- Παράταση και μεγάλωμα του αδιεξόδου των ΗΠΑ. Προς έναν πόλεμο αντοχής και φθοράς;
- Διεργασίες και ανακατατάξεις στις περιφερειακές δυνάμεις και τις ντόπιες άρχουσες τάξεις
- Η πάλη του λαού της Παλαιστίνης για λεύτερη πατρίδα πάντα επίκαιρη
Παρατείνεται και μεγαλώνει το αδιέξοδο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι με το Ιράν. Μεγαλώνουν οι κίνδυνοι για τους λαούς της περιοχής.
Από τη μια πλευρά, η επιλογή μιας μαζικής επίθεσης και ισοπέδωσης βασικών ενεργειακών εγκαταστάσεων και μεταφορικών υποδομών του Ιράν δεν ήταν σίγουρο ότι θα έκαμπτε την ιρανική ηγεσία, ενώ ταυτόχρονα ήταν δεδομένη η δυνατότητα του Ιράν (με την κρίσιμη βοήθεια του ρώσικου –κυρίως– αλλά και του κινέζικου ιμπεριαλισμού) να κάνει πράξη την απειλή του ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα πλήξει όλες τις κομβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις αλλά και εγκαταστάσεις αφαλάτωσης των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου. Έτσι, μια τέτοια επιλογή θα απολυτοποιούσε το αδιέξοδο, μιας και θα διακινδύνευε να ανεβάσει την αντιπαράθεση σε τέτοια επίπεδα για τα οποία ούτε οι ΗΠΑ ούτε καμιά άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη είναι έτοιμες αυτή τη στιγμή. Την ίδια πάνω-κάτω εξέλιξη θα είχε η επιλογή μιας περιορισμένης επέμβασης και κατάληψης ορισμένων νησιών ή και παράκτιων περιοχών του Ιράν, που επιπλέον θα μετέτρεπε τις περιοχές κατάληψης σε «πεδίο βολής» για τον ιρανικό στρατό, και με τις μεγάλες απώλειες στους κόλπους των Αμερικανών να είναι επίσης δεδομένες.
Από την άλλη πλευρά, είχε γίνει πια σαφές πως το «Μνημόνιο Κατανόησης» (που τέθηκε σε σκληρή κριτική από τους Δημοκρατικούς, τμήματα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και σημαντικές δεξαμενές σκέψης των ΗΠΑ που απηχούν το αμερικανικό «βαθύ κράτος») είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα μέσα στην ίδια τη διοίκηση Τραμπ. Αμφισβητήθηκε από την πρώτη στιγμή η σκοπιμότητά του και γι’ αυτό, παράλληλα, οι ΗΠΑ όχι μόνο επιδίωξαν (και κατάφεραν) να υπάρξει η γνωστή αντιδραστική συμφωνία μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, αλλά ξεκίνησαν συνολικά την προσπάθεια αναίρεσης όλων εκείνων των σημείων που θεωρήθηκαν (και είναι) διπλωματικές επιτυχίες του Ιράν. Σκοπός τους είναι να γίνει κατορθωτή μια νέα συμφωνία, που να εμπεριέχει καλύτερους για τις ΗΠΑ όρους και να βάζει άμεσα την τύχη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Δηλαδή, πάλι ένας συμβιβασμός, που όμως θα έδινε στη διοίκηση Τραμπ τη δυνατότητα να ισχυριστεί ότι πέτυχε κάτι καλύτερο από τη συμφωνία του 2015. Η προσπάθεια αυτή των ΗΠΑ είχε σαν κεντρικό της εργαλείο την προσφυγή ξανά στη δύναμη των όπλων, με το χτύπημα κυρίως παράκτιων εγκαταστάσεων του Ιράν, που όμως –από ένα σημείο και πέρα– οδηγούσε στα αδιέξοδα της πρώτης επιλογής.
Έτσι βρισκόμαστε σήμερα σε μια φάση όπου το «Μνημόνιο Κατανόησης» δεν υφίσταται από καμιά πλευρά, ενώ έχουν εκπνεύσει και οι 60 μέρες που το ίδιο προέβλεπε σαν μεταβατική περίοδο στη διάρκεια της οποίας θα συζητούνταν τα επόμενα βήματα. Τα Στενά του Ορμούζ είναι κλειστά, τόσο από την πλευρά του Ιράν όσο και με τον ναυτικό αποκλεισμό που επανέφεραν οι ΗΠΑ. Μάλιστα, κάποια στιγμή, ως απάντηση στις κινήσεις των ΗΠΑ, η ιρανική ηγεσία έβαλε στο τραπέζι και τον αποκλεισμό των Στενών του Μπαμπ αλ Μαντέμπ και κατ’ επέκταση της Ερυθράς Θάλασσας. Το άλλο, δηλαδή, μεγάλο της «όπλο», που με τη βοήθεια των Χούθι μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα στο διεθνές εμπόριο.
