Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λ.αμερικη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λ.αμερικη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Ιουλίου 2026

Η οικονομική εξάρτηση ως μηχανισμός διεθνούς ισχύος - Η περίπτωση της Βενεζουέλας*

0

 

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ, η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκεζ και η επιτετραμμένη των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα Λάουρα Ντόγκου επισκέπτονται εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου στο Ματουρίν, στην πολιτεία Μονάγας, στη Βενεζουέλα, στις 12 Φεβρουαρίου 2026

Του Κ. Καψ., 14 Ιουλίου 2026

Η φυσική καταστροφή ως δοκιμασία της οικονομικής κυριαρχίας

Οι μεγάλες φυσικές καταστροφές έχουν μια ιδιότητα που συχνά παραβλέπεται. Δεν ανατρέπουν μόνο τη γεωμορφολογία ενός τόπου· αποκαλύπτουν και το πλέγμα των σχέσεων ισχύος και εξάρτησης μέσα στο οποίο αυτός ο τόπος ήταν ήδη ενταγμένος. Ένας ισχυρός σεισμός έχει νεκρούς, ισοπεδώνει κτίρια, καταστρέφει υποδομές και διακόπτει την καθημερινή ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, καθιστά ορατές σχέσεις που σε περιόδους κανονικότητας παραμένουν σχεδόν αόρατες.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους, το πρώτο ερώτημα είναι το πώς θα σωθούν ανθρώπινες ζωές; Αμέσως μετά, όμως, ακολουθεί μια δεύτερη κατηγορία ερωτημάτων, εξίσου καθοριστική για το μέλλον της κοινωνίας. Από πού θα προέλθουν τα χρήματα για την ανοικοδόμηση; Ποιος θα χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση των υποδομών; Ποιος θα διαχειριστεί τα έσοδα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές; Ποιος θα αποφασίσει ποιες περιοχές θα ανοικοδομηθούν πρώτες και με ποιους όρους;

Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά οικονομικά ούτε αφορούν μόνο τη δημόσια διοίκηση. Αφορούν την ίδια την έννοια της κυριαρχίας. Διότι ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πλουτοπαραγωγικές πηγές, διεθνή αναγνώριση και θεσμούς, αλλά να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα τους ίδιους του τους πόρους όταν τους χρειάζεται περισσότερο. Η πραγματική δοκιμασία της κρατικής κυριαρχίας δεν βρίσκεται στις περιόδους σταθερότητας· βρίσκεται στις στιγμές της μεγάλης κρίσης.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια χώρα που διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και της οποίας η οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα έσοδα των εξαγωγών υδρογονανθράκων. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σύνθετης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία συνδυάζει οικονομικές κυρώσεις, διπλωματικές πιέσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς, ασφυκτικό αποκλεισμό, ιμπεριαλιστική επίθεση και ανταγωνισμούς γύρω από τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημόσια συζήτηση για τη Βενεζουέλα επικεντρώνεται συνήθως είτε στην εσωτερική πολιτική κρίση είτε στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Πολύ λιγότερο συζητείται, ωστόσο, ένα βαθύτερο ερώτημα, δηλαδή ποιος ελέγχει στην πράξη τις οικονομικές ροές που προκύπτουν από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ποιος αποφασίζει για τη διάθεσή τους και μέσα από ποιους θεσμούς ασκείται αυτή η εξουσία.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σχεδόν τρεις εβδομάδες πριν από τον καταστροφικό σεισμό της Βενεζουέλας. Στο άρθρο της με τίτλο The U.S. Took Over Venezuela's Oil Industry. Where Has All the Money Gone?[1], η Roxanna Vigil —πρώην ανώτερη αξιωματούχος του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και σήμερα ερευνήτρια στο Council on Foreign Relations[2]— δεν επιχειρεί να αναλύσει φυσικές καταστροφές ούτε να προβλέψει μελλοντικές εξελίξεις. Αντικείμενό της είναι η διαχείριση των στρατηγικών φυσικών πόρων της Βενεζουέλας, η λειτουργία των οικονομικών κυρώσεων και η σχέση τους με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη χώρα.

Το γεγονός ότι το άρθρο προηγήθηκε του σεισμού έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί να διαβαστεί ως ένα πολύτιμο τεκμήριο για το θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Βενεζουέλα θα κληθεί αργότερα να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και την αφετηρία της παρούσας προσπάθειας. Δεν θα επιχειρήσει να εξετάσει αν οι προτάσεις της Roxanna Vigil είναι πολιτικά ορθές ή εσφαλμένες. Αντίθετα, θα χρησιμοποιήσει το άρθρο της ως πρωτογενή πηγή, προκειμένου να διερευνήσει ένα ευρύτερο ερώτημα. Τι σημαίνει οικονομική κυριαρχία όταν η πρόσβαση ενός κράτους στους στρατηγικούς του πόρους, στα διεθνή αποθεματικά του και στους χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ανοικοδόμησή του εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός της επικράτειάς του;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα. Αφορά συνολικότερα τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζεται η έννοια της ισχύος στον 21ο αιώνα. Αν κατά τον 20ό αιώνα η ισχύς συνδεόταν πρωτίστως με τον έλεγχο του εδάφους και τη στρατιωτική υπεροχή, σήμερα εκφράζεται ολοένα και περισσότερο και με τη δυνατότητα ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ροών, των διεθνών συστημάτων πληρωμών, των στρατηγικών πρώτων υλών και των θεσμών που καθορίζουν την πρόσβαση των κρατών στους οικονομικούς πόρους τους. Υπό αυτή την έννοια, ένας σεισμός δεν δημιουργεί τις σχέσεις ισχύος και εξάρτησης. Απλώς τις φέρνει στο φως, όταν η ανάγκη για πόρους καθιστά εμφανή τα όρια και τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομικής κυριαρχίας.

Η οικονομική ισχύς μέσα από το πρίσμα της αμερικανικής ανάλυσης πολιτικής

Για να γίνει κατανοητή η σημασία του άρθρου της Roxanna Vigil, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί εξαρχής τι ακριβώς επιχειρεί να κάνει η συγγραφέας. Το κείμενό της δεν αποτελεί δημοσιογραφική έρευνα με στόχο την αποκάλυψη κάποιου σκανδάλου, ούτε πολιτική καταγγελία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό κείμενο ανάλυσης πολιτικής της αμερικανικής σχολής, γραμμένο από μια πρώην ανώτερη αξιωματούχο του Υπουργείου Οικονομικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία γνωρίζει εκ των έσω τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικών κυρώσεων και της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τμήματα του αμερικανικού μηχανισμού χάραξης πολιτικής προσεγγίζουν το ζήτημα της Βενεζουέλας[3].

Το ερώτημα που θέτει ήδη ο τίτλος του άρθρου είναι αποκαλυπτικό: «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;». Η διατύπωση αυτή δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της αμερικανικής πολιτικής. Αντίθετα, εκφράζει μια ανησυχία για το κατά πόσον η πολιτική αυτή εφαρμόζεται με επαρκή διαφάνεια, λογοδοσία και στρατηγική συνοχή.

Το πρώτο στοιχείο που παρουσιάζει η Vigil είναι το μέγεθος των οικονομικών ροών που διακυβεύονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, μέσα στους τέσσερις πρώτους μήνες του νέου καθεστώτος διαχείρισης διακινήθηκαν σχεδόν 100 εκατομμύρια βαρέλια βενεζουελανικού πετρελαίου, συνολικής εκτιμώμενης αξίας περίπου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για ένα οικονομικό μέγεθος που υπερβαίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς πολλών κρατών[4] και καθιστά προφανές ότι το ζήτημα δεν αφορά μια δευτερεύουσα οικονομική δραστηριότητα αλλά τον σημαντικότερο στρατηγικό πόρο της χώρας.

Η ίδια η συγγραφέας επισημαίνει ότι η παραγωγή και οι εξαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Τον Ιανουάριο του 2026, οι εξαγωγές εκτιμώνται σε περίπου 380.000 βαρέλια ημερησίως, με συνολική αξία γύρω στα 600 εκατομμύρια δολάρια. Μέχρι τον Απρίλιο είχαν φθάσει περίπου τα 1,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με μηνιαία αξία που υπολογίζεται σε 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απορρόφησαν περίπου το 43% των εξαγωγών, η Ινδία το 26% και η Ισπανία περίπου το 8%. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται από τη Vigil για να αναδείξουν όχι μόνο τη σημασία του πετρελαίου για τη βενεζουελανική οικονομία, αλλά και τη διεθνή διάσταση της διαχείρισής του. 


Η συγγραφέας επισημαίνει, ωστόσο, ότι το ίδιο σύστημα δεν περιορίζεται στον πετρελαϊκό τομέα. Αναφέρει ότι η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί έλεγχο και στις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών της Βενεζουέλας. Επικαλείται, μάλιστα, δηλώσεις του τότε Υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ Νταγκ Μπέργκαμ (Doug Burgum), σύμφωνα με τις οποίες εξασφαλίστηκε χρυσός αξίας περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ παράλληλα διευκολύνθηκε συμφωνία για την πώληση έως και 1.000 κιλών χρυσού στη διεθνή εμπορική εταιρεία Trafigura. Κατά τη Vigil, οι περιορισμοί που περιλαμβάνονται στις σχετικές άδειες του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι και τα έσοδα από τις εξαγωγές χρυσού και άλλων ορυκτών διοχετεύονται σε λογαριασμούς του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, στο πλαίσιο του ίδιου αδιαφανούς συστήματος που περιγράφει και για τα πετρελαϊκά έσοδα.

Το κεντρικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι για τη συγγραφέα το ύψος των εσόδων. Είναι η έλλειψη δημόσιας λογοδοσίας ως προς τη διαχείρισή τους. Σε μία από τις ενότητες του άρθρου, με τον τίτλο «Χωρίς λογοδοσία, δεν υπάρχουν απαντήσεις» (No accountability, no answers), σημειώνει ότι ούτε η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας δημοσιεύει πλήρη οικονομικά στοιχεία από το 2016 ούτε η αμερικανική κυβέρνηση έχει παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη δημόσια εικόνα για τις συμφωνίες που έγιναν, τους λογαριασμούς στους οποίους κατέληξαν τα χρήματα ή τους θεσμούς που ασκούν τον τελικό έλεγχο των κεφαλαίων.

Η Vigil παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της αδιαφάνειας. Αναφέρει ότι σε ενημερώσεις προς το αμερικανικό Κογκρέσο έγινε λόγος για περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια που είχαν διακινηθεί μέσω λογαριασμού στο Κατάρ, για άλλα 200 εκατομμύρια δολάρια που παρέμεναν στον ίδιο λογαριασμό, καθώς και για μεταγενέστερες εγκρίσεις εκταμιεύσεων ύψους περίπου 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, οι αριθμοί αυτοί δεν συνθέτουν μια πλήρη εικόνα. Παραμένει ασαφές ποιο είναι το συνολικό ύψος των εσόδων, ποια ποσά έχουν ήδη δαπανηθεί, ποια εξακολουθούν να παραμένουν δεσμευμένα και ποιοι θεσμοί διαθέτουν την τελική αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων.

