Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Καψ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Καψ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Οκτωβρίου 2026

Σχετικά με τη δολιοφθορά στους αγωγούς Nord Stream

0

Στις 14 Οκτωβρίου 2026 είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει στη Γερμανία η πρώτη μεγάλη ποινική δίκη για τη δολιοφθορά στους αγωγούς Nord Stream.

Στο εδώλιο θα καθίσει ο Ουκρανός υπήκοος Serhii K. (αναφέρεται και ως Serhii Kuznetsov ή Kulinich), ο οποίος συνελήφθη στην Ιταλία και εκδόθηκε στη Γερμανία. Οι γερμανικές αρχές τον κατηγορούν ως τον επικεφαλής και συντονιστή της 7μελούς ομάδας που τοποθέτησε τα εκρηκτικά. Ο ίδιος αρνείται κάθε εμπλοκή.

Πρόσφατα, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, δικαστήριο στην Κροατία ενέκρινε την έκδοση στη Γερμανία ενός ακόμη Ουκρανού υπόπτου (του Vladimir Z. ή Volodymyr Zhuravlov), ο οποίος θεωρείται επαγγελματίας δύτης της ίδιας ομάδας.

Παράλληλα με το ποινικό σκέλος, η διαχειρίστρια εταιρεία Nord Stream AG έχασε πρόσφατα (Ιούλιος 2026) μια μεγάλη δικαστική μάχη στο Λονδίνο διεκδικώντας αποζημιώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων από ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η ζημιά εμπίπτει σε «ρήτρα πολεμικής εξαίρεσης». Επίσης, η Nord Stream 2 AG έχει προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ κατά της απαγόρευσης εισαγωγής ρωσικού αερίου.

Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω και την προβολή στο Βερολίνο, στις αρχές Ιουλίου, του ντοκιμαντέρ Nordstream – Die Sprengungi (ταινία που σκηνοθέτησαν οι Moritz Enders και Gunther Merz) αναδημοσιεύουμε μια συνέντευξη του Ola Tunander στον Moritz Enders για το περιοδικό Hintergrund, προκειμένου αυτός να αναπτύξει περαιτέρω ορισμένα από τα επιχειρήματα που διατυπώνει στην ταινία.

Στη συνέντευξη εξετάζεται η υπόθεση της καταστροφής των αγωγών Nord Stream μέσα από μια ευρύτερη ιστορική και γεωπολιτική οπτική. Ο Tunander δεν περιορίζεται στο ερώτημα «ποιος ανατίναξε τους αγωγούς;». Προτείνει να εξετάσουμε επίσης ποιοι επιδίωκαν επί δεκαετίες να διακόψουν την ενεργειακή συνεργασία Ρωσίας–Γερμανίας, ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε η διακοπή της και πώς συνδέεται με τη στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη και τη Ρωσία.

Βλέπει τη διαμάχη γύρω από τον Nord Stream ως συνέχεια μιας παλαιότερης σύγκρουσης για το αν η Ευρώπη θα μπορούσε να αναπτύξει μια σχετικά αυτόνομη σχέση με τη Ρωσία ή αν θα παρέμενε στρατηγικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Η συνέντευξη ερμηνεύει τα πράγματα με συγκεκριμένο τρόπο. Περιλαμβάνει ιστορικές αναφορές, αποσπάσματα δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, αλλά και ισχυρισμούς για τη μυστική επιχείρηση καταστροφής των αγωγών.

Στο τέλος της συνέντευξης, ο Tunander προτείνει μια συγκεκριμένη εκδοχή για την ευθύνη της καταστροφής: υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ είχαν την κύρια ευθύνη και ότι η επιχείρηση ενδέχεται να περιλάμβανε περισσότερα επίπεδα, με διαφορετικούς συμμετέχοντες και μια δραστηριότητα που λειτουργούσε ως κάλυψη.

Για να στηρίξει αυτή την εκτίμηση, συνδυάζει τρεις κατηγορίες επιχειρημάτων:

Το ιστορικό των πολιτικών επιδιώξεων: την αντίθεση σημαντικών Αμερικανών αξιωματούχων στους ρωσογερμανικούς αγωγούς επί περίπου τέσσερις δεκαετίες.


Το κίνητρο και το όφελος: την εκτίμηση ότι η διακοπή του Nord Stream εξυπηρετούσε τη στρατηγική αποσύνδεσης της Ευρώπης από τη Ρωσία και ενίσχυε τη θέση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.


Τις επιχειρησιακές ενδείξεις: τις αναφορές σε δύτες, πλοία, αεροσκάφη, πτήσεις και πιθανή ενεργοποίηση των εκρηκτικών με κωδικοποιημένο σήμα.

Στη μετάφραση που ακολουθεί παρουσιάζουμε τα σημεία 1 και 2. Η παρουσίαση δείχνει τη συλλογιστική του συγγραφέα και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμφωνούμε με τους ισχυρισμούς του.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

29 Ιουλίου 2026

Δημοκρατία των Κατσαρίδων: Άοπλη και Επικίνδυνη* της Arundhati Roy, 22 Ιουλίου 2026

0

Μπορείς να κοροϊδεύεις τους πάντες για πάντα; Μπορεί μια χώρα με πληθυσμό ενάμισι δισεκατομμυρίου ανθρώπων να σέρνεται για πάντα σαν πτώμα; Δεν μπορεί. Οι «Κατσαρίδες» έχουν βγει στους δρόμους.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

20 Ιουλίου 2026

Η οικονομική εξάρτηση ως μηχανισμός διεθνούς ισχύος - Η περίπτωση της Βενεζουέλας*

0

 

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκεζ και η επιτετραμμένη των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα Λάουρα Ντόγκου επισκέπτονται εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου στο Ματουρίν, στην πολιτεία Μονάγας, στη Βενεζουέλα, στις 12 Φεβρουαρίου 2026

Του Κ. Καψ., 14 Ιουλίου 2026

Η φυσική καταστροφή ως δοκιμασία της οικονομικής κυριαρχίας

Οι μεγάλες φυσικές καταστροφές έχουν μια ιδιότητα που συχνά παραβλέπεται. Δεν ανατρέπουν μόνο τη γεωμορφολογία ενός τόπου· αποκαλύπτουν και το πλέγμα των σχέσεων ισχύος και εξάρτησης μέσα στο οποίο αυτός ο τόπος ήταν ήδη ενταγμένος. Ένας ισχυρός σεισμός έχει νεκρούς, ισοπεδώνει κτίρια, καταστρέφει υποδομές και διακόπτει την καθημερινή ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, καθιστά ορατές σχέσεις που σε περιόδους κανονικότητας παραμένουν σχεδόν αόρατες.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους, το πρώτο ερώτημα είναι το πώς θα σωθούν ανθρώπινες ζωές; Αμέσως μετά, όμως, ακολουθεί μια δεύτερη κατηγορία ερωτημάτων, εξίσου καθοριστική για το μέλλον της κοινωνίας. Από πού θα προέλθουν τα χρήματα για την ανοικοδόμηση; Ποιος θα χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση των υποδομών; Ποιος θα διαχειριστεί τα έσοδα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές; Ποιος θα αποφασίσει ποιες περιοχές θα ανοικοδομηθούν πρώτες και με ποιους όρους;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά οικονομικά ούτε αφορούν μόνο τη δημόσια διοίκηση. Αφορούν την ίδια την έννοια της κυριαρχίας. Διότι ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πλουτοπαραγωγικές πηγές, διεθνή αναγνώριση και θεσμούς, αλλά να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα τους ίδιους του τους πόρους όταν τους χρειάζεται περισσότερο. Η πραγματική δοκιμασία της κρατικής κυριαρχίας δεν βρίσκεται στις περιόδους σταθερότητας· βρίσκεται στις στιγμές της μεγάλης κρίσης.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια χώρα που διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και της οποίας η οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα έσοδα των εξαγωγών υδρογονανθράκων. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία συνδυάζει οικονομικές κυρώσεις, διπλωματικές πιέσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς, ασφυκτικό αποκλεισμό, ιμπεριαλιστική επίθεση και ανταγωνισμούς γύρω από τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημόσια συζήτηση για τη Βενεζουέλα επικεντρώνεται συνήθως είτε στην εσωτερική πολιτική κρίση είτε στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Πολύ λιγότερο συζητείται, ωστόσο, ένα βαθύτερο ερώτημα, δηλαδή ποιος ελέγχει στην πράξη τις οικονομικές ροές που προκύπτουν από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ποιος αποφασίζει για τη διάθεσή τους και μέσα από ποιους θεσμούς ασκείται αυτή η εξουσία.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σχεδόν τρεις εβδομάδες πριν από τον καταστροφικό σεισμό της Βενεζουέλας. Στο άρθρο της με τίτλο The U.S. Took Over Venezuela's Oil Industry. Where Has All the Money Gone?[1], η Roxanna Vigil —πρώην ανώτερη αξιωματούχος του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και σήμερα ερευνήτρια στο Council on Foreign Relations[2]— δεν επιχειρεί να αναλύσει φυσικές καταστροφές ούτε να προβλέψει μελλοντικές εξελίξεις. Αντικείμενό της είναι η διαχείριση των στρατηγικών φυσικών πόρων της Βενεζουέλας, η λειτουργία των οικονομικών κυρώσεων και η σχέση τους με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη χώρα.