Αυτό που σήμερα διαφαίνεται μέσα από τις δηλώσεις και κυρίως τις κινήσεις των ΗΠΑ, είναι η επιλογή του οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν, ώστε να εκβιαστεί η ιρανική ηγεσία να προχωρήσει σε ορισμένες κρίσιμες παραχωρήσεις από την πλευρά της. Δίπλα, λοιπόν, στον ναυτικό αποκλεισμό, ο οποίος ήδη στερεί σημαντικά έσοδα στο Ιράν, εξαγγέλθηκε ήδη μια πολυεπίπεδη προσπάθεια να στερηθεί το Ιράν κάθε πρόσβαση σε αγαθά, κεφάλαια και υπηρεσίες, καθώς και να πληγούν όλες οι εξαγωγές του. Παράλληλα και στο ίδιο πλαίσιο, οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να επιτηρούν και να παρέχουν μια σχετική ασφάλεια στη Νότια Διαδρομή των Στενών του Ορμούζ (αυτή δηλαδή που διέρχεται από τα χωρικά ύδατα του Ομάν) ακυρώνοντας σ’ ένα μικρό βαθμό τον ιρανικό έλεγχο των Στενών. Μπορεί, άραγε, η προσπάθεια οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν να δώσει αυτό που δεν έδωσαν 40 μέρες βομβαρδισμών;
Στην «άλλη όχθη», η διορία μερικών εβδομάδων που δίνει η ιρανική ηγεσία στις ΗΠΑ για να εφαρμόσουν το «Μνημόνιο Κατανόησης» πριν περάσει στην «πλήρη επίθεση», μπορεί να διαβαστεί από δύο μεριές. Από την μία, πως οι αποτυχίες των ΗΠΑ και η ανθεκτικότητα που επέδειξε η ιρανική ηγεσία τής έχουν δώσει αυτοπεποίθηση και πιθανώς κάποια τμήματά της να υπερβάλλουν όσον αφορά στις δυνατότητές του καθεστώτος. Από την άλλη, μπορεί να δηλώνει ότι η ηγεσία πιέζεται αρκετά, μιας και τα οικονομικά προβλήματα και η κοινωνική αντανάκλασή τους μεγαλώνουν, και προχωρά σε απειλές για να επιταχύνει τις εξελίξεις σε μια κατεύθυνση διευθέτησης. Γιατί η ιρανική ηγεσία γνωρίζει πως το γεγονός ότι ο λαός του Ιράν, δεχόμενος την επίθεση από ΗΠΑ-Ισραήλ, στέκεται και υπερασπίζεται με θάρρος το δικαίωμά του να ζει χωρίς ξένες επιβουλές, δεν αναιρεί το δικαίωμά του να διεκδικεί να ζει με αξιοπρέπεια στη χώρα του.
Ερωτηματικό προκαλεί επίσης η αναφορά των Financial Times –που επικαλούνται συνομιλίες με άτομα της ιρανικής ηγεσίας– πως αυτή εξετάζει χτυπήματα σε ευρωπαϊκό έδαφος σε περίπτωση που ο Τραμπ κλιμακώσει τον πόλεμο. Υπάρχουν, άραγε, τέτοιες σκέψεις στην ηγεσία του Ιράν και θα κέρδιζε, άραγε, πολιτικά το Ιράν από μια τέτοια κίνηση ή θα του γυρνούσε μπούμερανγκ; Ή μήπως οι αναφορές των FT αποτελούν μέρος της δαιμονοποίησης του Ιράν; Σε κάθε περίπτωση, μέσα στους κόλπους της ιρανικής ηγεσίας φαίνεται να διεξάγεται μια αντιπαράθεση για την χάραξη της πιο αποτελεσματικής τακτικής έναντι των ΗΠΑ. Το «εκκρεμές» της αντιπαράθεσης κινείται μεταξύ της εξάντλησης των προσπαθειών για μια διπλωματική διευθέτηση (θεωρώντας πως δεν μπορεί να βρεθεί στρατιωτική λύση στη σύγκρουση) και μιας άποψης που θεωρεί προσχηματική τη διαπραγμάτευση από πλευράς ΗΠΑ και προωθεί την αντικατάσταση τής έως τώρα πρακτικής «απαντάμε στις επιθέσεις των ΗΠΑ» με μια πρακτική ανάληψης στρατιωτικής πρωτοβουλίας και «επιθετικών κινήσεων» με στόχο την κατοχύρωση και διεύρυνση των επιτυχιών του καθεστώτος.