Η ανησυχία της συγγραφέως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα οικονομικά αυτά εργαλεία εντάσσονται στη συνολική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την άποψή της, οι κυρώσεις, ο έλεγχος των οικονομικών ροών και η πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους αποκτούν νόημα μόνο εφόσον υπηρετούν έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό στόχο. Εδώ εντοπίζει και τη βασική αδυναμία της αμερικανικής πολιτικής. Κατά τη γνώμη της, απουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο που να συνδέει τα οικονομικά μέσα με μια συγκεκριμένη διαδικασία δημοκρατικής πολιτικής μετάβασης[5] στη Βενεζουέλα.

Η θέση αυτή διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια όταν αναφέρεται στα περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ[6], στα οποία η Βενεζουέλα δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση από το 2019. Η Vigil δεν προτείνει την άμεση αποδέσμευσή τους. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και να εξαρτηθεί από συγκεκριμένα, επαληθεύσιμα βήματα προς μια δημοκρατική μετάβαση. Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η ελάφρυνση των κυρώσεων θα έπρεπε να εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο ανταλλαγής πολιτικών παραχωρήσεων και οικονομικών κινήτρων, σχέδιο το οποίο —κατά την εκτίμησή της— η αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε ακόμη διαμορφώσει.

Το άρθρο, επομένως, δεν συνιστά αμφισβήτηση της χρήσης οικονομικών κυρώσεων ούτε της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να αξιοποιούν τη χρηματοπιστωτική τους ισχύ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, κινείται πλήρως μέσα στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής. Η κριτική της Vigil είναι διαφορετικής φύσης, θεωρεί ότι η οικονομική ισχύς πρέπει να ασκείται με μεγαλύτερη διαφάνεια, θεσμική λογοδοσία και πολιτική συνοχή, ώστε να υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον επιδιωκόμενο στόχο μιας δημοκρατικής μετάβασης. Δεν αμφισβητεί την ύπαρξη αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα συμφέροντα μπορούν να προωθηθούν καλύτερα.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως τεκμήριο. Δεν αποτυπώνει μια εξωτερική ή αντισυστημική κριτική της αμερικανικής πολιτικής. Αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ίδιας της αμερικανικής κοινότητας χάραξης πολιτικής αντιλαμβάνεται τα όρια, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες της οικονομικής ισχύος ως εργαλείου διεθνούς επιρροής. Γι' αυτό προσφέρεται για μια ανάγνωση των ίδιων πραγματικών δεδομένων μέσα από ένα διαφορετικό ερμηνευτικό πρίσμα.

Τα ίδια δεδομένα, μια διαφορετική ανάγνωση

Μέχρι αυτό το σημείο, το άρθρο της Roxanna Vigil μπορεί να διαβαστεί ως μια συνεκτική πρόταση για το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ασκήσουν αποτελεσματικότερα την πολιτική τους απέναντι στη Βενεζουέλα. Η ίδια, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν αμφισβητεί ούτε τη χρήση οικονομικών κυρώσεων ούτε τη δυνατότητα αξιοποίησης χρηματοπιστωτικών εργαλείων για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Αντίθετα, θεωρεί ότι αυτά τα εργαλεία θα πρέπει να εντάσσονται σε μια πιο διαφανή και στρατηγικά συνεκτική διαδικασία.

Αν, όμως, εξετάσουμε διαφορετικά τα ίδια πραγματικά δεδομένα, αυτά αποκτούν άλλη σημασία. Το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται πλέον στον αποτελεσματικότερο τρόπο χρήσης των οικονομικών εργαλείων, αλλά στις δομές που καθιστούν δυνατή τη χρήση τους. Δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα του πώς ασκείται η οικονομική ισχύς, αλλά του πώς συγκροτείται, νομιμοποιείται και αναπαράγεται μέσα στο διεθνές σύστημα, επιτρέποντας στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές άλλων χωρών.

Η αλλαγή αυτή του αναλυτικού πλαισίου γίνεται αμέσως εμφανής. Στο κείμενο της Vigil, τα έσοδα που εκτιμάται ότι παρήχθησαν από τις εξαγωγές των στρατηγικών φυσικών πόρων εμφανίζονται κυρίως ως αντικείμενο προβληματισμού για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Από τη σκοπιά που υιοθετούμε εδώ, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη διαφάνεια της διαχείρισης των εσόδων, αλλά στους όρους υπό τους οποίους καθίσταται δυνατός ο εξωτερικός έλεγχος στρατηγικών πόρων μιας κυρίαρχης χώρας. Πώς μπορεί να θεωρείται συμβατή με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας μια διεθνής τάξη μέσα στην οποία η αξιοποίηση των στρατηγικών πόρων μιας χώρας εξαρτάται από εξωτερικά κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος;

Το ίδιο ισχύει και για τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ. Η Vigil αντιμετωπίζει τα SDR ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενθαρρυνθούν πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Από την οπτική της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, η πρόταση αυτή είναι απολύτως συνεπής. Από τη δική μας οπτική, όμως, το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στη στρατηγική αξιοποίηση των SDR, αλλά στη δυνατότητα να μετατρέπονται δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή ενός κράτους σε έναν πολυμερή θεσμό σε μέσα άσκησης πολιτικής επιρροής. Πώς μπορεί να συμβιβαστεί μια τέτοια πρακτική με την αρχή της ισότητας των κρατών;

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις δεν αφορά τα ίδια τα πραγματικά δεδομένα αλλά το ποιο θεωρεί καθεμία ως το κεντρικό ερώτημα που αυτά θέτουν. Για τη Vigil, ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη και πιο συνεκτική χρήση των οικονομικών εργαλείων. Η ανάγνωση που προτείνεται εδώ στρέφει, αντίθετα, το ενδιαφέρον στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται και νομιμοποιείται η δυνατότητα ορισμένων κρατών να χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία ως μέσα πολιτικής επιρροής.

Από αυτή την άποψη, το άρθρο της Vigil αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τις προθέσεις της συγγραφέως. Περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της στρατιωτικής κατοχής ή της άμεσης διοικητικής επιβολής, αλλά και μέσω του ελέγχου των χρηματοπιστωτικών δικτύων, των συστημάτων πληρωμών, των κυρώσεων, της πρόσβασης στη διεθνή ρευστότητα και της δυνατότητας διαμόρφωσης των όρων υπό τους οποίους ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει τους οικονομικούς του πόρους.

Αυτή η μορφή ισχύος παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Είναι λιγότερο ορατή από τη στρατιωτική ισχύ και συχνά εμφανίζεται ως τεχνική ή διοικητική διαδικασία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε υπουργεία οικονομικών, σε διεθνείς οργανισμούς, σε κεντρικές τράπεζες, σε δικαστήρια ή σε θεσμούς που διαχειρίζονται χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι συνέπειές τους μπορούν να είναι εξίσου βαθιές με εκείνες μιας στρατιωτικής επέμβασης, καθώς επηρεάζουν την ικανότητα ενός κράτους να χρηματοδοτεί τη λειτουργία του, να στηρίζει τις κοινωνικές του πολιτικές και να αξιοποιεί τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εσωτερικές πολιτικές επιλογές ενός κράτους παύουν να έχουν σημασία και ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις είναι απαλλαγμένες από ευθύνη. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ερώτημα ποιος διαθέτει την πραγματική εξουσία να καθορίζει τους όρους πρόσβασης στους στρατηγικούς οικονομικούς πόρους μιας χώρας. Η ανάλυση μιας κρίσης είναι αναγκαστικά ελλιπής όταν αγνοεί τις διεθνείς σχέσεις ισχύος που επηρεάζουν τις δυνατότητες μιας χώρας να αντιμετωπίσει την κρίση.

Η σημασία αυτής της παρατήρησης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν τοποθετηθεί στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής κρίσης. Όσο μια χώρα λειτουργεί υπό «κανονικές» συνθήκες, οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους μπορεί να φαίνονται αφηρημένοι ή να απασχολούν κυρίως ειδικούς της διεθνούς οικονομίας. Όταν, όμως, μια φυσική καταστροφή πλήττει κρίσιμες υποδομές, όπως νοσοκομεία, σχολεία, οδικά δίκτυα, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικίες, και αφήνει πίσω της χιλιάδες νεκρούς, η πρόσβαση σε κεφάλαια μετατρέπεται σε ζήτημα άμεσης κοινωνικής επιβίωσης. Τότε οι μηχανισμοί παύουν να είναι ένα τεχνικό θέμα και γίνονται μέρος της καθημερινής πραγματικότητας εκατομμυρίων ανθρώπων.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο μεταγενέστερος σεισμός αναδεικνύει τη σημασία των θεσμικών και οικονομικών μηχανισμών που το άρθρο περιγράφει. Ερωτήματα που προηγουμένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν θεωρητικά —ποιος διαχειρίζεται τα έσοδα από το πετρέλαιο, ποιος αποφασίζει για την πρόσβαση στα διεθνή αποθεματικά, ποιος θέτει τους όρους χρηματοδότησης— αποκτούν ξαφνικά άμεσο πρακτικό περιεχόμενο. Η ανάγκη για ανοικοδόμηση καθιστά σαφές ότι η οικονομική κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά προϋπόθεση για την άσκηση δημόσιας πολιτικής σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Έτσι, το άρθρο της Roxanna Vigil αποκτά, εκ των υστέρων, μια αξία που υπερβαίνει τον αρχικό σκοπό του. Χωρίς να το επιδιώκει, καταγράφει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η οικονομική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή. Η συμβολή του δεν έγκειται στο ότι προτείνει μια αντιιμπεριαλιστική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής —κάτι που ασφαλώς δεν επιδιώκει— αλλά στο ότι περιγράφει με ακρίβεια τα εργαλεία και τις δομές πάνω στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί μια τέτοια ερμηνεία. Υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί ως πολύτιμο πρωτογενές τεκμήριο για την κατανόηση της σύγχρονης οικονομικής ισχύος.

