Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Οκτωβρίου 2026

Ένα τραγούδι για τον ξεσηκωμό! ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΣΟΥΜΕ!

0
Ο Γάλλος συγγραφέας, φωτογράφος και σκηνοθέτης Φρεντερίκ Βινιάλ μάζεψε τα συνθήματα της νεολαίας που ξεσηκώνεται στη Γαλλία και τα έκανε στίχους.



ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΣΟΥΜΕ

Μας ακούτε;
ΝΑΙ!
Μας προσέχετε;
ΟΧΙ!
Οπότε θα φωνάξουμε πιο δυνατά!

Τα λύκειά μας καταρρέουν,
Τα όνειρά μας κοστίζουν πάρα πολύ,
Μας υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον,
Αλλά ήδη μας κλέβουν το αύριο!

Εμείς μετράμε δεκάρες, εσείς εκατομμύρια,
Εμείς μετράμε μέρες, εσείς εντολές,
Μας μιλάτε για λύσεις,
Αλλά δεν προσέχετε καν!

Έχουμε την οργή!
Έχουμε τη φωνή!
Είμαστε η νεολαία!
Και είμαστε εδώ!

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!
ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΣΟΥΜΕ!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!
ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΑΣ!

Ω, Ω, Ω, Ω, Ω!
ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΝΕΟΛΑΙΑ!
Ω, Ω, Ω!
ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ!

Οι φοιτητές στην αβεβαιότητα!
Οι εκατομμυριούχοι στην εξουσία!

Εσείς έχετε τα προνόμια!
Εμείς θέλουμε ελπίδα!

Η νεολαία πεινάει!
Ο καπιταλισμός είναι παχύσαρκος!

Θέλουμε να ζήσουμε το αύριο!
Όχι να μαζεύουμε τα ψίχουλά σας!

Είσαστε ανίκανοι!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΙΟΡΘΩΤΟΙ!

Είσαστε ανίκανοι!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΙΟΡΘΩΤΟΙ!

Πρόεδρος των πλουσίων!
ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΦΤΩΧΟΙ!

Πρόεδρος των πλουσίων!
ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΦΤΩΧΟΙ!

Ντρέπομαι γι’ αυτό που θα μπορούσα να γίνω
Στον κόσμο που μας ετοιμάζετε…

Αλλά φοβάμαι ακόμη περισσότερο…
Να σωπάσω.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!
ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΣΟΥΜΕ!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ! ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ!

Ω, Ω, Ω, Ω, Ω!
ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΝΕΟΛΑΙΑ!
Ω, Ω, Ω!
ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ!

Είμαστε εδώ…
Είμαστε εδώ…
Και δεν θα σωπάσουμε…

Μας προσέχετε τώρα;
ΝΑΙ! 

Τα συνθήματα που έγιναν στίχοι:

https://www.youtube.com/shorts/8_q1O5W0RSc

Η πλήρης έκδοση του τραγουδιού:

https://www.youtube.com/watch?v=J9JzYa_KwBA
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

14 Οκτωβρίου 2026

Σχετικά με τη δολιοφθορά στους αγωγούς Nord Stream

0

Στις 14 Οκτωβρίου 2026 είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει στη Γερμανία η πρώτη μεγάλη ποινική δίκη για τη δολιοφθορά στους αγωγούς Nord Stream.

Στο εδώλιο θα καθίσει ο Ουκρανός υπήκοος Serhii K. (αναφέρεται και ως Serhii Kuznetsov ή Kulinich), ο οποίος συνελήφθη στην Ιταλία και εκδόθηκε στη Γερμανία. Οι γερμανικές αρχές τον κατηγορούν ως τον επικεφαλής και συντονιστή της 7μελούς ομάδας που τοποθέτησε τα εκρηκτικά. Ο ίδιος αρνείται κάθε εμπλοκή.

Πρόσφατα, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, δικαστήριο στην Κροατία ενέκρινε την έκδοση στη Γερμανία ενός ακόμη Ουκρανού υπόπτου (του Vladimir Z. ή Volodymyr Zhuravlov), ο οποίος θεωρείται επαγγελματίας δύτης της ίδιας ομάδας.

Παράλληλα με το ποινικό σκέλος, η διαχειρίστρια εταιρεία Nord Stream AG έχασε πρόσφατα (Ιούλιος 2026) μια μεγάλη δικαστική μάχη στο Λονδίνο διεκδικώντας αποζημιώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων από ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η ζημιά εμπίπτει σε «ρήτρα πολεμικής εξαίρεσης». Επίσης, η Nord Stream 2 AG έχει προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ κατά της απαγόρευσης εισαγωγής ρωσικού αερίου.

Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω και την προβολή στο Βερολίνο, στις αρχές Ιουλίου, του ντοκιμαντέρ Nordstream – Die Sprengungi (ταινία που σκηνοθέτησαν οι Moritz Enders και Gunther Merz) αναδημοσιεύουμε μια συνέντευξη του Ola Tunander στον Moritz Enders για το περιοδικό Hintergrund, προκειμένου αυτός να αναπτύξει περαιτέρω ορισμένα από τα επιχειρήματα που διατυπώνει στην ταινία.

Στη συνέντευξη εξετάζεται η υπόθεση της καταστροφής των αγωγών Nord Stream μέσα από μια ευρύτερη ιστορική και γεωπολιτική οπτική. Ο Tunander δεν περιορίζεται στο ερώτημα «ποιος ανατίναξε τους αγωγούς;». Προτείνει να εξετάσουμε επίσης ποιοι επιδίωκαν επί δεκαετίες να διακόψουν την ενεργειακή συνεργασία Ρωσίας–Γερμανίας, ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε η διακοπή της και πώς συνδέεται με τη στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη και τη Ρωσία.

Βλέπει τη διαμάχη γύρω από τον Nord Stream ως συνέχεια μιας παλαιότερης σύγκρουσης για το αν η Ευρώπη θα μπορούσε να αναπτύξει μια σχετικά αυτόνομη σχέση με τη Ρωσία ή αν θα παρέμενε στρατηγικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Η συνέντευξη ερμηνεύει τα πράγματα με συγκεκριμένο τρόπο. Περιλαμβάνει ιστορικές αναφορές, αποσπάσματα δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, αλλά και ισχυρισμούς για τη μυστική επιχείρηση καταστροφής των αγωγών.

Στο τέλος της συνέντευξης, ο Tunander προτείνει μια συγκεκριμένη εκδοχή για την ευθύνη της καταστροφής: υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ είχαν την κύρια ευθύνη και ότι η επιχείρηση ενδέχεται να περιλάμβανε περισσότερα επίπεδα, με διαφορετικούς συμμετέχοντες και μια δραστηριότητα που λειτουργούσε ως κάλυψη.

Για να στηρίξει αυτή την εκτίμηση, συνδυάζει τρεις κατηγορίες επιχειρημάτων:

Το ιστορικό των πολιτικών επιδιώξεων: την αντίθεση σημαντικών Αμερικανών αξιωματούχων στους ρωσογερμανικούς αγωγούς επί περίπου τέσσερις δεκαετίες.


Το κίνητρο και το όφελος: την εκτίμηση ότι η διακοπή του Nord Stream εξυπηρετούσε τη στρατηγική αποσύνδεσης της Ευρώπης από τη Ρωσία και ενίσχυε τη θέση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.


Τις επιχειρησιακές ενδείξεις: τις αναφορές σε δύτες, πλοία, αεροσκάφη, πτήσεις και πιθανή ενεργοποίηση των εκρηκτικών με κωδικοποιημένο σήμα.

Στη μετάφραση που ακολουθεί παρουσιάζουμε τα σημεία 1 και 2. Η παρουσίαση δείχνει τη συλλογιστική του συγγραφέα και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμφωνούμε με τους ισχυρισμούς του.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

10 Οκτωβρίου 2026

Ανακοίνωση της Unité Communiste (Κομμουνιστικής Ενότητας) — 8/10/2026 Σχόλια πάνω στο κίνημα των λυκείων

0

Η 18η Σεπτεμβρίου σηματοδότησε την έναρξη του μαθητικού κινήματος, το οποίο λίγες ημέρες αργότερα εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη Γαλλία. Ξεκίνησε από τα προάστια του Παρισιού, με αφορμή τις αφόρητες συνθήκες φοίτησης: έλλειψη προσωπικού και υλικοτεχνικού εξοπλισμού, παλαιά και φθαρμένα κτίρια και δυσκολίες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση (Parcoursup).

Την 1η Οκτωβρίου, περισσότερα από 600 λύκεια τελούν υπό κατάληψη σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ λίγο λιγότερα από 2.000 άτομα έχουν προσαχθεί. Όλες οι μεγάλες πόλεις της Γαλλίας έχουν επηρεαστεί. Στις 6 Οκτωβρίου, στις διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα συμμετέχουν από 256.000 άτομα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, έως 450.000, σύμφωνα με τους διοργανωτές και τις διοργανώτριες. Οι διαδηλώσεις αυτές δεν ήταν απλώς μαζικές· χαρακτηρίζονταν κυρίως από τη νεαρή ηλικία των συμμετεχόντων και τη μαχητικότητά τους. Είχαμε να δούμε τόσους νέους ανθρώπους να συμμετέχουν αυθόρμητα στον αγώνα από τον Μάιο-Ιούνιο του 1968.

Στις 27 Σεπτεμβρίου, ένας αστυνομικός εκτοξεύει μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης εξ επαφής στο πρόσωπο ενός 14χρονου αγοριού. Το παιδί αυτό, ο Εντέν, υπέστη διπλό κάταγμα της γνάθου και έχασε όλα του τα δόντια. Στις 29 του μήνα, ένας αστυνομικός στραγγαλίζει ένα 14χρονο κορίτσι. Στις 30, ένας αστυνομικός πυροβολεί με εκτοξευτήρα πλαστικών βλημάτων (LBD) στο πρόσωπο ενός 16χρονου παιδιού, το οποίο χάνει το ένα του μάτι. Στις 2 Οκτωβρίου, ένας αστυνομικός ακινητοποιεί έναν 17χρονο μαθητή λυκείου μέσα σε ένα ρυάκι, με το κεφάλι του βυθισμένο στο νερό. Αυτή τη φορά, όμως, οι υπόλοιποι μαθητές παρεμβαίνουν και τον ξυλοκοπούν άγρια. Στις 5 του μήνα, ένας 15χρονος χάνει το χέρι του από έκρηξη χειροβομβίδας. Σε αυτόν τον κατάλογο προστίθενται οι συνήθεις πράξεις αστυνομικής βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας.

Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο πρωθυπουργός επρόκειτο να παρουσιάσει τον προϋπολογισμό για το επόμενο έτος. Το κράτος βρίσκεται σε δύσκολη θέση: πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, να κατευνάσει τους αυτοκινητιστές που βλέπουν την τιμή της βενζίνης να ανεβαίνει και, τώρα, να διαχειριστεί την εξεγερμένη νεολαία.

Χρησιμοποιώντας δυσανάλογη καταστολή εναντίον παιδιών, το κράτος υπέπεσε σε ένα τεράστιο σφάλμα —από τη δική του σκοπιά—, το οποίο αποτελεί συνέπεια των προηγούμενων αποφάσεών του να εντείνει μονομερώς την καταστολή των κοινωνικών κινημάτων. Το κράτος έχει αποξενώσει ακόμη περισσότερο τις λαϊκές μάζες, στρεφόμενο εναντίον των παιδιών τους: τώρα δεν διαδηλώνουν μόνο οι νέοι, αλλά και οι γονείς τους. Στους νέους και τους γονείς τους προστίθενται συνδικαλιστές, εκλεγμένοι αριστεροί κ.λπ. Η Γαλλία βρίσκεται σήμερα σε θέση διεθνούς διασυρμού: αδυνατεί να διαχειριστεί τον προϋπολογισμό της, να αντιμετωπίσει το χρέος της και, τώρα, να συγκρατήσει παιδιά που εξεγείρονται ενάντια στην υποβάθμιση της εκπαίδευσής τους.

Το κράτος επιχειρεί λοιπόν να διαπραγματευτεί: νέες οδηγίες για τη «διατήρηση της τάξης» (απαγόρευση της χρήσης χειροβομβίδων κρότου-λάμψης κ.λπ.), μια «συμμετοχική» διαδικτυακή πλατφόρμα, διάλογος με τα μαθητικά συνδικάτα κ.λπ. Πολλά λύκεια και πανεπιστήμια προτίμησαν να κλείσουν τις πόρτες τους αντί να επιτρέψουν στους μαθητές και τις μαθήτριες λυκείου, καθώς και στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, να κινητοποιηθούν μέσω των καταλήψεων. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι σχολικές διακοπές αρχίζουν σε μία εβδομάδα και ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Γνωρίζει ότι οι νέοι δεν θα κινητοποιηθούν κατά τη διάρκειά τους και ότι θα είναι δύσκολο να αναζωπυρωθεί το κίνημα μετά το πέρας τους.