Το γεγονός ότι το άρθρο προηγήθηκε του σεισμού έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί να διαβαστεί ως ένα πολύτιμο τεκμήριο για το θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Βενεζουέλα θα κληθεί αργότερα να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και την αφετηρία της παρούσας προσπάθειας. Δεν θα επιχειρήσει να εξετάσει αν οι προτάσεις της Roxanna Vigil είναι πολιτικά ορθές ή εσφαλμένες. Αντίθετα, θα χρησιμοποιήσει το άρθρο της ως πρωτογενή πηγή, προκειμένου να διερευνήσει ένα ευρύτερο ερώτημα. Τι σημαίνει οικονομική κυριαρχία όταν η πρόσβαση ενός κράτους στους στρατηγικούς του πόρους, στα διεθνή αποθεματικά του και στους χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ανοικοδόμησή του εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός της επικράτειάς του;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα. Αφορά συνολικότερα τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζεται η έννοια της ισχύος στον 21ο αιώνα. Αν κατά τον 20ό αιώνα η ισχύς συνδεόταν πρωτίστως με τον έλεγχο του εδάφους και τη στρατιωτική υπεροχή, σήμερα εκφράζεται ολοένα και περισσότερο και με τη δυνατότητα ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ροών, των διεθνών συστημάτων πληρωμών, των στρατηγικών πρώτων υλών και των θεσμών που καθορίζουν την πρόσβαση των κρατών στους οικονομικούς πόρους τους. Υπό αυτή την έννοια, ένας σεισμός δεν δημιουργεί τις σχέσεις ισχύος και εξάρτησης. Απλώς τις φέρνει στο φως, όταν η ανάγκη για πόρους καθιστά εμφανή τα όρια και τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομικής κυριαρχίας.

Η οικονομική ισχύς μέσα από το πρίσμα της αμερικανικής ανάλυσης πολιτικής

Για να γίνει κατανοητή η σημασία του άρθρου της Roxanna Vigil, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί εξαρχής τι ακριβώς επιχειρεί να κάνει η συγγραφέας. Το κείμενό της δεν αποτελεί δημοσιογραφική έρευνα με στόχο την αποκάλυψη κάποιου σκανδάλου, ούτε πολιτική καταγγελία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό κείμενο ανάλυσης πολιτικής της αμερικανικής σχολής, γραμμένο από μια πρώην ανώτερη αξιωματούχο του Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία γνωρίζει εκ των έσω τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών κυρώσεων και της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τμήματα του αμερικανικού μηχανισμού χάραξης πολιτικής προσεγγίζουν το ζήτημα της Βενεζουέλας[3].

Το ερώτημα που θέτει ήδη ο τίτλος του άρθρου είναι αποκαλυπτικό: «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;». Η διατύπωση αυτή δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της αμερικανικής πολιτικής. Αντίθετα, εκφράζει μια ανησυχία για το κατά πόσον η πολιτική αυτή εφαρμόζεται με επαρκή διαφάνεια, λογοδοσία και στρατηγική συνοχή.

Το πρώτο στοιχείο που παρουσιάζει η Vigil είναι το μέγεθος των οικονομικών ροών που διακυβεύονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, μέσα στους τέσσερις πρώτους μήνες του νέου καθεστώτος διαχείρισης διακινήθηκαν σχεδόν 100 εκατομμύρια βαρέλια βενεζουελανικού πετρελαίου, συνολικής εκτιμώμενης αξίας περίπου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για ένα οικονομικό μέγεθος που υπερβαίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς πολλών κρατών[4] και καθιστά προφανές ότι το ζήτημα δεν αφορά μια δευτερεύουσα οικονομική δραστηριότητα αλλά τον σημαντικότερο στρατηγικό πόρο της χώρας.

Η ίδια η συγγραφέας επισημαίνει ότι η παραγωγή και οι εξαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Τον Ιανουάριο του 2026, οι εξαγωγές εκτιμώνται σε περίπου 380.000 βαρέλια ημερησίως, με συνολική αξία γύρω στα 600 εκατομμύρια δολάρια. Μέχρι τον Απρίλιο είχαν φθάσει περίπου τα 1,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με μηνιαία αξία που υπολογίζεται σε 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρόφησαν περίπου το 43% των εξαγωγών, η Ινδία το 26% και η Ισπανία περίπου το 8%. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται από τη Vigil για να αναδείξουν όχι μόνο τη σημασία του πετρελαίου για τη βενεζουελανική οικονομία, αλλά και τη διεθνή διάσταση της διαχείρισής του. 


Η συγγραφέας επισημαίνει, ωστόσο, ότι το ίδιο σύστημα δεν περιορίζεται στον πετρελαϊκό τομέα. Αναφέρει ότι η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί έλεγχο και στις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών της Βενεζουέλας. Επικαλείται, μάλιστα, δηλώσεις του τότε Υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ Νταγκ Μπέργκαμ (Doug Burgum), σύμφωνα με τις οποίες εξασφαλίστηκε χρυσός αξίας περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ παράλληλα διευκολύνθηκε συμφωνία για την πώληση έως και 1.000 κιλών χρυσού στη διεθνή εμπορική εταιρεία Trafigura. Κατά τη Vigil, οι περιορισμοί που περιλαμβάνονται στις σχετικές άδειες του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι και τα έσοδα από τις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών διοχετεύονται σε λογαριασμούς του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, στο πλαίσιο του ίδιου αδιαφανούς συστήματος που περιγράφει και για τα πετρελαϊκά έσοδα.

Το κεντρικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι για τη συγγραφέα το ύψος των εσόδων. Είναι η έλλειψη δημόσιας λογοδοσίας ως προς τη διαχείρισή τους. Σε μία από τις ενότητες του άρθρου, με τον τίτλο «Χωρίς λογοδοσία, δεν υπάρχουν απαντήσεις» (No accountability, no answers), σημειώνει ότι ούτε η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας δημοσιεύει πλήρη οικονομικά στοιχεία από το 2016 ούτε η αμερικανική κυβέρνηση έχει παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη δημόσια εικόνα για τις συμφωνίες που έγιναν, τους λογαριασμούς στους οποίους κατέληξαν τα χρήματα ή τους θεσμούς που ασκούν τον τελικό έλεγχο των κεφαλαίων.

Η Vigil παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της αδιαφάνειας. Αναφέρει ότι σε ενημερώσεις προς το αμερικανικό Κογκρέσο έγινε λόγος για περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια που είχαν διακινηθεί μέσω λογαριασμού στο Κατάρ, για άλλα 200 εκατομμύρια δολάρια που παρέμεναν στον ίδιο λογαριασμό, καθώς και για μεταγενέστερες εγκρίσεις εκταμιεύσεων ύψους περίπου 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, οι αριθμοί αυτοί δεν συνθέτουν μια πλήρη εικόνα. Παραμένει ασαφές ποιο είναι το συνολικό ύψος των εσόδων, ποια ποσά έχουν ήδη δαπανηθεί, ποια εξακολουθούν να παραμένουν δεσμευμένα και ποιοι θεσμοί διαθέτουν την τελική αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων.

Η ανησυχία της συγγραφέως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα οικονομικά αυτά εργαλεία εντάσσονται στη συνολική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την άποψή της, οι κυρώσεις, ο έλεγχος των οικονομικών ροών και η πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους αποκτούν νόημα μόνο εφόσον υπηρετούν έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό στόχο. Εδώ εντοπίζει και τη βασική αδυναμία της αμερικανικής πολιτικής. Κατά τη γνώμη της, απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο που να συνδέει τα οικονομικά μέσα με μια συγκεκριμένη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής μετάβασης[5] στη Βενεζουέλα.

Η θέση αυτή διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια όταν αναφέρεται στα περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ[6], στα οποία η Βενεζουέλα δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση από το 2019. Η Vigil δεν προτείνει την άμεση αποδέσμευσή τους. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και να εξαρτηθεί από συγκεκριμένα, επαληθεύσιμα βήματα προς μια δημοκρατική μετάβαση. Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η ελάφρυνση των κυρώσεων θα έπρεπε να εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο ανταλλαγής πολιτικών παραχωρήσεων και οικονομικών κινήτρων, σχέδιο το οποίο —κατά την εκτίμησή της— η αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε ακόμη διαμορφώσει.

Το άρθρο, επομένως, δεν συνιστά αμφισβήτηση της χρήσης οικονομικών κυρώσεων ούτε της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να αξιοποιούν τη χρηματοπιστωτική τους ισχύ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, κινείται πλήρως μέσα στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής. Η κριτική της Vigil είναι διαφορετικής φύσης, θεωρεί ότι η οικονομική ισχύς πρέπει να ασκείται με μεγαλύτερη διαφάνεια, θεσμική λογοδοσία και πολιτική συνοχή, ώστε να υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον επιδιωκόμενο στόχο μιας δημοκρατικής μετάβασης. Δεν αμφισβητεί την ύπαρξη αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα συμφέροντα μπορούν να προωθηθούν καλύτερα.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως τεκμήριο. Δεν αποτυπώνει μια εξωτερική ή αντισυστημική κριτική της αμερικανικής πολιτικής. Αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ίδιας της αμερικανικής κοινότητας χάραξης πολιτικής αντιλαμβάνεται τα όρια, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες της οικονομικής ισχύος ως εργαλείου διεθνούς επιρροής. Γι' αυτό προσφέρεται για μια ανάγνωση των ίδιων πραγματικών δεδομένων μέσα από ένα διαφορετικό ερμηνευτικό πρίσμα.

Τα ίδια δεδομένα, μια διαφορετική ανάγνωση

Μέχρι αυτό το σημείο, το άρθρο της Roxanna Vigil μπορεί να διαβαστεί ως μια συνεκτική πρόταση για το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ασκήσουν αποτελεσματικότερα την πολιτική τους απέναντι στη Βενεζουέλα. Η ίδια, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν αμφισβητεί ούτε τη χρήση οικονομικών κυρώσεων ούτε τη δυνατότητα αξιοποίησης χρηματοπιστωτικών εργαλείων για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Αντίθετα, θεωρεί ότι αυτά τα εργαλεία θα πρέπει να εντάσσονται σε μια πιο διαφανή και στρατηγικά συνεκτική διαδικασία.

Αν, όμως, εξετάσουμε διαφορετικά τα ίδια πραγματικά δεδομένα, αυτά αποκτούν άλλη σημασία. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται πλέον στον αποτελεσματικότερο τρόπο χρήσης των οικονομικών εργαλείων, αλλά στις δομές που καθιστούν δυνατή τη χρήση τους. Δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα του πώς ασκείται η οικονομική ισχύς, αλλά του πώς συγκροτείται, νομιμοποιείται και αναπαράγεται μέσα στο διεθνές σύστημα, επιτρέποντας στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές άλλων χωρών.