Η οικονομική ισχύς ως μηχανισμός πολιτικής επιρροής

Η ανάγνωση που προηγήθηκε οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Η οικονομική εξάρτηση δεν αποτελεί απλώς συνέπεια άνισων διεθνών σχέσεων, αλλά και έναν από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές διατηρούνται, αναπαράγονται και μετατρέπονται σε δυνατότητα πολιτικής επιρροής. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν περιγράφει μόνο μια συγκεκριμένη πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα· φωτίζει έναν γενικότερο τρόπο άσκησης οικονομικής ισχύος στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος των οικονομικών ροών, των στρατηγικών φυσικών πόρων και της πρόσβασης σε διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία δεν αποτελεί απλώς μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Αποτυπώνει μια ευρύτερη σχέση ισχύος, μέσα στην οποία η οικονομική επιβίωση μιας χώρας μπορεί να εξαρτάται από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός αυτής

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κατέχει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, αλλά και ποιος ελέγχει τη δυνατότητα αξιοποίησής τους. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το άρθρο αναφέρεται σε έσοδα που εκτιμώνται σε περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πετρελαϊκές εξαγωγές μέσα σε λίγους μήνες, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η πρόσβαση της χώρας σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θα πρέπει, κατά την άποψη της συγγραφέως, να εξαρτηθεί από συγκεκριμένες πολιτικές εξελίξεις.

Τα στοιχεία αυτά δεν αναδεικνύουν μόνο ένα πρόβλημα αποτελεσματικής διαχείρισης των οικονομικών εργαλείων. Αναδεικνύουν πρωτίστως ένα ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης. Ποιος νομιμοποιείται να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους μια κοινωνία αποκτά πρόσβαση στους οικονομικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια της η λειτουργία; Και μπορεί η ικανοποίηση θεμελιωδών κοινωνικών αναγκών να μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής πίεσης;

Η ένταση αυτών των ερωτημάτων γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν μια χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Ένας καταστροφικός σεισμός δεν περιμένει την ολοκλήρωση διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Οι ανάγκες για νοσοκομεία, σχολεία, υποδομές ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και στέγασης είναι άμεσες. Σε αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στους αναγκαίους οικονομικούς πόρους παύει να αποτελεί αφηρημένο ζήτημα διεθνούς πολιτικής και μετατρέπεται σε όρο κοινωνικής επιβίωσης. Όταν, λοιπόν, η διάθεση αυτών των πόρων υπόκειται σε εξωτερικούς πολιτικούς όρους, η ανθρωπιστική κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026, η ασκούσα χρέη Προέδρου της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, για τη «διαρκή επικοινωνία και υποστήριξή» τους. Παράλληλα, αναγνώρισε τη «σημαντική υλικοτεχνική κινητοποίηση» των Ηνωμένων Πολιτειών για την υποδοχή και τη διαχείριση της ανθρωπιστικής βοήθειας[7]. Η εικόνα αυτή παρουσιάζει μια εμφανή ειρωνεία. Ταυτόχρονα, μπορεί να ιδωθεί ως επακόλουθο της ίδιας της σχέσης εξάρτησης που προηγήθηκε. Σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ευχαριστεί δημόσια τη δύναμη που, σύμφωνα με τη λογική που περιγράφει το άρθρο της Vigil, μπορεί να καθορίζει τους όρους πρόσβασης της χώρας σε κρίσιμους οικονομικούς πόρους και χρηματοδοτικά εργαλεία. Την ίδια αυτή δύναμη που, μέσω των κυρώσεων, του οικονομικού αποκλεισμού και της ευρύτερης οικονομικής πίεσης, συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού οικονομικού περιβάλλοντος και, κατ’ επέκταση, στη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας.

Ο προβληματισμός αυτός δεν περιορίζεται στην κριτική μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης ή μιας συγκεκριμένης χώρας. Αφορά ευρύτερα ένα σύστημα διεθνών σχέσεων μέσα στο οποίο η χρηματοπιστωτική ισχύς, οι οικονομικές κυρώσεις και η πρόσβαση στους διεθνείς θεσμούς λειτουργούν ως μέσα πολιτικής επιρροής και επηρεάζουν τις εσωτερικές εξελίξεις ασθενέστερων κρατών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι οικονομικοί μηχανισμοί παύουν να εμφανίζονται ως ουδέτερα εργαλεία διεθνών σχέσεων. Όταν η αποδέσμευση κεφαλαίων ή η πρόσβαση σε θεσμοθετημένους οικονομικούς πόρους εξαρτάται από την αποδοχή συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, αποκαλύπτεται η βαθύτερη λειτουργία τους: να περιορίζουν την πραγματική δυνατότητα άσκησης πολιτικής κυριαρχίας, να αναδιαμορφώνουν τους όρους λήψης κρίσιμων αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της πολιτικής ισχύος έξω από την ίδια τη χώρα.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις απαλλάσσονται από την ευθύνη για τις επιλογές, τις παραλείψεις ή τις αστοχίες τους. Οι εσωτερικές αδυναμίες μιας χώρας, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν λόγο για να εξαρτάται η πρόσβασή της σε ζωτικούς οικονομικούς πόρους από εξωτερικούς πολιτικούς όρους. Η αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων δεν μπορεί να συνεπάγεται τον περιορισμό της δυνατότητας μιας κοινωνίας να αποφασίζει η ίδια για τη διαχείριση των στρατηγικών της πόρων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο μεταγενέστερος σεισμός δεν αλλάζει το περιεχόμενο του άρθρου της Roxanna Vigil. Αλλάζει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να το διαβάσουμε. Οι αριθμοί που παρατίθενται στο κείμενο —δισεκατομμύρια δολάρια από πετρελαϊκά έσοδα, διεθνή αποθεματικά, χρηματοδοτικοί περιορισμοί— παύουν να αποτελούν απλώς οικονομικά μεγέθη. Αποτυπώνουν το πραγματικό εύρος των δυνατοτήτων που διαθέτει μια κοινωνία για να οργανώσει την ανοικοδόμησή της, να αποκαταστήσει τις υποδομές της και να προστατεύσει τον πληθυσμό της.

Η οικονομική κυριαρχία αποκτά, έτσι, ένα συγκεκριμένο και απτό περιεχόμενο. Δεν αφορά μόνο τη νομική κατοχή των πλουτοπαραγωγικών πηγών ή τη διεθνή αναγνώριση της κρατικής κυριαρχίας. Αφορά την πραγματική δυνατότητα μιας κοινωνίας να αξιοποιεί, όταν το έχει ανάγκη, τους πόρους που προέρχονται από τον φυσικό της πλούτο και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς, χωρίς η πρόσβαση σε αυτούς να εξαρτάται από εξωτερικούς πολιτικούς όρους.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας υπερβαίνει, επομένως, τα όρια μιας συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οικονομικοί πόροι, διεθνείς θεσμοί και χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί μπορούν να ενταχθούν σε σχέσεις διεθνούς ισχύος. Με αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο ανάλυση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης· προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών οικονομικής επιρροής στις διεθνείς σχέσεις. 

Η κανονικοποίηση της οικονομικής ισχύος στη σύγχρονη διεθνή τάξη

Το άρθρο της Roxanna Vigil διαβάζεται, εκ πρώτης όψεως, ως μια τεχνική συζήτηση για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Το ίδιο το κείμενο προϋποθέτει ως δεδομένη τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν το πότε, υπό ποιους όρους και για ποιους πολιτικούς σκοπούς ένα άλλο κράτος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στα έσοδα που παράγει ο στρατηγικός του πλούτος ή στα διεθνή αποθεματικά που του αναλογούν.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αποκάλυψη του άρθρου. Όχι επειδή η συγγραφέας επιδιώκει να την αναδείξει, αλλά επειδή τη θεωρεί αυτονόητη. Η εξουσία εμφανίζεται ως διοικητική διαδικασία. Η οικονομική επιβολή παρουσιάζεται ως τεχνικό εργαλείο πολιτικής. Η δυνατότητα μιας υπερδύναμης να χρησιμοποιεί χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, κυρώσεις, έσοδα στρατηγικών φυσικών πόρων και διεθνή αποθεματικά ως μέσα διαμόρφωσης της πολιτικής συμπεριφοράς ενός άλλου κράτους δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση· συζητείται μόνο ως προς τον αποτελεσματικότερο τρόπο εφαρμογής της.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος. Η οικονομική κυριαρχία δεν καταλύεται πλέον με την κλασική μορφή της αποικιοκρατίας. Δεν απαιτείται η κατάληψη εδαφών, η εγκατάσταση αποικιακών διοικήσεων ή η άμεση στρατιωτική κατοχή. Αρκεί η δυνατότητα ελέγχου των μηχανισμών μέσω των οποίων ένα κράτος αποκτά πρόσβαση στον ίδιο του τον πλούτο. Όταν τα έσοδα από τους στρατηγικούς φυσικούς πόρους, τα συναλλαγματικά αποθέματα, τα διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία και η πρόσβαση στις αγορές μπορούν να καταστούν αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής διαπραγμάτευσης, τότε η εξάρτηση δεν αποτελεί πλέον μόνο αποτέλεσμα οικονομικών ανισοτήτων· μετατρέπεται και σε θεσμοποιημένη μορφή διεθνούς εξουσίας.

Η ισχύς αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική επειδή είναι σχεδόν αόρατη. Δεν εμφανίζεται κυρίως με τη μορφή στρατευμάτων αλλά μέσω λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και θεσμικών διαδικασιών. Δεν επιβάλλεται με τελεσίγραφα αλλά με κανονισμούς, άδειες, κυρώσεις, δεσμεύσεις κεφαλαίων και αποφάσεις διεθνών οργανισμών. Η γλώσσα της είναι η γλώσσα της τεχνικής διαχείρισης όμως τα αποτελέσματά της είναι βαθιά πολιτικά: καθορίζει ποιος μπορεί να ανοικοδομήσει, ποιος μπορεί να δανειστεί, ποιος μπορεί να επενδύσει, ποιος μπορεί να αξιοποιήσει τον φυσικό του πλούτο.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Ο σεισμός λειτουργεί ως γεγονός που καθιστά ορατές τις κοινωνικές συνέπειες των οικονομικών μηχανισμών που περιγράφει το άρθρο. Εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο χρηματοπιστωτικοί δείκτες, εμφανίζονται τώρα ανθρώπινες ζωές. Εκεί όπου πριν υπήρχαν λογιστικά μεγέθη, εμφανίζονται κατεστραμμένα νοσοκομεία, σχολεία και κατοικίες. Και τότε αποκαλύπτεται η πραγματική φύση της οικονομικής ισχύος: η δυνατότητα να επηρεάζει όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και την ίδια την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανασυγκροτηθεί.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο της Vigil δεν αποτελεί μόνο κείμενο αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αποτελεί και ακούσια μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σύγχρονη διεθνής τάξη. Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές προτάσεις που διατυπώνει, αλλά και στις προϋποθέσεις που θεωρεί αυτονόητες. Όταν η πρόσβαση ενός λαού στους πόρους που παράγει η δική του οικονομία μπορεί να εξαρτάται από την πολιτική βούληση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης, τότε η κυριαρχία δεν έχει καταργηθεί τυπικά· έχει περιοριστεί ουσιαστικά. Και όταν αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως φυσιολογική, τότε ο μεγαλύτερος θρίαμβος της ισχύος δεν είναι η επιβολή της, αλλά και η κανονικοποίησή της.

