 |
| Κεντρικό σύνθημα από την αφίσα "Οργανώσεις - Συλλογικότητες" που καλεί στην συγκέντρωση στις 15/7 |
Δύο δολοφονημένοι από την πολιτική του συστήματος μέσα σε μερικές ημέρες. Ένας 20χρονος νέος στο Άργος και ένας 54χρονος εργάτης στον Ασπρόπυργο. Σε άλλο τόπο και υπό άλλες συνθήκες, αλλά με κοινό παρονομαστή την ίδια εγκληματική πολιτική, που αντιμετωπίζει ως περιττές και αναλώσιμες τις ζωές των εργατών, του λαού και της νεολαίας.
Ο Θοδωρής Ζαβραδινός, ο 20χρονος δολοφονημένος εν ψυχρώ από τις σφαίρες της αστυνομίας, προστέθηκε στη μακρά λίστα των κρατικών δολοφονιών δίπλα στους Καλτεζά, Γρηγορόπουλο, Σαμπάνη, Φραγκούλη, Μάγγο, Μιχαλόπουλο και τόσους άλλους. Ο νεκρός εργάτης, μαζί με τους 10 τραυματίες συναδέλφους του -με τους 2 να βρίσκονται ακόμα σε κρίσιμη κατάσταση- προστέθηκε στην ατελείωτη λίστα των εργοδοτικών εγκλημάτων, που τείνουν πλέον να γίνουν κανονικότητα στους χώρους δουλειάς, λίγους μόνο μήνες μετά τη Βιολάντα.
Είναι σημείο των καιρών και της έντασης της φασιστικοποίησης το γεγονός πως η κυβέρνηση και οι παρατρεχάμενοί της επέλεξαν να διαχειριστούν την οργή που γεννούν αυτά τα περιστατικά με όρους μιας επικοινωνιακής «αντεπίθεσης», ανασύροντας από τα σκοτάδια την υπόθεση της Marfin, χωρίς κανένα ουσιαστικό στοιχείο. Προετοιμάζουν νέα αντιδραστικά μέτρα, στήνουν σκευωρίες, την ίδια ώρα που συνεχίζουν την κατασυκοφάντηση της Αριστεράς και των επαναστατικών ιδεών, με αφορμή την προβοκάτσια με τα γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη.
Σημείο των καιρών και της υποχώρησης του κινήματος είναι και η εντελώς αναντίστοιχη κινηματική απάντηση που (δεν) έχει δοθεί μέχρι στιγμής. Ακόμα περισσότερο, οι δυσκολίες έως και αρνήσεις μιας μαζικής παρέμβασης καταγγελίας του εργοδοτικού εγκλήματος, που κινδυνεύει ως γεγονός να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το κάλεσμα για τις διαδηλώσεις της Τετάρτης αποτελεί σίγουρα ένα θετικό στοιχείο, που πρέπει να προβληθεί και να στηριχτεί από όλους. Με στόχο μια πλατιά, μαζική διαδήλωση, για να εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση του λαού και της νεολαίας απέναντι στα νέα συστημικά εγκλήματα. Με αναζήτηση των όρων για να υπάρξει συνέχεια και για να δυναμώσει η γραμμή της ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής της εκμετάλλευσης και της φασιστικοποίησης.
Το σύνθημα «Δικαιοσύνη», βέβαια, που επιχειρείται να προκριθεί ως κεντρικό των κινητοποιήσεων αυτών, κάθε άλλο παρά συμβάλλει σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν αντιστοιχεί καν στο αυθόρμητο «ΔΗΚΕΟΣΙΝΗ» που είχε εκφραστεί στο παρελθόν κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων των Ρομά ενάντια στην κρατική βία. Περισσότερο παραπέμπει σε μια απόπειρα αναβίωσης της γραμμής που κυριάρχησε στις μεγαλειώδεις λαϊκές κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, αποτελώντας και το πολιτικό-οργανωτικό τους όριο. Γιατί, θέλοντας και μη, η αναζήτηση «απόδοσης δικαιοσύνης» στις σημερινές συνθήκες στενεύει τον ορίζοντα των κινητοποιήσεων στον στόχο της «τιμωρίας» των υπεύθυνων-φυσικών αυτουργών των εγκλημάτων. Τοποθετείται με τους όρους που η αστική νομιμότητα επιτρέπει και δεν μπορεί να ξεφύγει από τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος που και οι ίδιοι οι κυβερνητικοί παράγοντες επιβάλλουν, με τις γνωστές εκκλήσεις για την εμπιστοσύνη που πρέπει να δείξει ο λαός στη δικαστική εξουσία, ακόμα και αν αυτός υιοθετείται από την «ανάποδη».
Οι στόχοι πάλης που μπορεί να θέσει το κίνημα δεν γίνεται να εξαντλούνται στην άσκηση πίεσης για να αποδοθούν οι ποινικές ευθύνες εντός των ορίων των αστικών θεσμών και μηχανισμών. Η λαϊκή απαίτηση για να καταδικαστούν οι κάθε λογής υπεύθυνοι, φυσικά, είναι υπαρκτή και πρέπει να στηρίζεται. Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα, ωστόσο, το ποια πρέπει να είναι η γραμμή πάλης μιας κινητοποίησης, πόσο μάλλον ενός κινήματος. Εξίσου, άλλωστε, πρέπει να στηρίζεται πολιτικά από τις δυνάμεις με αναφορά στο κίνημα και το λαϊκό αίσθημα που γυρνάει την πλάτη στην αστική δικαιοσύνη, που την αντιλαμβάνεται ως ένα ξένο και εχθρικό πεδίο. Το αταξικό σύνθημα «Δικαιοσύνη», που μπορεί για αυτόν τον λόγο να υιοθετείται με πάσα ευκολία μέχρι και από την αστική αντιπολίτευση, άραγε υπηρετεί ή υπονομεύει αυτήν την κατεύθυνση;
Η σύγκρουση με το σύστημα και την πολιτική που δολοφονεί, σε όλες της τις εκφάνσεις, παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα που μπορεί και πρέπει να τεθεί. Γύρω από αυτό το σημείο μπορούν να ενοποιηθούν πραγματικά οι μεμονωμένες εστίες αντιδράσεων απέναντι στα διαφορετικά κρατικά-συστημικά εγκλήματα. Αυτό είναι και η μοναδική πολιτική βάση για τη συγκρότηση μιας γραμμής πάλης που θέτει σε πρωταγωνιστικό ρόλο τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, απελευθερώνοντάς τες από τον εγκλωβισμό στην εκλογική «κανονικότητα» των ημερών μας.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