Απέναντι στην οργή των λαϊκών μαζών, η αστική τάξη διαθέτει δύο μεθόδους: την καταστολή και τη διαπραγμάτευση. Όταν η μία μέθοδος δεν αρκεί από μόνη της, η άλλη έρχεται να τη συμπληρώσει. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη Γαλλία, όπου η λίγο-πολύ ειρηνική διαπραγμάτευση μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου περνά ιστορικά μέσα από μια πρώτη φάση λίγο-πολύ βίαιων κοινωνικών κινημάτων. Καθώς όλα τα τελευταία κοινωνικά κινήματα έχουν αποτύχει, η αστική τάξη έχει όλο και λιγότερη ανάγκη να διαπραγματεύεται και όλο και λιγότερους λόγους να μοιράζεται ξανά τα κέρδη της· έτσι, η καταστολή εντείνεται. Οι μέθοδοι πάλης πρέπει να εξελίσσονται ανάλογα. Η μορφή που πήρε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε απάντηση των λαϊκών μαζών στις αλλαγές των μεθόδων συμβιβασμού μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης. Η μορφή αυτή ήταν υπερβολικά ανοίκεια και «άγρια» για τη μεγάλη πλειονότητα της Αριστεράς, η οποία δεν είχε καταφέρει τότε να αντιδράσει. Σήμερα, η ταχύτητα και η ένταση του μαθητικού κινήματος προκαλούν έκπληξη. Το κράτος προσαρμόζεται ταχύτερα και αναζητά νέες μεθόδους συμβιβασμού. Σήμερα, η γαλλική αστική τάξη εξακολουθεί να διαθέτει τα μέσα για να διαπραγματευτεί, προκειμένου να κατευνάσει τη νεολαία.

Όλα αυτά, όμως, δεν είναι παρά μια πρόγευση όσων μας περιμένουν. Η νεολαία εξεγείρεται σήμερα όχι επειδή διεκδικεί καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης, αλλά επειδή γνωρίζει ότι το μέλλον της είναι αβέβαιο. Η νεολαία αυτή διαμορφώνεται σήμερα μέσα στην ταξική πάλη και υποστηρίζεται από την πλειονότητα των λαϊκών μαζών, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τα Κίτρινα Γιλέκα. Τα κοινωνικά κινήματα εμφανίζονται πλέον σπανιότερα σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο, αλλά είναι πιο απρόβλεπτα, πιο εκρηκτικά, πιο αιφνίδια κ.λπ. Με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, είναι σαφές ότι οδεύουμε προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός ο πόλεμος θα αποτελέσει ευκαιρία για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου να αναλάβουν δράση, να αντιληφθούν τον ρόλο τους ως πρωτοπορία του προλεταριάτου και να καταλάβουν την εξουσία. Ένας παγκόσμιος πόλεμος συνεπάγεται συνθήκες κρίσης στην πλειονότητα των χωρών του κόσμου, τόσο για την αστική τάξη όσο και για τις καταπιεζόμενες μάζες. Μόνο όταν υπάρχει κρίση τόσο στην «κορυφή» όσο και στη «βάση» διαμορφώνεται μια επαναστατική κατάσταση και καθίσταται δυνατή μια επανάσταση.

Στον παγκόσμιο πόλεμο προστίθεται η οικολογική κρίση: κλιματική αλλαγή, φυσικές καταστροφές, πανδημίες ζωονόσων, εξαφάνιση ειδών κ.λπ. Η νεολαία γνωρίζει ότι δεν έχει μέλλον, ότι ο κόσμος φλέγεται. Το μέλλον της ανθρωπότητας δεν υπήρξε ποτέ τόσο ζοφερό, και ακριβώς επειδή είναι τόσο ζοφερό μπορεί να γίνει τόσο λαμπρό. Ακριβώς επειδή το μέλλον τους είναι η κρίση, οι λαϊκές μάζες θα μπορέσουν να το πάρουν στα χέρια τους και να εξεγερθούν.

Ποια είναι, λοιπόν, τα καθήκοντά μας σήμερα στη Γαλλία; Είναι σαφές ότι το σημερινό κίνημα δεν θα οδηγήσει στην επανάσταση. Δεν υπάρχει αρκετά βαθιά κρίση ούτε στο εσωτερικό των λαϊκών μαζών ούτε στο εσωτερικό της αστικής τάξης, ενώ δεν υπάρχει επίσης κάποιο Κομμουνιστικό Κόμμα ικανό να καθοδηγήσει τις λαϊκές μάζες στον αγώνα τους. Από αυτή την άποψη, το σημερινό κίνημα κυριαρχείται πολιτικά και ιδεολογικά από την κοινοβουλευτική και συνδικαλιστική ρεφορμιστική Αριστερά. Το σημερινό κίνημα, ωστόσο, γεννά μεγάλες ελπίδες. Αποτελεί ένα από τα πολλά σημάδια ότι οδεύουμε προς ριζικές αλλαγές μέσα στις επόμενες μία ή περισσότερες δεκαετίες.

Η σημερινή κατάσταση στη Γαλλία και διεθνώς μάς φέρνει αντιμέτωπους με τις ευθύνες μας: να εκπαιδεύσουμε επαγγελματικά κομμουνιστικά στελέχη, ώστε να ανασυγκροτήσουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα και την Κομμουνιστική Διεθνή, και να σταθούμε αντάξιοι της εποχής μας. 

https://unitecommuniste.com/ 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

07 Οκτωβρίου 2026

Μαθητικές κινητοποιήσεις: Στο Κρετέιγ, το Σαιν-Ντενί, το Σαρσέλ, το Σαιντ-Ουέν-λ’Ομόν: δεν είμαστε σκυλιά!*

0



Από την περασμένη εβδομάδα, οι αποκλεισμοί πολλαπλασιάζονται στα λύκεια της εκπαιδευτικής περιφέρειας του Κρετέιγ. Το κίνημα, που ξεκίνησε από ένα λύκειο στο Κρετέιγ και γρήγορα πλαισιώθηκε από περίπου δέκα σχολεία στο Σαιντ-Ουέν, το Σαιν-Ντενί, το Στεν και το Σαρσέλ, παίρνει πλέον εθνικές διαστάσεις, αγγίζοντας τη Γκρενόμπλ και τη Νίκαια τη Δευτέρα και, από την Τρίτη, τη Μασσαλία, τη Λυών, τη Ρεν, τη Λιλ και την Τουλούζη. Μόνο κατά τη διάρκεια της Τρίτης 29, σύμφωνα με το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, 338 σχολεία βρίσκονταν σε κινητοποίηση, ενώ σε ολόκληρη τη χώρα είχαν γίνει τουλάχιστον 40 προσαγωγές. Στην πραγματικότητα, είναι 400 σχολεία που βρίσκονται υπό αποκλεισμό, κυρίως από την προλεταριακή νεολαία.

Το σημείο ενότητας σήμερα ανάμεσα σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις αφορά την έλλειψη πόρων στην εκπαίδευση και την έλλειψη προσωπικού (από 27 μαθητές ανά τάξη κατά μέσο όρο το 2010 φτάσαμε στους 30 σήμερα, ενώ ο αριθμός αυτός παρέμενε σταθερός επί σχεδόν 40 χρόνια, και το 10% των διδακτικών ωρών δεν πραγματοποιήθηκε κατά το σχολικό έτος 2024-2025 σε εθνικό επίπεδο). Κι όμως, το 2026, οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά, όπως διευκρινίζεται στο Projet de Loi de Finances (PLF)1, «Εκτός της αμυντικής προσπάθειας, οι πιστώσεις των υπουργείων μειώνονται συνολικά, σε ονομαστικούς όρους». Δηλαδή: λιγότερα χρήματα για τις δημόσιες υπηρεσίες και τη νεολαία, περισσότερα για τον στρατό. Αρχίζουμε να ξέρουμε το τροπάρι.

Υπάρχει, ωστόσο, μια διπλή διάσταση σε αυτή την εκτροπή των προσπαθειών της εκπαίδευσης προς τον στρατό. Από τη μία, περικόπτονται οι πόροι των σχολείων, οι μαθητές στερούνται καθηγητές, οι καθηγητές καλές συνθήκες εργασίας, και όλοι αυτοί, από πάνω, στερούνται αξιοπρεπή κτίρια στα οποία να κάνουν μάθημα, χρηματοδότηση για σχολικές δραστηριότητες και εκδρομές, κοινωνικές παροχές για την άμβλυνση των ανισοτήτων μεταξύ μαθητών διαφορετικών τάξεων. Το ιδεολογικό προπέτασμα καπνού του σχολείου της Δημοκρατίας διαλύεται, οι σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες περί ίσων ευκαιριών και η αξιοκρατική συναίνεση πάνω στην οποία βασίζεται η φιλελεύθερη ιδεολογία από την Αστική Επανάσταση και μετά δεν συγκινούν πλέον και πολύ κόσμο. Και η οικονομία της αγοράς, ούτως ή άλλως, δεν το επιτρέπει πλέον στην παρούσα εποχή: η Γαλλία δεν έχει προς το παρόν τόσο ανάγκη από διανοουμένους και μικροαστούς πλέον όσο από εργάτες ικανούς να διασφαλίσουν τη βιομηχανική της κυριαρχία, όπως υπενθυμίζει τακτικά το MEDEF2. Τα τελευταία καπρίτσια των εργοδοτών επιβάλλουν μια μεταβολή στις παραγωγικές δυνάμεις, και αυτό το σχήμα καθοδηγεί τις αποφάσεις του κράτους, διότι αυτό δεν είναι ουδέτερο, ούτε υπηρετεί τις μάζες, πόσο μάλλον δεν αποτελεί εγγυητή «αξιών» που μοιράζονται οι πολίτες: είναι απλώς ο εκτελεστής των συμφερόντων της αστικής τάξης. Και όλα αυτά με μια σαφήνεια που αγγίζει τον κυνισμό. Ποιος σήμερα εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το σχολείο δεν πρέπει τόσο να «επαγγελματοποιεί» όσο να βοηθά τα παιδιά μας να αναπτύσσονται; Ο κοινωνικός ανελκυστήρας έχει πάψει να λειτουργεί, και η γενιά που αυτή την εβδομάδα αποκλείει τα ιερά και όσιά της, τα σχολεία της, τους ναούς της γνώσης, τις μοναδικές, υποτίθεται, οδούς προς τη χειραφέτησή της, γνωρίζει πολύ καλά ότι θα έχει χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο από την προηγούμενη γενιά.

Από την άλλη, το σχολείο οφείλει παρ’ όλα αυτά να επιτελεί μία από τις κεντρικές του αποστολές, την ίδια από τότε που κατέστη υποχρεωτικό, στον απόηχο της ήττας από τους Πρώσους και της Παρισινής Κομμούνας, μόλις λίγες δεκαετίες πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια εποχή κατά την οποία το ένα τρίτο του πληθυσμού δεν μιλούσε καν γαλλικά στην καθημερινότητά του, αλλά οι νεοσύστατες μονοπωλιακές επιχειρήσεις είχαν ανάγκη να εξασφαλίσουν το μερίδιό τους στον κόσμο και, ως εκ τούτου, να κατακτήσουν νέα μερίδια αγοράς. Η αποστολή αυτή είναι να ενοποιήσει το έθνος, δηλαδή να κορπορατοποιήσει την κοινωνία, να υπερασπιστεί τη συνεργασία μεταξύ των τάξεων, να διασφαλίσει ότι όλα τα στρώματα της κοινωνίας θα ενστερνιστούν την κοσμοαντίληψη, την ιδεολογία της αστικής τάξης. Στην επιστολή του προς τους δασκάλους, στις 28 Μαρτίου 1882, ο συνταγματάρχης Ζουλ Φερί γράφει ως εισαγωγή: «Από τις διάφορες υποχρεώσεις που σας επιβάλλει, εκείνη που αναμφίβολα σας είναι πιο προσφιλής, εκείνη που σας επιφέρει τη μεγαλύτερη πρόσθετη επιβάρυνση σε εργασία και έγνοιες, είναι η αποστολή που σας έχει ανατεθεί να παρέχετε στους μαθητές σας ηθική αγωγή και αγωγή του πολίτη».

Σήμερα, βλέπουμε στα προγράμματα σπουδών του INSPE, της σχολής που εκπαιδεύει τους μελλοντικούς καθηγητές, και μέσα από τις αδιάκοπες μεταρρυθμίσεις του CAPES και του CRPE3, να αποδίδεται ολοένα μεγαλύτερη σημασία στα μαθήματα για τις «αξίες της Δημοκρατίας» και ολοένα μικρότερη στα επιστημονικά και γνωστικά αντικείμενα. Στα σχολεία, αυτό σημαίνει εντατικοποίηση της αυθεντίας, της αντιδραστικής αυθεντίας, δηλαδή όχι της υποταγής του ατόμου στο συλλογικό, αλλά του συλλογικού σε ορισμένα άτομα, τα οποία εκπροσωπούν τη μειοψηφία των ιδιοκτητών.

