρια από το νέο στρατό της Δημοκρατίας της Κορέας (ROKA) και το στρατό των ΗΠΑ. Τουλάχιστον 1.000 Κορεάτες σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 30.000 φυλακίστηκαν. Οι περιφερειακοί και τοπικοί ηγέτες του λαϊκού κινήματος ήταν είτε νεκροί, είτε φυλακισμένοι, είτε είχαν κρυφτεί.

Την 1η Μαρτίου 1948 πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη ειρηνική διαδήλωση στο νησί Τζεζού της Κορέας για τον εορτασμό της επετείου των μαζικών διαδηλώσεων του Κορεατικού λαού το 1919 κατά της ιαπωνικής κατοχής. Παίρνοντας την ευκαιρία για να διαμαρτυρηθούν για τις σχεδιαζόμενες χωριστές εκλογές του Σίγκμαν Ρι που είχαν προγραμματιστεί για τον Μάιο του 1948, οι διαδηλωτές πυροβολήθηκαν από την Κορεατική Εθνική Αστυνομία. Η αστυνομία συνέλαβε 2.500, ένας αριθμός τραυματίστηκε και αρκετοί Κορεάτες βασανίστηκαν και στη συνέχεια εκτελέστηκαν. Το περιστατικό της 1ης Μαρτίου προκάλεσε μεγαλύτερη εξέγερση του λαού που ξέσπασε στο νησί στις 3 Απριλίου. Ο Ρι εξελέγη πράγματι πρόεδρος στις 20 Ιουλίου 1948 σε εκλογές-φάρσα στις οποίες συμμετείχε μόνο η ελίτ του έθνους.

Ο στρατιωτικός διοικητής των ΗΠΑ στο Τζεζού, συνταγματάρχης Rothwell Brown, διέταξε μια εκστρατεία καμένης γης καθώς κλιμακώθηκε η εξέγερση. Το αμερικανικό ναυτικό μπλοκάρισε το νησί με δεκαοκτώ πολεμικά πλοία, ενώ το βομβάρδισε με κανόνια 37 χιλιοστών. Τα αεροπλάνα των ΗΠΑ πραγματοποίησαν τακτικές αποστολές αναγνώρισης και έριχναν χειροβομβίδες και βόμβες. Οι κορεατικές στρατιωτικές μονάδες από την νότια παραλιακή πόλη Yosu που πήραν εντολή να καταστείλουν την αντίσταση στο Τζεζού, αρνούμενοι να υπακούσουν, επαναστάτησαν. Αυτή η συγκλονιστική εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα σε άλλες περιοχές στο νότιο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας αλλά μέσα σε δύο εβδομάδες κτυπήθηκε από μια βίαιη εκστρατεία συντονισμένη από τον στρατιωτικό σύμβουλο των ΗΠΑ, πλοίαρχο James Hausman, και πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια αμερικανικών αεροσκαφών, πυροσβεστικών δυνάμεων και στρατευμάτων εδάφους. Όλοι οι «ύποπτοι» Κορεάτες ή όσοι συμπαραστάθηκαν στους εξεγερμένους, εκτελέστηκαν.

Σφαγή σε χωριό στο νησί Jeju το 1948

Η εξέγερση του Τζεζού συντρίφτηκε τον Αύγουστο του 1949, με καταστολή εφιαλτικών διαστάσεων. Οι ύποπτοι συχνά ξεγυμνωνόταν, βασανιζόταν, εξαναγκαζόταν να κάνουν σεξ πριν αποκεφαλιστούν, ενώ οι αγαπημένοι τους αναγκάζονταν, πρώτα να παρακολουθήσουν χειροκροτώντας και στη συνέχεια να παρελάσουν μπροστά από τους βασανιστές τους κρατώντας τα κομμένα κεφάλια των μελών της οικογένειας. Η σεξουαλική διαστροφή και η στρατιωτική βία είναι συνηθισμένοι "σύντροφοι". Απλά ρωτήστε οποιονδήποτε στρατιώτη. Υπολογίζεται ότι 60.000 κάτοικοι του νησιού σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ, ενώ άλλες 40.000 διέφυγαν στο εξωτερικό.