Σημειώσεις


*Το κείμενο χρησιμοποιήσει ως πρωτογενή πηγή το άρθρο της Roxanna Vigil «Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας. Πού κατέληξαν όλα αυτά τα χρήματα;» προκειμένου να εκφράσει κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της οικονομικής εξάρτησης ως μηχανισμού πολιτικής επιρροής.

Το άρθρο της Roxanna Vigil δημοσιεύτηκε στις 03 Ιουνίου 2026 στο Council on Foreign Relations με τίτλο «The U.S. Took Over Venezuela’s Oil Industry. Where Has All the Money Gone?» και βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone

Η Roxanna Vigil υπηρέτησε ως ανώτερη σύμβουλος πολιτικής κυρώσεων στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Προηγουμένως, κατείχε τη θέση της διευθύντριας για τις υποθέσεις της περιοχής των Άνδεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council), έχοντας την ευθύνη για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας που αφορούσαν τη Βολιβία, την Κολομβία, τον Ισημερινό, το Περού και τη Βενεζουέλα.

Παραπομπές

[1] Το άρθρο της Roxanna Vigil βρίσκεται στη διεύθυνση ... https://www.cfr.org/articles/the-u-s-took-over-venezuelas-oil-industry-where-has-all-the-money-gone 

[2] Σήμερα η πολιτική εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσω των επίσημων κρατικών θεσμών. Πριν μια επιλογή φτάσει στο επίπεδο της κυβέρνησης, έχει προηγηθεί συνήθως μια διαδικασία διαμόρφωσης ιδεών και προτάσεων πολιτικής, μέσα από την οποία ορισμένες επιλογές εμφανίζονται ως εφικτές ή αναγκαίες.

Στη διαδικασία αυτή, τα think tanks διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Βρίσκονται στο σημείο συνάντησης της ακαδημαϊκής έρευνας, της δημόσιας διοίκησης και της χάραξης πολιτικής, παράγοντας αναλύσεις και προτάσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τίθενται και αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της δημόσιας πολιτικής.

Το Council on Foreign Relations αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του μοντέλου. Από την ίδρυσή του, το 1921, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους αμερικανικούς οργανισμούς παραγωγής στρατηγικής σκέψης για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Η σημασία του δεν έγκειται μόνο στις επιμέρους προτάσεις του, αλλά και στη συμβολή του στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται τα ζητήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. 

[3] Τα κείμενα ανάλυσης πολιτικής, οι αναλύσεις των think tanks και οι προτάσεις ειδικών δεν αποτελούν απλές περιγραφές της πραγματικότητας. Επιλέγουν ποια προβλήματα θεωρούν σημαντικά, ποια στοιχεία παρουσιάζουν ως κρίσιμα και ποιες λύσεις εμφανίζονται ως ρεαλιστικές ή αναγκαίες. Δεν λειτουργούν δηλαδή μόνο ως εργαλεία πληροφόρησης· συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο η πολιτική δράση γίνεται αντιληπτή.

[4] Συγκριτικά αναφέρουμε ότι για όλο το 2026 το συνολικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων του ελληνικού Κρατικού Προϋπολογισμού ανέρχεται στα 19,09 δισεκατομμύρια δολάρια. 

[5] Μια παρένθεση εδώ. Έννοιες όπως «μεταρρύθμιση», «δημοκρατική μετάβαση», «πολιτική σταθερότητα», «οικονομική διαφάνεια» ή «υπεύθυνη διαχείριση» δεν είναι απαραίτητα ουδέτερες. Αποτελούν πολιτικά φορτισμένες έννοιες, διότι ενσωματώνουν συγκεκριμένες αντιλήψεις για το ποια μορφή διακυβέρνησης θεωρείται επιθυμητή και ποιος έχει τη νομιμοποίηση να αξιολογεί την πολιτική πορεία μιας χώρας. Η χρήση τους εντάσσεται σε συγκεκριμένα πλαίσια ισχύος. Η πολιτική γλώσσα δεν λειτουργεί σε κενό. Παράγεται μέσα σε ιστορικές, οικονομικές και γεωπολιτικές σχέσεις.

[6] Τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα ή Ειδικά Δικαιώματα Ανάληψης (Special Drawing Rights - SDR) είναι ένα διεθνές αποθεματικό νόμισμα που δημιουργήθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) το 1969. Δεν αποτελούν ένα κανονικό φυσικό νόμισμα, αλλά μια λογιστική μονάδα και βασικό στοιχείο των διεθνών συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών-μελών. Η αξία τους καθορίζεται καθημερινά από το ΔΝΤ και βασίζεται σε ένα καλάθι των πέντε κορυφαίων παγκόσμιων νομισμάτων: του Δολαρίου ΗΠΑ (USD), του Ευρώ (EUR), του Γιουάν Κίνας (RMB), του Γιεν Ιαπωνίας (JPY) και της Στερλίνας Ηνωμένου Βασιλείου (GBP). Οι χώρες μπορούν να τα χρησιμοποιούν για να συμπληρώσουν τα επίσημα αποθέματά τους σε συνάλλαγμα και χρυσό. Εάν μια χώρα αντιμετωπίσει προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών ή χρειαστεί ρευστότητα, μπορεί να ανταλλάξει τα SDR της με άλλες χώρες για να λάβει «ελεύθερα χρησιμοποιήσιμα» νομίσματα. Τα SDR κατανέμονται περιοδικά από το ΔΝΤ στις χώρες-μέλη ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους (quota) στον οργανισμό. Μπορούν να διακρατηθούν ή να ανταλλαγούν αποκλειστικά μεταξύ κρατών και ορισμένων εγκεκριμένων επίσημων θεσμών και κεντρικών τραπεζών, και όχι από ιδιώτες.

[7] Σας θυμίζει κάτι; Βλέπε το άρθρο του Ricardo Vaz με τίτλο «Venezuela: US Expands Post-Earthquake Military Footprint» στη διεύθυνση … https://venezuelanalysis.com/news/venezuela-us-expands-post-earthquake-military-footprint/

Η συνέντευξη βρίσκεται στη διεύθυνση … https://www.youtube.com/watch?v=qXX4_weSVpI 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

12 Ιανουαρίου 2026

Βολιβία: Οι λαοί ξεσηκώνονται παντού, αναζητούν έναν άλλο δρόμο

0

Το λεγόμενο καθεστώς "Παζ - Λάρα" πήρε την απόφαση στα τέλη του 2025 να πάρει πίσω την επιδότηση καυσίμου, κάτι που διπλασίασε τις τιμές. Με την πληθωρισμό να καλπάζει και τις τιμές τροφίμων - καυσίμων να είναι πλέον στα ύψη, ο λαός βγήκε στους δρόμους και συνεχίζει να διαδηλώνει.

Μάλιστα, φαίνεται να ξεκίνησαν και συνομιλίες των συνδικάτων με την κυβέρνηση, οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο και ο λαός συνέχισε πιο μαζικά να είναι στους δρόμους, αντιμετωπίζοντας και τις δυνάμεις καταστολής, στην προσπάθεια του να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του.

Όλοι οι εργαζόμενοι είναι στους δρόμους! Έχουν μπλοκαριστεί οι αυτοκινητόδρομοι (9 μπλόκα έχουν καταμετρηθεί) και τίποτα δεν φαίνεται να σταματά την οργή ενός κόσμου που βγήκε στους δρόμους ενάντια στην εξαθλίωση που έρχεται λόγω της χειρότερης οικονομικής κρίσης που έχει βιώσει η χώρα.

Το κρίσιμο είναι να σκύψουμε πάνω από τις διαδηλώσεις που γίνονται παγκόσμια, από τα στοιχεία που βγάζουν τους λαούς στους δρόμους. Η "πυρίτιδα" της οργής, είναι όρος που δημιουργείται, όσο το καπιταλιστικό σύστημα, αυτό το αδηφάγο τέρας δεν έχει να προσφέρει τίποτα στους λαούς όλου του κόσμου και ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΣΕΙ! Οι ιμπεριαλιστές σέρνουν τους λαούς στον πιο επικίνδυνο χορό. Αναμιγνύονται και συγκροτούν όρους για να ευνοήσουν τις θέσεις της ενάντια στους άλλους ιμπεριαλιστές. Συγκεκριμένα στη Βολιβία, η στήριξη του Ροδρίγο Πας και η πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης, ήταν όρος για την αποκατάσταση των "σχέσεων" ΗΠΑ - Βολιβίας - όπου σχέσεων εννοείται η επικύρωση της επιρροής των ΗΠΑ στην περιοχή.



Η καταλήστευση δικαιωμάτων και η επίθεση στους λαούς, έχει γεμίσει τους δρόμους παγκόσμια. Ποιος ξεχνά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις στο Νεπάλ, στο Μπαγκλαντές, το Μαρόκο και την Κένυα. Ή τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ιταλίας, απέναντι στη σφαγή του παλαιστινιακού λαού. Ακόμα και τον ίδιο τον παλαιστινιακό λαό που αντιστέκεται μαζικά και ένοπλα ενάντια στο θηρίο του ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Και πιο πρόσφατα, θυμόμαστε τα πλήθη διαδηλωτών στη Βενεζουέλα όπου ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έδωσε μία εικόνα από το πώς φαντάζεται το παρόν και το μέλλον των λαών.

Εμείς έχουμε καθήκον: στεκόμαστε αλληλέγγυοι σε όλους τους λαούς του κόσμου που κόντρα σε όλα, αντιστέκονται στο σύστημα της εκμετάλλευσης και χαράζουν, ανιχνεύουν τους δρόμους για μία καλύτερη ζωή! Είναι ζήτημα διεθνιστικής αλληλεγγύης, αλλά και πείρα και κουράγιο για τους αγώνες του δικού μας λαού!

Αλληλεγγύη στον αγωνιζόμενο λαό της Βολιβίας!
Αλληλεγγύη στον αγώνα όλων των λαών, όπου γης!

Ν.Γ
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

07 Ιανουαρίου 2026

ΚΚΕ(μ-λ) | Με αφορμή τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα - Τα καμπανάκια χτυπάνε ξανά! Ανάγκη ζωής η συγκρότηση αντιιμπεριαλιστικού - αντιπολεμικού κινήματος

0

1) Η ωμή επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του Μαδούρο και της Φλόρες (η οποία επίθεση άφησε δεκάδες νεκρούς, για τους οποίους κανένας δεν μιλάει) αποτελεί μια άθλια, καουμπόικη και, νεοαποικιακής κουλτούρας, ενέργεια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Εντάσσεται στη συνολική φάση όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και –όπως έχει τονίσει η οργάνωσή μας στις αποφάσεις της 10ης Συνδιάσκεψης- στην οικοδόμηση των όρων για την προετοιμασία του επόμενου παγκόσμιου πολέμου. 