Η προσπάθεια ενοποίησης των μετώπων και το «τράβηγμα του αυτιού»
Μεγάλη ανησυχία για όσους αντιλαμβάνονται την παγκόσμια κατάσταση προκάλεσε το χτύπημα ιρανικού πλοίου στην Κασπία Θάλασσα από ουκρανικό drone. Η ιρανική ηγεσία απείλησε άμεσα με αντίποινα και, μετά από μια σύντομη σιωπή, το καθεστώς του Κιέβου ουσιαστικά ζήτησε συγνώμη.
Άραγε, κάποια κέντρα ερωτοτρόπησαν με την ενοποίηση των δύο μετώπων: του –μεγαλύτερου από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο– μετώπου της ουκρανικής σύγκρουσης με τα παγκόσμια διακυβεύματά του και του κρίσιμου μετώπου που έχει ανοίξει στη Μέση Ανατολή; Η άμεση σύνδεση (διότι έμμεσα και γεωπολιτικά συνδέονται ήδη) των δύο αυτών μετώπων θα όξυνε την αντιπαράθεση των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε ύψη που καμιά τους δεν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί. Πολύ περισσότερο τώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πάρει ήδη μια επικίνδυνη τροχιά κλιμάκωσης:
- Με το καθεστώς του Κιέβου (και φυσικά με την καθοριστική αμερικανοευρωπαϊκή συμβολή) να προχωρά σε σημαντικά χτυπήματα στη ρωσική ενδοχώρα (κομβικά διυλιστήρια και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, αποθήκες τής Wildberries – του μεγαλύτερου μονοπωλίου στο διαδικτυακό λιανικό εμπόριο της Ρωσίας).
- Με τη Μόσχα, παράλληλα, να προχωρά σε εκτεταμένα πυραυλικά χτυπήματα και να έχει, από τη μια, σχεδόν αποκλείσει την πρόσβαση της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα, και, από την άλλη, να χτυπά κρίσιμες εγκαταστάσεις του ουκρανικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος που μέχρι τώρα είχε αφήσει στο απυρόβλητο.
Γι’ αυτό –και για να ξαναγυρίσουμε στο συγκεκριμένο συμβάν– άμεσα «τραβήχτηκαν αυτιά» και η όλη προσπάθεια μαζεύτηκε.
Πόλεμος αντοχής και φθοράς
Με βάση τις εξελίξεις μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε έναν πόλεμο αντοχής και φθοράς, χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο ή –έστω προσωρινή– λύση (ή –πιο σωστά– «λύση»).