Ένα αντάρτικο κίνημα εναντίον της αμερικανικής στρατιωτικής κυβέρνησης του Σίγκμαν Ρι εξαπλώθηκε σε όλη τη Νότια Κορέα και διήρκεσε μέχρι το τέλος του πολέμου το 1953. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την στρατιωτική υπεροχή της για να φυλακίσει αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Κορεάτες οι οποίοι είχαν - ή θεωρήθηκαν πως είχαν - οποιεσδήποτε σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές συμπάθειες. Μεγάλος αριθμός κατοίκων απομονώθηκαν συστηματικά σε αγροτικές περιοχές, χωριά και πόλεις σε όλη τη Νότια Κορέα. Οι αιχμάλωτοι βασανίστηκαν συχνά για να τους αποσπάσουν ονόματα άλλων. Χιλιάδες φυλακίστηκαν και ακόμη περισσότεροι αναγκάστηκαν να σκάψουν μαζικούς τάφους, πριν να τους ρίξουν μέσα και να τους πυροβολούν Κορεάτες, συχνά υπό την επίβλεψη αξιωματικών των ΗΠΑ. Εκτιμήσεις για αμάχους που δολοφονήθηκαν με το πρόσχημα της δολοφονίας "κομμουνιστών" κατά την εποχή της νόμιμης αμερικανικής κατοχής (15 Αυγούστου 1945 - 15 Αυγούστου 1948) και της παρατεταμένης περιόδου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1949, ανεβάζουν τους νεκρούς σε 500.000. Κανείς δεν γνωρίζει με σιγουριά μιας και δεν τηρήθηκαν αρχεία και τα γεγονότα σχετικά με αυτή τη σφαγή ήταν με βίαιο και παράνομο τρόπο κρυμμένα για 40 χρόνια.

Ένας από τους αμέτρητους μαζικούς τάφους στη Νότια Κορέα πριν από την έναρξη του πολέμου

Στις μεταπολεμικές δεκαετίες των νοτιοκορεατικών δεξιών δικτατοριών, οι έντρομες οικογένειες των θυμάτων σιωπούσαν για εκείνο το καλοκαίρι που πνίγηκε στο αίμα. Οι αμερικανικές στρατιωτικές αναφορές για τη νοτιοκορεατική σφαγή είχαν σφραγιστεί ως "απόρρητες" και οι φάκελοι απομακρύνθηκαν από την Ουάσινγκτον. Οι κομμουνιστικές αναφορές απορρίφθηκαν ως ψέματα. Μόνο στη δεκαετία του 1990, και ύστερα από τον καθυστερημένο εκδημοκρατισμό της Νότιας Κορέας, η αλήθεια άρχισε να αποκαλύπτεται. Το 2002, η μανία ενός τυφώνα αποκάλυψε έναν μαζικό τάφο. Ένας άλλος βρέθηκε από μια τηλεοπτική ομάδα ειδήσεων που άνοιξε ένα σφραγισμένο ορυχείο.

Περισσότεροι εκτελεσμένοι αντιφρονούντες από τη στρατιωτική αστυνομία της Νότιας Κορέας

Η Βόρεια και Νότια Κορέα συγκρούονταν όλο και περισσότερο στον 38ο παράλληλο πριν από την έναρξη του πολέμου. Η κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας ισχυρίστηκε ότι μόνο το 1949, ο στρατός της Νότιας Κορέας και η αστυνομία διέπραξαν πάνω από 2.600 ένοπλες εισβολές στον Βορρά. Μεταγενέστερα, τα έγγραφα υποδηλώνουν ότι, υπήρξαν επιθέσεις από τις δυνάμεις της Νότιας Κορέας στον Βορρά και ότι πολλές, αν όχι όλες, από τις επιθέσεις στο Νότο ήταν αντίποινα. Σημειώστε πώς η Wikipedia περιγράφει την διαμάχη: "Σοβαρές συγκρούσεις στα σύνορα μεταξύ Νότου και Βορρά συνέβησαν τον Αύγουστο του 1949, όταν χιλιάδες βορειοκορεατικά στρατεύματα επιτέθηκαν σε στρατεύματα της Νότιας Κορέας που κατέλαβαν περιοχή βορείως του 38ου παραλλήλου". Η Νότια Κορέα είχε ήδη στρατεύματα βόρεια των συνόρων, αλλά γι αυτήν την ερμηνεία ήταν ο Βορράς που επιτέθηκε.