Αυτή είναι η λογική πίσω από την απαγόρευση της αμπάγια το 2023, την απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων από την έναρξη της σχολικής χρονιάς του 2026, τις ολοένα συχνότερες απαγορεύσεις καλυμμάτων κεφαλής στους εξωτερικούς χώρους των σχολείων (καταλαβαίνετε: όχι καπέλα υπό 40°C, όχι κουκούλες στις καταιγίδες), των Crocs και των σορτς/βερμούδων, τις ολοένα μεγαλύτερες σχολικές ημέρες, ιδίως στα σχολεία των λαϊκών συνοικιών… Είτε τα θεωρεί κανείς δίκαια είτε αυθαίρετα, τα μέτρα αυτά δεν σχεδιάζονται με βάση το συμφέρον των παιδιών, αλλά την ενίσχυση της τυφλής πειθαρχίας, η οποία συμβαδίζει με την ολοένα μεγαλύτερη επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας στα λύκεια, για να καταστείλουν ή να κάνουν την προπαγάνδα τους, καθώς και στα φόρουμ επαγγελματικού προσανατολισμού, και με την ανάπτυξη μέτρων όπως το SNV και το SNU4. Γιατί πώς θα μπορούσε η προλεταριακή νεολαία να δεχτεί να θυσιάσει το μέλλον της (αποδεχόμενη μια επικίνδυνη, εξουθενωτική και υποτιμημένη εργατική δουλειά, κατατασσόμενη στον στρατό) για ένα σύστημα εξαντλημένο, στραγγισμένο από τις κρίσεις, που δεν έχει πλέον τίποτα να της προσφέρει ως αντάλλαγμα, ούτε καν μια αξιοπρεπή εκπαίδευση;

Εδώ παρεμβαίνει, μεταξύ άλλων, το όργιο αστυνομικής βίας των τελευταίων ημερών για να τρομοκρατήσει τους προλετάριους νέους (μαζική χρήση δακρυγόνων, μαζικοί ξυλοδαρμοί στο Μπορντό, χτυπήματα από τους CRS5 στη Γκρενόμπλ, χαστούκι σε μαθήτρια που συνελήφθη στο λύκειο Suger του Σαιν-Ντενί, καθηλώσεις με την κοιλιά σε όλη την Ιλ-ντε-Φρανς…). Στο λύκειο Paul Eluard του Σαιν-Ντενί, μια μαθήτρια αγανακτεί: «Δεν μοιάζουμε να είμαστε τάξη, μοιάζουμε να είμαστε εκτροφείο!» Μια άλλη συμπληρώνει: «Είμαστε παιδιά, δεν θα έπρεπε να μας επιτίθενται». Παρά τους εκφοβισμούς, όμως, παντού οι νέοι συμφωνούν ότι η ώρα δεν είναι πλέον για συζήτηση, αλλά για αγώνα και οικοδόμηση συσχετισμού δυνάμεων, ότι οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγούν πουθενά εδώ και πάρα πολύ καιρό. Το γερασμένο κράτος τρέμει, κραδαίνει στο χέρι του το μαστίγιο, γιατί δεν έχει πια καρότα να προσφέρει.

Από τις πρώτες, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες, απόπειρες αποκλεισμού στο Σεν-Σαιν-Ντενί, ιδίως στο λύκειο της ENNA, το ζήτημα των αρμόδιων βρισκόταν στο επίκεντρο, αποτελώντας το πρώτο αίτημα που έθεσαν οι ίδιοι οι μαθητές. Σε αυτό το επαγγελματικό λύκειο του Σαιν-Ντενί, το οποίο είχε να προχωρήσει σε αποκλεισμό από το 2014, εδώ και μία εβδομάδα γίνεται κάλεσμα μέσω Snap για κινητοποίηση, αρχικά για να πάνε να αντιμετωπίσουν τους μπάτσους, να επιβάλουν έναν συσχετισμό δυνάμεων σε μια CPE6 που θεωρείται άδικη και σε ρατσιστές καθηγητές, και ενάντια στις ενδυματολογικές απαγορεύσεις, και στη συνέχεια, τις τελευταίες ημέρες, για περισσότερη ανάμειξη μεταξύ των κλάδων (το λύκειο είναι έντονα ανδροκρατούμενο λόγω των βιομηχανικών ειδικοτήτων που προσφέρει), για περισσότερο προσωπικό (ιδίως κοινωνικό λειτουργό και νοσηλεύτρια), καθώς και για περισσότερο εξοπλισμό στα πρακτικά μαθήματα και μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Ήδη από την πρώτη ημέρα του αποκλεισμού, οι μαθητές κρατούν ένα πανό απέναντι στη διεύθυνση και την αστυνομία: «δεν είμαστε σκυλιά!».

Στην ENNA, όπως και στα Bartholdi, Suger και στα περισσότερα κινητοποιημένα λύκεια του 93 και του 957, περισσότερο από το να κλείσουν τις πύλες, οι μαθητές έχουν ένα σχέδιο: να αποδείξουν τη δύναμη και την αποφασιστικότητά τους στη διεύθυνση και την αστυνομία, και αυτό περνά κυρίως μέσα από ρίψεις εκρηκτικών και άλλες τακτικές εξέγερσης. Πρόκειται για επίπεδο κινητοποίησης ανώτερο από εκείνο άλλων κινητοποιημένων λυκείων στα κέντρα των μητροπόλεων σε ολόκληρη τη Γαλλία, όπου η πιο εθιμοτυπική τακτική του αποκλεισμού δεν εκφράζει κατ’ ανάγκην βούληση για επίθεση απέναντι στην αστυνομία και τους άλλους εκπροσώπους του κράτους, παρόλο που δεν τους προστατεύει από πιέσεις και αυθαιρεσίες. Ωστόσο, το επίπεδο μαχητικότητας των λυκείων REP, REP+8, επαγγελματικών λυκείων και λυκείων των προαστίων καταδεικνύει μεγαλύτερη ικανότητα των μαθητών να αποκαλύπτουν τη φύση του κράτους και απορρέει άμεσα από τις συνθήκες αυτών των λυκείων, όπου οι αρμόδιοι είναι ακόμα ισχυρότεροι, οι πόροι ακόμη λιγότεροι και το μέλλον που επιφυλάσσεται στους νέους ακόμη πιο γκρίζο.

Στο πανεπιστήμιο Paris 8, το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του 93, σχεδόν 2.000 αιτήσεις από «χωρίς πανεπιστήμιο», στη συντριπτική τους πλειονότητα από λύκεια της Ιλ-ντε-Φρανς, κατατέθηκαν κατά τις πρώτες δέκα ημέρες του Σεπτεμβρίου, αποδεικνύοντας τις ζημιές του Parcoursup9, οι οποίες πλήττουν ιδιαίτερα σκληρά τους πρώην μαθητές των παρισινών προαστίων. Οι νέοι είναι μάρτυρες αυτής της ξεκάθαρης πολιτικής κοινωνικής επιλογής. Μια μαθήτρια του Utrillo στο Στεν γράφει σε ένα ποίημα με τίτλο «Δικαιοσύνη!», το οποίο έστειλε στη σύνταξή μας: «η ανισότητα μεταξύ των μαθητών λυκείου ανάλογα με την περιοχή στη χώρα μας δεν παύει να γίνεται βαρύτερη». Στο Utrillo, η κινητοποίηση ξεκίνησε ήδη από τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου γύρω από το λαϊκό αίτημα να αποπεμφθεί ένας παιδόφιλος και ρατσιστής καθηγητής, τον οποίο οι μαθητές και ορισμένοι θαρραλέοι συνάδελφοί του καταγγέλλουν εδώ και σχεδόν 15 χρόνια, χωρίς να έχει ληφθεί εις βάρος του κανένα πειθαρχικό ή δικαστικό μέτρο. Η Πρυτανεία φροντίζει να μην δικαιώσει τους μαθητές και τους γονείς τους, κατοίκους του Στεν ή του Πιερφίτ, απέναντι σε έναν εγκληματία ο οποίος, θέλοντας και μη, εκπροσωπεί πολύ καλά τα αντιδραστικά συμφέροντα. Άλλωστε, τι κάνει η Εθνική Εκπαίδευση όταν ένας καθηγητής αποδεικνύεται παιδόφιλος; Πολύ συχνά προτιμά να τον βάλει στην άκρη παρά να τον απολύσει, διότι η απόλυσή του σημαίνει να πιστέψει κανείς υπερβολικά σταθερά τους μαθητές και να ραγίσει την εξουσία της και την οξεία αίσθηση αυθαιρεσίας της.

Αυτή η πολιτική του «να μη γίνει ντόρος», η οποία στο μεταξύ ταπεινώνει μαθητές και γονείς, προσπαθεί να θάψει το ζήτημα της εξουσίας στο σχολείο και, έτσι, να εμποδίσει τον πληθυσμό, ιδίως τους προλετάριους, να απαιτήσει να συμμετέχει σε όσα γίνονται στη ζωή των παιδιών. Αλλά, παρεμπιπτόντως, ποιο άλλο «ντουλάπι» διαθέτει η Εθνική Εκπαίδευση εκτός από την ακαδημία του Κρετέιγ; Στον πυρήνα του, για το υπουργείο είναι πάντοτε προτιμότερο ένας καθηγητής να κακοποιεί παιδιά που προέρχονται από τις λαϊκές συνοικίες παρά από τα κέντρα των πόλεων. Υπάρχουν πολύ λιγότερες πιθανότητες ο μπαμπάς να είναι δικηγόρος ή η μαμά δημοσιογράφος.

Πριν από δύο ημέρες, στο Σεν-Ουέν-λ’Ομόν (95), μπροστά στο επαγγελματικό λύκειο Château l’Epluche, σε ζώνη REP, ένας 14χρονος μαθητής έχανε τα δόντια και τη γνάθο του από χειροβομβίδα που εκτόξευσε ένας CRS από απόσταση αναπνοής κατευθείαν στο πρόσωπό του, ενώ μπροστά στο καλής κοινωνικής φήμης λύκειο Simone Weil, στο τρίτο διαμέρισμα του Παρισιού, οι αστυνομικοί που είχαν κινητοποιηθεί για τον αποκλεισμό έκαναν διαγωνισμό κάμψεων με τους μαθητές, σε μια φιλική ατμόσφαιρα. Παρότι και στις δύο περιπτώσεις οι μαθητές έχουν δίκιο να κινητοποιούνται και τα αιτήματά τους είναι δίκαια, παρατηρούμε ότι η μορφή που παίρνει η κινητοποίηση διαφέρει και δεν αγγίζει το κράτος με τον ίδιο τρόπο. Αν, όπως μπορούσε κανείς να διαβάσει στο κατάπτυστο έντυπο του Μπερνάρ Αρνό, γνωστό και ως Le Parisien, την περασμένη Πέμπτη, στον αποκλεισμό του λυκείου REP Auguste Blanqui στο Σαιντ-Ουέν, «νιώθεις σαν να είσαι στη Βαγδάτη», είναι ακριβώς επειδή στα προάστια οι κινητοποιημένοι προλετάριοι νέοι δεν περιορίζονται στο να στοιβάζουν σκουπίδια μπροστά στην πύλη. Έρχονται κατευθείαν σε επαφή με την αστυνομία, την απωθούν, τη διασκορπίζουν, τη στοχοποιούν, ρίχνουν εκρηκτικά, παίρνουν ρίσκα για να αποδυναμώσουν εκείνους που έχουν ορίσει ως εχθρό τους χωρίς ιδιαίτερους δισταγμούς. Υπερβολές, θα πουν κάποιοι: η σύνταξή μας βλέπει σε αυτές μάλλον το ίδιο το νεύρο όσων διακυβεύονται σήμερα, δηλαδή την έκφραση μιας βαθιά πολιτικής λαϊκής δυσαρέσκειας, η οποία υπερβαίνει τα συνηθισμένα οικονομικά αιτήματα, πολύ δίκαια αλλά και πιο ευπρεπισμένα, για έλλειψη προϋπολογισμού και προσωπικού. Η προλεταριακή νεολαία, στερημένη από μέλλον και σύντομα προορισμένη να σταλεί στο μέτωπο, ανεβάζει ταχύτητα και θέλει να τα βάλει με το κράτος.

Παρότι η κακομεταχείριση που υφίστανται οι μαθητές των REP είναι προφανής και ανυπόφορη, σύντομα τα σκυλιά-φύλακες της καθεστηκυίας τάξης θα διεισδύσουν στους πιο οπορτουνιστικούς και πιο διστακτικούς «υποστηρικτές» του μαθητικού κινήματος, σε εκείνους που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τις συνθήκες ζωής των προλετάριων νέων, την ταξική πάλη και το πνεύμα της εποχής. Και, όπως την εποχή του μεγάλου ξεσηκωμού για τον Ναέλ, όπου νέοι επαναστάτες της τάξης ενάντια στο κράτος έκαιγαν με ζήλο βιβλιοθήκες, θα ξεχωρίσουμε από τη μία όσους κάνουν «καλούς αποκλεισμούς», εκείνους που κάνουν κάμψεις μαζί με τους μπάτσους στην πρώτη γραμμή, και από την άλλη όσους κάνουν κακούς αποκλεισμούς. Εκείνους που ρίχνουν εκρηκτικά, εκείνους που κρατούν τα Crocs ή το καπέλο τους όταν μπαίνουν στην πύλη, εκείνους που προτιμούν να μιλούν για τη δυστυχία του να μην έχεις καμία εξουσία πάνω στη ζωή σου παρά για την έλλειψη καθηγητών, τους μελλοντικούς εργάτες, τους μαύρους και τους Άραβες των προαστίων, τους παραμελημένους του Parcoursup και τους ανάξιους της Δημοκρατίας, πίσω από τους οποίους κρύβονται τελικά, αν ξύσει κανείς λίγο την επιφάνεια, πάντα οι κομμουνιστές, οι επαναστάτες και όλοι εκείνοι που δεν δέχονται πλέον να κυβερνώνται όπως πριν.