Γιατί, όμως (όπως γράψαμε στο φύλλο 1012 της «Προλεταριακής Σημαίας»), η διοίκηση Τραμπ να διακινδυνεύει έτσι την παράταση της σύγκρουσης επ’ αόριστον, γεγονός που έχει αρνητικό αντίκτυπο στους στρατηγικούς σχεδιασμούς και στην υλοποίηση των παγκόσμιων επιδιώξεων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού;
Μήπως τμήματα των αμερικάνικων επιτελείων εκτιμούν πως ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να βγει από τη σύγκρουση με τους σημερινούς σε βάρος του όρους –με βάση ακριβώς το γεγονός πως η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, όχι γενικώς και αορίστως συνδέεται, αλλά εντάσσεται οργανικά στον άγριο ανταγωνισμό της γεωστρατηγικής τριάδας (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα) και την προετοιμασία των όρων για μια γενικευμένη αναμέτρηση; Μήπως διότι γνωρίζουν ότι αυτό θα αντανακλαστεί (αντανακλάται ήδη) στην υποβάθμιση του παγκόσμιου κύρους του και στη δυνατότητά του να εκβιάζει και να ευθυγραμμίζει «συμμάχους» και «εταίρους», και ότι τελικά θα πάει πίσω τις παγκόσμιες επιδιώξεις του, και έτσι επιλέγουν να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα να αλλάξουν (αν όχι να αντιστρέψουν) τα μέχρι τώρα δεδομένα και με κάθε κόστος;
Η Συμφωνία ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας
Με βάση την ανάγκη τους να επουλώσουν τις πληγές που δημιούργησε η αδυναμία τους να «προστατεύσουν» τις αραβικές μοναρχίες, αλλά κυρίως στη βάση τού να οικοδομήσουν εκ νέου σχέσεις ελέγχου και επιρροής στη Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ προχώρησαν στη συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία (22/7), που δίνει τη δυνατότητα στην τελευταία να προχωρήσει σε κατασκευή εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας και να εκκινήσει ευρύτερα το πυρηνικό της πρόγραμμα. Μάλιστα, σε αντίθεση με την αντίστοιχη συμφωνία ΗΠΑ-Εμιράτων, η συμφωνία αυτή δίνει στη Σαουδική Αραβία τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου –για «ειρηνικούς σκοπούς»– μέσα στη χώρα, ανοίγοντας έτσι και ένα δυνητικό παράθυρο στην κατασκευή πυρηνικών όπλων από μέρους της.
Η συμφωνία προκάλεσε την ανησυχία και την έκφραση δυσαρέσκειας από το σιωνιστικό φυλάκιο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Πριν περάσει ένα εικοσιτετράωρο από την υπογραφή της Συμφωνίας, ο Τραμπ απαίτησε ως όρο για την υλοποίησή της την υπογραφή από την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας των «Συμφωνιών του Αβραάμ». Η απαίτηση αυτή δεν μπορούσε να γίνει δεκτή από την αραβική μοναρχία στη συγκυρία αυτή, και ως εκ τούτου η συμφωνία ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας έχει μείνει μετέωρη. Αυτή η «συμπεριφορά», οι συνεχείς –μικρότερες και μεγαλύτερες– παλινωδίες των ΗΠΑ, αντανακλούν τις δυσκολίες που συναντούν στην προσπάθειά τους να συγκεράσουν τα διαφορετικά (έως και αντιτιθέμενα) συμφέροντα των δυνάμεων που δρουν στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, προκειμένου να επανακτήσουν την επικυριαρχία τους.
Η Συμφωνία της Μέκκα: ζητούμενος ο ρόλος που θα κατακτήσει στην περιοχή
Λίγες εβδομάδες μετά, στις 7/8/2026, είχαμε τη Συμφωνία της Μέκκα ανάμεσα στο Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία. Γνωστό αμερικάνικο ΜΜΕ υπογράμμισε τη σημασία της συμφωνίας μεταξύ μιας πυρηνικής δύναμης, μιας χώρας με μεγάλο βάρος στην ενεργειακή τροφοδοσία του πλανήτη και μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ με σημαντική και αναπτυσσόμενη πολεμική βιομηχανία, κάτι που αναπαράγεται μονότονα σε όλα τα ντόπια ΜΜΕ.
Στη χώρα μας, και με τη βαρύτητα που έχει ο αντιδραστικός ανταγωνισμός με την αστική τάξη της Τουρκίας, η εδώ αστική τάξη υπερτόνισε τον ρόλο της Τουρκίας και έδωσε περίοπτη θέση στη δήλωση του Τούρκου ΥΠΕΞ, Φιντάν, ότι η συμφωνία αυτή είναι ανάλογη του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Θα προσπεράσουμε ως μη γενόμενες και άξιες σχολιασμού τις αναλύσεις περί «σουνιτικού ΝΑΤΟ». Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που αναπαράγονται τέτοιες ανεδαφικές εκτιμήσεις. Ακόμα και η δήλωση του Φιντάν, διαψεύστηκε μέσα σε σαρανταοχτώ ώρες (στις 9/8/2026), όταν δεν υπήρξε κανενός είδους συνδρομή της Τουρκίας και του Πακιστάν προς τη Σαουδική Αραβία, όταν το διυλιστήριο του πετρελαϊκού κολοσσού Saudi Aramco δέχονταν επίθεση με drones από τους Χούθι της Υεμένης.