Ο πλοίαρχος James H. Hausman έγραψε σε ενημερωτικό σημείωμα για τον στρατηγό Roberts τον Αύγουστο του 1949, "Ομόλογέ μου εσύ και εγώ είμαστε σθεναρά πεπεισμένοι ότι όλες οι επιθέσεις στη Νότια Κορέα ήταν αντίποινα και σχεδόν όλα τα περιστατικά έχουν παρακινηθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας της Νότιας Κορέας".

Ο κ. Min Ki Sik, βοηθός Διοικητής της Κορεατικής Σχολής του Στρατού παρατήρησε το 1949, "Κάποιος συνήθως ακούει ότι ο στρατός ποτέ δεν επιτίθεται στη Βόρεια Κορέα και πάντα δέχεται επίθεση. Αυτό δεν είναι αληθινό. Κυρίως ο στρατός μας κάνει την επίθεση πρώτα και επιτιθέμεθα σκληρότερα." Οι δημόσιες δηλώσεις του Σίγκμαν Ρι σε όλη τη διάρκεια του 1949 και στις αρχές του 1950 υποδήλωναν σταθερά την επιθυμία του να διατάξει τις δυνάμεις του να επιτεθούν στο Βορρά. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1949 δήλωσε, "Νιώθω έντονα ότι τώρα είναι η πλέον ψυχολογική στιγμή που πρέπει να πάρουμε ένα επιθετικό μέτρο". Η Ουάσιγκτον Ποστ τον παρουσιάζει να λέει την 1η Νοεμβρίου 1949, «Η κυβέρνησή μου δεν θα ανέχεται πλέον μια διαιρεμένη Κορέα» και «Αν πρέπει να διευθετήσουμε αυτό το θέμα με πόλεμο, θα κάνουμε όλες τις απαραίτητες μάχες».

Η ρίψη βομβών ναπάλμ αποσιωπείται

Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας, η επίθεση της Βόρειας Κορέας στη Νότια Κορέα στις 25 Ιουνίου 1950 ήταν μια απάντηση σε βομβαρδισμούς διάρκειας δύο ημερών από τους Νοτιοκορεάτες και στις αιφνιδιαστικές τους επιθέσεις στην πόλη Haeju και σε άλλα μέρη. Νωρίς το πρωί της 25ης Ιουνίου, πριν από την αντεπίθεση κατά την αυγή στη Βόρειο Κορέα, το Γραφείο Δημόσιας Ενημέρωσης της Νότιας Κορέας ανακοίνωσε ότι οι νότιες δυνάμεις είχαν καταλάβει το Haeju. Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας αρνήθηκε αργότερα τη κατάληψη της πόλης και κατηγόρησε για υπερβολές στην αναφορά έναν αξιωματικό. Η Γιουγκοσλαβία και η Σοβιετική Ένωση πρότειναν να προσκληθεί η Βόρεια Κορέα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να παρουσιάσει την δική της πλευρά του γεγονότος, αλλά η πρόταση καταψηφίστηκε.

Όποια και αν ήταν η αιτία, οι βορειοκορεάτες στρατιώτες πράγματι διέσχισαν τα σύνορα στις 25 Ιουνίου και μέχρι τις 28 Ιουνίου βρίσκονταν στη Σεούλ (που βρίσκεται μόλις 35 μίλια μακριά). Ο στρατός της Νότιας Κορέας διασπάσθηκε. Μεταξύ 25 Ιουνίου και 28 Ιουνίου οι δυνάμεις της Νότιας Κορέας μειώθηκαν από 95.000 άνδρες σε 22.000 και σχεδόν όλες οι απώλειες οφείλονταν σε εγκατάλειψη. Ο Νότος θα είχε χάσει τον πόλεμο σε μια εβδομάδα εάν δεν είχαν επέμβει οι ΗΠΑ. Την ημέρα που έπεσε η Σεούλ ο Πρόεδρος Ρι διέταξε τη δολοφονία οποιουδήποτε θεωρούνταν πολιτικός αντίπαλος, σε όλη τη Νότια Κορέα. Δολοφονίες συνέβησαν παντού όπου υπήρχαν δυνάμεις της Νότιας Κορέας. Πολλές σφαγές έλαβαν χώρα, πολλές από τις οποίες στρέφονταν κατά των απλών πολιτών. Για παράδειγμα, στις 7 Φεβρουαρίου 1951, 705 άοπλοι πολίτες στα χωριά Sancheong και Hamyang, παρατάχθηκαν και σκοτώθηκαν από τον νοτιοκορεατικό στρατό. Δύο ημέρες αργότερα πυροβολήθηκαν 719 πολίτες από το χωριό Geochang.