Ο Υπουργός Παιδείας το διαβεβαίωνε ο ίδιος τη Δευτέρα στο μικρόφωνο του BFM: «βλέπουμε μια βίαιη εργαλειοποίηση των νέων από γκρουπούσκουλα εξωσχολικών», πριν το Υπουργείο του δηλώσει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν καταγράψει ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές ως υποκινητές του κινήματος. Δυστυχώς γι’ αυτόν, ο κύριος Ζεφρέ θα πρέπει να συνηθίσει να προσάγει κατά δεκάδες νεαρούς κομμουνιστές για την κινητοποίησή τους, όπως συνέβη την περασμένη εβδομάδα στην Ιλ-ντε-Φρανς. Ήδη από τα πρώτα στάδια του κινήματος, αυτή η ενωμένη νεολαία συμμετείχε στον σχεδιασμό και την οργάνωση των δράσεων. Στο Σαιν-Ντενί, αυτή ήταν που αποτέλεσε αντικείμενο των πρώτων κιόλας συλλήψεων, με 3 αγωνιστές να οδηγούνται στο τμήμα ήδη από τις 23 Σεπτεμβρίου. Αυτή η σύνδεση με τους επαναστάτες αποτελεί την άμεση πηγή της επιτυχίας αρκετών αποκλεισμών στο 93 τις τελευταίες ημέρες, όπως αποδεικνύεται ιδιαίτερα. Υπάρχει στη Γαλλία ένα επαναστατικό κίνημα αντάξιο της εποχής και η νέα γενιά αναγνωρίζει τον εαυτό της σε αυτό.

Και πίσω του σέρνεται η συνηθισμένη στρατιά οπορτουνιστών. Χθες, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της Ανυπότακτης Γαλλίας περνούσαν μπροστά από τα λύκεια για να «εκφράσουν την αλληλεγγύη τους» ή για να τσιμπήσουν μερικές ψήφους για το 2027. Κι όμως, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι είναι αυτοί που εκπροσωπούν καλύτερα το κράτος, το ίδιο εκείνο κράτος που βάζει το Cougar10 στα χέρια του μπάτσου που εκτοξεύει μια χειροβομβίδα στο κεφάλι ενός παιδιού. Ακόμη κι αν η σοσιαλδημοκρατία βρισκόταν αύριο στην ηγεσία του κράτους, το οποίο από τη φύση του είναι αστικό, ποιον άλλο ρόλο θα μπορούσε να ενσαρκώσει παρά εκείνον του ειρηνοποιού των επαναστατών; Πιθανότατα θα μπορούσαν για λίγο – για λίγο – να ισχυρίζονται ότι διατηρούν τον ρόλο των ειρηνοποιών και διαμεσολαβητών μεταξύ των τάξεων που εκπροσωπούν σήμερα και, έτσι, να σταθεροποιούν την καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική επικράτηση στη χώρα, για παράδειγμα αποφεύγοντας, πιο «ήπια» από ό,τι επί Μακρόν, ένα μεγάλο κύμα δικαιολογημένων εξεγέρσεων των μαθητών λυκείου. Αλλά, εν τέλει, για όποιον ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποτρέψει, έστω και προσωρινά, την επαναστατική βία, δεν υπάρχει παρά η αντιδραστική βία: πρόκειται για υλικό νόμο, αυτές οι δύο όψεις δεν μπορούν να αποσυνδεθούν. Ο ίδιος ο Μελανσόν αναφέρει στο L’Avenir en commun ότι θέλει η Αστυνομία Εθνικής Ασφάλειας της γειτονιάς να αποτελείται από 40.000 άνδρες και γυναίκες με στολή και επιθυμεί να θεσπίσει μια «στρατιωτική υπηρεσία ως προαιρετικό συστατικό της υποχρεωτικής υπηρεσίας του πολίτη». Μέσα στην κρίση του ιμπεριαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα που διανύουμε, οι υποσχέσεις της ΑΓ δεν διαφέρουν θεμελιωδώς από εκείνες οποιουδήποτε άλλου τμήματος της αστικής τάξης: να υπερασπιστούν, πάνω απ’ όλα, τα συμφέροντα των εθνικών μονοπωλίων.

Αλλά αυτές οι απόπειρες καπελώματος, ούτως ή άλλως, δεν ενέχουν κίνδυνο. Το μαθητικό κίνημα έχει μέχρι σήμερα πάρει για τα καλά μπρος και είναι αποφασισμένο, και οι προλετάριοι νέοι θέλουν να βγουν από το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που συνήθως τους παρουσιάζεται. Η πρακτική της επαναστατικής βίας, η εκμάθηση της κινητοποίησης και η απορρόφηση της αντιδραστικής βίας αποτελούν ένα καμίνι για τους εξεγερμένους μαθητές, το οποίο μπορεί, μαζί με την υπεράσπιση των ορθών αρχών, να τους μετατρέψει σε μελλοντικούς κομμουνιστές. Ακόμη περισσότερο, σε αυτό το καμίνι πρέπει να σφυρηλατηθούν όλοι οι ειλικρινείς επαναστάτες, ώστε να διαλυθούν οι οπορτουνιστικές αυταπάτες και να ανυψωθεί η ταξική συνείδηση μέσα από τη μαχητική δράση. Βρισκόμαστε σε μια καμπή ενός νέου κύκλου αγώνων που δεν θα κάνει παρά να εντείνεται, ενισχύοντας την επαναστατική κατάσταση σε άνιση ανάπτυξη που γνωρίζουμε σήμερα. Ένα κράτος που δεν διστάζει να ασκεί βία στη νεολαία αποδεικνύει μια, βέβαια, ανεξέλεγκτη φυγή προς τα εμπρός, αλλά επίσης ένα στρατηγικό κενό του ταξικού εχθρού, το οποίο οι επαναστάτες οφείλουν να εκμεταλλευτούν.

Βρισκόμαστε στην αυγή μιας μεγαλειώδους εποχής βαθιών αλλαγών, φωτιάς και σιδήρου, αδυσώπητης πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα. Σε αυτή τη νέα εποχή, η νεολαία που σήμερα αποκλείει τα λύκειά της και αντιστέκεται στη βάρβαρη βία του κράτους θα αποτελέσει τα στρατεύματα κρούσης της Επανάστασης. Καλούμε, ως εκ τούτου, σε πλήρη, απόλυτη και έμπρακτη αλληλεγγύη προς το κίνημα των μαθητών λυκείου που εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη χώρα. Καλούμε τους φοιτητές που αγωνίζονται να αποκλείσουν τις σχολές τους παντού στη Γαλλία, σε αλληλεγγύη προς τον αγώνα των μαθητών λυκείου. Τέλος, καλούμε όλους τους επαναστάτες να συνεχίσουν και να εντείνουν τη δράση τους στα λύκεια και στην προλεταριακή νεολαία, γιατί αυτή είναι αναμφίβολα το μέλλον του κόσμου!

* Άρθρο της διαδικτυακής εφημερίδας La cause du peuple — 1/10/2026




1 Σ.τ.Μ.: Ο Προϋπολογισμός του Γαλλικού Κράτους.↩
2 Σ.τ.Μ.: Κίνημα Εταιρειών της Γαλλίας, η μεγαλύτερη εργοδοτική ομοσπονδία της χώρας.↩
3 Σ.τ.Μ.: Διαγωνισμοί επιλογής καθηγητικού προσωπικού.↩
4 Σ.τ.Μ.: Προγράμματα στρατιωτικής θητείας νέων.↩
5 Σ.τ.Μ.: Μονάδες της αστυνομίας που συχνά αναλαμβάνουν ρόλο καταστολής πορειών.↩
6 Σ.τ.Μ.: Εκπαιδευτική σύμβουλος.↩
7 Σ.τ.Μ.: Διοικητικά διαμερίσματα.↩
8 Σ.τ.Μ.: Σχολεία «για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων των μαθητών».↩
9 Σ.τ.Μ.: Το σύστημα επιλογής μαθητών για την ανώτατη εκπαίδευση.↩
10 Σ.τ.Μ.: Όπλο εκτόξευσης χειροβομβίδων.↩




ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

29 Ιουλίου 2026

Δημοκρατία των Κατσαρίδων: Άοπλη και Επικίνδυνη* της Arundhati Roy, 22 Ιουλίου 2026

0

Μπορείς να κοροϊδεύεις τους πάντες για πάντα; Μπορεί μια χώρα με πληθυσμό ενάμισι δισεκατομμυρίου ανθρώπων να σέρνεται για πάντα σαν πτώμα; Δεν μπορεί. Οι «Κατσαρίδες» έχουν βγει στους δρόμους.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

20 Ιουλίου 2026

Η οικονομική εξάρτηση ως μηχανισμός διεθνούς ισχύος - Η περίπτωση της Βενεζουέλας*

0

 

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκεζ και η επιτετραμμένη των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα Λάουρα Ντόγκου επισκέπτονται εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου στο Ματουρίν, στην πολιτεία Μονάγας, στη Βενεζουέλα, στις 12 Φεβρουαρίου 2026

Του Κ. Καψ., 14 Ιουλίου 2026

Η φυσική καταστροφή ως δοκιμασία της οικονομικής κυριαρχίας

Οι μεγάλες φυσικές καταστροφές έχουν μια ιδιότητα που συχνά παραβλέπεται. Δεν ανατρέπουν μόνο τη γεωμορφολογία ενός τόπου· αποκαλύπτουν και το πλέγμα των σχέσεων ισχύος και εξάρτησης μέσα στο οποίο αυτός ο τόπος ήταν ήδη ενταγμένος. Ένας ισχυρός σεισμός έχει νεκρούς, ισοπεδώνει κτίρια, καταστρέφει υποδομές και διακόπτει την καθημερινή ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, καθιστά ορατές σχέσεις που σε περιόδους κανονικότητας παραμένουν σχεδόν αόρατες.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους, το πρώτο ερώτημα είναι το πώς θα σωθούν ανθρώπινες ζωές; Αμέσως μετά, όμως, ακολουθεί μια δεύτερη κατηγορία ερωτημάτων, εξίσου καθοριστική για το μέλλον της κοινωνίας. Από πού θα προέλθουν τα χρήματα για την ανοικοδόμηση; Ποιος θα χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση των υποδομών; Ποιος θα διαχειριστεί τα έσοδα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές; Ποιος θα αποφασίσει ποιες περιοχές θα ανοικοδομηθούν πρώτες και με ποιους όρους;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά οικονομικά ούτε αφορούν μόνο τη δημόσια διοίκηση. Αφορούν την ίδια την έννοια της κυριαρχίας. Διότι ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πλουτοπαραγωγικές πηγές, διεθνή αναγνώριση και θεσμούς, αλλά να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα τους ίδιους του τους πόρους όταν τους χρειάζεται περισσότερο. Η πραγματική δοκιμασία της κρατικής κυριαρχίας δεν βρίσκεται στις περιόδους σταθερότητας· βρίσκεται στις στιγμές της μεγάλης κρίσης.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια χώρα που διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και της οποίας η οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα έσοδα των εξαγωγών υδρογονανθράκων. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία συνδυάζει οικονομικές κυρώσεις, διπλωματικές πιέσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς, ασφυκτικό αποκλεισμό, ιμπεριαλιστική επίθεση και ανταγωνισμούς γύρω από τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημόσια συζήτηση για τη Βενεζουέλα επικεντρώνεται συνήθως είτε στην εσωτερική πολιτική κρίση είτε στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Πολύ λιγότερο συζητείται, ωστόσο, ένα βαθύτερο ερώτημα, δηλαδή ποιος ελέγχει στην πράξη τις οικονομικές ροές που προκύπτουν από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ποιος αποφασίζει για τη διάθεσή τους και μέσα από ποιους θεσμούς ασκείται αυτή η εξουσία.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σχεδόν τρεις εβδομάδες πριν από τον καταστροφικό σεισμό της Βενεζουέλας. Στο άρθρο της με τίτλο The U.S. Took Over Venezuela's Oil Industry. Where Has All the Money Gone?[1], η Roxanna Vigil —πρώην ανώτερη αξιωματούχος του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και σήμερα ερευνήτρια στο Council on Foreign Relations[2]— δεν επιχειρεί να αναλύσει φυσικές καταστροφές ούτε να προβλέψει μελλοντικές εξελίξεις. Αντικείμενό της είναι η διαχείριση των στρατηγικών φυσικών πόρων της Βενεζουέλας, η λειτουργία των οικονομικών κυρώσεων και η σχέση τους με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη χώρα.