2) Η ενέργεια αυτή ανεβάζει τη σπείρα της όξυνσης και διαλύει τις αυταπάτες που υπήρξαν μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Τραμπ, ακόμα και σε τμήματα της Αριστεράς, για υποτιθέμενη μετακίνηση της αμερικάνικης πολιτικής σε κατεύθυνση συνεννόησης και μοιρασιάς με τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Ανατινάζει, επίσης, όλες τις κοσμοπολίτικες θεωρίες περί νέας μετα-ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού, «καπιταλιστικών ολοκληρώσεων» και άλλων προσεγγίσεων που δεν βλέπουν την απλή (λενινιστική) αλήθεια: Ο ιμπεριαλισμός αποτελεί το τελευταίο στάδιο σήψης του καπιταλισμού και, από όπου περνάει, αφήνει ερήμωση και καταστροφή. 

3) Γιατί έγινε η επίθεση στη Βενεζουέλα; Θα κάνουμε μια παρένθεση: Η σφαγή στη Γάζα ΔΕΝ γίνεται για να μετατραπεί η περιοχή σε μια Ριβιέρα ακριβού τουρισμού, όπως διαβάζουμε σε εκτός τόπου και χρόνου οικονομίστικες αναλύσεις. Αλλά για να συντριβεί το αγκάθι που λέγεται παλαιστινιακός λαός, ένα μόνιμο αγκάθι για τα σχέδια του ιμπεριαλισμού και του ατζέντη του, του σιωνισμού, για απρόσκοπτο γεωπολιτικό και δευτερευόντως οικονομικό έλεγχο όλης της περιοχής. 

Αντίστοιχα, η επίθεση στη Βενεζουέλα δεν έγινε ΒΑΣΙΚΑ για την εκμετάλλευση του πετρελαίου της, αλλά για να πληγούν οι ανταγωνιστές ιμπεριαλιστές Κινέζοι και Ρώσοι, που έχουν αυξημένη επίδραση στη χώρα. Η δήλωση του Ρούμπιο είναι ενδεικτική: «Δεν χρειαζόμαστε το πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Έχουμε άφθονο πετρέλαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που δεν πρόκειται να επιτρέψουμε είναι η πετρελαϊκή βιομηχανία στη Βενεζουέλα να ελέγχεται από αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν. Αυτό είναι το Δυτικό Ημισφαίριο. Και δεν πρόκειται να επιτρέψουμε στο Δυτικό Ημισφαίριο να γίνει ορμητήριο για αντιπάλους, ανταγωνιστές και αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, τόσο απλά» (https://fortune.com/2026/01/04/marco-rubio-venezuelan-oil-us-adversaries-control-trump-occupation-troops/). Αυτή η καθαρά γεωπολιτική δήλωση δεν ξέρουμε καν αν θα έχει άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, μιας και κάθε μέρα που περνάει όλο και αυξάνουν οι δισταγμοί των αμερικάνικων εταιριών να επενδύσουν σε μη ασφαλές κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον, όπως εκπρόσωποί τους δηλώνουν (https://www.news247.gr/financial-times/poio-einai-to-sxedio-tou-trab-gia-to-petrelaio-tis-venezouelas/). 

4) Και μετά τι θα μείνει; Μα, το αδυνάτισμα των αντιπάλων ιμπεριαλιστών στο… δυτικό ημισφαίριο που ανήκει στις ΗΠΑ (όπως, άλλωστε, σύμφωνα με την αντίληψή τους και το ανατολικό, αλλά και το βόρειο και το νότιο!). Το αντίστοιχο, περίπου υπονόησε ο Μεντβέντεφ με την απίστευτη δήλωσή του ότι «οι ενέργειες των ΗΠΑ είναι επιθετικές και μη νόμιμες, αλλά συνεπείς με τους στόχους της ομάδας Τραμπ να υπερασπιστεί τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της χώρας της, με δεδομένο ότι η Λατινική Αμερική είναι η πίσω αυλή των ΗΠΑ»! (https://tass.com/politics/2068573). Κλείνοντας και το μάτι, προφανώς, στην αναγνώριση του δικαιώματος του ρώσικου ιμπεριαλισμού στις δικές του ενέργειες στην… μπροστά αυλή του! Οι πρώτες, βέβαια, ελαφρότητες του Μεντβέντεφ διορθώθηκαν σύντομα από πιο σοβαρούς εκπροσώπους του ρώσικου ιμπεριαλισμού, που ύψωσαν κατακόρυφα τους τόνους.

Την αντίστοιχα καθόλου οικονομίστικη ανάλυσή του προσφέρει στα (ναζιστικού τύπου) παραληρήματά του ο CEO της Palantir, ο οποίος δηλώνει συχνά ότι η εταιρία του είναι «ταγμένη στην υπηρεσία της Δύσης και των ΗΠΑ», ότι είναι «εδώ για να τρομάξει τους εχθρούς και αν χρειαστεί να τους σκοτώσει»! Ενώ άλλο στέλεχος της εταιρίας δηλώνει ότι «δεν ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε ότι είμαστε εδώ για λογαριασμό της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής»! (Σημ: η Palantir είναι μια εταιρία, προσεχώς κολοσσός, που δηλώνει ότι προσφέρει επεξεργασία δεδομένων και εφαρμογές λύσεων με ΑΙ. Χρηματοδοτήθηκε από τη CIA και δεν επιθυμεί… γενικώς το κέρδος, μιας και απορρίπτει συνεργασίες με ανταγωνιστικά προς τις ΗΠΑ κράτη, όπως τη Ρωσία και την Κίνα, ενώ έχει συνάψει σύμβαση με την ελληνική κυβέρνηση).  

5) Η άθλια αμερικάνικη επιδρομή στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προεδρικού ζεύγους έδωσε μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις για τη φάση που βρίσκεται ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και για το πόσο αδίστακτος είναι. Απειλεί ανοιχτά με τον πιο πειρατικό, θρασύ και δολοφονικό τρόπο όχι μόνο στη Λατινική Αμερική αλλά σε κάθε γωνιά της γης. Ταυτόχρονα, κουρέλιασε όλα τα αστικά ψέματα περί υποτιθέμενης διεθνούς νομιμότητας, υποτιθέμενων ορίων στις κινήσεις των κρατών και άλλες τέτοιες αερολογίες.

Ωστόσο, δεν μπορεί να κάνει κάποιος μια ασφαλή εκτίμηση αν αυτή η κίνηση θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Δεν θεωρούμε περίπατο ούτε την αλλαγή ηγεσίας ούτε την απόλυτη ευθυγράμμιση της υπάρχουσας (με τον τρόπο που απαιτούν οι αμερικάνοι) αλλά ούτε ακόμα και να επιβληθεί ένα ενδεχόμενο στρατιωτικό πραξικόπημα. Και έχοντας, εμείς τουλάχιστον, ως εκτίμηση, ότι μια χερσαία επιχείρηση δεν θα είναι μια καθόλου εύκολη διαδικασία. 

Σε κάθε περίπτωση, για την εξέλιξη των παραπάνω, κρίσιμος παράγοντας είναι η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος για την ώρα δεν έχει μιλήσει. Αν, πάντως, τα πράγματα δεν εξελιχθούν σε κάτι παραπάνω από την εξαγωγή «κινηματογραφικών» εντυπώσεων σε σχέση με τις δυνατότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, με βάση την επιχείρηση απαγωγής, τότε ίσως να μιλάμε για έναν αμερικάνικο τυχοδιωκτισμό που μπορεί να γυρίσει σε βάρος των εμπνευστών του και να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη επιθετική υστερία στην αμερικάνικη ηγεσία. Σε κάθε περίπτωση, οι κύκλοι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που στηρίζουν τη λύση Τραμπ είναι πολύ πιθανό να δοκιμάσουν σύντομα την τύχη τους σε νέες δολοφονικές, τυχοδιωκτικές περιπέτειες είτε στη Βενεζουέλα είτε σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής αλλά και αλλού. Το Ιράν, με δεδομένα τα αμφίβολα αποτελέσματα των πρόσφατων αμερικάνικων (με την προβιά του Ισραήλ) βομβαρδισμών αλλά και τη διατήρηση του ελέγχου της χώρας από την ηγεσία του, παραμένει στόχος πρώτης γραμμής.

6) Ο τρόπος και το εύρος με τα οποία η ηγεσία Τραμπ έχει ανοίξει τα ζητήματα δεν μας μετακινεί από τη στέρεη εκτίμησή μας περί αναντιστοιχίας μέσων και σκοπών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Με άλλα λόγια, από την εκτίμηση που λέει ότι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα για να επιτύχει το στόχο του να είναι δικά του η δύση, η ανατολή, ο βοράς και ο νότος στη γη, η παγκόσμια δηλαδή κυριαρχία. Όσο αυτός ο στόχος δεν υλοποιείται τόσο και απομακρύνεται, και αυτό απογειώνει τα άγχη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και τη συνακόλουθη αιματοβαμμένη επιθετικότητά του.

7) Ακόμη πιο στριμωγμένοι βρίσκονται από την εξέλιξη αυτή οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, αλλά και από τη διακηρυγμένη συνέχιση της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ που φτάνει μέχρι την ανοιχτή διεκδίκηση της Γροιλανδίας. Οι αντιφάσεις τους, οι αντιθέσεις τους και κυρίως η  καταγεγραμμένη αδυναμία τους (πολιτική και στρατιωτική) να παρέμβουν με έναν αποφασιστικό τρόπο για τα δικά τους συμφέροντα στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, δεν τους αφήνει παρά ελάχιστα περιθώρια διαφοροποίησης (πόσο μάλλον κριτικής) από αυτήν την ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση. Η "δημοκρατική" Ευρώπη κάνει τα στραβά μάτια για την επέμβαση και κρύβεται πίσω από κριτικές για το "καθεστώς Μαδούρο" (όπως ακριβώς κάνει με τη σφαγή στην Παλαιστίνη). Οι δηλώσεις «ανησυχίας» και τα καλέσματα σε «αυτοσυγκράτηση» (!!!) δεν είναι παρά δείγματα της αμηχανίας τους μπροστά σε μια εξέλιξη που ­για μια ακόμη φορά τους μετατρέπει σε απλούς θεατές μιας πολιτικής που τους προορίζει σε απόλυτα ευθυγραμμισμένους ακόλουθους των ΗΠΑ. Και γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ανοιχτή αμφισβήτηση του λεγόμενου «διεθνούς δικαίου» είναι και μία ευθεία αμφισβήτηση ρόλων και ισορροπιών με τις οποίες κινήθηκε η Δύση όλο το διάστημα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

8) Περισσεύουν, βεβαίως, τα λόγια για την ελεεινή, υποτελή στάση της κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία αναζητά ακόμη στην ατζέντα της πότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή να ασχοληθεί με τη «νομιμότητα ή μη» της επέμβασης των ΗΠΑ! Επιβεβαιώνεται διαρκώς η επιλογή της ντόπιας άρχουσας τάξης να υπηρετήσει αδιαμαρτύρητα τις επιλογές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, καλλιεργώντας μωροφιλοδοξίες και ελπίζοντας σε ανταλλάγματα που, πριν απ’ όλα, υπονομεύουν τις ζωές και τις τύχες του λαού μας και των λαών της περιοχής.