Η Συμφωνία της Μέκκα προέκυψε εν μέρει από τις ανασφάλειες που δημιούργησε στη Σαουδική Αραβία η αδυναμία των ΗΠΑ να την προστατεύσουν. Κυρίως, όμως, είναι αντανάκλαση της προσπάθειας αυτών των τριών χωρών να εκμεταλλευτούν το κενό, τον χώρο που αφήνουν στην περιοχή οι αποτυχίες των ΗΠΑ και να επαναδιαπραγματευτούν τη θέση τους στην περιοχή και τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Πρόκειται για δήλωση προθέσεων είτε κατάκτησης περιφερειακού ρόλου (Τουρκία) ή αναβάθμισής του (Σαουδική Αραβία, Πακιστάν). Αν και πρόκειται για στρατιωτική συμφωνία, μέχρι στιγμής έχει περισσότερο πολιτικά χαρακτηριστικά και μένει να δούμε στην πράξη εάν και σε ποιο βαθμό θα κατακτήσει τα πεδία που εξαγγέλλει.
Το γεγονός πως ο Τραμπ χαιρέτησε τη συμφωνία μετά από αρκετές μέρες αμηχανίας δείχνει πως μάλλον δεν την προώθησε η αμερικανική Διοίκηση, καθώς γνωρίζει ότι μπόρεσε να επιτευχθεί στο περιθώριο των δικών της αδυναμιών και το πιο πιθανό είναι να δυσκολέψει περισσότερο την άσκηση της πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ενώ από την πρώτη στιγμή συνάντησε και την ανησυχία του Ισραήλ. Γι’ αυτό και η Ουάσιγκτον ήδη κινείται για να ελέγξει την πορεία της.
Μέσα, λοιπόν, στα πολλά ερωτήματα που γεννά η συμφωνία αυτή, το μόνο σίγουρο είναι πως έχει πολύ δρόμο μπροστά της και πως οι ΗΠΑ θα έχουν καθοριστική επίδραση στο αν, πόσο και πώς αυτή θα εξελιχθεί.
Επιπρόσθετα, η ιστορία της Μέσης Ανατολής– τουλάχιστον των τελευταίων δεκαετιών– μας δείχνει ότι οι άρχουσες τάξεις της περιοχής δεν έχουν μια συνεκτική πολιτική. Περισσότερο προσπαθούν να λειτουργήσουν στα πλαίσια που διαμορφώνει ο επικυριαρχικός ρόλος του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστών, με πρώτες τις ΗΠΑ , (ανα)γνωρίζοντας παράλληλα την πολυπλοκότητα των διαφορετικών συμφερόντων που διασταυρώνονται στη Μέση Ανατολή και την ανάγκη τους να ελίσσονται. Έτσι, και οι συνεργασίες τους και οι κατά καιρούς συμμαχίες κινούνται σε ένα ρευστό έδαφος που πολλές φορές εμποδίζει τη μακροημέρευσή τους.
Ο (μισός) Λίβανος υπό κατοχή, η Παλαιστίνη αιμορραγεί
Οι ΗΠΑ επείγονται να εφαρμοστεί η προδοτική συμφωνία που υπέγραψε η λιβανέζικη κυβέρνηση με το σιωνιστικό κράτος, με τη δική τους καθοριστική παρέμβαση. Το Ισραήλ συνεχίζει να βομβαρδίζει χωριά και περιοχές του Λιβάνου κατά το δοκούν, ενώ ακόμα και ο προδότης Αούν γκρινιάζει για την «εκτός διεθνούς δικαίου» συμπεριφορά τού σιωνιστικού κράτους.
Στη Λωρίδα της Γάζας συνεχίζεται η αργή γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, στη Δυτική όχθη ο κατοχικός στρατός και οι φασιστικές ορδές των εποίκων οργιάζουν, ενώ στη σιωνιστική ηγεσία κερδίζει έδαφος η προσάρτηση της περιοχής με επίσημο πια τρόπο. Στο μεταξύ, τις τελευταίες μέρες υπήρξε προσπάθεια ενεργοποίησης της συμφωνίας που υπογράφηκε πέρυσι στο πιο κρίσιμο ίσως σκέλος της, που προβλέπει την παράδοση του βαριού οπλισμού από την πλευρά της παλαιστινιακής αντίστασης, ταυτόχρονα με την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από το τμήμα της Λωρίδας της Γάζας που έχουν καταλάβει. Στη βάση αυτή ξανατέθηκαν ερωτήματα για τον χαρακτήρα της συμφωνίας.