Ο Αμερικανός συνταγματάρχης Donald Nichols, ένας προσωπικός φίλος του Ρι, δήλωσε ότι ήταν μάρτυρας στο Suwon, νότια της Σεούλ, στη σφαγή 1.800 πολιτικών κρατουμένων στα τέλη Ιουνίου του 1950. Περιέγραψε το έργο δύο εκσκαφέων, του ενός να σκάβει μια σειρά από τάφους και του άλλου να γεμίζει με βρομιές τα πυροβολημένα σώματα που είχαν πεταχτεί στους φρεσκοσκαμμένους τάφους. Ο Γκρέγκορι Χέντερσον, ο οποίος υπηρέτησε ως διπλωμάτης των ΗΠΑ στην Κορέα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, έκρινε ότι "πιθανώς πάνω από 100.000 πολίτες της Νότιας Κορέας σκοτώθηκαν χωρίς καμία απολύτως δίκη" από τις δυνάμεις του Ρι κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το ξέσπασμα των συγκρούσεων δημιούργησε μαζικό κύμα προσφύγων που προσπαθούσαν να φύγουν προς ασφαλές σημείο. Ήταν τόσοι πολλοί, που εμπόδιζαν τις στρατιωτικές κινήσεις κατά μήκος των δρόμων. Δόθηκαν εντολές από στρατιωτικούς διοικητές των ΗΠΑ να πυροβολούν τους πρόσφυγες. Στις 26 Ιουλίου 1950 η 8η Στρατιά των Ηνωμένων Πολιτειών, το υψηλότερο επίπεδο διοίκησης στην Κορέα, εξέδωσε εντολές να σταματούν όλους τους Κορεάτες πολίτες. «Όχι, επιστροφή, κανένας πρόσφυγας δεν θα επιτρέπεται να διασχίσει γραμμές μάχης οποιαδήποτε στιγμή. Η μετακίνηση όλων των Κορεατών σε ομάδες θα σταματάει αμέσως». Μετά από αυτό, οι πρόσφυγες πυροβολούνταν συχνά καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον πόλεμο.

Την ίδια μέρα που η 8η Στρατιά των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε τη διαταγή για τον τερματισμό της προσφυγικής μετακίνησης, τον Ιούλιο του 1950, 400 άνδρες της Νότιας Κορέας που συγκεντρώθηκαν στη γέφυρα στο No Gun Ri σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις των ΗΠΑ από το 7ο Σύνταγμα Ιππικού. Μερικοί πυροβολήθηκαν πάνω από τη γέφυρα, στις σιδηροδρομικές γραμμές. Άλλοι σφυροκοπήθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα. Περισσότεροι σκοτώθηκαν κάτω από τις καμάρες με βασανισμούς που όπως λένε οι ντόπιοι επιζώντες διήρκεσαν τρεις ημέρες.

"Υπήρχε ένας υπολοχαγός που ούρλιαζε σαν τρελός: φωτιά σε όλα! σκοτώστε τους όλους!", θυμάται ο βετεράνος του 7ου Συντάγματος Joe Jackman. "Δεν ήξερα αν ήταν στρατιώτες ή κάποιοι άλλοι. Παιδιά, υπήρχαν παιδιά εκεί έξω, δεν είχε σημασία τι ήταν, από οκτώ έως 80 χρονών, τυφλούς, παγιδευμένους ή τρελούς, τούς πυροβόλησαν όλους ". Ο ανώτατος αξιωματούχος της περιοχής, ο δεύτερος γενικός εισαγγελέας του Προέδρου Τρούμαν, J. Howard McGrath, αναφερόταν στους Κορεάτες ως "τρωκτικά" και έτσι δεν είχε κανένα οίκτο για τη συνεχιζόμενη σφαγή.

Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ κατέστρεψαν εύκολα τις πενιχρές αεροπορικές δυνάμεις και τις αεροπορικές άμυνες της Βόρειας Κορέας και ξεκίνησαν μια ανεμπόδιστη βομβιστική εκστρατεία στο βορρά στις 29 Ιουνίου 1950, η οποία διήρκεσε τρία χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι δυνάμεις των ΗΠΑ έκαναν ένα 1.040.000 πτήσεις και έριξαν 386.037 τόνους βόμβες και 32.357 τόνους ναπάλμ. Εάν μετρήσουμε όλους τους τύπους αερομεταφερόμενων πυρομαχικών, συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων και των πυρομαχικών των πολυβόλων, το συνολικό βάρος ανέρχεται σε 698.000 τόνους. Οι ΗΠΑ κατέστρεψαν κάθε πόλη, κάθε χωριό, κάθε φράγμα, κάθε σιδηρόδρομο και κάθε αυτοκινητόδρομο στη Βόρεια Κορέα. Υπολογίζεται ότι 2,5 εκατομμύρια Βορειοκορεάτες έχασαν τη ζωή τους στο βομβαρδισμό, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πολίτες. Πολλοί από τους αυτούς καίγονταν από ναπάλμ. Ο Flier Federic Champlin παρατήρησε ότι, "Ένα πράγμα για τις ναπάλμ είναι ότι όταν χτυπήσετε ένα χωριό και το έχετε δει στις φλόγες, ξέρετε ότι έχετε καταφέρει κάτι. Οι πιλότοι αισθάνονταν χαρά μόνο όταν έβλεπαν με τα μάτια τους την καταστροφή που δημιούργησαν στην περιοχή".

Στις 25 Ιουνίου 1951, ο στρατηγός O' Donnell, διοικητής των βομβαρδιστικών της Άπω Ανατολής, κατέθεσε σε ερώτηση του γερουσιαστή John C. Stennis ("Η Βόρεια Κορέα έχει καταστραφεί ουσιαστικά, έτσι δεν είναι;"): "Ω ναι;... Θα έλεγα ότι ολόκληρη, σχεδόν ολόκληρη η κορεατική χερσόνησος είναι κατεστραμμένη. Όλα είναι κατεστραμμένα. Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τον κόπο. Λίγο πριν εισέλθουν οι Κινέζοι, δεν υπήρχαν στόχοι στην Κορέα". Το 1952 ο στρατηγός Curtis LeMay δήλωσε, "Έχουμε βομβαρδίσει κάθε πόλη δύο φορές, τώρα θα επιστρέψουμε για να τις κονιορτοποιήσουμε ".

Τον Αύγουστο του 1951, ο ανταποκριτής πολέμου Tibor Meráy δήλωσε ότι είδε «μια πλήρη καταστροφή μεταξύ του ποταμού Γιαλού και της πρωτεύουσας». Είπε ότι δεν υπήρχαν «πια πόλεις στη Βόρεια Κορέα». Και πρόσθεσε «Η δική μου εντύπωση ήταν πως ταξιδεύω στο φεγγάρι επειδή υπήρχε μόνο καταστροφή - κάθε πόλη ήταν μόνο μια συλλογή καπνισμένων ερειπείων».