Το γεγονός ότι το άρθρο προηγήθηκε του σεισμού έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί να διαβαστεί ως ένα πολύτιμο τεκμήριο για το θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Βενεζουέλα θα κληθεί αργότερα να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και την αφετηρία της παρούσας προσπάθειας. Δεν θα επιχειρήσει να εξετάσει αν οι προτάσεις της Roxanna Vigil είναι πολιτικά ορθές ή εσφαλμένες. Αντίθετα, θα χρησιμοποιήσει το άρθρο της ως πρωτογενή πηγή, προκειμένου να διερευνήσει ένα ευρύτερο ερώτημα. Τι σημαίνει οικονομική κυριαρχία όταν η πρόσβαση ενός κράτους στους στρατηγικούς του πόρους, στα διεθνή αποθεματικά του και στους χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ανοικοδόμησή του εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός της επικράτειάς του;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα. Αφορά συνολικότερα τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζεται η έννοια της ισχύος στον 21ο αιώνα. Αν κατά τον 20ό αιώνα η ισχύς συνδεόταν πρωτίστως με τον έλεγχο του εδάφους και τη στρατιωτική υπεροχή, σήμερα εκφράζεται ολοένα και περισσότερο και με τη δυνατότητα ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ροών, των διεθνών συστημάτων πληρωμών, των στρατηγικών πρώτων υλών και των θεσμών που καθορίζουν την πρόσβαση των κρατών στους οικονομικούς πόρους τους. Υπό αυτή την έννοια, ένας σεισμός δεν δημιουργεί τις σχέσεις ισχύος και εξάρτησης. Απλώς τις φέρνει στο φως, όταν η ανάγκη για πόρους καθιστά εμφανή τα όρια και τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομικής κυριαρχίας.

Η οικονομική ισχύς μέσα από το πρίσμα της αμερικανικής ανάλυσης πολιτικής

Για να γίνει κατανοητή η σημασία του άρθρου της Roxanna Vigil, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί εξαρχής τι ακριβώς επιχειρεί να κάνει η συγγραφέας. Το κείμενό της δεν αποτελεί δημοσιογραφική έρευνα με στόχο την αποκάλυψη κάποιου σκανδάλου, ούτε πολιτική καταγγελία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό κείμενο ανάλυσης πολιτικής της αμερικανικής σχολής, γραμμένο από μια πρώην ανώτερη αξιωματούχο του Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία γνωρίζει εκ των έσω τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών κυρώσεων και της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τμήματα του αμερικανικού μηχανισμού χάραξης πολιτικής προσεγγίζουν το ζήτημα της Βενεζουέλας[3].

Το ερώτημα που θέτει ήδη ο τίτλος του άρθρου είναι αποκαλυπτικό: «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;». Η διατύπωση αυτή δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της αμερικανικής πολιτικής. Αντίθετα, εκφράζει μια ανησυχία για το κατά πόσον η πολιτική αυτή εφαρμόζεται με επαρκή διαφάνεια, λογοδοσία και στρατηγική συνοχή.

Το πρώτο στοιχείο που παρουσιάζει η Vigil είναι το μέγεθος των οικονομικών ροών που διακυβεύονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, μέσα στους τέσσερις πρώτους μήνες του νέου καθεστώτος διαχείρισης διακινήθηκαν σχεδόν 100 εκατομμύρια βαρέλια βενεζουελανικού πετρελαίου, συνολικής εκτιμώμενης αξίας περίπου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για ένα οικονομικό μέγεθος που υπερβαίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς πολλών κρατών[4] και καθιστά προφανές ότι το ζήτημα δεν αφορά μια δευτερεύουσα οικονομική δραστηριότητα αλλά τον σημαντικότερο στρατηγικό πόρο της χώρας.

Η ίδια η συγγραφέας επισημαίνει ότι η παραγωγή και οι εξαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Τον Ιανουάριο του 2026, οι εξαγωγές εκτιμώνται σε περίπου 380.000 βαρέλια ημερησίως, με συνολική αξία γύρω στα 600 εκατομμύρια δολάρια. Μέχρι τον Απρίλιο είχαν φθάσει περίπου τα 1,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με μηνιαία αξία που υπολογίζεται σε 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρόφησαν περίπου το 43% των εξαγωγών, η Ινδία το 26% και η Ισπανία περίπου το 8%. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται από τη Vigil για να αναδείξουν όχι μόνο τη σημασία του πετρελαίου για τη βενεζουελανική οικονομία, αλλά και τη διεθνή διάσταση της διαχείρισής του. 


Η συγγραφέας επισημαίνει, ωστόσο, ότι το ίδιο σύστημα δεν περιορίζεται στον πετρελαϊκό τομέα. Αναφέρει ότι η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί έλεγχο και στις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών της Βενεζουέλας. Επικαλείται, μάλιστα, δηλώσεις του τότε Υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ Νταγκ Μπέργκαμ (Doug Burgum), σύμφωνα με τις οποίες εξασφαλίστηκε χρυσός αξίας περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ παράλληλα διευκολύνθηκε συμφωνία για την πώληση έως και 1.000 κιλών χρυσού στη διεθνή εμπορική εταιρεία Trafigura. Κατά τη Vigil, οι περιορισμοί που περιλαμβάνονται στις σχετικές άδειες του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι και τα έσοδα από τις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών διοχετεύονται σε λογαριασμούς του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, στο πλαίσιο του ίδιου αδιαφανούς συστήματος που περιγράφει και για τα πετρελαϊκά έσοδα.

Το κεντρικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι για τη συγγραφέα το ύψος των εσόδων. Είναι η έλλειψη δημόσιας λογοδοσίας ως προς τη διαχείρισή τους. Σε μία από τις ενότητες του άρθρου, με τον τίτλο «Χωρίς λογοδοσία, δεν υπάρχουν απαντήσεις» (No accountability, no answers), σημειώνει ότι ούτε η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας δημοσιεύει πλήρη οικονομικά στοιχεία από το 2016 ούτε η αμερικανική κυβέρνηση έχει παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη δημόσια εικόνα για τις συμφωνίες που έγιναν, τους λογαριασμούς στους οποίους κατέληξαν τα χρήματα ή τους θεσμούς που ασκούν τον τελικό έλεγχο των κεφαλαίων.

Η Vigil παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της αδιαφάνειας. Αναφέρει ότι σε ενημερώσεις προς το αμερικανικό Κογκρέσο έγινε λόγος για περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια που είχαν διακινηθεί μέσω λογαριασμού στο Κατάρ, για άλλα 200 εκατομμύρια δολάρια που παρέμεναν στον ίδιο λογαριασμό, καθώς και για μεταγενέστερες εγκρίσεις εκταμιεύσεων ύψους περίπου 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, οι αριθμοί αυτοί δεν συνθέτουν μια πλήρη εικόνα. Παραμένει ασαφές ποιο είναι το συνολικό ύψος των εσόδων, ποια ποσά έχουν ήδη δαπανηθεί, ποια εξακολουθούν να παραμένουν δεσμευμένα και ποιοι θεσμοί διαθέτουν την τελική αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων.

Η ανησυχία της συγγραφέως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα οικονομικά αυτά εργαλεία εντάσσονται στη συνολική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την άποψή της, οι κυρώσεις, ο έλεγχος των οικονομικών ροών και η πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους αποκτούν νόημα μόνο εφόσον υπηρετούν έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό στόχο. Εδώ εντοπίζει και τη βασική αδυναμία της αμερικανικής πολιτικής. Κατά τη γνώμη της, απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο που να συνδέει τα οικονομικά μέσα με μια συγκεκριμένη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής μετάβασης[5] στη Βενεζουέλα.

Η θέση αυτή διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια όταν αναφέρεται στα περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ[6], στα οποία η Βενεζουέλα δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση από το 2019. Η Vigil δεν προτείνει την άμεση αποδέσμευσή τους. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και να εξαρτηθεί από συγκεκριμένα, επαληθεύσιμα βήματα προς μια δημοκρατική μετάβαση. Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η ελάφρυνση των κυρώσεων θα έπρεπε να εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο ανταλλαγής πολιτικών παραχωρήσεων και οικονομικών κινήτρων, σχέδιο το οποίο —κατά την εκτίμησή της— η αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε ακόμη διαμορφώσει.

Το άρθρο, επομένως, δεν συνιστά αμφισβήτηση της χρήσης οικονομικών κυρώσεων ούτε της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να αξιοποιούν τη χρηματοπιστωτική τους ισχύ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, κινείται πλήρως μέσα στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής. Η κριτική της Vigil είναι διαφορετικής φύσης, θεωρεί ότι η οικονομική ισχύς πρέπει να ασκείται με μεγαλύτερη διαφάνεια, θεσμική λογοδοσία και πολιτική συνοχή, ώστε να υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον επιδιωκόμενο στόχο μιας δημοκρατικής μετάβασης. Δεν αμφισβητεί την ύπαρξη αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα συμφέροντα μπορούν να προωθηθούν καλύτερα.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως τεκμήριο. Δεν αποτυπώνει μια εξωτερική ή αντισυστημική κριτική της αμερικανικής πολιτικής. Αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ίδιας της αμερικανικής κοινότητας χάραξης πολιτικής αντιλαμβάνεται τα όρια, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες της οικονομικής ισχύος ως εργαλείου διεθνούς επιρροής. Γι' αυτό προσφέρεται για μια ανάγνωση των ίδιων πραγματικών δεδομένων μέσα από ένα διαφορετικό ερμηνευτικό πρίσμα.

Τα ίδια δεδομένα, μια διαφορετική ανάγνωση

Μέχρι αυτό το σημείο, το άρθρο της Roxanna Vigil μπορεί να διαβαστεί ως μια συνεκτική πρόταση για το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ασκήσουν αποτελεσματικότερα την πολιτική τους απέναντι στη Βενεζουέλα. Η ίδια, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν αμφισβητεί ούτε τη χρήση οικονομικών κυρώσεων ούτε τη δυνατότητα αξιοποίησης χρηματοπιστωτικών εργαλείων για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Αντίθετα, θεωρεί ότι αυτά τα εργαλεία θα πρέπει να εντάσσονται σε μια πιο διαφανή και στρατηγικά συνεκτική διαδικασία.

Αν, όμως, εξετάσουμε διαφορετικά τα ίδια πραγματικά δεδομένα, αυτά αποκτούν άλλη σημασία. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται πλέον στον αποτελεσματικότερο τρόπο χρήσης των οικονομικών εργαλείων, αλλά στις δομές που καθιστούν δυνατή τη χρήση τους. Δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα του πώς ασκείται η οικονομική ισχύς, αλλά του πώς συγκροτείται, νομιμοποιείται και αναπαράγεται μέσα στο διεθνές σύστημα, επιτρέποντας στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές άλλων χωρών.

Η αλλαγή αυτή του αναλυτικού πλαισίου γίνεται αμέσως εμφανής. Στο κείμενο της Vigil, τα έσοδα που εκτιμάται ότι παρήχθησαν από τις εξαγωγές των στρατηγικών φυσικών πόρων εμφανίζονται κυρίως ως αντικείμενο προβληματισμού για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Από τη σκοπιά που υιοθετούμε εδώ, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη διαφάνεια της διαχείρισης των εσόδων, αλλά στους όρους υπό τους οποίους καθίσταται δυνατός ο εξωτερικός έλεγχος στρατηγικών πόρων μιας κυρίαρχης χώρας. Πώς μπορεί να θεωρείται συμβατή με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας μια διεθνής τάξη μέσα στην οποία η αξιοποίηση των στρατηγικών πόρων μιας χώρας εξαρτάται από εξωτερικά κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος;

Το ίδιο ισχύει και για τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ. Η Vigil αντιμετωπίζει τα SDR ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενθαρρυνθούν πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Από την οπτική της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, η πρόταση αυτή είναι απολύτως συνεπής. Από τη δική μας οπτική, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη στρατηγική αξιοποίηση των SDR, αλλά στη δυνατότητα να μετατρέπονται δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή ενός κράτους σε έναν πολυμερή θεσμό σε μέσα άσκησης πολιτικής επιρροής. Πώς μπορεί να συμβιβαστεί μια τέτοια πρακτική με την αρχή της ισότητας των κρατών;

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις δεν αφορά τα ίδια τα πραγματικά δεδομένα αλλά το ποιο θεωρεί καθεμία ως το κεντρικό ερώτημα που αυτά θέτουν. Για τη Vigil, ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη και πιο συνεκτική χρήση των οικονομικών εργαλείων. Η ανάγνωση που προτείνεται εδώ στρέφει, αντίθετα, το ενδιαφέρον στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται και νομιμοποιείται η δυνατότητα ορισμένων κρατών να χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία ως μέσα πολιτικής επιρροής.