Η αλλαγή αυτή του αναλυτικού πλαισίου γίνεται αμέσως εμφανής. Στο κείμενο της Vigil, τα έσοδα που εκτιμάται ότι παρήχθησαν από τις εξαγωγές των στρατηγικών φυσικών πόρων εμφανίζονται κυρίως ως αντικείμενο προβληματισμού για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Από τη σκοπιά που υιοθετούμε εδώ, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη διαφάνεια της διαχείρισης των εσόδων, αλλά στους όρους υπό τους οποίους καθίσταται δυνατός ο εξωτερικός έλεγχος στρατηγικών πόρων μιας κυρίαρχης χώρας. Πώς μπορεί να θεωρείται συμβατή με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας μια διεθνής τάξη μέσα στην οποία η αξιοποίηση των στρατηγικών πόρων μιας χώρας εξαρτάται από εξωτερικά κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος;

Το ίδιο ισχύει και για τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ. Η Vigil αντιμετωπίζει τα SDR ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενθαρρυνθούν πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Από την οπτική της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, η πρόταση αυτή είναι απολύτως συνεπής. Από τη δική μας οπτική, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη στρατηγική αξιοποίηση των SDR, αλλά στη δυνατότητα να μετατρέπονται δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή ενός κράτους σε έναν πολυμερή θεσμό σε μέσα άσκησης πολιτικής επιρροής. Πώς μπορεί να συμβιβαστεί μια τέτοια πρακτική με την αρχή της ισότητας των κρατών;

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις δεν αφορά τα ίδια τα πραγματικά δεδομένα αλλά το ποιο θεωρεί καθεμία ως το κεντρικό ερώτημα που αυτά θέτουν. Για τη Vigil, ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη και πιο συνεκτική χρήση των οικονομικών εργαλείων. Η ανάγνωση που προτείνεται εδώ στρέφει, αντίθετα, το ενδιαφέρον στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται και νομιμοποιείται η δυνατότητα ορισμένων κρατών να χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία ως μέσα πολιτικής επιρροής.

Από αυτή την άποψη, το άρθρο της Vigil αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τις προθέσεις της συγγραφέως. Περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της στρατιωτικής κατοχής ή της άμεσης διοικητικής επιβολής, αλλά και μέσω του ελέγχου των χρηματοπιστωτικών δικτύων, των συστημάτων πληρωμών, των κυρώσεων, της πρόσβασης στη διεθνή ρευστότητα και της δυνατότητας διαμόρφωσης των όρων υπό τους οποίους ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει τους οικονομικούς του πόρους.

Αυτή η μορφή ισχύος παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Είναι λιγότερο ορατή από τη στρατιωτική ισχύ και συχνά εμφανίζεται ως τεχνική ή διοικητική διαδικασία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε υπουργεία οικονομικών, σε διεθνείς οργανισμούς, σε κεντρικές τράπεζες, σε δικαστήρια ή σε θεσμούς που διαχειρίζονται χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι συνέπειές τους μπορούν να είναι εξίσου βαθιές με εκείνες μιας στρατιωτικής επέμβασης, καθώς επηρεάζουν την ικανότητα ενός κράτους να χρηματοδοτεί τη λειτουργία του, να στηρίζει τις κοινωνικές του πολιτικές και να αξιοποιεί τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εσωτερικές πολιτικές επιλογές ενός κράτους παύουν να έχουν σημασία και ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις είναι απαλλαγμένες από ευθύνη. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ερώτημα ποιος διαθέτει την πραγματική εξουσία να καθορίζει τους όρους πρόσβασης στους στρατηγικούς οικονομικούς πόρους μιας χώρας. Η ανάλυση μιας κρίσης είναι αναγκαστικά ελλιπής όταν αγνοεί τις διεθνείς σχέσεις ισχύος που επηρεάζουν τις δυνατότητες μιας χώρας να αντιμετωπίσει την κρίση.

Η σημασία αυτής της παρατήρησης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τοποθετηθεί στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής κρίσης. Όσο μια χώρα λειτουργεί υπό «κανονικές» συνθήκες, οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους μπορεί να φαίνονται αφηρημένοι ή να απασχολούν κυρίως ειδικούς της διεθνούς οικονομίας. Όταν, όμως, μια φυσική καταστροφή πλήττει κρίσιμες υποδομές, όπως νοσοκομεία, σχολεία, οδικά δίκτυα, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικίες, και αφήνει πίσω της χιλιάδες νεκρούς, η πρόσβαση σε κεφάλαια μετατρέπεται σε ζήτημα άμεσης κοινωνικής επιβίωσης. Τότε οι μηχανισμοί παύουν να είναι ένα τεχνικό θέμα και γίνονται μέρος της καθημερινής πραγματικότητας εκατομμυρίων ανθρώπων.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο μεταγενέστερος σεισμός αναδεικνύει τη σημασία των θεσμικών και οικονομικών μηχανισμών που το άρθρο περιγράφει. Ερωτήματα που προηγουμένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν θεωρητικά —ποιος διαχειρίζεται τα έσοδα από το πετρέλαιο, ποιος αποφασίζει για την πρόσβαση στα διεθνή αποθεματικά, ποιος θέτει τους όρους χρηματοδότησης— αποκτούν ξαφνικά άμεσο πρακτικό περιεχόμενο. Η ανάγκη για ανοικοδόμηση καθιστά σαφές ότι η οικονομική κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά προϋπόθεση για την άσκηση δημόσιας πολιτικής σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Έτσι, το άρθρο της Roxanna Vigil αποκτά, εκ των υστέρων, μια αξία που υπερβαίνει τον αρχικό σκοπό του. Χωρίς να το επιδιώκει, καταγράφει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η οικονομική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή. Η συμβολή του δεν έγκειται στο ότι προτείνει μια αντιιμπεριαλιστική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής —κάτι που ασφαλώς δεν επιδιώκει— αλλά στο ότι περιγράφει με ακρίβεια τα εργαλεία και τις δομές πάνω στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί μια τέτοια ερμηνεία. Υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί ως πολύτιμο πρωτογενές τεκμήριο για την κατανόηση της σύγχρονης οικονομικής ισχύος.

Η οικονομική ισχύς ως μηχανισμός πολιτικής επιρροής

Η ανάγνωση που προηγήθηκε οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Η οικονομική εξάρτηση δεν αποτελεί απλώς συνέπεια άνισων διεθνών σχέσεων, αλλά και έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές διατηρούνται, αναπαράγονται και μετατρέπονται σε δυνατότητα πολιτικής επιρροής. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν περιγράφει μόνο μια συγκεκριμένη πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα· φωτίζει έναν γενικότερο τρόπο άσκησης οικονομικής ισχύος στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος των οικονομικών ροών, των στρατηγικών φυσικών πόρων και της πρόσβασης σε διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία δεν αποτελεί απλώς μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Αποτυπώνει μια ευρύτερη σχέση ισχύος, μέσα στην οποία η οικονομική επιβίωση μιας χώρας μπορεί να εξαρτάται από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός αυτής

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κατέχει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά και ποιος ελέγχει τη δυνατότητα αξιοποίησής τους. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το άρθρο αναφέρεται σε έσοδα που εκτιμώνται σε περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πετρελαϊκές εξαγωγές μέσα σε λίγους μήνες, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η πρόσβαση της χώρας σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θα πρέπει, κατά την άποψη της συγγραφέως, να εξαρτηθεί από συγκεκριμένες πολιτικές εξελίξεις.

Τα στοιχεία αυτά δεν αναδεικνύουν μόνο ένα πρόβλημα αποτελεσματικής διαχείρισης των οικονομικών εργαλείων. Αναδεικνύουν πρωτίστως ένα ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης. Ποιος νομιμοποιείται να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους μια κοινωνία αποκτά πρόσβαση στους οικονομικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια της η λειτουργία; Και μπορεί η ικανοποίηση θεμελιωδών κοινωνικών αναγκών να μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής πίεσης;

Η ένταση αυτών των ερωτημάτων γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν μια χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Ένας καταστροφικός σεισμός δεν περιμένει την ολοκλήρωση διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Οι ανάγκες για νοσοκομεία, σχολεία, υποδομές ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και στέγασης είναι άμεσες. Σε αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στους αναγκαίους οικονομικούς πόρους παύει να αποτελεί αφηρημένο ζήτημα διεθνούς πολιτικής και μετατρέπεται σε όρο κοινωνικής επιβίωσης. Όταν, λοιπόν, η διάθεση αυτών των πόρων υπόκειται σε εξωτερικούς πολιτικούς όρους, η ανθρωπιστική κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026, η ασκούσα χρέη Προέδρου της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, για τη «διαρκή επικοινωνία και υποστήριξή» τους. Παράλληλα, αναγνώρισε τη «σημαντική υλικοτεχνική κινητοποίηση» των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποδοχή και τη διαχείριση της ανθρωπιστικής βοήθειας[7]. Η εικόνα αυτή παρουσιάζει μια εμφανή ειρωνεία. Ταυτόχρονα, μπορεί να ιδωθεί ως επακόλουθο της ίδιας της σχέσης εξάρτησης που προηγήθηκε. Σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ευχαριστεί δημόσια τη δύναμη που, σύμφωνα με τη λογική που περιγράφει το άρθρο της Vigil, μπορεί να καθορίζει τους όρους πρόσβασης της χώρας σε κρίσιμους οικονομικούς πόρους και χρηματοδοτικά εργαλεία. Την ίδια αυτή δύναμη που, μέσω των κυρώσεων, του οικονομικού αποκλεισμού και της ευρύτερης οικονομικής πίεσης, συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού οικονομικού περιβάλλοντος και, κατ’ επέκταση, στη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας.