9) Πολλοί στην εγχώρια αλλά και στην παγκόσμια ρεφορμιστική Αριστερά, μην αντλώντας κανένα δίδαγμα από την πραγματικότητα και την πείρα, συνεχίζουν πεισματικά να αποθεώνουν την σοσιαλδημοκρατική βενεζουελάνικη ηγεσία, ξεχνώντας ότι η λεγόμενη «Αριστερά του 21ου αιώνα» (όπως οι ίδιοι έλεγαν) δεν ήταν ένα κύμα από το μέλλον αλλά τα απόνερα της ήττας του επαναστατικού κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Δεν θα θυμίσουμε τους συμβιβασμούς της ηγεσίας αυτής με τη μεγαλοαστική τάξη και τις προσπάθειες καλής συνεννόησης με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και ενώ αυτός ήταν μέχρι πρόσφατα ο βασικός εμπορικός εταίρος της Βενεζουέλας. Ούτε την παραγωγική αποσυγκρότηση της χώρας αυτής (του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα) που έφερε και αυτή η ηγεσία ποντάροντας μόνο στο πετρέλαιο και στο συνάλλαγμα και καταδικάζοντας το λαό της χώρας σε ανέχεια όταν κλιμακώθηκε η πολιτική των κυρώσεων και των εμπάργκο.

Μας αρκούν έτσι κι αλλιώς τα πρόσφατα πεπραγμένα της ηγεσίας αυτής. Που μέχρι τελευταία στιγμή επιζητούσε το συμβιβασμό, προσφέροντας γη και ύδωρ στον Τραμπ και στις αμερικάνικες εταιρίες. Που έψαχνε τη διέξοδο στα τηλεφωνήματα με τον Τραμπ και όχι στο λαό της Βενεζουέλας. Μόνο αυτά δεν ήταν αρκετά για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό… 

Ποιος είναι υπεύθυνος για το γεγονός ότι τα αμερικάνικα ελικόπτερα και αεροπλάνα πετούσαν ανενόχλητα επί δύο μήνες; Ποιος είναι υπεύθυνος για το γεγονός ότι κανείς δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς συντελείται αυτές τις μέρες σε επίπεδο προθέσεων στο εσωτερικό της ηγεσίας αυτής; Ποιος είναι υπεύθυνος, αν όχι αυτή η ηγεσία, που ο λαός δεν καλέστηκε στους δρόμους, να οργανωθεί να υπερασπίσει τη χώρα του και να απαντήσει την ιμπεριαλιστική επιδρομή;

10) Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα και η συνολική στάση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε όλο τον κόσμο (και πάνω από όλα στην Ουκρανία) ανεβάζουν κατακόρυφα τους κινδύνους για τους λαούς. Τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στον πόλεμο, στις ιμπεριαλιστικές επιδρομές και τις καταστροφές χωρών μπορούν να τον οργανώσουν και να τον οδηγήσουν μόνο οι ίδιοι οι λαοί και η εργατική τάξη. Καμία τάση του συστήματος δεν μπορεί να διεξάγει αντιιμπεριαλιστική αντιπολεμική πάλη, καμία αστική τάξη, καμία άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Γιατί οι τάσεις του συστήματος από τη φύση τους επιζητούν μόνο έναν πιο επωφελή διακανονισμό για αυτές, ακριβώς μέσα στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

11) Με την έννοια αυτή, η ανάγκη να καταδικαστεί η αμερικάνικη επιδρομή στη Βενεζουέλα και η απαγωγή των Μαδούρο - Φλόρες, είναι μια ανάγκη που αφορά όλους τους λαούς του κόσμου. Πρέπει να εκφραστεί με κάθε τρόπο και στον δρόμο η καταγγελία αυτή. 

Ειδικά για τη χώρα μας, αυτό δεν αρκεί. Είναι καθήκον πρώτης γραμμής η συγκρότηση αντιιμπεριαλιστικού – αντιπολεμικού κινήματος που θα κάνει μαζική γραμμή πάλης την απαίτηση να κλείσουν οι δολοφονικές αμερικάνικες βάσεις και να καταγγελθεί η παραχώρηση της χώρας στα δολοφονικά σχέδια του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού.

Το ΚΚΕ(μ-λ) θα συνεχίσει να παλεύει αποφασιστικά σε αυτήν την αναγκαία, για το λαό, την εργατική τάξη και τη νεολαία, κατεύθυνση!

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026



 


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

Ανακοίνωση της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Κομμουνιστικής Εργατικής Ένωσης (ΜΛΜ) Κολομβίας για την Βενεζουέλα

0

Απορρίπτουμε την  ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των Γιάνκηδων κατά της Βενεζουέλας!

Το επαναστατικό προλεταριάτο στην Κολομβία απορρίπτει την  ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των Γιάνκηδων ενάντια στη Βενεζουέλα, η οποία αποδεικνύει για ακόμη μία φορά το ψέμα της υποτιθέμενης υπεράσπισης της κυριαρχίας των λαών που επικαλούνται όλοι οι ιμπεριαλιστές· οι οποίοι, στο όνομα των συμφερόντων τους για αγορές, φυσικούς πόρους και εργατική δύναμη, πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν.

Ο άθλιος βομβαρδισμός διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών τοποθεσιών και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου καθιστούν σαφές ότι η σημαία της «πάλης κατά των ναρκωτικών», την οποία χρησιμοποιούν οι γιάνκηδες ιμπεριαλιστές υπό την ηγεσία του Τραμπ, δεν είναι παρά ένα πρόσχημα που συγκαλύπτει τον σκοπό της ανάκτησης της κυριαρχίας τους πάνω στη Βενεζουέλα, η οποία σήμερα βρίσκεται υπό την επιρροή της Ρωσίας και της Κίνας. Οι τρομοκρατικές τους ενέργειες αποκρύπτουν το ενδιαφέρον τους να ιδιοποιηθούν τα σημαντικότερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Η Βενεζουέλα αποτελεί ένα ακόμη πεδίο της ενδοϊμπεριαλιστικής πάλης για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου.

Είναι επίσης σαφές ότι η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα έχει τη στήριξη τμημάτων της αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων της Βενεζουέλας και άλλων χωρών· κατά συνέπεια, η επιθετικότητα αυτή δεν είναι ξένη προς τη διαμάχη ανάμεσα στις τάξεις που εκμεταλλεύονται και κυριαρχούν πάνω στον λαό της Βενεζουέλας, πουλώντας τον στον ιμπεριαλιστή που προσφέρει τα περισσότερα.

Καταγγέλλουμε ότι στην Κολομβία η αντιδραστική δεξιά και οι κυρίαρχες τάξεις είναι συνεργοί της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας ενάντια στη γειτονική χώρα. Εκείνοι που ποζάρουν ως «δημοκράτες» πανηγυρίζουν για τον βομβαρδισμό μιας κυρίαρχης χώρας, πράξη που καταπατά και πετά στον κάλαθο των αχρήστων όλο το διεθνές δίκαιο, το οποίο οι ίδιοι αυτοί «δημοκράτες» καυχώνται ότι σέβονται. Καταγγέλλουμε επίσης τη δουλική τους υπόδειξη να γίνει το ίδιο και στη δική μας χώρα, σε περίπτωση που η αριστερά συνεχίσει να βρίσκεται στην εξουσία.

Το επαναστατικό προλεταριάτο δεν στηρίζει το καθεστώς Μαδούρο, αλλά καταδικάζει απερίφραστα την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και εκφράζει την αλληλεγγύη του στον λαό της Βενεζουέλας. Έναν λαό που χρειάζεται να πάρει στα δικά του χέρια το πεπρωμένο του, απελευθερώνοντας τον εαυτό του από κάθε ιμπεριαλιστική κυριαρχία· κάτι που είναι αδύνατο χωρίς την κατάργηση της μισθωτής εκμετάλλευσης και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, και χωρίς την εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας του ένοπλου λαού.

Καλεί την εργατική τάξη, τους αγρότες, τους αυτόχθονες λαούς και γενικότερα τον εργαζόμενο λαό στην Κολομβία να απορρίψουν την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και να κινητοποιηθούν σε αλληλεγγύη με τα αδέλφια τους που δέχονται την επίθεση, απαιτώντας ταυτόχρονα τη ρήξη των στρατιωτικών συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ξήλωμα των Αμερικανικών βάσεων από τη χώρα.

Όχι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα – έξω οι γιάνκηδες από τη Βενεζουέλα!

Ζήτω ο προλεταριακός διεθνισμός!

Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων
Κολομβία - Κομμουνιστικη Εργατική Ένωση (μλμ)

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

05 Ιανουαρίου 2026

Αγωνιστικές Κινήσεις | Οι ΗΠΑ ματώνουν ΞΑΝΑ τη Λατινική Αμερική - Αλληλεγγύη στον λαό της Βενεζουέλας

0

 

Στις 03/01 στη Βενεζουέλα, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός προχώρησε σε πραξικοπηματική εισβολή, βομβαρδισμούς και την απαγωγή του προέδρου της χώρας Νικολάς Μαδούρο.

Οι δηλώσεις Τραμπ αποτελούν μνημείο ιστορικής χυδαιότητας:

  • Ο Τραμπ δήλωσε χωρίς πολλά - πολλά ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν τη "μεταβατική" διακυβέρνηση, χωρίς καν, έστω για τα προσχήματα να τοποθετήσουν μία "μαριονέτα" τους όπως συνηθίζουν.
  •  Έκανε ξεκάθαρη την επιδίωξη του να εγκατασταθούν οι πετρελαϊκοί όμιλοι στη Βενεζουέλα προκειμένου να κερδοφορήσουν, εκμεταλλευόμενοι τη χώρα με το μεγαλύτερο απόθεμα στον κόσμο.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει μεγάλο ιστορικό επεμβάσεων στη Λ. Αμερική (Κούβα, Μεξικό, Γουατεμάλα, Χιλή, Νικαράγουα, Παναμάς κ.α.). Τα αποτελέσματα πάντα τα ίδια: λίμνες αίματος, πραξικοπήματα, χούντες.

Οι επιδιώξεις των ΗΠΑ είναι η άμεση επαναφορά του Δόγματος Μονρόε - μετατροπή της Λ. Αμερικής σε σφαίρα επιρροής -, με την ανατροπή της κατάστασης "απειθαρχίας" των κυβερνήσεων, την απομάκρυνση τους από την επιρροή Ρωσίας και Κίνας.