Από αυτή την άποψη, το άρθρο της Vigil αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τις προθέσεις της συγγραφέως. Περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της στρατιωτικής κατοχής ή της άμεσης διοικητικής επιβολής, αλλά και μέσω του ελέγχου των χρηματοπιστωτικών δικτύων, των συστημάτων πληρωμών, των κυρώσεων, της πρόσβασης στη διεθνή ρευστότητα και της δυνατότητας διαμόρφωσης των όρων υπό τους οποίους ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει τους οικονομικούς του πόρους.

Αυτή η μορφή ισχύος παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Είναι λιγότερο ορατή από τη στρατιωτική ισχύ και συχνά εμφανίζεται ως τεχνική ή διοικητική διαδικασία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε υπουργεία οικονομικών, σε διεθνείς οργανισμούς, σε κεντρικές τράπεζες, σε δικαστήρια ή σε θεσμούς που διαχειρίζονται χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι συνέπειές τους μπορούν να είναι εξίσου βαθιές με εκείνες μιας στρατιωτικής επέμβασης, καθώς επηρεάζουν την ικανότητα ενός κράτους να χρηματοδοτεί τη λειτουργία του, να στηρίζει τις κοινωνικές του πολιτικές και να αξιοποιεί τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εσωτερικές πολιτικές επιλογές ενός κράτους παύουν να έχουν σημασία και ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις είναι απαλλαγμένες από ευθύνη. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ερώτημα ποιος διαθέτει την πραγματική εξουσία να καθορίζει τους όρους πρόσβασης στους στρατηγικούς οικονομικούς πόρους μιας χώρας. Η ανάλυση μιας κρίσης είναι αναγκαστικά ελλιπής όταν αγνοεί τις διεθνείς σχέσεις ισχύος που επηρεάζουν τις δυνατότητες μιας χώρας να αντιμετωπίσει την κρίση.

Η σημασία αυτής της παρατήρησης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τοποθετηθεί στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής κρίσης. Όσο μια χώρα λειτουργεί υπό «κανονικές» συνθήκες, οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους μπορεί να φαίνονται αφηρημένοι ή να απασχολούν κυρίως ειδικούς της διεθνούς οικονομίας. Όταν, όμως, μια φυσική καταστροφή πλήττει κρίσιμες υποδομές, όπως νοσοκομεία, σχολεία, οδικά δίκτυα, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικίες, και αφήνει πίσω της χιλιάδες νεκρούς, η πρόσβαση σε κεφάλαια μετατρέπεται σε ζήτημα άμεσης κοινωνικής επιβίωσης. Τότε οι μηχανισμοί παύουν να είναι ένα τεχνικό θέμα και γίνονται μέρος της καθημερινής πραγματικότητας εκατομμυρίων ανθρώπων.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο μεταγενέστερος σεισμός αναδεικνύει τη σημασία των θεσμικών και οικονομικών μηχανισμών που το άρθρο περιγράφει. Ερωτήματα που προηγουμένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν θεωρητικά —ποιος διαχειρίζεται τα έσοδα από το πετρέλαιο, ποιος αποφασίζει για την πρόσβαση στα διεθνή αποθεματικά, ποιος θέτει τους όρους χρηματοδότησης— αποκτούν ξαφνικά άμεσο πρακτικό περιεχόμενο. Η ανάγκη για ανοικοδόμηση καθιστά σαφές ότι η οικονομική κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά προϋπόθεση για την άσκηση δημόσιας πολιτικής σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Έτσι, το άρθρο της Roxanna Vigil αποκτά, εκ των υστέρων, μια αξία που υπερβαίνει τον αρχικό σκοπό του. Χωρίς να το επιδιώκει, καταγράφει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η οικονομική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή. Η συμβολή του δεν έγκειται στο ότι προτείνει μια αντιιμπεριαλιστική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής —κάτι που ασφαλώς δεν επιδιώκει— αλλά στο ότι περιγράφει με ακρίβεια τα εργαλεία και τις δομές πάνω στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί μια τέτοια ερμηνεία. Υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί ως πολύτιμο πρωτογενές τεκμήριο για την κατανόηση της σύγχρονης οικονομικής ισχύος.

Η οικονομική ισχύς ως μηχανισμός πολιτικής επιρροής

Η ανάγνωση που προηγήθηκε οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Η οικονομική εξάρτηση δεν αποτελεί απλώς συνέπεια άνισων διεθνών σχέσεων, αλλά και έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές διατηρούνται, αναπαράγονται και μετατρέπονται σε δυνατότητα πολιτικής επιρροής. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν περιγράφει μόνο μια συγκεκριμένη πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα· φωτίζει έναν γενικότερο τρόπο άσκησης οικονομικής ισχύος στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος των οικονομικών ροών, των στρατηγικών φυσικών πόρων και της πρόσβασης σε διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία δεν αποτελεί απλώς μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Αποτυπώνει μια ευρύτερη σχέση ισχύος, μέσα στην οποία η οικονομική επιβίωση μιας χώρας μπορεί να εξαρτάται από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός αυτής

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κατέχει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά και ποιος ελέγχει τη δυνατότητα αξιοποίησής τους. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το άρθρο αναφέρεται σε έσοδα που εκτιμώνται σε περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πετρελαϊκές εξαγωγές μέσα σε λίγους μήνες, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η πρόσβαση της χώρας σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θα πρέπει, κατά την άποψη της συγγραφέως, να εξαρτηθεί από συγκεκριμένες πολιτικές εξελίξεις.

Τα στοιχεία αυτά δεν αναδεικνύουν μόνο ένα πρόβλημα αποτελεσματικής διαχείρισης των οικονομικών εργαλείων. Αναδεικνύουν πρωτίστως ένα ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης. Ποιος νομιμοποιείται να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους μια κοινωνία αποκτά πρόσβαση στους οικονομικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια της η λειτουργία; Και μπορεί η ικανοποίηση θεμελιωδών κοινωνικών αναγκών να μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής πίεσης;

Η ένταση αυτών των ερωτημάτων γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν μια χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Ένας καταστροφικός σεισμός δεν περιμένει την ολοκλήρωση διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Οι ανάγκες για νοσοκομεία, σχολεία, υποδομές ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και στέγασης είναι άμεσες. Σε αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στους αναγκαίους οικονομικούς πόρους παύει να αποτελεί αφηρημένο ζήτημα διεθνούς πολιτικής και μετατρέπεται σε όρο κοινωνικής επιβίωσης. Όταν, λοιπόν, η διάθεση αυτών των πόρων υπόκειται σε εξωτερικούς πολιτικούς όρους, η ανθρωπιστική κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026, η ασκούσα χρέη Προέδρου της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, για τη «διαρκή επικοινωνία και υποστήριξή» τους. Παράλληλα, αναγνώρισε τη «σημαντική υλικοτεχνική κινητοποίηση» των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποδοχή και τη διαχείριση της ανθρωπιστικής βοήθειας[7]. Η εικόνα αυτή παρουσιάζει μια εμφανή ειρωνεία. Ταυτόχρονα, μπορεί να ιδωθεί ως επακόλουθο της ίδιας της σχέσης εξάρτησης που προηγήθηκε. Σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ευχαριστεί δημόσια τη δύναμη που, σύμφωνα με τη λογική που περιγράφει το άρθρο της Vigil, μπορεί να καθορίζει τους όρους πρόσβασης της χώρας σε κρίσιμους οικονομικούς πόρους και χρηματοδοτικά εργαλεία. Την ίδια αυτή δύναμη που, μέσω των κυρώσεων, του οικονομικού αποκλεισμού και της ευρύτερης οικονομικής πίεσης, συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού οικονομικού περιβάλλοντος και, κατ’ επέκταση, στη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας.

Ο προβληματισμός αυτός δεν περιορίζεται στην κριτική μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης ή μιας συγκεκριμένης χώρας. Αφορά ευρύτερα ένα σύστημα διεθνών σχέσεων μέσα στο οποίο η χρηματοπιστωτική ισχύς, οι οικονομικές κυρώσεις και η πρόσβαση στους διεθνείς θεσμούς λειτουργούν ως μέσα πολιτικής επιρροής και επηρεάζουν τις εσωτερικές εξελίξεις ασθενέστερων κρατών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι οικονομικοί μηχανισμοί παύουν να εμφανίζονται ως ουδέτερα εργαλεία διεθνών σχέσεων. Όταν η αποδέσμευση κεφαλαίων ή η πρόσβαση σε θεσμοθετημένους οικονομικούς πόρους εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, αποκαλύπτεται η βαθύτερη λειτουργία τους: να περιορίζουν την πραγματική δυνατότητα άσκησης πολιτικής κυριαρχίας, να αναδιαμορφώνουν τους όρους λήψης κρίσιμων αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της πολιτικής ισχύος έξω από την ίδια τη χώρα.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις απαλλάσσονται από την ευθύνη για τις επιλογές, τις παραλείψεις ή τις αστοχίες τους. Οι εσωτερικές αδυναμίες μιας χώρας, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν λόγο για να εξαρτάται η πρόσβασή της σε ζωτικούς οικονομικούς πόρους από εξωτερικούς πολιτικούς όρους. Η αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων δεν μπορεί να συνεπάγεται τον περιορισμό της δυνατότητας μιας κοινωνίας να αποφασίζει η ίδια για τη διαχείριση των στρατηγικών της πόρων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο μεταγενέστερος σεισμός δεν αλλάζει το περιεχόμενο του άρθρου της Roxanna Vigil. Αλλάζει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να το διαβάσουμε. Οι αριθμοί που παρατίθενται στο κείμενο —δισεκατομμύρια δολάρια από πετρελαϊκά έσοδα, διεθνή αποθεματικά, χρηματοδοτικοί περιορισμοί— παύουν να αποτελούν απλώς οικονομικά μεγέθη. Αποτυπώνουν το πραγματικό εύρος των δυνατοτήτων που διαθέτει μια κοινωνία για να οργανώσει την ανοικοδόμησή της, να αποκαταστήσει τις υποδομές της και να προστατεύσει τον πληθυσμό της.

Η οικονομική κυριαρχία αποκτά, έτσι, ένα συγκεκριμένο και απτό περιεχόμενο. Δεν αφορά μόνο τη νομική κατοχή των πλουτοπαραγωγικών πηγών ή τη διεθνή αναγνώριση της κρατικής κυριαρχίας. Αφορά την πραγματική δυνατότητα μιας κοινωνίας να αξιοποιεί, όταν το έχει ανάγκη, τους πόρους που προέρχονται από τον φυσικό της πλούτο και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς, χωρίς η πρόσβαση σε αυτούς να εξαρτάται από εξωτερικούς πολιτικούς όρους.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας υπερβαίνει, επομένως, τα όρια μιας συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οικονομικοί πόροι, διεθνείς θεσμοί και χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί μπορούν να ενταχθούν σε σχέσεις διεθνούς ισχύος. Με αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο ανάλυση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης· προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών οικονομικής επιρροής στις διεθνείς σχέσεις. 

Η κανονικοποίηση της οικονομικής ισχύος στη σύγχρονη διεθνή τάξη

Το άρθρο της Roxanna Vigil διαβάζεται, εκ πρώτης όψεως, ως μια τεχνική συζήτηση για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Το ίδιο το κείμενο προϋποθέτει ως δεδομένη τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν το πότε, υπό ποιους όρους και για ποιους πολιτικούς σκοπούς ένα άλλο κράτος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στα έσοδα που παράγει ο στρατηγικός του πλούτος ή στα διεθνή αποθεματικά που του αναλογούν.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αποκάλυψη του άρθρου. Όχι επειδή η συγγραφέας επιδιώκει να την αναδείξει, αλλά επειδή τη θεωρεί αυτονόητη. Η εξουσία εμφανίζεται ως διοικητική διαδικασία. Η οικονομική επιβολή παρουσιάζεται ως τεχνικό εργαλείο πολιτικής. Η δυνατότητα μιας υπερδύναμης να χρησιμοποιεί χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, κυρώσεις, έσοδα στρατηγικών φυσικών πόρων και διεθνή αποθεματικά ως μέσα διαμόρφωσης της πολιτικής συμπεριφοράς ενός άλλου κράτους δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση· συζητείται μόνο ως προς τον αποτελεσματικότερο τρόπο εφαρμογής της.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος. Η οικονομική κυριαρχία δεν καταλύεται πλέον με την κλασική μορφή της αποικιοκρατίας. Δεν απαιτείται η κατάληψη εδαφών, η εγκατάσταση αποικιακών διοικήσεων ή η άμεση στρατιωτική κατοχή. Αρκεί η δυνατότητα ελέγχου των μηχανισμών μέσω των οποίων ένα κράτος αποκτά πρόσβαση στον ίδιο του τον πλούτο. Όταν τα έσοδα από τους στρατηγικούς φυσικούς πόρους, τα συναλλαγματικά αποθέματα, τα διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία και η πρόσβαση στις αγορές μπορούν να καταστούν αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής διαπραγμάτευσης, τότε η εξάρτηση δεν αποτελεί πλέον μόνο αποτέλεσμα οικονομικών ανισοτήτων· μετατρέπεται και σε θεσμοποιημένη μορφή διεθνούς εξουσίας.