Ο ανώτατος αξιωματικός του αμερικανικού στρατού, ο γενικός διευθυντής των ΗΠΑ William F. Dean, ανέφερε ότι η πλειοψηφία των πόλεων και των χωριών της Βόρειας Κορέας, που είδε, ήταν είτε ερείπια είτε χιονισμένα σκουπίδια. Ως τελικό απαύγασμα σε αυτήν την εθνική καταστροφή, ο στρατηγός Μακάρθουρ τον Δεκέμβριο του 1950 ζήτησε να χρησιμοποιηθούν 34 ατομικές βόμβες για να δημιουργήσουν μια πυρηνική ερημιά κατά μήκος των κινεζικών συνόρων. Αν και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, ο Πρόεδρος Τρούμαν και άλλοι, επανειλημμένα σκέφτηκαν σοβαρά να χρησιμοποιήσουν τις ατομικές βόμβες στον πόλεμο. Αφού ο Τρούμαν απέλυσε τον στρατηγό Μακάρθουρ τον Μάιο του 1951, ο πρώην «ανώτατος διοικητής» κατέθεσε στο Κογκρέσο: "Ο πόλεμος στην Κορέα έχει ήδη σχεδόν καταστρέψει αυτό το έθνος των 20 εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν έχω δει ποτέ μια τέτοια καταστροφή... Όταν είδα εκείνα τα συντρίμμια και εκείνες τις χιλιάδες γυναίκες και παιδιά... έκανα εμετό. "

Τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, υπογράφηκε τελικά κατάπαυση του πυρός. Με σχεδόν τα ίδια προπολεμικά σύνορα και το ίδιο ανεκπλήρωτο όνειρο της επανένωσης. Κανείς δεν είχε κερδίσει. Όλοι είχαν χάσει. Ο πόλεμος υπολογίζεται ότι είχε κοστίσει τις ζωές έως και 5 εκατομμυρίων ανθρώπων, στην πλειοψηφία τους απλοί πολίτες. Κάποια συμπεράσματα θα μπορούσαν να έχουν εξαχθεί από τον πόλεμο της Κορέας. Το ένα είναι, όπως το εξέφρασε ο φημισμένος δημοσιογράφος I.F. Stoneobserved ότι, "Κάθε κυβέρνηση διοικείται από ψεύτες και τίποτα που λένε δεν πρέπει να πιστέψουμε". Ένα άλλο συμπέρασμα θα ήταν, όπως εξέφρασε ο βετεράνος του πολέμου Mike Hastie ότι "Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια ασταμάτητη μηχανή θανάτου."

Επειδή ζούμε μέσα στα ψέματα που είπε η κυβέρνησή μας και, ως εκ τούτου, δεν μαθαίνουμε, μετά την Κορέα, ότι οι ΗΠΑ συνέχισαν να καταστρέφουν το Βιετνάμ, το Λάος, την Καμπότζη, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη... προκαλώντας ανθρώπινο πόνο πέρα από την λογική, και τεράστια καταστροφή των ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων. Ας πούμε λοιπόν, ως πείραμα σκέψης, ότι είστε ο μόνος ώριμος ενήλικας στην αίθουσα και επομένως είναι ευθύνη σας να υποτάξετε τις παθολογικές προσωπικότητες που αναπόφευκτα εμφανίζονται ως ηγέτες της αμερικανικής κυβέρνησης και του αμερικανικού στρατού για τα μακροχρόνια τους θύματα και για την υγεία και τη βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων της Γης και της βιόσφαιρας στο σύνολό της. Αυτό που πρόκειται να κάνετε, από εσάς εξαρτάται.

Να ένας πιθανός δρόμος προς τα εμπρός. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Γκορμπατσόφ είπε: «Ήταν ένα κακό σύστημα, έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί». Σίγουρα αυτό το βαθιά εγκληματικό αμερικανικό σύστημα πρέπει επίσης να αποσυναρμολογηθεί.

"Ο μεγαλύτερος υποκινητής βίας στον κόσμο σήμερα: η κυβέρνησή μου. Για χάρη των εκατοντάδων χιλιάδων που τρέμουν κάτω από τη βία μας, δεν μπορώ να σιωπήσω. "- Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Η Dana Visalli είναι οικολόγος ακτιβίστρια και ζει στο Twisp της Ουάσινγκτον. Αρθρογραφεί στο διαδίκτυο. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 23 Ιανουαρίου 2019 στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.globalresearch.ca/korea-brief-history-explains-everything. Την μετάφραση για λογαριασμό των Αντιγειτονιών έκανε ο Γ.Μ. Η αναδημοσίευση δεν σημαίνει απαραίτητα και συμφωνία με όλες τις απόψεις που περιέχονται. 





ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