Η εξελιξη αυτή, εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο έντασης των ανταγωνισμών και της προσπάθειας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να προετοιμάσει σε πολλαπλά επίπεδα τους όρους για την επόμενη ημέρα της αντιπαράθεσης. Η επικινδυνότητα των εξελίξεων συμπυκνώνεται στο κύριο μέτωπο της αντιπαράθεσης των ιμπεριαλιστών, στο μέτωπο της Ουκρανίας, που μετρά πια σχεδόν 4(!) χρόνια! Οι ιμπεριαλιστές θέλουν να ξαναμοιράσουν την γη με το αίμα των λαών! 

Όπως ήταν αναμενόμενο, πρώτη η αμερικανόδουλη εξαρτημένη αστική τάξη, μέσω της κατάπτυστης δημοσίευσης του Μητσοτάκη δήλωσε σε όλους τους τόνους πως επικροτεί την κίνηση των ΗΠΑ, που προχωρά σε διόρθωση των ανορθογραφιών στη Λ. Αμερική. Τα ψιλά γράμματα όπως το... Διεθνές δίκαιο είναι συζήτηση άλλης στιγμής, σύμφωνα με την κυβέρνηση.

Εμείς γνωρίζουμε καλά, πώς το Διεθνές Δίκαιο υπάρχει για να νομιμοποιεί τις σφαγές του ιμπεριαλισμού. Η περίπτωση της Παλαιστίνης είναι η πιο χαρακτηριστική! Απέναντι στο μαύρο μέλλον που όμως υπόσχονται οι ιμπεριαλιστές όπου γης, υπάρχει προοπτική και διέξοδος: η πάλη των λαών. Εμείς, ως σπουδάζουσα νεολαία, ως κομμάτι του λαού μας έχουμε χρέος να δείξουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο λαό της Βενεζουέλας! Να οικοδομήσουμε αντιιμπεριαλιστικό - αντιπολεμικό κίνημα, διεθνιστικής αλληλεγγύης μέσα και έξω από τις σχολές!

  • ΕΞΩ ΗΠΑ - ΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ!
  • ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΛΑΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ!
  • Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΘΑ ΣΥΝΤΡΙΨΕΙ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ!


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

29 Δεκεμβρίου 2023

Τεράστιο ανθρώπινο καραβάνι εγκλωβισμένο στα σύνορα Μεξικό - ΗΠΑ

0
Περίπου 6.000 άνθρωποι έχουν σχηματίσει ένα τεράστιο καραβάνι, από την Κεντρική και Νότια Αμερική διασχίζοντας τους δρόμους του Μεξικού με στόχο να φτάσουν στα σύνορα των ΗΠΑ. Το πανό που προπορεύεται γράφει “Έξοδος από τη φτώχεια”, χιλιάδες άνθρωποι απελπισμένοι, αποφασίζουν να φύγουν από τον τόπο τους εξαιτίας της φτώχειας και του εγκλήματος (συνθήκες που ο ίδιος ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει βάλει το χεράκι του) με στόχο μια καλύτερη ζωή “στη γη της επαγγελίας” στις ΗΠΑ.

Επίσημα στοιχεία λένε για πάνω από 2 εκατ. άνθρωποι έχουν φτάσει το 2023 στα σύνορα Μεξικού – ΗΠΑ. Στις αρχές του Δεκέμβρη οι αμερικανικές αρχές διέταξαν να κλείσουν για λίγο ορισμένα συνοριακά περάσματα, τα οποία τυγχάνουν να είναι συνοριακοί σιδηροδρομικοί οδοί ζωτική σημασίας για την οικονομία του Μεξικού, δήθεν για να αντιμετωπισθεί το μεταναστευτικό κύμα. Στόχος τους να πιέσουν την κυβέρνηση του Μεξικού για να μοιραστούν το πολιτικό βάρος της μεταναστατευτική πολιτικής. Το ανθρώπινο καραβάνι ξεκίνησε λίγες μέρες πριν φτάσει ο υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν στην Πόλη του Μεξικού για να συνάψει νέες συμφωνίες για τον έλεγχο της μετανάστευσης. Ο Μπλίνκεν συναντήθηκε με τον Μεξικανό πρόεδρο Ανδρές Μανουέλ Λόπεζ Οβραδόρ και συμφώνησαν να δημιουργηθεί ομάδα εργασίας για την από κοινού διαχείριση του αριθμού μεταναστών χωρίς έγγραφα που φθάνουν στα νότια σύνορα των ΗΠΑ.

Πρόσφατα ο πρόεδρος Μπάιντεν έγραψε στην πλατφόρμα Χ: «Η ανάληψη πρωτοβουλιών από τις διωκτικές αρχές είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας κρίσιμων εισόδων στη χώρα μας». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ακόμη πιο δολοφονική βάρβαρη πολιτική των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν την αναγκαστική μετανάστευση των φτωχών της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής; (άλλωστε είναι γνωστές οι συνθήκες που επικρατούν εκεί, δολοφονίες, απειλές, βια, βιασμοί κλπ)

Το μόνο σίγουρο είναι για το «άνοιξε - κλείσε» της κάνουλας των μεταναστευτικών ροών καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τις εκάστοτε ανάγκες του αμερικάνικου κεφαλαίου για το ξεζούμισμα της «φτηνής» εργατικής δύναμης/ των μεταναστών. Μένει να φανεί πως θα εξελιχθούν τα πράγματα και μπροστά στις επερχόμενες εκλογές των ΗΠΑ, καθώς και ο Μπαιντεν επιδιώκει την επανεκλογή του και δέχεται πιέσεις γιατί και η μεταναστευτική πολιτική είναι ένα φλέγον ζήτημα που σηκώνει εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

16 Αυγούστου 2022

ΒΡΑΖΙΛΙΑ | Η επέλαση του πραξικοπηματισμού στην εκλογική φάρσα*

0

Η γενικευμένη κρίση αποσύνθεσης του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όπως και η ετοιμοθάνατη οικονομία του που παρακμάζει, επιδεινώνονται συνεχώς, πετώντας τις λαϊκές μάζες σε μια διαβολική καθημερινότητα και την κοινωνία σε μια κλιμακούμενη αποσάρθρωση. Όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν μια ζωή με ελλείψεις και απόγνωση βρίσκονται όλο και πιο πολύ στην καθημερινή διαβίωση των ανθρώπων.

Πάνω από 125 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι και Βραζιλιάνες δεν έχουν εξασφαλίσει τον άρτο τον επιούσιο. Μεταξύ αυτών, 33 εκατομμύρια αντιμετωπίζουν καθημερινά το φάσμα του λιμού – μια αύξηση κατά 14 εκατομμύρια εάν το συγκρίνουμε με τα νούμερα του 2020. Ανατρέχοντας στην αφήγηση μια εργαζόμενης που έδωσε συνέντευξη στο μονοπώλιο του Τύπου Globo: «τα αγόρια κλαίνε συνεχώς επειδή πεινάνε, μας ζητούν να φάνε και εμείς δεν έχουμε,  μας βασανίζει η σκέψη και μας πιάνει πονοκέφαλος». Ταυτόχρονα, αυξάνουν με συνεχιζόμενους ρυθμούς η εγκληματικότητα και η γενοκτονική δράση της οπισθοδρομικής κρατικής μηχανής ενάντια στον πληθυσμό των φτωχών ανθρώπων, στο πλαίσιο αστυνομικών τιμωρητικών επιδρομών στις φαβέλες και πανταχού στη  χώρα  αυξάνει το πλήθος των ανθρώπων που ζουν στους δρόμους και αναγκάζονται να επιβιώσουν σαν αδέσποτα ζώα με πληγωμένη αξιοπρέπεια επιδεινώνονται ο αλκοολισμός και η κατανάλωση ναρκωτικών αυξάνει η πορνεία,  ιδιαίτερα  έφηβων κοριτσιών, διαλύεται  ο λαϊκός οικογενειακός ιστός και εμφανίζονται κάθε λογής προσωπικές τραγωδίες .  Αυτά, πέρα από τις κάθε είδους κοινωνικές επιπτώσεις που οφείλονται σε θανάτους λόγω παραλείψεων και στις ειδεχθείς ενέργειες της στρατιωτικής κυβέρνησης Μπολσονάρο στη διάρκεια της πανδημίας, και πέρα από τα αποκρουστικά εγκλήματα κατά του λαού, τα οποία βαφτίστηκαν επισήμως από τους κυβερνώντες και το μονοπώλιο του Τύπου «περιβαλλοντικές καταστροφές», όπως το πρόσφατο συμβάν στη μητροπολιτική ζώνη του Ρεσίφε(1), που ήδη άφησε 128 νεκρούς. Μήπως υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αυτό λέγεται Κόλαση, ή τα προπύλαια της κόλασης;

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αντίδραση αρχίζει να στήνει το εκλογικό της τσίρκο με το δόλιο θέαμα των ταχυδακτυλουργών και των θηριοδαμαστών, με βασικό σκοπό την ανανέωση της νομιμοποίησης του σάπιου πολιτικού συστήματος, χειραγωγώντας  με την ψεύτικη πόλωση.  Ανάμεσα στην εκλογικίστικη οπορτουνιστική ψευτοαριστερά και τον «φασισμό», κατά τρόπο ώστε να αποσπάσει ψήφους και συνάμα να δεσμεύσει τις μάζες μέσω ενθουσιωδών κινητοποιήσεων. Επί της ουσίας, έχει αποτύχει. Σημαντικό τμήμα των μαζών έχει πλέον αποκτήσει ένα επίπεδο συνείδησης αρκετά ξεκάθαρο ώστε να μην μπορούν ούτε να ξεγελαστούν ούτε να χειραγωγηθούν.

Αυτό φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις διότι στην ουσία εκείνο που οδηγεί στην κάλπη τις λαϊκές μάζες που ακόμη δεν δηλώνουν ότι θα απόσχουν είναι ο εκβιασμός. Από το σύνολο του εκλογικού σώματος, το 53% περισσότερο φοβούνται την επανεκλογή του Μπολσονάρου και το 35% φοβούνται πιο πολύ την επάνοδο του Λούλα. Όσο για το κριτήριο της απόρριψης, το 60% των ψηφοφόρων απορρίπτουν τον Μπολσονάρου  ενώ το 40% απορρίπτουν τον Λούλα (δημοσκόπηση Genial/Quaest, 8 Ιουνίου ). Με άλλα λόγια, οι ψηφοφόροι που εξακολουθούν να ψηφίζουν κινούνται σε γενικές γραμμές με βάση την άρνηση και όχι με βάση τη θετική ψήφο,  δεν ψηφίζουν αυτό που θέλουν αλλά εκείνο που θεωρούν το μικρότερο κακό.   Δεν κινητοποιούνται ούτε δεσμεύονται επειδή πιστεύουν στο πεπαλαιωμένο δημοκρατικό πολίτευμα ή γιατί  θεωρούν πως οι μηχανισμοί του συνιστούν τα μέσα που θα επιφέρουν βελτιώσεις στις βιοτικές τους συνθήκες, αλλά απλώς και μόνο καταθέτουν ψήφους απελπισίας οι οποίες μετατρέπονται σε σωρεία απογοητεύσεων και οδηγούν σε εκρηκτικό αίσθημα μνησικακίας που τροφοδοτεί το μίσος τους για όλο συνολικά το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς του,  που σιγοτρώει η διαφθορά, και για τις κάκιστες συνθήκες της ζωής τους, πυροδοτώντας ακόμη περισσότερο την επαναστατική κατάσταση και προτρέποντάς τους να στηρίξουν όλο και πιο ενεργά και να συμμετάσχουν στις αναπότρεπτες επαναστατικές δράσεις που θα έλθουν.