Η ισχύς αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική επειδή είναι σχεδόν αόρατη. Δεν εμφανίζεται κυρίως με τη μορφή στρατευμάτων αλλά μέσω λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και θεσμικών διαδικασιών. Δεν επιβάλλεται με τελεσίγραφα αλλά με κανονισμούς, άδειες, κυρώσεις, δεσμεύσεις κεφαλαίων και αποφάσεις διεθνών οργανισμών. Η γλώσσα της είναι η γλώσσα της τεχνικής διαχείρισης όμως τα αποτελέσματά της είναι βαθιά πολιτικά: καθορίζει ποιος μπορεί να ανοικοδομήσει, ποιος μπορεί να δανειστεί, ποιος μπορεί να επενδύσει, ποιος μπορεί να αξιοποιήσει τον φυσικό του πλούτο.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Ο σεισμός λειτουργεί ως γεγονός που καθιστά ορατές τις κοινωνικές συνέπειες των οικονομικών μηχανισμών που περιγράφει το άρθρο. Εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο χρηματοπιστωτικοί δείκτες, εμφανίζονται τώρα ανθρώπινες ζωές. Εκεί όπου πριν υπήρχαν λογιστικά μεγέθη, εμφανίζονται κατεστραμμένα νοσοκομεία, σχολεία και κατοικίες. Και τότε αποκαλύπτεται η πραγματική φύση της οικονομικής ισχύος: η δυνατότητα να επηρεάζει όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και την ίδια την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανασυγκροτηθεί.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο κείμενο αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αποτελεί και ακούσια μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σύγχρονη διεθνής τάξη. Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές προτάσεις που διατυπώνει, αλλά και στις προϋποθέσεις που θεωρεί αυτονόητες. Όταν η πρόσβαση ενός λαού στους πόρους που παράγει η δική του οικονομία μπορεί να εξαρτάται από την πολιτική βούληση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης, τότε η κυριαρχία δεν έχει καταργηθεί τυπικά· έχει περιοριστεί ουσιαστικά. Και όταν αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως φυσιολογική, τότε ο μεγαλύτερος θρίαμβος της ισχύος δεν είναι η επιβολή της, αλλά και η κανονικοποίησή της.

Σημειώσεις


*Το κείμενο χρησιμοποιήσει ως πρωτογενή πηγή το άρθρο της Roxanna Vigil «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;» προκειμένου να εκφράσει κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της οικονομικής εξάρτησης ως μηχανισμού πολιτικής επιρροής.

Το άρθρο της Roxanna Vigil δημοσιεύτηκε στις 03 Ιουνίου 2026 στο Council on Foreign Relations με τίτλο «The U.S. Took Over Venezuela’s Oil Industry. Where Has All the Money Gone?» και βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone

Η Roxanna Vigil υπηρέτησε ως ανώτερη σύμβουλος πολιτικής κυρώσεων στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Προηγουμένως, κατείχε τη θέση της διευθύντριας για τις υποθέσεις της περιοχής των Άνδεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council), έχοντας την ευθύνη για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας που αφορούσαν τη Βολιβία, την Κολομβία, τον Ισημερινό, το Περού και τη Βενεζουέλα.

Παραπομπές

[1] Το άρθρο της Roxanna Vigil βρίσκεται στη διεύθυνση ... https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone 

[2] Σήμερα η πολιτική εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσω των επίσημων κρατικών θεσμών. Πριν μια επιλογή φτάσει στο επίπεδο της κυβέρνησης, έχει προηγηθεί συνήθως μια διαδικασία διαμόρφωσης ιδεών και προτάσεων πολιτικής, μέσα από την οποία ορισμένες επιλογές εμφανίζονται ως εφικτές ή αναγκαίες.

Στη διαδικασία αυτή, τα think tanks διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Βρίσκονται στο σημείο συνάντησης της ακαδημαϊκής έρευνας, της δημόσιας διοίκησης και της χάραξης πολιτικής, παράγοντας αναλύσεις και προτάσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τίθενται και αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της δημόσιας πολιτικής.

Το Council on Foreign Relations αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του μοντέλου. Από την ίδρυσή του, το 1921, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αμερικανικούς οργανισμούς παραγωγής στρατηγικής σκέψης για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Η σημασία του δεν έγκειται μόνο στις επιμέρους προτάσεις του, αλλά και στη συμβολή του στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται τα ζητήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. 

[3] Τα κείμενα ανάλυσης πολιτικής, οι αναλύσεις των think tanks και οι προτάσεις ειδικών δεν αποτελούν απλές περιγραφές της πραγματικότητας. Επιλέγουν ποια προβλήματα θεωρούν σημαντικά, ποια στοιχεία παρουσιάζουν ως κρίσιμα και ποιες λύσεις εμφανίζονται ως ρεαλιστικές ή αναγκαίες. Δεν λειτουργούν δηλαδή μόνο ως εργαλεία πληροφόρησης· συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο η πολιτική δράση γίνεται αντιληπτή.

[4] Συγκριτικά αναφέρουμε ότι για όλο το 2026 το συνολικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων του ελληνικού Κρατικού Προϋπολογισμού ανέρχεται στα 19,09 δισεκατομμύρια δολάρια. 

[5] Μια παρένθεση εδώ. Έννοιες όπως «μεταρρύθμιση», «δημοκρατική μετάβαση», «πολιτική σταθερότητα», «οικονομική διαφάνεια» ή «υπεύθυνη διαχείριση» δεν είναι απαραίτητα ουδέτερες. Αποτελούν πολιτικά φορτισμένες έννοιες, διότι ενσωματώνουν συγκεκριμένες αντιλήψεις για το ποια μορφή διακυβέρνησης θεωρείται επιθυμητή και ποιος έχει τη νομιμοποίηση να αξιολογεί την πολιτική πορεία μιας χώρας. Η χρήση τους εντάσσεται σε συγκεκριμένα πλαίσια ισχύος. Η πολιτική γλώσσα δεν λειτουργεί σε κενό. Παράγεται μέσα σε ιστορικές, οικονομικές και γεωπολιτικές σχέσεις.

[6] Τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα ή Ειδικά Δικαιώματα Ανάληψης (Special Drawing Rights - SDR) είναι ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα που δημιουργήθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) το 1969. Δεν αποτελούν ένα κανονικό φυσικό νόμισμα, αλλά μια λογιστική μονάδα και βασικό στοιχείο των διεθνών συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών. Η αξία τους καθορίζεται καθημερινά από το ΔΝΤ και βασίζεται σε ένα καλάθι των πέντε κορυφαίων παγκόσμιων νομισμάτων: του Δολαρίου ΗΠΑ (USD), του Ευρώ (EUR), του Γιουάν Κίνας (RMB), του Γιεν Ιαπωνίας (JPY) και της Στερλίνας Ηνωμένου Βασιλείου (GBP). Οι χώρες μπορούν να τα χρησιμοποιούν για να συμπληρώσουν τα επίσημα αποθέματά τους σε συνάλλαγμα και χρυσό. Εάν μια χώρα αντιμετωπίσει προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών ή χρειαστεί ρευστότητα, μπορεί να ανταλλάξει τα SDR της με άλλες χώρες για να λάβει «ελεύθερα χρησιμοποιήσιμα» νομίσματα. Τα SDR κατανέμονται περιοδικά από το ΔΝΤ στις χώρες-μέλη ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους (quota) στον οργανισμό. Μπορούν να διακρατηθούν ή να ανταλλαγούν αποκλειστικά μεταξύ κρατών και ορισμένων εγκεκριμένων επίσημων θεσμών και κεντρικών τραπεζών, και όχι από ιδιώτες.

[7] Σας θυμίζει κάτι; Βλέπε το άρθρο του Ricardo Vaz με τίτλο «Venezuela: US Expands Post-Earthquake Military Footprint» στη διεύθυνση … https://venezuelanalysis.com/news/venezuela-us-expands-post-earthquake-military-footprint/

Η συνέντευξη βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.youtube.com/watch?v=qXX4_weSVpI 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

05 Ιουλίου 2026

Προετοιμασία για τις τελικές εξετάσεις λυκείου στη Γάζα χωρίς ρεύμα, επαρκή τροφή ή στέγη*

0

Για δεκαετίες, οι Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γνωστές ως «Tawjihi», αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα στη ζωή των νέων της Γάζας. Σήμερα, όμως, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, οι μαθητές δίνουν τις εξετάσεις τους χωρίς αίθουσες διδασκαλίας, χωρίς αξιόπιστη ηλεκτροδότηση και με ελάχιστη, συχνά ανεπαρκή, πρόσβαση σε τρόφιμα.

Tareq S. Hajjaj, 26 Ιουνίου 2026 

Η Σουμάγια Αμπντέλ Ραχμάν (Sumaya Abdel Rahman) ολοκλήρωσε τις Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έναν χρόνο πριν από τη γενοκτονία· η μικρότερη αδελφή της, η Ντίμα (Dima), ξεκίνησε τις δικές της εξετάσεις στις 20 Ιουνίου φέτος. Ανάμεσα στις δύο αδελφές, που μοιράζονται μια σκηνή στην πόλη της Γάζας, το χάσμα δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο: η μία πέρασε αυτό το καθοριστικό ορόσημο σε έναν κόσμο που διατηρούσε ακόμη κάποια επίφαση κανονικότητας, ενώ η άλλη καλείται να το διανύσει εν μέσω συνεχιζόμενων ελλείψεων τροφίμων και ενός ασφυκτικού αποκλεισμού.

Οι αναμνήσεις της Σουμάγια από τη χρονιά που έδωσε τις εξετάσεις της φαντάζουν σήμερα μακρινές. Η ζωή υπό πολιορκία δεν ήταν ούτε τότε εύκολη· εξακολουθούσε, όμως, να είναι προτιμότερη από το να «ζει κανείς σε μια σκηνή και να έρχεται αντιμέτωπος με την πείνα και τον λιμό».

«Το να βλέπω την αδελφή μου, τη Ντίμα, να προετοιμάζεται για τις εξετάσεις με γεμίζει θλίψη», είπε η Σουμάγια. Θυμάται ότι η μητέρα τους συνήθιζε να τους ετοιμάζει ειδικά τρόφιμα — μέλι, ξηρούς καρπούς, φρούτα και φαγητά που θεωρούνταν ότι ενισχύουν τη συγκέντρωση και τη μνήμη. «Σήμερα, η Ντίμα συχνά διαβάζει πεινασμένη και πήγε να δώσει το πρώτο της μάθημα επίσης χωρίς να έχει φάει».

Οι Γενικές Εξετάσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γνωστές στην Παλαιστίνη και την Ιορδανία ως «Tawjihi», διεξάγονται στη Γάζα διαδικτυακά για τρίτη συνεχόμενη σχολική χρονιά, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα στη Λωρίδα της Γάζας έχει σχεδόν ολοκληρωτικά καταρρεύσει. Δεν υπάρχουν πλέον οι παραδοσιακές σχολικές αίθουσες και τα θρανία, ούτε φύλλα απαντήσεων ή φυλλάδια εξετάσεων. Αντίθετα, οι μαθητές συγκεντρώνονται σε καφέ και σε άλλους χώρους όπου υπάρχει πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και στο διαδίκτυο, καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καθώς δίνουν τις εξετάσεις τους.

«Μελετάω στην άμμο»

Η Ντίμα δεν διαθέτει ένα ήσυχο δωμάτιο για να διαβάσει. Έχει μόνο ένα στρώμα στο έδαφος, μέσα σε μια σκηνή στην πόλη της Γάζας, χωρίς προσωπικό χώρο και χωρίς κάπου να φυλάξει τα σχολικά της βιβλία, τα στυλό ή τα σχολικά της είδη. Την ίδια σκηνή μοιράζεται με αρκετά μικρότερα αδέλφια της.

Πριν από τη γενοκτονία, οι εξετάσεις Tawjihi ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι οικογένειες γύρω από αυτές. Καθ' όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, οι μαθητές περιβάλλονταν από φροντίδα και ενθάρρυνση και, όταν έφτανε η περίοδος των εξετάσεων, εξετάζονταν σε άγνωστα σχολικά κτίρια υπό αυστηρή επιτήρηση. Τα θέματα των εξετάσεων έφταναν σφραγισμένα από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, φυλάσσονταν ακόμη και από την αστυνομία μέχρι λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της εξέτασης· παράλληλα, στελέχη του υπουργείου επιθεωρούσαν τις αίθουσες εξετάσεων.