Ο προβληματισμός αυτός δεν περιορίζεται στην κριτική μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης ή μιας συγκεκριμένης χώρας. Αφορά ευρύτερα ένα σύστημα διεθνών σχέσεων μέσα στο οποίο η χρηματοπιστωτική ισχύς, οι οικονομικές κυρώσεις και η πρόσβαση στους διεθνείς θεσμούς λειτουργούν ως μέσα πολιτικής επιρροής και επηρεάζουν τις εσωτερικές εξελίξεις ασθενέστερων κρατών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι οικονομικοί μηχανισμοί παύουν να εμφανίζονται ως ουδέτερα εργαλεία διεθνών σχέσεων. Όταν η αποδέσμευση κεφαλαίων ή η πρόσβαση σε θεσμοθετημένους οικονομικούς πόρους εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, αποκαλύπτεται η βαθύτερη λειτουργία τους: να περιορίζουν την πραγματική δυνατότητα άσκησης πολιτικής κυριαρχίας, να αναδιαμορφώνουν τους όρους λήψης κρίσιμων αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της πολιτικής ισχύος έξω από την ίδια τη χώρα.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις απαλλάσσονται από την ευθύνη για τις επιλογές, τις παραλείψεις ή τις αστοχίες τους. Οι εσωτερικές αδυναμίες μιας χώρας, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν λόγο για να εξαρτάται η πρόσβασή της σε ζωτικούς οικονομικούς πόρους από εξωτερικούς πολιτικούς όρους. Η αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων δεν μπορεί να συνεπάγεται τον περιορισμό της δυνατότητας μιας κοινωνίας να αποφασίζει η ίδια για τη διαχείριση των στρατηγικών της πόρων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο μεταγενέστερος σεισμός δεν αλλάζει το περιεχόμενο του άρθρου της Roxanna Vigil. Αλλάζει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να το διαβάσουμε. Οι αριθμοί που παρατίθενται στο κείμενο —δισεκατομμύρια δολάρια από πετρελαϊκά έσοδα, διεθνή αποθεματικά, χρηματοδοτικοί περιορισμοί— παύουν να αποτελούν απλώς οικονομικά μεγέθη. Αποτυπώνουν το πραγματικό εύρος των δυνατοτήτων που διαθέτει μια κοινωνία για να οργανώσει την ανοικοδόμησή της, να αποκαταστήσει τις υποδομές της και να προστατεύσει τον πληθυσμό της.

Η οικονομική κυριαρχία αποκτά, έτσι, ένα συγκεκριμένο και απτό περιεχόμενο. Δεν αφορά μόνο τη νομική κατοχή των πλουτοπαραγωγικών πηγών ή τη διεθνή αναγνώριση της κρατικής κυριαρχίας. Αφορά την πραγματική δυνατότητα μιας κοινωνίας να αξιοποιεί, όταν το έχει ανάγκη, τους πόρους που προέρχονται από τον φυσικό της πλούτο και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς, χωρίς η πρόσβαση σε αυτούς να εξαρτάται από εξωτερικούς πολιτικούς όρους.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας υπερβαίνει, επομένως, τα όρια μιας συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οικονομικοί πόροι, διεθνείς θεσμοί και χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί μπορούν να ενταχθούν σε σχέσεις διεθνούς ισχύος. Με αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο ανάλυση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης· προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών οικονομικής επιρροής στις διεθνείς σχέσεις. 

Η κανονικοποίηση της οικονομικής ισχύος στη σύγχρονη διεθνή τάξη

Το άρθρο της Roxanna Vigil διαβάζεται, εκ πρώτης όψεως, ως μια τεχνική συζήτηση για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Το ίδιο το κείμενο προϋποθέτει ως δεδομένη τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν το πότε, υπό ποιους όρους και για ποιους πολιτικούς σκοπούς ένα άλλο κράτος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στα έσοδα που παράγει ο στρατηγικός του πλούτος ή στα διεθνή αποθεματικά που του αναλογούν.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αποκάλυψη του άρθρου. Όχι επειδή η συγγραφέας επιδιώκει να την αναδείξει, αλλά επειδή τη θεωρεί αυτονόητη. Η εξουσία εμφανίζεται ως διοικητική διαδικασία. Η οικονομική επιβολή παρουσιάζεται ως τεχνικό εργαλείο πολιτικής. Η δυνατότητα μιας υπερδύναμης να χρησιμοποιεί χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, κυρώσεις, έσοδα στρατηγικών φυσικών πόρων και διεθνή αποθεματικά ως μέσα διαμόρφωσης της πολιτικής συμπεριφοράς ενός άλλου κράτους δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση· συζητείται μόνο ως προς τον αποτελεσματικότερο τρόπο εφαρμογής της.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος. Η οικονομική κυριαρχία δεν καταλύεται πλέον με την κλασική μορφή της αποικιοκρατίας. Δεν απαιτείται η κατάληψη εδαφών, η εγκατάσταση αποικιακών διοικήσεων ή η άμεση στρατιωτική κατοχή. Αρκεί η δυνατότητα ελέγχου των μηχανισμών μέσω των οποίων ένα κράτος αποκτά πρόσβαση στον ίδιο του τον πλούτο. Όταν τα έσοδα από τους στρατηγικούς φυσικούς πόρους, τα συναλλαγματικά αποθέματα, τα διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία και η πρόσβαση στις αγορές μπορούν να καταστούν αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής διαπραγμάτευσης, τότε η εξάρτηση δεν αποτελεί πλέον μόνο αποτέλεσμα οικονομικών ανισοτήτων· μετατρέπεται και σε θεσμοποιημένη μορφή διεθνούς εξουσίας.

Η ισχύς αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική επειδή είναι σχεδόν αόρατη. Δεν εμφανίζεται κυρίως με τη μορφή στρατευμάτων αλλά μέσω λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και θεσμικών διαδικασιών. Δεν επιβάλλεται με τελεσίγραφα αλλά με κανονισμούς, άδειες, κυρώσεις, δεσμεύσεις κεφαλαίων και αποφάσεις διεθνών οργανισμών. Η γλώσσα της είναι η γλώσσα της τεχνικής διαχείρισης όμως τα αποτελέσματά της είναι βαθιά πολιτικά: καθορίζει ποιος μπορεί να ανοικοδομήσει, ποιος μπορεί να δανειστεί, ποιος μπορεί να επενδύσει, ποιος μπορεί να αξιοποιήσει τον φυσικό του πλούτο.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Ο σεισμός λειτουργεί ως γεγονός που καθιστά ορατές τις κοινωνικές συνέπειες των οικονομικών μηχανισμών που περιγράφει το άρθρο. Εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο χρηματοπιστωτικοί δείκτες, εμφανίζονται τώρα ανθρώπινες ζωές. Εκεί όπου πριν υπήρχαν λογιστικά μεγέθη, εμφανίζονται κατεστραμμένα νοσοκομεία, σχολεία και κατοικίες. Και τότε αποκαλύπτεται η πραγματική φύση της οικονομικής ισχύος: η δυνατότητα να επηρεάζει όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και την ίδια την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανασυγκροτηθεί.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο κείμενο αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αποτελεί και ακούσια μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σύγχρονη διεθνής τάξη. Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές προτάσεις που διατυπώνει, αλλά και στις προϋποθέσεις που θεωρεί αυτονόητες. Όταν η πρόσβαση ενός λαού στους πόρους που παράγει η δική του οικονομία μπορεί να εξαρτάται από την πολιτική βούληση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης, τότε η κυριαρχία δεν έχει καταργηθεί τυπικά· έχει περιοριστεί ουσιαστικά. Και όταν αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως φυσιολογική, τότε ο μεγαλύτερος θρίαμβος της ισχύος δεν είναι η επιβολή της, αλλά και η κανονικοποίησή της.

Σημειώσεις


*Το κείμενο χρησιμοποιήσει ως πρωτογενή πηγή το άρθρο της Roxanna Vigil «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;» προκειμένου να εκφράσει κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της οικονομικής εξάρτησης ως μηχανισμού πολιτικής επιρροής.

Το άρθρο της Roxanna Vigil δημοσιεύτηκε στις 03 Ιουνίου 2026 στο Council on Foreign Relations με τίτλο «The U.S. Took Over Venezuela’s Oil Industry. Where Has All the Money Gone?» και βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone

Η Roxanna Vigil υπηρέτησε ως ανώτερη σύμβουλος πολιτικής κυρώσεων στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Προηγουμένως, κατείχε τη θέση της διευθύντριας για τις υποθέσεις της περιοχής των Άνδεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council), έχοντας την ευθύνη για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας που αφορούσαν τη Βολιβία, την Κολομβία, τον Ισημερινό, το Περού και τη Βενεζουέλα.

Παραπομπές

[1] Το άρθρο της Roxanna Vigil βρίσκεται στη διεύθυνση ... https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone 

[2] Σήμερα η πολιτική εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσω των επίσημων κρατικών θεσμών. Πριν μια επιλογή φτάσει στο επίπεδο της κυβέρνησης, έχει προηγηθεί συνήθως μια διαδικασία διαμόρφωσης ιδεών και προτάσεων πολιτικής, μέσα από την οποία ορισμένες επιλογές εμφανίζονται ως εφικτές ή αναγκαίες.

Στη διαδικασία αυτή, τα think tanks διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Βρίσκονται στο σημείο συνάντησης της ακαδημαϊκής έρευνας, της δημόσιας διοίκησης και της χάραξης πολιτικής, παράγοντας αναλύσεις και προτάσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τίθενται και αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της δημόσιας πολιτικής.

Το Council on Foreign Relations αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του μοντέλου. Από την ίδρυσή του, το 1921, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αμερικανικούς οργανισμούς παραγωγής στρατηγικής σκέψης για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Η σημασία του δεν έγκειται μόνο στις επιμέρους προτάσεις του, αλλά και στη συμβολή του στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται τα ζητήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. 