Οι εκλογές, τόσο μεγάλης σημασίας για την ενοποίηση των αντιδραστικών, όχι μόνο δεν πρόκειται να πετύχουν τον σκοπό τους να ξεγελάσουν και να τιθασεύσουν την ταξική οργή των λαϊκών μαζών, που όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν τον ταξικό χαρακτήρα αυτού του πολιτικού συστήματος του πεπαλαιωμένου κράτους των μεγαλοτσιφλικάδων και μεγαλοαστών στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού, κυρίως του αμερικάνικου, αλλά ούτε θα μπορέσουν να διευθετήσουν τους όλο και πιο οξυμένους καβγάδες στους κόλπους των αναφερόμενων ιθυνουσών τάξεων.

Όπως έχουμε ήδη τονίσει, η φετινή χρονιά θα καθορίσει την πορεία των επόμενων χρόνων, όχι όμως λόγω του αποτελέσματος των εκλογών αλλά ως συνέπεια του σκυλοκαβγά που μαίνεται εν μέσω και στο περιθώριο των εκλογών. Ο Μπολσονάρου, που κάθε πέντε λεπτά νιώθει την ανάγκη να υπενθυμίσει ότι είναι ο «γενικός αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων», μπας και κάποιος το ξεχάσει, περνά όλο και πιο εντατικά στην επίθεση. Προσφάτως δήλωσε ότι δεν πρόκειται να υποταχθεί σε ενδεχόμενες αποφάσεις του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (STF), ότι το Ανώτατο Εκλογοδικείο (TSE) κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να κερδίσει ο Λούλα, και πως «υπάρχουν μερικοί που θέλουν να κλέψουν την ελευθερία μας» – αναφερόμενος στο TSE – και ότι για να την υπερασπιστεί είναι διατεθειμένος να «κηρύξει πόλεμο». Βεβαίως, ο πάλαι ποτέ δειλός κυνηγός κεφαλών παριστάνει τώρα τον γενναίο, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το επίπεδο πολιτικοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων και των βοηθητικών δυνάμεων, που θα βαθύνει όσο πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών και με την προοπτική επικράτησης του οπορτουνιστή Λούλα, η οποία επί του παρόντος διαφαίνεται. Γνωρίζει ότι οι στρατηγοί, παρ’ ότι θα προτιμούσαν να μεθοδεύσουν το πραξικόπημά του διά της θεσμικής οδού και χωρίς ρήξεις, δεν μπορούν να αποκλείσουν τελείως το ενδεχόμενο να «συρθούν» σε μια ρήξη σε περίπτωση που τεθεί σε κίνδυνο ο έλεγχός τους στο στράτευμα.  Γνωρίζει πως η ταξική πάλη θα σημειώσει ένα άλμα, και προτίθεται να χρησιμοποιήσει αυτό το γεγονός ως αιτιολογία για να προωθήσει το σχέδιο αντιδραστικής τρομοκρατίας που σκαρώνει και ως επιχείρημα για να συμπαρασύρει το Γενικό Επιτελείο,  γνωρίζει επίσης ότι οι μάζες απορρίπτουν το πεπαλαιωμένο δημοκρατικό πολίτευμα – μολονότι επίσης απορρίπτουν οποιαδήποτε «επανέκδοση» του φασιστικού στρατιωτικού καθεστώτος – και ότι μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το αίσθημα για να εξουδετερώσει το κίνημα «υπεράσπισης των θεσμών».  Και  πάνω απ’ όλα γνωρίζει ότι οι θρασύδειλοι που βρίσκονται επικεφαλής του νομικού σκέλους της εκλογικής διαδικασίας δεν θα κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν τη συμμετοχή του, καθώς παρόμοια ενέργεια θα ενισχύσει την πραξικοπηματική ρητορική του πως θέλουν να το αποσύρουν από την αναμέτρηση προς όφελος του υποψηφίου του Κόμματος των Εργαζομένων.

Ιδού λοιπόν που οι στρατηγοί, αυτοί οι ιεροκήρυκες της αχρηστίας και των παχυλών μισθών, όλο και πιο απροκάλυπτα συνωμοτούν για να επιβάλουν την πραξικοπηματική αντιδραστική τάξη. Ο πρώην γενικός αρχηγός του Στρατού Ξηράς και σημερινός Υπουργός Άμυνας, Πάουλο Σέρζιο Νογκέιρα, τον οποίο κάποτε εξυμνούσαν οι ανεγκέφαλοι φιλελέδες του μονοπωλίου του Τύπου ως ισχυρό άνδρα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας» στο στρατό, σε ακρόαση στο Κογκρέσο, όταν ρωτήθηκε αν οι Ένοπλες Δυνάμεις θα αποδέχονταν να πάρουν μέρος σε ενδεχόμενο πραξικόπημα που θα προκαλούσε ο Μπολσονάρο, δεν απάντησε ευθέως αλλά απλώς ανέγνωσε το άρθρο 142 του Συντάγματος, του οποίου η ομόφωνη ερμηνεία από μεριάς όλων των στρατηγών, όλων των γενεών, συνιστά μια άδεια δράσης, μια ελεύθερη εντολή ώστε να επεμβαίνουν στρατιωτικά στα θεσμικά όργανα προκειμένου να «εγγυώνται τις συνταγματικές εξουσίες», αποκτώντας  το ρόλο μεσολαβητικής δύναμης.

Οπότε οι στρατηγοί, που ήδη τώρα συμφωνούν ομόφωνα με την αναγκαιότητα να ελέγχουν το σύστημα διακυβέρνησης – κατά προτίμηση ενεργώντας στο παρασκήνιο, αλλά ασκώντας πραγματικό και αναγνωρισμένο έλεγχο – όλο και πιο πολύ συσπειρώνονται γύρω από μια συγκεκριμένη θέση. Εκτιμούν ότι στην τρέχουσα συγκυρία (πολιτικοποίηση των στρατώνων και κίνδυνος αμφισβήτησης της ιεραρχίας,  πιθανότητα εκλογικής διαδικασίας βυθισμένης στην πολιτική βία και με απόπειρες κατά των υποψηφίων, όλα σε συνδυασμό με την αναπότρεπτη τάση φουντώματος της Αγροτικής Επανάστασης), ακόμη κι αν προσπαθούν να χειριστούν τα στρατεύματα, στο μέτρο του δυνατού, προς την κατεύθυνση της αποφυγής της ρήξης, θα πρέπει να διαβλέπουν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν σε ρήξη στο πλαίσιο τακτικής συμπόρευσης με τον Μπολσονάρου, ώστε στη συνέχεια να προσπαθήσουν να εξουδετερώσουν τον Μπολσονάρου, να αναδιαρθρώσουν την παλιά κρατική μηχανή και να επιστρέψουν στη «δημοκρατία» – στην πραγματικότητα, σε ένα απολυταρχικό προεδρικό καθεστώς – εμφανιζόμενοι σε τελευταία ανάλυση σαν μια νομιμόφρων δύναμη που απάλλαξε τη χώρα από τα άκρα. Να ποια είναι η αρρωστημένη εμμονή τους. Αυτό εξηγεί γιατί δεν εγκρίνουν οριστικά την ηλεκτρονική ψηφοφορία – αλλά αντιθέτως, την αμφισβητούν –, και ούτε δηλώνουν κατηγορηματικά πως το άρθρο 142 δεν τους επιτρέπει να επέμβουν, αλλά μάλλον το αντίθετο. Όσοι πιστεύουν πως οι εκλογές είναι αυτές που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας τη φετινή χρονιά είναι χαζοί. Και μεταξύ αυτών, εξέχουσα θέση κατέχει ο κύριος Λουΐς Ινάσιο Λούλα.

Ο Μαρξ είχε πει πως κάποιες δεκαετίες αξίζουν τόσο όσο ένα έτος, και πως υπάρχουν χρονιές που αξίζουν όσο πολλές δεκαετίες. Οι επικείμενες εκλογές, όχι τόσο γι’ αυτό καθαυτό το αποτέλεσμά τους αλλά λόγω της αντιπαράθεσης που προκάλεσαν, θα κάνουν αυτή τη χρονιά να αξίζει όσο δεκαετίες. Προμηνύοντας μεγάλες μάχες στο πλαίσιο ενός ταξικού πολέμου, η αντεπανάσταση άρχισε να επιθεωρεί τις γραμμές της και ξεκίνησε να ακονίζει τα σπαθιά της, εξετάζοντας τα σχέδια δράσης που έχει καταστρώσει και δρομολογώντας τα με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Οι δυνάμεις της επανάστασης, ας πούμε, οφείλουν να κάνουν το ίδιο, καθώς αυτό απαιτούν οι ανάγκες των μαζών: να το πράξουμε με περισσότερη ενεργητικότητα και θυσίες, με μεγαλύτερη συγκέντρωση και πειθαρχία, πιο γρήγορα και καλύτερα.


(1) Σοβαρές κατολισθήσεις που καταπλάκωσαν μια φαβέλα (ΣτΜ).

· Άρθρο της σύνταξης της μηνιαίας βραζιλιάνικης εφημερίδας «Νέα Δημοκρατία» στο τεύχος 248, Ιούνιος-Ιούλιος 2022. (anovademocracia.com.br/no-248/17723-editorial-a-marcha-do-golpismo-na-farsa-eleitoral). Την μετάφραση για τις Αντιγειτονιές έκανε ο Π.Π. Ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών στην Βραζιλία είναι προγραμματισμένος για τις 2 Οκτωβρίου 2022. Η αναδημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με όλες τις απόψεις που διατυπώνονται. Η επίσημη προεκλογική εκστρατεία ξεκίνησε στις 16 Αυγούστου. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις ο Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα προηγείται καθαρά του νυν προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου αλλά θα χρειαστεί κατά πάσα πιθανότητα να γίνει και δεύτερος εκλογικός γύρος που είναι προγραμματισμένος για τις 30 Οκτωβρίου.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