Για δεκαετίες, οι εξετάσεις Tawjihi αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της κοινωνικής ζωής στη Γάζα, συνοδευόμενες από τελετουργίες, προσδοκίες και προετοιμασίες που δεν έμοιαζαν με τίποτε άλλο στα δώδεκα προηγούμενα χρόνια της σχολικής φοίτησης. Τα αποτελέσματα ανακοινώνονταν από τους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, δημοσιεύονταν στις εφημερίδες και αναρτώνταν σε διαδικτυακές πλατφόρμες, ενώ η τελική βαθμολογία κάθε μαθητή καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το ακαδημαϊκό του μέλλον και τις πανεπιστημιακές σχολές στις οποίες μπορούσε να εισαχθεί.

Γι' αυτόν τον λόγο, οι υποψήφιοι απολάμβαναν ιδιαίτερη μεταχείριση στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Το καθιστικό ή το δωμάτιο υποδοχής του σπιτιού παραχωρούνταν αποκλειστικά σε αυτούς, μαζί με κάθε δυνατή διευκόλυνση και τη συνεχή στήριξη της οικογένειας. Οι μητέρες τους ετοίμαζαν ειδικά γεύματα και όλα τα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν δίπλα τους, πρόθυμα να προσφέρουν κάθε βοήθεια που χρειάζονταν. 


Με λίγα λόγια, τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν. Μια κανονική καρέκλα, ένα γραφείο ή τραπέζι, μια λάμπα για διάβασμα — πόσο μάλλον ένα ολόκληρο δωμάτιο — αποτελούν πλέον πολυτέλειες απρόσιτες για τις οικογένειες που ζουν σε σκηνές.

Τα προηγούμενα χρόνια, η οικογένεια της Σουμάγια έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να της εξασφαλίσει άνεση και υποστήριξη κατά τη διάρκεια των εξετάσεων Tawjihi. Για την αδελφή της, τη Ντίμα, όμως, το ίδιο αυτό καθοριστικό ακαδημαϊκό ορόσημο εκτυλίσσεται υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

«Δεν έχω ούτε μια καρέκλα για να καθίσω και να διαβάσω», είπε η Ντίμα. «Περνώ όλο τον χρόνο μου πάνω στο ίδιο στρώμα όπου κοιμάμαι. Είναι απλωμένο κατευθείαν πάνω στην άμμο. Εκεί κάθομαι ατέλειωτες ώρες μέσα στη μέρα ή τη νύχτα, όποτε υπάρχει φως, όσο αμυδρό κι αν είναι, και συνεχίζω να διαβάζω».

 Όταν η αδελφή της προετοιμαζόταν για τις εξετάσεις της, ο πατέρας τους είχε αυτοσχεδιάσει ένα σύστημα φωτισμού που λειτουργούσε με μπαταρία, ώστε να μπορεί να διαβάζει μέχρι αργά τη νύχτα. «Αυτό πλέον δεν είναι δυνατό», είπε η Ντίμα. «Αν η οικογένειά μου μπορούσε να μου το προσφέρει, δεν θα δίσταζε ούτε στιγμή. Οι συνθήκες είναι απλώς διαφορετικές. Κι όμως, οι προσδοκίες που υπάρχουν για μένα παραμένουν ακριβώς οι ίδιες όπως και παλιά: να διακριθώ και να πετύχω υψηλές βαθμολογίες».

«Διαβάζω πάνω στην άμμο», είπε. «Διαβάζω πεινασμένη. Διαβάζω όρθια. Διαβάζω μέσα στον θόρυβο που κάνουν τα μικρότερα αδέλφια μου, τα οποία δεν μπορώ να τους ζητήσω να κάνουν ησυχία, γιατί όλοι μας ζούμε μέσα σε μια μικρή σκηνή».

Ένα μήνυμα επιμονής και αντοχής

Σύμφωνα με το Κυβερνητικό Γραφείο Ενημέρωσης της Γάζας, το 95% των σχολείων στη Γάζα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια των δύο ετών αδιάκοπων ισραηλινών βομβαρδισμών. Πάνω από το 90% χρειάζεται εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και ανασυγκρότησης, ενώ 668 σχολεία επλήγησαν άμεσα από βομβαρδισμούς. Ως αποτέλεσμα, σχεδόν καμία από τις εκπαιδευτικές υποδομές της Γάζας δεν έχει παραμείνει ανέπαφη.

Παρ' όλα αυτά, οι Παλαιστίνιοι εξακολουθούν να επιμένουν στη διεξαγωγή των εξετάσεων. Ο δρ Ιμπραχίμ Ραμαντάν (Dr. Ibrahim Ramadan), διευθυντής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης του Χαν Γιούνις (Khan Younis Directorate of Education), αναφέρει ότι περίπου 35.000 μαθητές συμμετέχουν στις εξετάσεις εντός της Γάζας, ενώ άλλοι 2.000 μαθητές από τη Γάζα τις δίνουν στο εξωτερικό, επί συνόλου περίπου 89.000 υποψηφίων σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. 

«Ο παλαιστινιακός λαός πιστεύει στην εκπαίδευση και υπερασπίζεται το δικαίωμά του σε αυτήν, γιατί η εκπαίδευση είναι ζήτημα ζωής και επιβίωσης», δήλωσε στο Mondoweiss. «Η κατοχή μπορεί να καταστρέφει κτίρια και θεσμούς, αλλά δεν μπορεί να καταστρέψει τη θέληση για μάθηση. Τα πανεπιστήμια μπορεί να καίγονται και τα σχολεία να γκρεμίζονται, όμως το δικαίωμα των Παλαιστινίων να χτίζουν το μέλλον τους μέσα από την εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαλειφθεί».

Το Υπουργείο Παιδείας έχει προσαρμοστεί, επεκτείνοντας τις ηλεκτρονικές εξετάσεις μέσω της πλατφόρμας Wise School, μιας εφαρμογής που οι μαθητές κατεβάζουν στα κινητά τους τηλέφωνα και στην οποία συνδέονται με τον αριθμό που τους χορηγεί το Υπουργείο για να ξεκινήσουν τις εξετάσεις τους.

Ωστόσο, όταν μιλά κανείς με τους μαθητές, οι συζητήσεις τους περιστρέφονται λιγότερο γύρω από τις εξετάσεις και περισσότερο γύρω από τις καθημερινές δυσκολίες.

Η Ρόλα Τουμπαΐσι (Rola Tubaisi), μαθήτρια από το Χαν Γιούνις, πήγε σε ένα καφέ για να δώσει τις εξετάσεις της, επειδή εκεί υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πέρασε ολόκληρη τη σχολική χρονιά μέσα σε απώλεια, σκοτάδι και εκτοπισμό, αλλά παρέμεινε αποφασισμένη να συνεχίσει.


Όπως πολλοί μαθητές, η Τουμπαΐσι εξαρτάται από τέτοιους χώρους, καθώς η Γάζα δεν διαθέτει σταθερή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από την έναρξη της γενοκτονίας τον Οκτώβριο του 2023. Τα λίγα σημεία που εξακολουθούν να έχουν ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούν κυρίως με ηλιακή ενέργεια. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο, η φόρτιση τηλεφώνων και οι βασικές ηλεκτρικές υπηρεσίες συχνά παρέχονται έναντι πληρωμής. Το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευτικού υλικού είναι πλέον αποκλειστικά ψηφιακό, γεγονός που αναγκάζει τους μαθητές να βασίζονται σε κινητά τηλέφωνα ή φορητούς υπολογιστές που χρειάζονται τακτική φόρτιση. Μερικοί μαθητές δεν έχουν καν αυτές τις συσκευές.

«Δυσκολευόμαστε ακόμα και να βρούμε φως από έναν φακό», είπε η Τουμπαΐσι. «Το να έχεις ένα φορτισμένο κινητό ή ακόμη και πρόσβαση σε έναν υπολογιστή είναι μια ακόμη πρόκληση. Η ζωή στη σκηνή αφαιρεί την ιδιωτικότητα, την ησυχία και ένα κατάλληλο περιβάλλον μελέτης. Δεν υπάρχουν γραφεία, ούτε οργανωμένες βιβλιοθήκες, ούτε πραγματική σιωπή. Κάθε σκηνή είναι δίπλα στην άλλη και ο θόρυβος δεν σταματά ποτέ».

Στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα, οι εξετάσεις Tawjihi ξεκινούν συνήθως στα μέσα Ιουνίου, με τα αποτελέσματα να ανακοινώνονται στα τέλη Ιουλίου. Πριν από τον πόλεμο, η ημέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων μετέτρεπε τη Γάζα σε μια εικόνα γιορτής. Πυροτεχνήματα φώτιζαν τον ουρανό, ριπές χαρμόσυνων πυροβολισμών αντηχούσαν στους δρόμους, γλυκίσματα μοιράζονταν, ενώ οι οικογένειες διοργάνωναν συγκεντρώσεις. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν οι ιαχές χαράς που πλημμύριζαν τις γειτονιές, ήχοι που συνήθως συνδέονται με γάμους.

Όμως, όταν ο θάνατος σε περιτριγυρίζει σε κάθε γωνιά, η συζήτηση για τέτοιες γιορτές μοιάζει σχεδόν σαν ξένη γλώσσα, είπε η Σουτζούντ Αντάν (Sujood Adnan), μαθήτρια που ζει σε καταυλισμό εκτοπισμένων στην περιοχή αλ-Μαουάσι του Χαν Γιούνις. «Πώς μπορεί κανείς να νιώθει ασφάλεια για να διαβάσει ή να σκεφτεί το μέλλον, όταν ο θάνατος είναι πάντα πιθανός;» αναρωτήθηκε. «Βλήματα πέφτουν κοντά στις σκηνές. Τη νύχτα ακούγονται ουρλιαχτά. Αντιμετωπίζουμε πείνα, φόβο, εκτοπισμό και θάνατο. Διαβάζουμε υπό κακό φωτισμό και έχουμε περάσει αμέτρητες δυσκολίες, αλλά συνεχίζουμε».

Επέμεινε ότι ούτε ο πόλεμος ούτε οι δυσκολίες θα σταματήσουν τους μαθητές από το να κυνηγήσουν τις φιλοδοξίες τους. «Επιδιώκουμε την επιτυχία σε οποιοδήποτε περιβάλλον και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες», είπε. «Κανένα εμπόδιο δεν θα σταματήσει τα όνειρά μας ή την προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τον εαυτό μας και την κοινωνία μας. Θέλουμε να χτίσουμε την πατρίδα μας και να ζήσουμε με ελευθερία και ειρήνη. Παρά τα όσα γίνονται για να μας εμποδίσουν να το πετύχουμε αυτό, θα συνεχίσουμε».

Σημειώσεις


*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου 2026 στο Mondoweiss. Βρίσκεται στη διεύθυνση … https://mondoweiss.net/2026/06/studying-for-high-school-finals-in-gaza-without-electricity-adequate-food-or-a-home/

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο Ταρέκ Σ. Χατζάτζ (Tareq S. Hajjaj) ο οποίος είναι ανταποκριτής στη Γάζα για το Mondoweiss και μέλος της Ένωσης Παλαιστινίων Συγγραφέων.

Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα αγγλικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.

Τονίζουμε ότι η δημοσίευση του άρθρου γίνεται για πληροφοριακούς λόγους και δεν συνιστά απαραίτητα συμφωνία με τις θέσεις και τον τρόπο που αυτές διατυπώνονται. 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

15 Ιουνίου 2026

Η εξέγερση στη Βολιβία - Του Forrest Hylton*

0

Έπειτα από μόλις έξι μήνες στην εξουσία, η κυβέρνηση του κεντροδεξιού προέδρου της Βολιβίας, Ροδρίγο Παζ Περέιρα (Rodrigo Paz Pereira), βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Πέντε εβδομάδες αποκλεισμών και απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν ουσιαστικά παραλύσει τη χώρα. Οδοφράγματα, που οργανώνονται από εκατομμύρια αγρότες[1] —στην πλειονότητά τους αυτόχθονες— έχουν περικυκλώσει τη Λα Πας (La Paz) και εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ σε πέντε από τα εννέα διοικητικά διαμερίσματα της Βολιβίας: τη Σάντα Κρους, το Ορούρο, την Ποτοσί, τη Τσουκισάκα και την Κοτσαμπάμπα. Σε απεργία βρίσκονται επίσης οι εκπαιδευτικοί, μαζί με τους μεταλλωρύχους, τους εργάτες της βιομηχανίας, τους εργαζομένους στις μεταφορές και τις επιτροπές γειτονιάς (FEJUVE)[2] του Ελ Άλτο[3], της αδελφής πόλης της Λα Πας. Χτισμένο στο χείλος του υψιπέδου που δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα, το Ελ Άλτο συνδέει τη Λα Πας με την υπόλοιπη περιοχή των Άνδεων της Βολιβίας. Με περισσότερους από 900.000 κατοίκους —στη μεγάλη τους πλειονότητα μετανάστες, μέλη της εργατικής τάξης και αυτόχθονες— η πόλη έχει αναδειχθεί στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων, συνδεόμενη με τα δυτικά υψίπεδα και τις ορεινές κοιλάδες, όπου κατοικεί η πλειονότητα των 11,4 εκατομμυρίων κατοίκων της Βολιβίας.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