[3] Τα κείμενα ανάλυσης πολιτικής, οι αναλύσεις των think tanks και οι προτάσεις ειδικών δεν αποτελούν απλές περιγραφές της πραγματικότητας. Επιλέγουν ποια προβλήματα θεωρούν σημαντικά, ποια στοιχεία παρουσιάζουν ως κρίσιμα και ποιες λύσεις εμφανίζονται ως ρεαλιστικές ή αναγκαίες. Δεν λειτουργούν δηλαδή μόνο ως εργαλεία πληροφόρησης· συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο η πολιτική δράση γίνεται αντιληπτή.

[4] Συγκριτικά αναφέρουμε ότι για όλο το 2026 το συνολικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων του ελληνικού Κρατικού Προϋπολογισμού ανέρχεται στα 19,09 δισεκατομμύρια δολάρια. 

[5] Μια παρένθεση εδώ. Έννοιες όπως «μεταρρύθμιση», «δημοκρατική μετάβαση», «πολιτική σταθερότητα», «οικονομική διαφάνεια» ή «υπεύθυνη διαχείριση» δεν είναι απαραίτητα ουδέτερες. Αποτελούν πολιτικά φορτισμένες έννοιες, διότι ενσωματώνουν συγκεκριμένες αντιλήψεις για το ποια μορφή διακυβέρνησης θεωρείται επιθυμητή και ποιος έχει τη νομιμοποίηση να αξιολογεί την πολιτική πορεία μιας χώρας. Η χρήση τους εντάσσεται σε συγκεκριμένα πλαίσια ισχύος. Η πολιτική γλώσσα δεν λειτουργεί σε κενό. Παράγεται μέσα σε ιστορικές, οικονομικές και γεωπολιτικές σχέσεις.

[6] Τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα ή Ειδικά Δικαιώματα Ανάληψης (Special Drawing Rights - SDR) είναι ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα που δημιουργήθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) το 1969. Δεν αποτελούν ένα κανονικό φυσικό νόμισμα, αλλά μια λογιστική μονάδα και βασικό στοιχείο των διεθνών συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών. Η αξία τους καθορίζεται καθημερινά από το ΔΝΤ και βασίζεται σε ένα καλάθι των πέντε κορυφαίων παγκόσμιων νομισμάτων: του Δολαρίου ΗΠΑ (USD), του Ευρώ (EUR), του Γιουάν Κίνας (RMB), του Γιεν Ιαπωνίας (JPY) και της Στερλίνας Ηνωμένου Βασιλείου (GBP). Οι χώρες μπορούν να τα χρησιμοποιούν για να συμπληρώσουν τα επίσημα αποθέματά τους σε συνάλλαγμα και χρυσό. Εάν μια χώρα αντιμετωπίσει προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών ή χρειαστεί ρευστότητα, μπορεί να ανταλλάξει τα SDR της με άλλες χώρες για να λάβει «ελεύθερα χρησιμοποιήσιμα» νομίσματα. Τα SDR κατανέμονται περιοδικά από το ΔΝΤ στις χώρες-μέλη ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους (quota) στον οργανισμό. Μπορούν να διακρατηθούν ή να ανταλλαγούν αποκλειστικά μεταξύ κρατών και ορισμένων εγκεκριμένων επίσημων θεσμών και κεντρικών τραπεζών, και όχι από ιδιώτες.

[7] Σας θυμίζει κάτι; Βλέπε το άρθρο του Ricardo Vaz με τίτλο «Venezuela: US Expands Post-Earthquake Military Footprint» στη διεύθυνση … https://venezuelanalysis.com/news/venezuela-us-expands-post-earthquake-military-footprint/

Η συνέντευξη βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.youtube.com/watch?v=qXX4_weSVpI 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

05 Ιουλίου 2026

Προετοιμασία για τις τελικές εξετάσεις λυκείου στη Γάζα χωρίς ρεύμα, επαρκή τροφή ή στέγη*

0

Για δεκαετίες, οι Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γνωστές ως «Tawjihi», αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα στη ζωή των νέων της Γάζας. Σήμερα, όμως, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, οι μαθητές δίνουν τις εξετάσεις τους χωρίς αίθουσες διδασκαλίας, χωρίς αξιόπιστη ηλεκτροδότηση και με ελάχιστη, συχνά ανεπαρκή, πρόσβαση σε τρόφιμα.

Tareq S. Hajjaj, 26 Ιουνίου 2026 

Η Σουμάγια Αμπντέλ Ραχμάν (Sumaya Abdel Rahman) ολοκλήρωσε τις Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έναν χρόνο πριν από τη γενοκτονία· η μικρότερη αδελφή της, η Ντίμα (Dima), ξεκίνησε τις δικές της εξετάσεις στις 20 Ιουνίου φέτος. Ανάμεσα στις δύο αδελφές, που μοιράζονται μια σκηνή στην πόλη της Γάζας, το χάσμα δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο: η μία πέρασε αυτό το καθοριστικό ορόσημο σε έναν κόσμο που διατηρούσε ακόμη κάποια επίφαση κανονικότητας, ενώ η άλλη καλείται να το διανύσει εν μέσω συνεχιζόμενων ελλείψεων τροφίμων και ενός ασφυκτικού αποκλεισμού.

Οι αναμνήσεις της Σουμάγια από τη χρονιά που έδωσε τις εξετάσεις της φαντάζουν σήμερα μακρινές. Η ζωή υπό πολιορκία δεν ήταν ούτε τότε εύκολη· εξακολουθούσε, όμως, να είναι προτιμότερη από το να «ζει κανείς σε μια σκηνή και να έρχεται αντιμέτωπος με την πείνα και τον λιμό».

«Το να βλέπω την αδελφή μου, τη Ντίμα, να προετοιμάζεται για τις εξετάσεις με γεμίζει θλίψη», είπε η Σουμάγια. Θυμάται ότι η μητέρα τους συνήθιζε να τους ετοιμάζει ειδικά τρόφιμα — μέλι, ξηρούς καρπούς, φρούτα και φαγητά που θεωρούνταν ότι ενισχύουν τη συγκέντρωση και τη μνήμη. «Σήμερα, η Ντίμα συχνά διαβάζει πεινασμένη και πήγε να δώσει το πρώτο της μάθημα επίσης χωρίς να έχει φάει».

Οι Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γνωστές στην Παλαιστίνη και την Ιορδανία ως «Tawjihi», διεξάγονται στη Γάζα διαδικτυακά για τρίτη συνεχόμενη σχολική χρονιά, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα στη Λωρίδα της Γάζας έχει σχεδόν ολοκληρωτικά καταρρεύσει. Δεν υπάρχουν πλέον οι παραδοσιακές σχολικές αίθουσες και τα θρανία, ούτε φύλλα απαντήσεων ή φυλλάδια εξετάσεων. Αντίθετα, οι μαθητές συγκεντρώνονται σε καφέ και σε άλλους χώρους όπου υπάρχει πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και στο διαδίκτυο, καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καθώς δίνουν τις εξετάσεις τους.

«Μελετάω στην άμμο»

Η Ντίμα δεν διαθέτει ένα ήσυχο δωμάτιο για να διαβάσει. Έχει μόνο ένα στρώμα στο έδαφος, μέσα σε μια σκηνή στην πόλη της Γάζας, χωρίς προσωπικό χώρο και χωρίς κάπου να φυλάξει τα σχολικά της βιβλία, τα στυλό ή τα σχολικά της είδη. Την ίδια σκηνή μοιράζεται με αρκετά μικρότερα αδέλφια της.

Πριν από τη γενοκτονία, οι εξετάσεις Tawjihi ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι οικογένειες γύρω από αυτές. Καθ' όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, οι μαθητές περιβάλλονταν από φροντίδα και ενθάρρυνση και, όταν έφτανε η περίοδος των εξετάσεων, εξετάζονταν σε άγνωστα σχολικά κτίρια υπό αυστηρή επιτήρηση. Τα θέματα των εξετάσεων έφταναν σφραγισμένα από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, φυλάσσονταν ακόμη και από την αστυνομία μέχρι λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της εξέτασης· παράλληλα, στελέχη του υπουργείου επιθεωρούσαν τις αίθουσες εξετάσεων.

Για δεκαετίες, οι εξετάσεις Tawjihi αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της κοινωνικής ζωής στη Γάζα, συνοδευόμενες από τελετουργίες, προσδοκίες και προετοιμασίες που δεν έμοιαζαν με τίποτε άλλο στα δώδεκα προηγούμενα χρόνια της σχολικής φοίτησης. Τα αποτελέσματα ανακοινώνονταν από τους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, δημοσιεύονταν στις εφημερίδες και αναρτώνταν σε διαδικτυακές πλατφόρμες, ενώ η τελική βαθμολογία κάθε μαθητή καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το ακαδημαϊκό του μέλλον και τις πανεπιστημιακές σχολές στις οποίες μπορούσε να εισαχθεί.

Γι' αυτόν τον λόγο, οι υποψήφιοι απολάμβαναν ιδιαίτερη μεταχείριση στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Το καθιστικό ή το δωμάτιο υποδοχής του σπιτιού παραχωρούνταν αποκλειστικά σε αυτούς, μαζί με κάθε δυνατή διευκόλυνση και τη συνεχή στήριξη της οικογένειας. Οι μητέρες τους ετοίμαζαν ειδικά γεύματα και όλα τα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν δίπλα τους, πρόθυμα να προσφέρουν κάθε βοήθεια που χρειάζονταν. 


Με λίγα λόγια, τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν. Μια κανονική καρέκλα, ένα γραφείο ή τραπέζι, μια λάμπα για διάβασμα — πόσο μάλλον ένα ολόκληρο δωμάτιο — αποτελούν πλέον πολυτέλειες απρόσιτες για τις οικογένειες που ζουν σε σκηνές.