Εμείς να ξαναπούμε ότι αυτή η συμφωνία έγινε κάτω από το βάρος των χτυπημάτων που είχε δεχθεί η παλαιστινιακή αντίσταση, αλλά και της οριακής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει ο παλαιστινιακός λαός στη Λωρίδα της Γάζας. Έγινε, όμως, και κάτω από το γεγονός ότι, παρά τα χτυπήματα, η παλαιστινιακή αντίσταση εξακολουθούσε να είναι όρθια, ενώ είχε μεγαλώσει το κύμα της απονομιμοποίησης του σιωνιστικού μορφώματος παγκόσμια. Άρα, η συμφωνία αυτή εμπεριείχε στοιχεία συμβιβασμού και από τις δυο μεριές. Ακριβώς γι’ αυτό και το σιωνιστικό Ισραήλ, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, από τη μια, θέλει να αποφύγει τη διαδικασία της αποχώρησής του από τη Λωρίδα της Γάζας και, από την άλλη, αξιώνει τον πλήρη αφοπλισμό των ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων, κάτι που οι ίδιες μέχρι στιγμής απορρίπτουν κατηγορηματικά. Έτσι κι αλλιώς το «παλαιστινιακό ζήτημα», η πάλη του λαού της Παλαιστίνης για λεύτερη πατρίδα, ποτισμένη με το αίμα χιλιάδων, έχει ξαναγίνει αγκάθι στα ιμπεριαλιστικά και σιωνιστικά σχέδια και πηγή ελπίδας για τους λαούς.
Το σιωνιστικό μόρφωμα καλείται να διαχειριστεί μια κατάσταση που απέχει τόσο από τους διθυραμβικούς τόνους της ισραηλινής ηγεσίας, όσο και από μια εικόνα αδυναμίας. Βασικά έχει αναδειχθεί ξανά και με πολύ έντονο τρόπο ότι είναι ένα ξένο και εχθρικό με την περιοχή, φυτεμένο από τον ιμπεριαλισμό, αποικιοκρατικό-φασιστικό κράτος, και αυτό καθορίζει τις κινήσεις και τις επιλογές του. Με τις κινήσεις του δημιουργεί εκρηκτικούς όρους για την ίδια του την ύπαρξη, που το ίδιο θεωρεί ότι μπορεί να στερεωθεί στο εσωτερικό με την προώθηση ενός καθεστώτος τερατώδους βίας και ναζιστικών πογκρόμ έναντι των παλαιστινιακών πληθυσμών και με στόχο την εκδίωξη από τη γη τους, και στο εξωτερικό με μια επίδειξη δύναμης και επιθετικών κινήσεων σε μια σειρά κράτη της περιοχής. Από κει και πέρα, είναι δυσαρεστημένο από την τροπή των εξελίξεων σε σχέση με το Ιράν, ενώ προσπαθεί ακόμα να επουλώσει την πολλαπλά τραυματισμένη εικόνα τού «άτρωτου» Ισραήλ. Θέλει να κατοχυρώσει την κατοχή του στο Λίβανο, όμως αυτό θα εξαρτηθεί από τις ευρύτερες ανάγκες και τακτικές που εξελίσσουν οι ΗΠΑ στην περιοχή.
Επιπλέον, κλιμακώνει σε επίπεδο ρητορικής την αντιπαράθεση με την Τουρκία. Ταυτόχρονα, με την πρόσφατη επίθεση σε συριακό στρατόπεδο όπου δυνάμεις του συριακού στρατού λίγες μέρες πριν εκπαιδεύονταν από Τούρκους στρατιωτικούς, στέλνει το μήνυμα των δικών του «κόκκινων γραμμών», ενώ εργάζεται συστηματικά για την προσάρτηση τμήματος της συριακής επικράτειας. Έτσι, δημιουργεί έναν ακόμη πονοκέφαλο στις ΗΠΑ που προσπαθούν και θέλουν να αξιοποιήσουν τη θέση και το βάρος της Τουρκίας στην περιοχή, αλλά και να εκμεταλλευτούν το νέο καθεστώς στη Συρία. Και μάλιστα, σε μια συγκυρία που το νέο συριακό καθεστώς, υπό την αμερικανική καθοδήγηση, προχωρά σε μια συμφωνία για τις ρωσικές βάσεις στη χώρα, δρομολογώντας έναν σταδιακό, αλλά σημαντικό περιορισμό της ρωσικής παρουσίας στη χώρα.