Τα προηγούμενα χρόνια, η οικογένεια της Σουμάγια έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να της εξασφαλίσει άνεση και υποστήριξη κατά τη διάρκεια των εξετάσεων Tawjihi. Για την αδελφή της, τη Ντίμα, όμως, το ίδιο αυτό καθοριστικό ακαδημαϊκό ορόσημο εκτυλίσσεται υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

«Δεν έχω ούτε μια καρέκλα για να καθίσω και να διαβάσω», είπε η Ντίμα. «Περνώ όλο τον χρόνο μου πάνω στο ίδιο στρώμα όπου κοιμάμαι. Είναι απλωμένο κατευθείαν πάνω στην άμμο. Εκεί κάθομαι ατέλειωτες ώρες μέσα στη μέρα ή τη νύχτα, όποτε υπάρχει φως, όσο αμυδρό κι αν είναι, και συνεχίζω να διαβάζω».

 Όταν η αδελφή της προετοιμαζόταν για τις εξετάσεις της, ο πατέρας τους είχε αυτοσχεδιάσει ένα σύστημα φωτισμού που λειτουργούσε με μπαταρία, ώστε να μπορεί να διαβάζει μέχρι αργά τη νύχτα. «Αυτό πλέον δεν είναι δυνατό», είπε η Ντίμα. «Αν η οικογένειά μου μπορούσε να μου το προσφέρει, δεν θα δίσταζε ούτε στιγμή. Οι συνθήκες είναι απλώς διαφορετικές. Κι όμως, οι προσδοκίες που υπάρχουν για μένα παραμένουν ακριβώς οι ίδιες όπως και παλιά: να διακριθώ και να πετύχω υψηλές βαθμολογίες».

«Διαβάζω πάνω στην άμμο», είπε. «Διαβάζω πεινασμένη. Διαβάζω όρθια. Διαβάζω μέσα στον θόρυβο που κάνουν τα μικρότερα αδέλφια μου, τα οποία δεν μπορώ να τους ζητήσω να κάνουν ησυχία, γιατί όλοι μας ζούμε μέσα σε μια μικρή σκηνή».

Ένα μήνυμα επιμονής και αντοχής

Σύμφωνα με το Κυβερνητικό Γραφείο Ενημέρωσης της Γάζας, το 95% των σχολείων στη Γάζα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια των δύο ετών αδιάκοπων ισραηλινών βομβαρδισμών. Πάνω από το 90% χρειάζεται εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και ανασυγκρότησης, ενώ 668 σχολεία επλήγησαν άμεσα από βομβαρδισμούς. Ως αποτέλεσμα, σχεδόν καμία από τις εκπαιδευτικές υποδομές της Γάζας δεν έχει παραμείνει ανέπαφη.

Παρ' όλα αυτά, οι Παλαιστίνιοι εξακολουθούν να επιμένουν στη διεξαγωγή των εξετάσεων. Ο δρ Ιμπραχίμ Ραμαντάν (Dr. Ibrahim Ramadan), διευθυντής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης του Χαν Γιούνις (Khan Younis Directorate of Education), αναφέρει ότι περίπου 35.000 μαθητές συμμετέχουν στις εξετάσεις εντός της Γάζας, ενώ άλλοι 2.000 μαθητές από τη Γάζα τις δίνουν στο εξωτερικό, επί συνόλου περίπου 89.000 υποψηφίων σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. 

«Ο παλαιστινιακός λαός πιστεύει στην εκπαίδευση και υπερασπίζεται το δικαίωμά του σε αυτήν, γιατί η εκπαίδευση είναι ζήτημα ζωής και επιβίωσης», δήλωσε στο Mondoweiss. «Η κατοχή μπορεί να καταστρέφει κτίρια και θεσμούς, αλλά δεν μπορεί να καταστρέψει τη θέληση για μάθηση. Τα πανεπιστήμια μπορεί να καίγονται και τα σχολεία να γκρεμίζονται, όμως το δικαίωμα των Παλαιστινίων να χτίζουν το μέλλον τους μέσα από την εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαλειφθεί».

Το Υπουργείο Παιδείας έχει προσαρμοστεί, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές εξετάσεις μέσω της πλατφόρμας Wise School, μιας εφαρμογής που οι μαθητές κατεβάζουν στα κινητά τους τηλέφωνα και στην οποία συνδέονται με τον αριθμό που τους χορηγεί το Υπουργείο για να ξεκινήσουν τις εξετάσεις τους.

Ωστόσο, όταν μιλά κανείς με τους μαθητές, οι συζητήσεις τους περιστρέφονται λιγότερο γύρω από τις εξετάσεις και περισσότερο γύρω από τις καθημερινές δυσκολίες.

Η Ρόλα Τουμπαΐσι (Rola Tubaisi), μαθήτρια από το Χαν Γιούνις, πήγε σε ένα καφέ για να δώσει τις εξετάσεις της, επειδή εκεί υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πέρασε ολόκληρη τη σχολική χρονιά μέσα σε απώλεια, σκοτάδι και εκτοπισμό, αλλά παρέμεινε αποφασισμένη να συνεχίσει.


Όπως πολλοί μαθητές, η Τουμπαΐσι εξαρτάται από τέτοιους χώρους, καθώς η Γάζα δεν διαθέτει σταθερή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από την έναρξη της γενοκτονίας τον Οκτώβριο του 2023. Τα λίγα σημεία που εξακολουθούν να έχουν ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούν κυρίως με ηλιακή ενέργεια. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο, η φόρτιση τηλεφώνων και οι βασικές ηλεκτρικές υπηρεσίες συχνά παρέχονται έναντι πληρωμής. Το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευτικού υλικού είναι πλέον αποκλειστικά ψηφιακό, γεγονός που αναγκάζει τους μαθητές να βασίζονται σε κινητά τηλέφωνα ή φορητούς υπολογιστές που χρειάζονται τακτική φόρτιση. Μερικοί μαθητές δεν έχουν καν αυτές τις συσκευές.

«Δυσκολευόμαστε ακόμα και να βρούμε φως από έναν φακό», είπε η Τουμπαΐσι. «Το να έχεις ένα φορτισμένο κινητό ή ακόμη και πρόσβαση σε έναν υπολογιστή είναι μια ακόμη πρόκληση. Η ζωή στη σκηνή αφαιρεί την ιδιωτικότητα, την ησυχία και ένα κατάλληλο περιβάλλον μελέτης. Δεν υπάρχουν γραφεία, ούτε οργανωμένες βιβλιοθήκες, ούτε πραγματική σιωπή. Κάθε σκηνή είναι δίπλα στην άλλη και ο θόρυβος δεν σταματά ποτέ».

Στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα, οι εξετάσεις Tawjihi ξεκινούν συνήθως στα μέσα Ιουνίου, με τα αποτελέσματα να ανακοινώνονται στα τέλη Ιουλίου. Πριν από τον πόλεμο, η ημέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων μετέτρεπε τη Γάζα σε μια εικόνα γιορτής. Πυροτεχνήματα φώτιζαν τον ουρανό, ριπές χαρμόσυνων πυροβολισμών αντηχούσαν στους δρόμους, γλυκίσματα μοιράζονταν, ενώ οι οικογένειες διοργάνωναν συγκεντρώσεις. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν οι ιαχές χαράς που πλημμύριζαν τις γειτονιές, ήχοι που συνήθως συνδέονται με γάμους.

Όμως, όταν ο θάνατος σε περιτριγυρίζει σε κάθε γωνιά, η συζήτηση για τέτοιες γιορτές μοιάζει σχεδόν σαν ξένη γλώσσα, είπε η Σουτζούντ Αντάν (Sujood Adnan), μαθήτρια που ζει σε καταυλισμό εκτοπισμένων στην περιοχή αλ-Μαουάσι του Χαν Γιούνις. «Πώς μπορεί κανείς να νιώθει ασφάλεια για να διαβάσει ή να σκεφτεί το μέλλον, όταν ο θάνατος είναι πάντα πιθανός;» αναρωτήθηκε. «Βλήματα πέφτουν κοντά στις σκηνές. Τη νύχτα ακούγονται ουρλιαχτά. Αντιμετωπίζουμε πείνα, φόβο, εκτοπισμό και θάνατο. Διαβάζουμε υπό κακό φωτισμό και έχουμε περάσει αμέτρητες δυσκολίες, αλλά συνεχίζουμε».

Επέμεινε ότι ούτε ο πόλεμος ούτε οι δυσκολίες θα σταματήσουν τους μαθητές από το να κυνηγήσουν τις φιλοδοξίες τους. «Επιδιώκουμε την επιτυχία σε οποιοδήποτε περιβάλλον και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες», είπε. «Κανένα εμπόδιο δεν θα σταματήσει τα όνειρά μας ή την προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τον εαυτό μας και την κοινωνία μας. Θέλουμε να χτίσουμε την πατρίδα μας και να ζήσουμε με ελευθερία και ειρήνη. Παρά τα όσα γίνονται για να μας εμποδίσουν να το πετύχουμε αυτό, θα συνεχίσουμε».

Σημειώσεις


*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου 2026 στο Mondoweiss. Βρίσκεται στη διεύθυνση … https://mondoweiss.net/2026/06/studying-for-high-school-finals-in-gaza-without-electricity-adequate-food-or-a-home/

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο Ταρέκ Σ. Χατζάτζ (Tareq S. Hajjaj) ο οποίος είναι ανταποκριτής στη Γάζα για το Mondoweiss και μέλος της Ένωσης Παλαιστινίων Συγγραφέων.

Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.

Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται. 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

15 Ιουνίου 2026

Η εξέγερση στη Βολιβία - Του Forrest Hylton*

0

Έπειτα από μόλις έξι μήνες στην εξουσία, η κυβέρνηση του κεντροδεξιού προέδρου της Βολιβίας, Ροδρίγο Παζ Περέιρα (Rodrigo Paz Pereira), βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Πέντε εβδομάδες αποκλεισμών και απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν ουσιαστικά παραλύσει τη χώρα. Οδοφράγματα, που οργανώνονται από εκατομμύρια αγρότες[1] —στην πλειονότητά τους αυτόχθονες— έχουν περικυκλώσει τη Λα Πας (La Paz) και εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ σε πέντε από τα εννέα διοικητικά διαμερίσματα της Βολιβίας: τη Σάντα Κρους, το Ορούρο, την Ποτοσί, τη Τσουκισάκα και την Κοτσαμπάμπα. Σε απεργία βρίσκονται επίσης οι εκπαιδευτικοί, μαζί με τους μεταλλωρύχους, τους εργάτες της βιομηχανίας, τους εργαζομένους στις μεταφορές και τις επιτροπές γειτονιάς (FEJUVE)[2] του Ελ Άλτο[3], της αδελφής πόλης της Λα Πας. Χτισμένο στο χείλος του υψιπέδου που δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα, το Ελ Άλτο συνδέει τη Λα Πας με την υπόλοιπη περιοχή των Άνδεων της Βολιβίας. Με περισσότερους από 900.000 κατοίκους —στη μεγάλη τους πλειονότητα μετανάστες, μέλη της εργατικής τάξης και αυτόχθονες— η πόλη έχει αναδειχθεί στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων, συνδεόμενη με τα δυτικά υψίπεδα και τις ορεινές κοιλάδες, όπου κατοικεί η πλειονότητα των 11,4 εκατομμυρίων κατοίκων της Βολιβίας.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

20 Μαΐου 2026

Τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακά κοινά: Μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης στο επιχείρημα του Matteo Stocchetti*

0

Κ. Καψ.,   6 Φεβρουαρίου 2026

Η δημόσια συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη συχνά εγκλωβίζεται σε περιοριστικά σχήματα που δεν επιτρέπουν να δούμε τη συνολική της σημασία. Από τη μία πλευρά, η ΤΝ αντιμετωπίζεται κυρίως ως ένα τεχνικό ή νομικό πρόβλημα που μπορεί να «τακτοποιηθεί» μέσω κανονισμών, επιτροπών δεοντολογίας και πλαισίων συμμόρφωσης. Σε αυτή την οπτική, όμως, παραμένει στο περιθώριο η πολιτική και κοινωνική εξουσία που ενσωματώνεται στις ίδιες τις τεχνολογίες: υποτιμάται το ποιος τις ελέγχει, για ποιον σκοπό αναπτύσσονται και ποιες είναι οι κοινωνικές τους συνέπειες, ενώ η συζήτηση περιορίζεται στο πώς θα ρυθμιστεί κάτι δεδομένο, χωρίς να τίθενται τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για το γιατί και προς όφελος ποιων χρησιμοποιείται. Από την άλλη πλευρά, η ΤΝ παρουσιάζεται συχνά ως μια αναπόφευκτη και αυτόνομη δύναμη, που εξελίσσεται ανεξάρτητα από κοινωνικές και πολιτικές επιλογές. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η τεχνολογία προχωρά έτσι κι αλλιώς, οι κοινωνίες οφείλουν απλώς να προσαρμοστούν, και κάθε συζήτηση για πολιτικές αποφάσεις ή εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης θεωρείται ουτοπική ή χωρίς πραγματικό νόημα.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης συναντά την τεχνητή νοημοσύνη*

0

Matteo Stocchetti, 5 Νοεμβρίου 2025

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και αρκετοί άλλοι οργανισμοί βρίσκονται αυτή την περίοδο αντιμέτωποι με το δίλημμα του τρόπου ελέγχου της τεχνητής νοημοσύνης. Στην προσπάθεια αυτή έρχονται αντιμέτωποι με έναν ισχυρό συνασπισμό πολιτικών παραγόντων (aktörer), οι οποίοι, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, συσπειρώνονται γύρω από μια βαθιά αποστροφή και εναντίωση απέναντι στη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή την αρχή ότι οι λαοί οι ίδιοι αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους.

Στον συνασπισμό αυτόν ανήκουν τουλάχιστον τρεις κατηγορίες ενεργών παραγόντων: αφενός οι κολοσσοί της ψηφιακής τεχνολογίας (Big Tech), αφετέρου οι ηγεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας, καθώς και ένας διακρατικός συνασπισμός ηγετών από τον χώρο των επιχειρήσεων, της πολιτικής και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι παράγοντες αυτοί συμμερίζονται, για διαφορετικούς λόγους, το φόβο ότι η τεχνολογική εξέλιξη θα μπορούσε στην πράξη να καταστήσει δυνατές πιο ουσιαστικές μορφές δημοκρατίας.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

10 Μαΐου 2026

Σκέψεις πάνω στο άρθρο του Rezgar Akrawi για την τεχνητή νοημοσύνη*

0

Κ. Καψ.,   6 Μαΐου 2026

Το άρθρο του Rezgar Akrawi αποτελεί μια φιλόδοξη και πολυεπίπεδη συμβολή στην ανάλυση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ). Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδομήσει την κυρίαρχη αντίληψη περί «ουδετερότητας» της τεχνολογίας, υποστηρίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη εντάσσεται οργανικά στις σχέσεις παραγωγής του καπιταλισμού και λειτουργεί ως εργαλείο αναπαραγωγής της ταξικής κυριαρχίας με πιο σύνθετους και λιγότερο ορατούς τρόπους.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Τεχνητή νοημοσύνη, αναπαράγοντας την κυριαρχία της καπιταλιστικής τάξης με πιο εξελιγμένα μέσα*

0

Rezgar Akrawi, 7 Ιανουαρίου 2026

Επισκόπηση που έκανε ο συγγραφέας:

Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη, απέχοντας πολύ από το να είναι ένα ουδέτερο εργαλείο, έχει εξελιχθεί σε ισχυρό μηχανισμό καπιταλιστικού ελέγχου —επεκτείνοντας την εκμετάλλευση στον ψηφιακό χώρο[1] και επαναπροσδιορίζοντας την εργασία, τα δεδομένα και τη συνείδηση προς όφελος του κέρδους. Καλεί σε μια προδραστική[2] και οργανωμένη απάντηση της Αριστεράς (left-wing response): όχι μόνο στην άσκηση κριτικής στις υφιστάμενες χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και στη συγκρότηση ανεξάρτητων, ανοιχτών και δημοκρατικά διοικούμενων εναλλακτικών λύσεων, θεμελιωμένων σε σοσιαλιστικές αρχές. Εν τέλει, το άρθρο παρουσιάζει τον αγώνα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη ως αποφασιστικής σημασίας μέτωπο στον ευρύτερο αγώνα για την ανθρώπινη χειραφέτηση —ένα μέτωπο που απαιτεί τεχνική επάρκεια/δεξιότητα[3], πολιτική ανανέωση[4] και παγκόσμια αλληλεγγύη.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

25 Απριλίου 2026

Τα πολλαπλά επίπεδα της αραβοϊσραηλινής συνεργασίας και η αραβική “σιωπή”*

0

Του Κώστα Καψ.

22 Απριλίου 2026

Η συζήτηση γύρω από τη στάση του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου απέναντι στην Παλαιστίνη συχνά ξεκινά από ένα φαινομενικά απλό ερώτημα σχετικά με το γιατί δεν υπάρχει ουσιαστική πολιτική αντίδραση ανάλογη με τη λαϊκή αλληλεγγύη. Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται από τις αναλύσεις των Baroud, Rubeo και Iskandar, το ερώτημα αυτό βασίζεται σε μια παρανόηση καθώς συγχέει τις κοινωνίες με τα καθεστώτα που τις κυβερνούν.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

13 Απριλίου 2026

Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ*

0


Από την
Ajithspage

Πέρα από την επιδίωξη ελέγχου του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας, η εισβολή του Τραμπ στόχευε κυρίως στην αποτροπή της διείσδυσης κινεζικών κεφαλαίων. Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα δεν αποτέλεσαν τον μοναδικό παράγοντα. Η Βενεζουέλα συγκαταλεγόταν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που αντιτάσσονταν στις πολιτικές του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και έτειναν προς σύμπλευση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Κίνας και της Ρωσίας. Η υπαγωγή της στον έλεγχο των ΗΠΑ λειτούργησε ως προειδοποίηση και προς άλλες χώρες της περιοχής. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε μήνυμα και προς την Κίνα και τη Ρωσία. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Λατινική Αμερική θεωρείται ιστορική σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών, στην οποία κανείς άλλος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει χωρίς την έγκρισή τους.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

11 Απριλίου 2026

Βενεζουέλα: Μεταξύ ιμπεριαλιστικής επέμβασης και ταξικής αυτοκτονίας*

0

Joan López Fernández, Alejandro Pedregal, 24 Μαρτίου 2026

Η αυγή της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στη σύγχρονη ιστορία της Βενεζουέλας. Μια επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από αμερικανικές δυνάμεις συνδύασε αεροπορικούς βομβαρδισμούς στο Καράκας και σε στρατηγικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις με χερσαία εισβολή, η οποία κορυφώθηκε με την απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, και τη μετέπειτα μεταφορά τους στη Νέα Υόρκη.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

03 Απριλίου 2026

Ποιος κυβερνά τη Βενεζουέλα;*

0

Juan Velasquez

Όπως υποστηρίζει ο αρθρογράφος Χουάν Βελάσκες (Juan Velasquez) στη Βενεζουέλα, σήμερα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αλλαγής καθεστώτος, κατά την οποία η ηγεσία της χώρας προετοιμάζει, με συντεταγμένο τρόπο, την αποχώρησή της. Το άλλοτε επαναστατικό, κατά τα λεγόμενα του αρθρογράφου, κίνημα έχει μετασχηματιστεί και οι νέοι κάτοχοι της εξουσίας, τα αδέλφια Ροδρίγκες, παραχωρούν τους τεράστιους πόρους της Βενεζουέλας στις Ηνωμένες Πολιτείες για τις επόμενες δεκαετίες, στην προσπάθειά τους να διατηρηθούν στην εξουσία.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

02 Απριλίου 2026

Συμβούλιο Συνεργασίας Ιρανικών Αριστερών και Κομμουνιστικών Δυνάμεων: Ο αντιδραστικός πόλεμος καταστρέφει εργαζόμενους και αμάχους*

0

01 Απριλίου 2026

Εργάτες, εργαζόμενοι και καταπιεσμένες μάζες του Ιράν,

Ο πόλεμος μεταξύ των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει εισέλθει στην πέμπτη του εβδομάδα. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, πέρα από τις εκτεταμένες δολοφονίες ανθρώπων και την καταστροφή των υποδομών της χώρας, αεροπορικοί βομβαρδισμοί από αμερικανικά και ισραηλινά μαχητικά-βομβαρδιστικά έχουν πλήξει πολλαπλά κέντρα παραγωγής, προκαλώντας τον θάνατο πολυάριθμων εργατών.

Οι εγκληματικές αυτές επιχειρήσεις συνεχίζονται. Την Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026, αμερικανικά και ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη επιτέθηκαν με βόμβες και πυραύλους σε διάφορες παραγωγικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων η Mobarakeh Steel, η Isfahan Steel Company, η Khuzestan Steel και το εργοστάσιο τσιμέντου της Firoozabad.

Σύμφωνα με αναφορές, η επίθεση στη Mobarakeh Steel, στο Ισφαχάν, προκάλεσε τον θάνατο ενός ατόμου και τον τραυματισμό 16 ακόμη. Στην Khuzestan Steel Company, 16 άτομα υπέστησαν σωματικές και ψυχικές αντιδράσεις και ελαφρά τραύματα από τις εκρήξεις. Η γραμμή παραγωγής έχει διακοπεί, αφήνοντας χιλιάδες εργαζομένους χωρίς εργασία. Επίθεση στο ορυχείο του εργοστασίου τσιμέντου της Firoozabad προκάλεσε τον θάνατο τουλάχιστον δύο ατόμων και τον τραυματισμό άλλων δύο.

Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο αυτών των βίαιων ενεργειών, οι λεγόμενες «ανθρωπιστικές βόμβες» των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ έπληξαν βιομηχανική μονάδα στη βιομηχανική ζώνη Jay του Ισφαχάν, σκοτώνοντας περισσότερους από 15 εργάτες.

Εργάτες, εργαζόμενοι και καταπιεσμένες μάζες του Ιράν,

Ο πόλεμος μεταξύ των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας συνεχίζεται. Αυτός ο αντιδραστικός πόλεμος έχει ωθήσει τη ζωή των ανθρώπων στο Ιράν ακόμη βαθύτερα στην καταστροφή και την εξαθλίωση. Μέχρι στιγμής, πυραυλικά πλήγματα και αεροπορικοί βομβαρδισμοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες παιδιά, εργαζομένους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Ιράν. Οι επιθέσεις αυτές έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος των υποδομών της χώρας, έχουν διαλύσει κέντρα παραγωγής, έχουν πλήξει νοσοκομεία με πυραύλους και πολυάριθμες κατοικίες έχουν καταρρεύσει πάνω σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία εμπλοκή σε αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο.

Αυτός ο πόλεμος είναι αντιδραστικός. Δεν είναι πόλεμος των εργατών, των εργαζομένων ή των λαϊκών μαζών του Ιράν. Είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε τρεις εχθρούς του ιρανικού λαού: το κατεστημένο εξουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, την κυβέρνηση του Ισραήλ και το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο πόλεμος αυτός δεν έχει φέρει τίποτε άλλο παρά καταστροφή και ερήμωση για τον λαό του Ιράν. Για τους εργάτες και τους ανθρώπους της εργασίας, δεν έχει αποδώσει τίποτε πέρα από εκτεταμένη ανεργία, εκτοπισμό, θάνατο και καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, ο θάνατος και η καταστροφή πλήττουν τον λαό καθημερινά. Ως εκ τούτου, τα συμφέροντα των εργατών και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων του Ιράν δεν βρίσκονται στη συνέχιση του πολέμου, αλλά στον άμεσο τερματισμό του.

Είναι σαφές ότι σε αυτόν τον πόλεμο δεν είναι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ που σκοτώνουν τον λαό του Ιράν με βόμβες και πυραύλους. Στην άλλη πλευρά αυτού του αντιδραστικού πολέμου βρίσκεται το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το δολοφονικό και εγκληματικό αυτό καθεστώς, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης του «εχθρού» (επικαλούμενο την αντιπαράθεση μαζί του), έχει εντείνει την καταστολή στην κοινωνία, έχει επισπεύσει τις μυστικές εκτελέσεις, αρνείται τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα στους πολιτικούς κρατουμένους, έχει προχωρήσει σε συλλήψεις εκπαιδευτικών και έχει απειλήσει με θάνατο τις λαϊκές μάζες που διαμαρτύρονται.

Επιπλέον, μέσω των δικών του πυραυλικών επιθέσεων εναντίον του Ισραήλ και χωρών του Περσικού Κόλπου, έχει διαταράξει τη ζωή των ανθρώπων, έχει καταστρέψει κατοικημένες περιοχές και, ως αποτέλεσμα αυτών των επιθέσεων, έχει προκαλέσει τον θάνατο και τον τραυματισμό εκατοντάδων ανθρώπων.
 

Εργάτες, εργαζόμενοι και καταπιεσμένες μάζες του Ιράν,


Ο πόλεμος αρχίζει πάντοτε σε μια συγκεκριμένη στιγμή, υπάρχει ένα «σημαντικό γεγονός» που καταγράφεται από τα μέσα ενημέρωσης και διαδίδεται ξαφνικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως, για τους ανθρώπους που ζουν ανάμεσα στα ερείπια του πολέμου, ο πόλεμος δεν είναι ούτε ημερομηνία ούτε τίτλος ειδήσεων. Ο πόλεμος εκδηλώνεται όταν ο ήχος των εκρήξεων διαλύει τη σιωπή, διαρρηγνύει τον ψυχισμό της κοινωνίας και μεταβάλλει οριστικά την καθημερινή ζωή.

Το διαδίκτυο διακόπτεται. Οι άνθρωποι χάνουν την επαφή με τον έξω κόσμο. Τα παιδιά περνούν τις ημέρες τους υπό τον τρόμο των μαχητικών αεροσκαφών και των εκρήξεων. Σε καιρό πολέμου, ο ήχος των πολεμικών αεροσκαφών διαχέεται προς κάθε κατεύθυνση/ακούγεται παντού. Κατοικίες καταρρέουν και η παρουσία των κατασταλτικών δυνάμεων σε δρόμους και σοκάκια εντείνεται. Η κοινωνία πιέζεται και περιορίζεται [όλοι ζουν σε ένα περιβάλλον φόβου και περιορισμού, όπου η ελευθερία και η καθημερινότητα συρρικνώνονται] και οι δρόμοι γεμίζουν σκόνη και αίμα. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονται άνθρωποι που απλώς διέσχιζαν έναν δρόμο για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, ή εργάτες που αγωνίζονταν να φέρουν τροφή στις οικογένειές τους.

Ο πόλεμος, πάνω απ’ όλα, επιβάλλει την πιο βίαιη μορφή αδικίας. Εκείνοι που τον αποφασίζουν βρίσκονται συχνά σε ασφαλείς χώρους, μακριά από το πεδίο της μάχης, ενώ το τίμημα το πληρώνουν οι απλοί άνθρωποι. Παιδιά, γυναίκες και οι εργαζόμενες μάζες πέφτουν θύματα. Μετατρέπονται σε κρέας για τα κανόνια για τους επιθετικούς και επεκτατικούς στόχους της φασιστικής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, του γενοκτονικού καθεστώτος του Ισραήλ και του αντιδραστικού καθεστώτος που κυβερνά το Ιράν.

Ως εκ τούτου, δηλώνουμε με σαφήνεια: αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μας πόλεμος. Δεν είναι πόλεμος των εργατών ούτε των εργαζόμενων λαϊκών μαζών του Ιράν. Είναι ένας πόλεμος ανάμεσα στους εχθρούς του ιρανικού λαού. Η ευθύνη για αυτόν τον πόλεμο βαραίνει όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, καθώς και όλες τις δυνάμεις που τον υποστηρίζουν και «χορεύουν» πάνω στα ερείπιά του.

Ας υψώσουμε το σύνθημα: όχι στον αντιδραστικό πόλεμο, όχι στον ιμπεριαλισμό, όχι στον σιωνισμό και όχι στο αντιδραστικό ισλαμικό καθεστώς. Ας εντείνουμε τις διαμαρτυρίες και τους αγώνες μας, διεκδικώντας τον άμεσο τερματισμό του πολέμου και προωθώντας την επαναστατική ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Κάτω το καπιταλιστικό σύστημα που κυβερνά το Ιράν.

Ζήτω η ελευθερία.

Ζήτω ο σοσιαλισμός.


Συμβούλιο Συνεργασίας Ιρανικών Αριστερών και Κομμουνιστικών Δυνάμεων

28 Μαρτίου 2026

Υπογράφοντες:

· Σοσιαλιστική Ενότητα Εργατών (Socialist Workers’ Unity)

· Κομμουνιστικό Κόμμα Ιράν (Communist Party of Iran)

· Εργατικό-Κομμουνιστικό Κόμμα Ιράν – Χεκματιστές (Worker-communist Party of Iran – Hekmatist)

· Οργάνωση Ραχέ Καργκάρ (Δρόμος των Εργατών) (Rahe Kargar – Workers’ Way Organization)

· Οργάνωση Φενταγίν – Μειοψηφία (Organization of the Fadaiyan (Minority))

· Πυρήνας Μειοψηφικής Τάσης (Minority Faction Core)

Σημειώσεις

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 01 Απριλίου 2026 στην ιστοσελίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ιράν (CPI, Communist Party of Iran) με τίτλο «Cooperation Council of Iranian Left and Communist Forces: Reactionary war consumes workers and civilians» στη διεύθυνση … https://cpiran.org/cooperation-council-of-iranian-left-and-communist-forces-reactionary-war-consumes-workers-and-civilians/

Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.

Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